Legislator Case Law & Legislation
1431/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank promotion decision, ruling lower court violated good faith principles.

Case Number 1431/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal filed by the bank against the lower court's decision regarding an employee promotion. The lower court had dismissed the bank's claim that the promotion violated good faith principles, despite the bank's superior qualifications. The Court found the lower court erred in its assessment of the bank's superior standing and ordered the case remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 A.C.; Art. 559 no. 1 K.Pol.D.: The court must assess whether a promotion violates good faith principles by comparing the candidates' qualifications and experience, and if the lower court's finding that one candidate clearly surpassed the other is erroneous, the decision must be overturned.

Keywords

AI generated
employee promotion good faith principles bank internal rules administrative appeal remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 A.C.
ac
Art. 559 no. 1 K.Pol.D.
Art. 16 of Law 2515/1997
Arts. 68 para. 2, 69 and 70 of Law 2190/1920
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1431 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1431/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», που έχει την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε.» (ΕΤΒΑ Α.Ε.), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ..... , η οποία παραστάθηκε με το δικηγόρο της Δημήτριο Δρεπανόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 593/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 540/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/5/2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης, ανέγνωσε την από 20/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος (υπό στοιχεία IV A α και β), δεύτερος (υπό στοιχεία IV B) και ο προτεινόμενος από τον Εισηγητή λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα συνεχίζεται η δίκη από την αναιρεσείουσα Τράπεζα μετά την συγχώνευση των Τραπεζών με τις επωνυμίες «Τράπεζα Πειραιώς Ανώνυμος Εταιρεία» και «Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως Ανώνυμος Εταιρεία» με απορρόφηση της δεύτερης εταιρίας από την πρώτη, σύμφωνα με τις από 7.11.2003 και 28.11.2003 αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων των μετόχων τους, τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν.2515/1997 ως ισχύει, των άρθρων 68 παρ. 2, 69 και 70 του Κ.Ν. 2190/1920, την 5366/1.12.2003 πράξη του συμβολαιογράφου Πειραιώς Στέφανου Κ.Βασιλάκη και την με αριθμ. Κ2-15289/16.12.2003 εγκριτική απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 13319/17.12.2003, τ.ΑΕ και ΕΠΕ).

Η υπηρεσιακή κατάσταση και η βαθμολογική εξέλιξη των υπαλλήλων της ΕΤΒΑ ρυθμίζονται από τον ισχύοντα Κανονισμό Υπηρεσίας της Τράπεζας, ο οποίος εγκρίθηκε με την από 19-7-1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Βιομηχανίας, που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.4 του Ν.4366/1964 «περί ιδρύσεως Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως» και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β.432/1965) και έχει, ως εκ τούτου, ισχύ νόμου.

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 16 του Κανονισμού ορίζεται ότι για να προαχθεί υπάλληλος της τράπεζας απαιτείται να υπάρχει κενή οργανική θέση στον ανώτερο βαθμό. Στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι η προαγωγή διενεργείται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας κατ΄ επιλογήν με σύγκριση εκείνων, που έχουν τα μείζονα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την άσκηση καθηκόντων του ανωτέρω βαθμού, μετά από γνωμοδότηση του προβλεπομένου από το άρθρο 5 Υπηρεσιακού Συμβουλίου και μετά την υπ' αριθ. 46/19-5-1976 απόφαση χωρίς την γνωμοδότηση αυτού, προκειμένου για τις προαγωγές υπαλλήλων από τον τέταρτο βαθμό και άνω (άρθρ 5 εδάφ 6.), με βάση την πιστοποιουμένη επίδοση των κρινομένων από τα κατ΄άρθρο 22 συντασσόμενα φύλλα ποιότητας αυτών, τα οποία αξιολογεί, χωρίς να δεσμεύεται από τους χαρακτηρισμούς του συντάκτη τους.

Στην παράγραφο 3 του αυτού άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την υπ'αριθμ. 11282/12-12-1966 όμοια κοινή υπουργική απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 755/1966), ορίζεται ότι η προαγωγή υπαλλήλου δεν μπορεί να γίνει προ της συμπληρώσεως διετούς ευδόκιμης υπηρεσίας στον βαθμό του. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο της αναιρεσίβλητης ενεργεί τις προαγωγές των υπαλλήλων της σε εκπλήρωση της σχετικής υποχρεώσεως αυτής έναντι των τελευταίων, που πηγάζει από την ατομική σύμβαση και τον Κανονισμό της Υπηρεσίας, που την συμπληρώνει.

Η κρίση του είναι μεν ελεύθερη και σχηματίζεται, αφού ληφθούν υπόψη τα ως άνω στοιχεία, πλην όμως υπόκειται σον κατ΄ άρθρο 281 ΑΚ, τιθέμενο περιορισμό. Επομένως, ελέγχεται από τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια, όταν είναι καταφώρως άδικη, γεγονός που συμβαίνει, όταν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, παραλείφθηκε να προαχθεί υπάλληλος, ο οποίος υπερτερούσε καταφανώς ως προς τα προσόντα και την εν γένει υπηρεσιακή επίδοση και καταλληλότητα άλλου υπαλλήλου, που προήχθη (Ολ.ΑΠ 850/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ'αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας την 8-9-1971 και, αφού εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της κατηγορίας ΜΕ (αποφοίτων μέσης εκπαίδευσης) με τον 13ο βαθμό, εξελίχθηκε διαδοχικά και απρόσκοπτα στην υπαλληλική ιεραρχία της εναγομένης και την 11-9-1988 κατέλαβε τον 5ο βαθμό.

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 8-3-1994 το αρμόδιο για τη διενέργεια των προαγωγών υπηρεσιακό συμβούλιο της εναγομένης παρέλειψε να προαγάγει την ενάγουσα στο 4ο ΜΕ βαθμό. Η ενάγουσα προσέβαλε την παραπάνω κρίση ως καταχρηστική με την από 1-7-1995 αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1905/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε τελεσίδικη.

Με την απόφαση αυτή αναγνωρίστηκε ότι η ενάγουσα έπρεπε κατά τις κρίσεις της 8-3-1994 να είχε προαχθεί στον 4ο βαθμό της υπαλληλικής ιεραρχίας της εναγομένης με VALEUR από 11-9-1990, καθόσον είχε προαχθεί στο βαθμό αυτό ο ομοιόβαθμος συνάδελφός της Χ1 έναντι του οποίου η ενάγουσα υπερτερούσε καταδήλως εξ απόψεως τυπικών και ουσιαστικών προσόντων.

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 7-5-1996 για την πλήρωση, εκτός των άλλων, και οκτώ θέσεων στον 3ο βαθμό, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης με την υπ' αριθμ. 10/7-5-1996 απόφασή του, που αποτυπώνεται στην υπ' αριθμ. 367/15-5-1996 πράξη της Διοικήσεως, μεταξύ άλλων, προήγαγε και το συνάδελφο της ενάγουσας Χ1, ο οποίος είχε προαχθεί στον 4ο βαθμό κατά τις κρίσεις της 8-3-1994 με VALEUR από 12-8-1986.

Οι παραπάνω προαγωγικές κρίσεις της 7-5-1996 καταλαμβάνουν ως κρίσιμο χρονικό διάστημα αξιολογήσεως τη διετία από 31-12-1993 έως 31-12-1995. Η ενάγουσα κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 7-5-1996, θεμελίωνε δικαίωμα κρίσεως προαγωγής στον 3ο ΜΕ βαθμό, αφού η απαιτούμενη από το άρθρο 16 παρ.3 του Κανονισμού της εναγομένης διετής παραμονή στον προηγούμενο βαθμό για την προαγωγή στον επόμενο βαθμό αρχίζει από τότε που με την 1905/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθορίστηκε ο χρόνος προαγωγής και όχι από το χρόνο πραγματοποιήσεως της προαγωγής που φέρει η πράξη Διοικήσεως.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα είχε βαθμολογηθεί κατά τα έτη 1994 και 1995 κατά μέσο όρο με 516 βαθμούς και κατά το έτος 1996 κατά μέσο όρο με 515 βαθμούς. Έχει Απολυτήριο εξαταξίου γυμνασίου, Πτυχίο Προγραμματιστών Η/Υ σχολής ΑΣΜΕ, Πτυχίο Αναλύσεως Συστημάτων της Control Data, έχει παρακολουθήσει τα εξής επιμορφωτικά σεμινάρια 1) σεμινάριο Πληροφορικής σε ΙΒΜ γλώσσα RPG, 2) σεμινάριο με θέμα «Πληροφορική Multiplan-D.BASE II/III-BASIC» και 3) σεμινάριο με θέμα «Οικονομικά για μη Οικονομικούς» και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα.

Πριν από την επίμαχη προαγωγή (7-5-1996) της ανατέθηκαν για πρώτη φορά καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος στο Γραφείο Συγκέντρωσης Κανονιστικών Πράξεων της Υποδιεύθυνσης Οργάνωσης και Πληροφοριακών Συστημάτων (Τμήμα Πληροφοριακού Κέντρου) από 1-10-89 έως 14-11-90, της αναπληρώτριας Τμηματάρχη στη Διεύθυνση Συμμετοχών και Προϊσταμένης του τμήματος Εποπτείας Β' της Υποδιεύθυνσης Συμμετοχών

ΙΙΙ από 15-11-1990 έως 15-5-1994, της Προϊσταμένης Τμήματος και Αναπληρώτριας Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Συμμετοχών

ΙΙΙ στη Διεύθυνση Συμμετοχών από 16-5-1994 έως 6-5-1996. Μεταξύ των προαχθέντων στον 3ο βαθμό την 7-5-1996, που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθμ. 367/15-5-1996 πράξη της Διοικήσεως ήταν και ο Χ1 , ο οποίος είχε γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 11-8-1972, αρχαιότητα στο βαθμό από 8.3.1994 με VALEUR από 12-8-1986. 'Εχει απολυτήριο εξαταξίου Γυμνασίου.

Είχε βαθμολογηθεί κατά το έτος 1994 κατά μέσο όρο με 507 βαθμούς και κατά το έτος 1995 κατά μέσο όρο με 504 βαθμούς. Πριν από την επίμαχη προαγωγή (7-5-1996) του ανατέθηκαν από 14-8-1987 έως 18-4-1988 καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος στην Υποδιεύθυνση Αναγκαστικών Εκτελέσεων, από 19-4-1988 έως 13-1-1991 καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος στη Διεύθυνση Ρευστοποίησης και Αναγκαστικών Μέτρων, από 14-1-1991 έως 26-10-1992 καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος στην Υποδιεύθυνση Δαπανών και Συναλλαγών (Τμήμα Φορολογικών και Ασφαλιστικών Υποθέσεων), από 25-11-1992 έως 6-12-1992 καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος στη Διεύθυνση Γενικών Υπηρεσιών και Διαχείρισης Παγίου Ενεργητικού στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών και Προγραμματισμού, από 7-12-1992 έως 15-2-1994 καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος και Αναπληρωτή του Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης στη Διεύθυνση 'Αντλησης Κεφαλαίων και Ειδικών Εργασιών και από 1-6-1994 έως 6-5-1996 καθήκοντα Ειδικού Συνεργάτη της Διεύθυνσης σε επίπεδο Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης.

Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα υπερείχε καταδήλως του ως άνω συναδέλφου της που προήχθη κατά τα ανωτέρω και επομένως ότι η κρίση του αρμοδίου για τις προαγωγές οργάνου της εναγομένης για την παράλειψη προαγωγής της στον 3ο βαθμό της υπαλληλικής ιεραρχίας κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 7-5-1986 και την αντ' αυτής προαγωγή στον άνω βαθμό του ανωτέρω συναδέλφου της είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και ως εκ τούτου καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως την άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι με βάση τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως η ενάγουσα δεν υπερτερούσε καταδήλως του άνω συγκρινομένου, αφού υπερείχε μεν αυτού ως προς τους τίτλους σπουδών, την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά 11 μήνες), ελαφρώς κατά την βαθμολογία, τον αριθμό των σεμιναρίων και την γνώση ξένης γλώσσας, υστερούσε όμως ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων (η ενάγουσα Αναπληρώτρια Προϊσταμένη Τμήματος από 1.10.1989 και Προϊσταμένη Τμήματος και Αναπληρώτρια Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης από 16.5.1994 σε κατάστημα στάθμης Υποδιεύθυνσης, ενώ ο συγκρινόμενος Προϊστάμενος Τμήματος από 14.8.1987 σε καταστήματα στάθμης Υποδιεύθυνσης και Διεύθυνσης και Προϊστάμενος Τμήματος και Αναπληρωτής Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης από 7.12.1992) και ήταν ισάξιοι ως προς την αρχαιότητα βαθμού (αμφότεροι από 8.3.1994).

Επομένως ο λόγος αναιρέσεως (υπό στοιχεία IV B΄) από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, αναιρεθεί η απόφαση, παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, και καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 540/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποίαν ορίζει στο ποσό των επτακοσίων είκοσι (720) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ