Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds as parties differ from the prior judgment. The court rejects the claim that a previous ruling binds the state. The appeal is inadmissible due to lack of identity of parties. The court rules that the state is not bound by the prior judgment. The appeal is dismissed because the parties are not identical. The court finds no legal error in the lower court's decision. The appeal fails due to the absence of res judicata requirements. The court upholds the lower court's decision on procedural grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding compensation for expropriation. The appellants argued that a prior final judgment between them and a private company created res judicata, binding the state to a specific compensation amount. The court rejected this claim because the state did not participate in that earlier lawsuit, meaning the parties were not identical. Consequently, the legal requirement for res judicata was not met, and the appeal was found inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 324 and 325 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata requires identity of parties, and a prior final judgment does not bind a third party who was not a litigant in that proceeding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1430 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1430/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) … και 3) …, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σπανό.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 1/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και συνεκδικάστηκε με την από 10-7-2012 αίτηση και με την διά των προτάσεων ασκηθείσα ανταίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 154/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-9-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βάρκα διάβασε την από 15-1-2021 έκθεση της Αρεοπαγίτου Μαρίας Τζανακάκη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 28-9-2015 (αριθμ. καταθ. 40/2015) αίτησης αναίρεσης κατά της 154/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, στο σύνολό της. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την ένδικη από 28-9-2015 (αρ. κατ. 40/30-9-2015) αίτηση αναιρέσεως οι αιτούντες προσβάλλουν την υπ' αριθμό 154/2014 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ). Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (εντός έτους από τη δημοσίευση (1-10-2014) της ως άνω, μη επιδοθείσης, εφετειακής αποφάσεως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.
β'Ν.2882/2001) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚπολΔ). Με την υπ'αριθμόν 1111717/8401/ Δ 0010/11-1-2007 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΥΠΕΧΩΔΕ, όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα, για την κατασκευή του Δυτικού οδικού άξονα Β-Ν Ιόνια οδός στο Τμήμα Αντιρρίου- Κεφαλόβρυσου, από την 24+200 χιλιομετρική θέση έως την 24+914 χλμ.θέση, συνολικής έκτασης 321395,08 Μ2, που βρίσκεται στην περιοχή…. , του Δήμου ….
της Ν.Α Αιτωλοακαρνανίας. Μεταξύ των απαλλοτριούμενων ακινήτων περιλαμβάνονται οι με αριθμό κτηματολογικού πίνακα … και … ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων, συνολικής επιφάνειας 90413,22 Μ2, των οποίων οι αναιρεσείοντες έχουν αναγνωριστεί δικαιούχοι αποζημίωσης με την υπ'αριθμόν 154/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.
Στο ακίνητο αυτό λειτουργεί επιχείρηση…. Με την από 26-1-2010 (αρ.κατ. 36/2010) αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης, η οποία συζητήθηκε και συνεκδικάσθηκε με την δια των προτάσεων ασκηθείσα ανταίτηση των ήδη αναιρεσειόντων ιδιοκτητών.
Εκδόθηκε η υπ'αρ. 1/2012 οριστική απόφαση, που καθόρισε ως προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης (κατά το μέρος, που αφορά την παρούσα δίκη) για το έδαφος 12 ευρώ /Μ2 και για κάθε ελαιόδενδρο 300 ευρώ ανά δένδρο. Επίσης το Δικαστήριο εκείνο επιδίκασε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα των ακινήτων και καθόρισε ως υπαξία για το βόρειο και νότιο τμήμα της ΚΠ 364 ιδιοκτησίας σε ποσοστό 25% επί της αξίας του εδάφους αυτής και σε ποσοστό 100% για τμήμα αυτής επιφάνειας 114,08 Μ2, που αχρηστεύθηκε, εξαιτίας της απαλλοτρίωσης.
Επίσης, η ανωτέρω οριστική απόφαση επιδίκασε ως ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα των … και … ιδιοκτησιών, ποσοστό 25% επί της αξίας του εδάφους αυτών. Το Δημόσιο άσκησε, στη συνέχεια, την κύρια -βασική από 1-6-2012 (αρ.κατ. 23/2012) αίτησή του, με την οποία ζήτησε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για τις ανωτέρω ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων σε ποσό μικρότερο της καθορισθείσας προσωρινής τιμής μονάδος και ειδικότερα, μεταξύ άλλων αιτημάτων, που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη, ζήτησε να καθοριστεί ως οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος το ποσό των 9,03 ευρώ / Μ2 και το ποσό των 250 ευρώ για κάθε μεγάλο ελαιόδενδρο, καθώς επίσης να μην επιδικασθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα (βλ.
αναλυτικά περί των αιτημάτων αυτών τις σελίδες 19 α και β' της προσβαλλόμενης απόφασης). Οι ήδη αναιρεσείοντες (και άλλοι ιδιοκτήτες που δεν αφορούν την παρούσα δίκη) άσκησαν την αυτοτελή από 10-7-2012 (αρ.κατ. 40/2012) αίτησή τους, με την οποία, μεταξύ άλλων αιτημάτων (που επίσης δεν αφορούν την παρούσα δίκη), ζήτησαν να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος για το έδαφος των απαλλοτριουμένων ακινήτων τους στο ποσό των 140 ευρώ / Μ2 και για κάθε μεγάλο ελαιόδενδρο ελαιοποίησης στο ποσό των 440,63 ευρώ, ενώ για κάθε μεγάλο ελαιόδενδρο βρώσιμης ελιάς στο ποσό των 720,63 ευρώ.
Εκτός τούτου ζήτησαν να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα των ακινήτων τους ως υπαξία, ποσοστού 60% επί της αξίας του εδάφους τους και για κάθε συστατικό ελαιόδενδρο τις ίδιες τιμές, όπως και για τα συστατικά ελαιόδενδρα εντός της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας τους.
Επίσης, ζήτησαν ως απώλεια εισοδήματος 1) από την εκμετάλλευση της ξυλείας 438 εκριζωμένων δένδρων εντός της απαλλοτρίωσης το ποσό των 60.000 ευρώ, 2) από την αύξηση του κόστους παραγωγής από τις συνέπειες του έργου επί πενταετία το ποσό των 16.795,25 ευρώ και 3) από τη μείωση των αποδόσεων των εναπομεινάντων ελαιοδένδρων εξαιτίας της ρύπανσης το ποσό των 54.923,37 ευρώ.
Επί πλέον τούτων ζητούσαν αποζημίωση για την άϋλη αξία της επιχείρησης (που σημειωτέον δεν προσδιόριζαν αριθμητικά),άλλως ζητούσαν να ενσωματωθεί αυτή στην οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης και τέλος, ζητούσαν την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, ώστε να αποζημιωθούν πλήρως και να διορθωθεί ο κτηματολογικός πίνακας κατά τούτο.
Επισημαίνεται, ότι τα δύο τελευταία αιτήματα δεν ενδιαφέρουν την αναιρετική δίκη. Η βασική αίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και η αυτοτελής αίτηση των αναιρεσειόντων συνεκδικάστηκαν μαζί με άλλες αυτοτελείς αιτήσεις, παρεμβάσεις και ανταιτήσεις άλλων ιδιοκτητών και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αρ. 154/2014 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος (ειδική διαδικασία του Ν.2882/2001),η οποία, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη μέρος αυτής, χαρακτήρισε τις ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων ως αγροτεμάχια εκτός οικισμού, οικοδομήσιμα λόγω της έκτασης αυτών (σύμφωνα με το ΠΔ 24/1985) και επιδίκασε ως οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για την αξία γης, το ποσό των 14 ευρώ /Μ2 για την ΚΠ 364 ιδιοκτησία, το ποσό των 14,50 ευρώ /Μ2 για την ΚΠ 371 ιδιοκτησία και το ποσό των 15 ευρώ για την ΚΠ374 ιδιοκτησία και για την αξία των επικειμένων μεγάλων ελαιοδένδρων εντός της απαλλοτρίωσης το ποσό των 400 ευρώ ανά δένδρο.
Επίσης επιδίκασε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα της … ιδιοκτησίας, που διχοτομήθηκε και περιορίστηκε η οικοδομησιμότητά της, σε ποσοστό 5% για το βόρειο και νότιο τμήμα αυτής και σε ποσοστό 100% για επιφάνεια 114,08 Μ2, που αχρηστεύθηκε. Επίσης, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός της απαλλοτρίωσης εναπομείναντα τμήματα των ….
και … ιδιοκτησιών, κρίνοντας ότι δεν επηρεάστηκε από την απαλλοτρίωση η αρτιότητα και η οικοδομησιμότητά τους (βλ. αναλυτικά σελ. 46 της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως θα εκτεθεί παρακάτω). Εκτός τούτων το Εφετείο απέρριψε ως αόριστα τα αιτήματα ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκτός της απαλλοτρίωσης ελαιόδενδρα και για την απώλεια εισοδήματος από την αύξηση του κόστους παραγωγής των ελαιοδένδρων και από τη μείωση των αποδόσεών τους για μια πενταετία, εξαιτίας της ρύπανσης και των συνεπειών του έργου, ενώ επίσης απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτήματα αποζημίωσης για την απώλεια της εκμετάλλευσης των 438 εκριζωμένων δένδρων και της άϋλης αξίας της επιχείρησης ελαιοκομίας.
Ας επισημανθεί, ότι το Εφετείο συνεκτιμώντας τις επιπτώσεις του έργου της απαλλοτρίωσης έκρινε ότι τα απαλλοτριούμενα ακίνητα δεν ωφελήθηκαν και δέχθηκε το αίτημα άρσης της αυτοαποζημίωσης, ώστε οι ιδιοκτήτες τους να αποζημιωθούν πλήρως (το κεφάλαιο αυτό, δεν αφορά την αναιρετική δίκη, αλλά αναφέρεται διηγηματικά για την πληρέστερη ανάπτυξη της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης λόγω των πολλαπλών αιτημάτων).
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1,17 παρ.1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος, άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και άρθρο 16 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της EE, για την προστασία της ιδιοκτησίας, σχετικά με τον καθορισμό της τιμής μονάδος απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ορίζονται τα εξής: 1.
Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και n πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Περαιτέρω στο εδάφιο γ' της παραπάνω διάταξης παρατίθενται ενδεικτικά τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και άρα το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη οποιοδήποτε άλλο κριτήριο, μεταξύ των οποίων και τις υπάρχουσες στον ανωτέρω χρόνο οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο το Δικαστήριο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη -άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ- (ΑΠ 539/2015).Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται η ανωτέρω ουσιαστική διάταξη νόμου, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1016/2015, ΑΠ 558/2014, ΑΠ 2126/2014).
Περαιτέρω το άρθρο 13 του Ν 2882/2001 ορίζει στην παρ. 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-1-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.
Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν 2882/ 2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός της περιουσίας του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου του και, επομένως, η περιουσία του θα παρέμενε, χωρίς αποκατάσταση (Ολ.ΑΠ 31/2005, ΑΠ 423/2016, ΑΠ 274/2016). Περαιτέρω, ως πρόσοδος κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, νοείται, η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου, αλλά ως εκ της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται.
Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (ΑΠ 326/2016, ΑΠ 421/ 2015 ).
Επίσης, ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 "πλήρης", η οποία πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 4 Ν.2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, ανεξάρτητα από τη μνεία της στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα (Ολ.Α.Π. 5/2002).
Την έννοια του συστατικού καθορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται, ότι: α) συστατικό που δεν μπορεί ν" αποχωρισθεί από το κύριο πράγμα, χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κυρίου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού του δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, β) συστατικά ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι, εκτός των άλλων, τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως τα οικοδομήματα, ενώ συστατικά οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση ή τα προσαρμοσμένα με αυτό για σκοπό μόνιμο και όχι παροδικό.
Ενόψει των ανωτέρω, το δικαστήριο, ως προς τα συστατικά, που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα, έχει εξουσία να προσδιορίζει την τιμή μονάδας αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, είτε να διατάξει συμπλήρωση του πίνακα, είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής για τα παραλειφθέντα συστατικά βάσει των προσκομιζομένων ή τασσομένων και διεξαγόμενων αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 5/2002,ΑΠ 1045/2017, ΑΠ 653/2014, ΑΠ 868/2012). Επίσης, το ίδιο συμβαίνει, όταν στο απαλλοτριούμενο ακίνητο υπάρχουν και συστατικά - δένδρα- φυτείες, κατά την έννοια του αρ. 953 ΑΚ (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 865/2012). Περαιτέρω, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ.4 ΚΑΑΑ θεωρείται ανεπαρκής αν.
α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1279/2015, ΑΠ 1619/2010, ΑΠ 1210/2010 ).
Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο, ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 205/2017, ΑΠ 96/2015, ΑΠ 70/2011, ΑΠ 1290/2009).
Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ ΑΠ 210/2019, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 96/2015, ΑΠ 70/2011).
Εξάλλου, στο π.δ. της 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ) 'Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών" και στο άρθρ. 1 αυτού ορίζεται ότι "οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών ή εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών και στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίστηκαν με το από 6-10-1978 π.δ., ως ισχύει, τροποποιούνται ως εξής: 1. "α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τ.
μ και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα..., β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, ως και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: ελάχιστο πρόσωπο 45 μ., ελάχιστο βάθος 50 μ., ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. 2.
Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων κωμών και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24-4-1977, ημέρα δημοσίευσης του από 5-4-1977 π. δ/τος (ΦΕΚ 133Δ), ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., β) τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν:
αα)..., γγ) τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 17-10-1978, ημέρα δημοσίευσης του από 6-10-75 π.δ/τος (ΦΕΚ 538Δ), ελάχιστο πρόσωπο: 25 μέτρα, ελάχιστο βάθος: 40 μέτρα, ελάχιστο εμβαδόν: 2.000 τ.μ... γ) Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων η διανοίξεως... οδών θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα, εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγούμενων περιπτώσεων α και β...".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, προκειμένου να κριθεί ότι το εναπομείναν τμήμα ενός ακινήτου που απαλλοτριώθηκε είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν αρκεί μόνο η ύπαρξη του ορίου αρτιότητας (εμβαδόν), αλλά και οι λοιπές προϋποθέσεις των περιπτώσεων α και β, ήτοι, ελάχιστο βάθος και ελάχιστο πρόσωπο επί εθνικής ή επαρχιακής ή δημοτικής ή κοινοτικής οδού σε συγκεκριμένη ημεροχρονολογία (ΑΠ 1279/2015, ΑΠ 418/2014, ΑΠ 295/2014, ΑΠ 1619/2010).
Ωστόσο, η συνδρομή ή όχι των όρων του π.δ. 24/1985,σχετικά με το άρτιο και την οικοδομησιμότητα του απομένοντος ακινήτου, μπορεί να συναχθεί και από τις αποδείξεις (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 877/2015, ΑΠ 539/2015). Εκτός τούτων η θέση του κτιρίου εντός του ακινήτου καθορίζεται, όσον αφορά την ελάχιστη απόσταση τοποθέτησής του από τον άξονα του οδικού δικτύου, από το ΠΔ 209/98 (ΦΕΚ 169/Α/15.7.1998), το άρθρο 2 του οποίου ορίζει ότι. "1.
Η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων, από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών, ορίζεται ως εξής:α) Στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 60 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 40 μέτρων από το όριο αυτής, β) Στο Δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 45 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 30 μέτρων από το όριο αυτής, γ) Στα τμήματα του Εθνικού Οδικού Δικτύου που έχουν χαρακτηρισθεί και κατασκευασθεί ως αυτοκινητόδρομοι ή οδοί ταχείας κυκλοφορίας, όπως ορίζονται στο Ν. 2094/92, με παράπλευρες οδούς (S.R.) σε επαφή με την κύρια οδό ή και σε απόσταση από αυτή, τα κτίρια τοποθετούνται στην οριζόμενη ως άνω απόσταση από τον άξονα της κυρίας οδού και 20 μέτρα από τον άξονα της παραπλεύρου..." (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 631/2018, ΑΠ 300/2016, ΑΠ 1122/2012).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 53/2018, ΑΠ150/2015, ΑΠ 349/2014)
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 301/2018, ΑΠ174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1134/2018, ΑΠ 53/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των επικειμένων στην απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία τους ελαιοδένδρων (ως συστατικών του εδάφους) στο ποσό των 400 ευρώ ανά ελαιόδενδρο για βρώσιμες ελιές και για ελιές ελαιοποίησης, όπως είχε επιδικάσει και για τις λοιπές απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες της μείζονος έκτασης άλλων ιδιοκτητών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 του Ν.2882/2001, παραβιάζοντας ευθέως την Αρχή της Ισότητας, διότι, όπως υποστηρίζουν, η ιδιοκτησία τους είχε ιδιαιτερότητα έναντι των λοιπών ιδιοκτησιών, δεδομένου ότι σ'αυτήν είναι εγκατεστημένη μονάδα καθετοποιημένης παραγωγής ελαιών, λειτουργεί από 30ετίας βιοτεχνία επεξεργασίες ελαιών, που αποτελεί τον αποκλειστικό τους βιοπορισμο με τεχνογνωσία δύο γενεών και συγχρόνως το ακίνητο τους διχοτομήθηκε από τον υπό κατασκευή αυτοκινητόδρομο, ενώ εντός αυτού διέρχονται δύο χείμαρροι που απομειώνουν την αξία του.
Επίσης, με τον συναφή 2° λόγο αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, για την ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεων των άρθρων 17 παρ.1 του Συντάγματος, 13 παρ.1 και 4 του Ν.2882/2001 και αυτές σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 16 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της EE περί της προστασίας της ιδιοκτησίας, στους οποίους δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αν και αυτά αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος και τα επικείμενα του απαλλοτριουμένου ακινήτου τους, όπως επίσης, κατά τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομεινάντων εκτός της απαλλοτρίωσης τμημάτων της ΚΠ 364 ιδιοκτησίας τους και των εναπομεινάντων εκτός απαλλοτρίωσης ελαιοδένδρων αυτής και με το μη καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομεινάντων τμημάτων και συστατικών ελαιοδένδρων των με αριθμό ΚΠ371 και ΚΠ 374 ιδιοκτησιών τους, δεν συνεκτίμησε την ιδιαιτερότητα του ενιαίου αγροτικού ακινήτου τους, στο οποίο λειτουργούσε καθετοποιημένη μονάδα επεξεργασίας ελαιών (βρώσιμων και ελαιοποίησης), το οποίο διχοτομήθηκε από τον νέο αυτοκινητόδρομο, ενώ συγχρόνως εντός αυτού διέρχονται δύο χείμαρροι, προβληματικής υδραυλικής μελέτης, που δυσχεραίνουν την εκμετάλλευση και απομειώνουν την αξία του ακινήτου τους και έτσι παραβίασε ευθέως με μη εφαρμογή τους ανωτέρω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου.
Επίσης, με τον 6° λόγο της αίτησης αναίρεσης, (αντί της εσφαλμένης από προφανή παραδρομή αρίθμησης αυτού ως 7 του αναιρετικού λόγου) που είναι συναφής προς τους δύο προαναφερόμενους αναιρετικούς λόγους, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, με την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε ελλιπή, άλλως ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία κατά τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος και τα επικείμενα αυτού και ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομενόντων εκτός της απαλλοτρίωσης εδαφικών τμημάτων και των επικειμένων αυτών, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, κατά τις επιμέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων η προσβαλλόμενη απόφαση Α) χωρίς αιτιολογία εντάσσει την ιδιοκτησία τους στα ακίνητα χωρίς πρόσωπο στην Εθνική Οδό, Β) δεν έλαβε υπόψη της την ιδιαιτερότητα του ακινήτου τους, όπως έχει περιγραφεί παραπάνω, Γ) έχει αντιφατική αιτιολογία διότι, αν και στην ΚΠ 364 ιδιοκτησία καθορίζει ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 5% επί της αξίας του εδάφους, αντιθέτως δεν καθορίζει ιδιαίτερη αποζημίωση για τις ΚΠ 371 και ΚΠ 374 ιδιοκτησίες τους, αν και διαθέτουν τα ίδια χαρακτηριστικά, Δ) έχει ελλιπή αιτιολογία για τον μη καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης α) για τα εναπομείναντα εκτός της απαλλοτρίωσης ελαιόδενδρα και β) για την απώλεια εισοδήματος λόγω της αύξησης του κόστους παραγωγής και της μείωσης των αποδόσεων αυτών εξαιτίας της ρύπανσης επί πενταετία και Ε) έχει ελλιπή αιτιολογία για την απόρριψη της άϋλης οικονομικής αξίας της επιχείρησης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τα ερευνώμενα με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους ζητήματα, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, τα εξής:" Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και στο ακροατήριο του ΜονΠρΜεσολογγίου κατά τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και στα με αριθμ 1/2012 πρακτικά αντίστοιχα του ΜονΠρΜεσολογγίου, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση (τεχνικές εκθέσεις, τοπογραφικά διαγράμματα, εκθέσεις εκτίμησης αξίας ακινήτων κλπ) και, από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων φωτογραφιών, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με την υπ' αριθμ. 1111717/ 8401/ Δ0010/11.12007 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΟΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ28/20.12007), όπως διορθώθηκε με την επίσης νόμιμα δημοσιευθείσα υπ' αριθμ. 1082338/5389/Δ0010/8.92038 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΏΔΕ, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, που θα αντιμετωπιστεί με δαπάνες της ΓΤΔΕ τον ΎΤΙΕΧΩΔΕ και ειδικότερα σε βάρος του έργου ΣΑΕ 0-71/3/2006 ΣΕ 07130030 του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων σε συνδυασμό με τις διατάξει/;
του Ν. 653/1977, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την διάνοιξη της οδού <……. >,έκταση συνολικού εμβαδού 606.423,97 μ2, κατά τη διορθωτική από Φεβρουάριο του 2014 έκθεση εκτίμησης, που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Μεσολογγίου. Η έκταση αυτή απεικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα ακριβή αντίγραφα κτηματολογικών διαγραμμάτων με αρ.
σχεδίου … και των αντίστοιχων κτηματολογικών πινάκων…. , της ΓΤΔΕ Ειδική Υπηρεσία Δημ. Έργων - Οδικοί Αξονες Παραχώρησης - ΕΥΔΕ/ΟΑΠ, ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία συντάχθηκαν από την ανάδοχο μελέτης Κοινοπραξία " …. " και έχει θεωρήσει ο διευθυντής της Δ12 Διεύθυνσης του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ. την 31-5-2006, καθώς και στα ακριβή αντίγραφα των συνταχθέντων στις 30-7-2007 από τους Α.
Π., Γ. Π., Γ. Κ. και Β. Ν. με κλίμακα 1:1000 IOXL αρ. σχεδίων … και … κτηματολογικών διαγραμμάτων και των αντίστοιχων διορθωτικών κτηματολογικών πινάκων (τεύχη 2) - της ΕΥΔΕ - Οδικοί Αξονες Παραχώρησης - ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων τα οποία έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Δ12 Διεύθυνσης του ίδιου Υπουργείου Ι.
Σ., την 28-3-2003: Για την ανωτέρω απαλλοτρίωση εκδόθηκε και η υπ' αριθμ. 1082338/5389/0010/8-9-2008 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών, με την οποία διορθώθηκαν τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης (διορθωτικοί κτηματολογικοί πίνακες και αντίστοιχα κτηματολογικά διαγράμματα) της Γ.Γ.Δ.Ε. Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων - Οδικοί Αξονες παραχώρησης ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του ΥΠΕΧΩΔΕ, που συντάχθηκαν από την ίδια ως άνω ανάδοχο κοινοπραξία και έχει θεωρήσει ο ίδιος Διευθυντής της ΔΙ2 Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ, ενώ επακολούθησε και δεύτερη διόρθωση, κατά την οποία συντάχθηκε η από Φεβρουάριο 2014 διορθωτική έκθεση εκτίμησης με αντίστοιχη διόρθωση των κτηματολογικών πινάκων.
Στην ως άνω έκταση περιλαμβάνονται τα ακίνητα οικόπεδα και 213 αγροτεμάχια) που αποτυπώνονται, οπούς παραπάνω διορθωμένους κτηματολογικούς πίνακες και διορθωμένα κτηματολογικά διαγράμματα με ΑΚΠ…………, στα οποία προβάλλουν δικαίωμα οι καθών η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, οι αιτούντες, ανταιτούντες και παρεμβαίνοντες.
Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται στα Δ.Δ. … και Αγ. …. του Δήμου….. Εκτείνονται νοτιοανατολικά του οικισμού … ….και μέχρι τη διασταύρωση της Ε.Ο. για το …. και βρίσκονται σε απόσταση … μ. από τη …. Του… . Η χάραξη της νέας οδού κινείται βόρεια της υφιστάμενης Ε.Ο, δυτικά του ποταμού …., από την περιοχή του ….
μέχρι το …, ενδιάμεσα διέρχεται από τους οριοθετημένους οικισμούς "… " και "… ". Η εγγύς περιοχή είναι κατά βάση γεωργική με εκτεταμένες και συστηματικές καλλιέργειες κυρίως ελαιόδενδρων και κτηνοτροφική. Υπάρχουν βιοτεχνικές - βιομηχανικές χρήσεις στην απαλλοτριούμενη περιοχή, οι οποίες όμως δεν αναιρούν τον αγροτικό χαρακτήρα της, καθώς είναι ελάχιστες και απαντώνται στην περιοχή ….και τον οικισμό… .
Οικίες απαντώνται, κυρίως, εντός των κεντρικών σημείων των οικισμών αλλά και στην περιοχή κοντά στο…, ενώ στους άνω οριοθετημένους οικισμούς η δόμηση είναι αραιή προς τα όρια αυτών, με πολλά αδόμητα οικόπεδα, καλλιεργούμενα συστηματικά. Θα μπορούσαν δε να χαρακτηρισθούν ως στάσιμοι από πλευράς δόμησης οικισμοί.
Συγκοινωνιακά εξυπηρετείται από τα διερχόμενα από την ΕΟ λεωφορεία του ΚΤΕΛ, ενώ από πλευράς υποδομής υπάρχουν δίκτυα όλων των οργανισμών κοινής ωφέλειας, πλην αποχέτευσης. Εξυπηρετούνται, από την υπάρχουσα Ε.Ο., επαρχιακές και αγροτικές οδούς και έχουν όλα δυνατότητα σύνδεσης με το δίκτυο ηλεκτροδότησης.
Η περιοχή πολεοδομικά δεν είναι οριοθετημένη, εκτός από τους προαναφερόμενους οικισμούς και έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου χρήσεις. Τα απαλλοτριούμενα είναι στην πλειοψηφία τους αγροτικά καλλιεργήσιμα ακίνητα, πεδινά και αρδευόμενα, με εξαίρεση ορισμένα που βρίσκονται εντός οικισμού και έχουν προοπτική για μελλοντική οικοδομική αξιοποίηση, ενώ είναι μεγαλύτερης εμπορικής αξίας εκείνα που είναι άρτια και οικοδομήσιμα, με πρόσωπο μεγαλύτερο των 45 μέτρων στην ΕΟ και τις επαρχιακές και ειδικότερα κοντά στους οικισμούς, όπου υπάρχει δυνατότητα να αποκτήσουν κυκλοφοριακή σύνδεση.
Χρησιμοποιούνται ως ελαιώνες, αλλά μερικά και για μόνιμες κατοικίες, έχουν μικρή οικοπεδική αξία, βρίσκονται σε καλή θέση, αλλά παρουσιάζουν μέτριο εμπορικό ενδιαφέρον. Έχουν αρτιότητα 4.000 τ.μ. και συντελεστή δόμησης που εξαρτάται από τη χρήση, σύμφωνα με το ΠΔ 24/31.5.1985, εκτός από τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται εντός ορίων οικισμού, καθώς και αυτές που έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο.
ή στο επαρχιακό οδικό δίκτυο, όπου η αρτιότητα διαμορφώνεται στα 2.000 τ.μ., ή και μικρότερη. Σημειωτέον, ότι για τους πιο πάνω οροθετημένους οικισμούς δεν προβλέπεται οικιστική ζώνη πέραν των ορίων αυτών, όπως από τις πράξεις οριοθέτησης αυτών προκύπτει αλλά και από τους προσκομιζόμενους ορθοφωτοχάρτες της επίδικης περιοχής.
Το υπέρ ού η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο με την αρχική από Μάρτιο του 2008 έκθεση εκτίμησης αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων καθόρισε την αξία αυτών από 7 έως 12 ευρώ/μ2 για τα αμιγώς αγροτεμάχια, από 22 - 28 ευρώ/μ2 για τα αγροτεμάχια με πρόσωπο στην Ε.Ο, από 38-42ευρώ/μ2 για αγροτεμάχια εντός ζώνης οικισμού με αρτιότητα ίση ή μικρότερη των 2000 μ2 και από 58 - 65 ευρώ/μ2 για τα εντός οικισμών οικόπεδα.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου με την 1/2012 απόφασή του περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των επιδίκων ακινήτων καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος για μεν την πρώτη κατηγορία ακινήτων από 9,03 έως 26,50 ευρώ/μ2, για τη δεύτερη από 24 έως 42,30 ευρώ.μ2, για την τρίτη από 42 έως 76 ευρώ/μ2 και για την τέταρτη από 70 έως 86,40 ευρώ/μ2.
Ειδικότερα, η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης καθορίστηκε για τα ακίνητα με την πιο πάνω απόφαση ως εξής: 1) Αγροί εκτός οικισμού, με ΑΚΠ: 386 στο ποσό των 9,03 € τ.μ., 359,366 στο ποσό των 9,50 ευρώ/τ.μ,, 363,370,377 στο ποσό των 10 ευρώ /τ.μ., 370Α, 372,376,380,388,388Α και 388Β στο ποσό των 10,50 ευρώ/τ.μ., 361,375,387,379,380Α, 383,383Α, 384 στο ποσό των 11 ευρώ/τ.μζ 364,371 και 374 στο ποσό των 12 ευρώ/τ.μ., 390 στο ποσό των 13,54 τ.μ., 522,600,611 στο ποσό των 14 ευρω/τ.μ., 449,520,550 και 584Α στο ποσό των 14,25 ευρώ/τ.μ., 401Α, 413Α, 414,421,421Β, 436,453,502,515,521Α, 529,533,541, 576,575,583,600Α, 604,613 στο ποσό των 14,50 ευρώ/τ.μ., 393Α, στο ποσό των 14,96 ευρώ / τ.μ., 428,614 στο ποσό των 15 ευρώ τ.μ., 399,399Α, 400,455,455Α, 456,500,501,502, 503Α, 536Α, 584Β, 438,439,508, 516,518,524,538,544,599, στο ποσό των 15 ευρώ / τ.μ., 421Α, 454,512,513, 608,398,413,437, 444,504, 507, 509,523,536,536Β,537,539,539Α,542,546, 547, 548, 549 (αγρός), 577,582,590,595,606,612,621,622,626,630,631 στο ποσό των 15,50 ευρώ /τ.μ., 609,609Α και 620 στο ποσό των 15,75 €τ.μ. 394,397,410,422,444Α,445,446,517,521,584,594,596, 607,616, 621Α, 623,629,392,393, 451,455,458, 459,505,573,586, 619 στο ποσό των 16 ευρω/τ.μ. 482 στο ποσό των 18,50 €τ.μ. 503 στο ποσό των 19 ευρώ/τ.μ., 462,467Β, 479 στο ποσό των 19,50 ευρώ/ τ.μ. 465 στο ποσό των 20 ευρώ / τ.μ., 498 και 499 στο ποσό των 20,54 ευρώ/τ.μ. 464,486 (αγρός), 466,467Γ, 478,481,483,484,495 (αγρός) στο ποσό των 21 ευρώ/τ.μ., 460,. 463,465Α, 467,467Α, 469Α, 470Α, 470Γ, 492 (αγρός),496,497,499Α και 499Β στο ποσό των 21,50 ευρώ /τ.μ. 580 στο ποσό των 23 ευρώ/ τ.μ. 428Α,528,530,531 στο ποσό των 24 ευρώ/τ.μ., 534Α στο ποσό των 24,94 € τ.μ. 441 στο ποσό των 25 ευρώ / τ.μ. 440 στο ποσό των 25,50 ευρώ /τ.μ. 445Α, 578 στο ποσό των 26 ευρώ/τ.μ., 534 και 535 στο ποσό των 26,50 ευρώ / τ.μ.
2) Ακίνητα με πρόσωπο στην EΟ…., με ΑΚΠ: 403Α, 403Β, 406,432 (αγρός), 432Α και 401 στο ποσό των 24 ευρώ/τ.μ, 403,405,430, στο ποσό των 25 ευρώ/τ.μ,, 409Α, 424, 425 στο ποσό των 25,50 ευρώ/τ.μ., 409,423,631Α στο ποσό των 26,25 ευρώ/τ.μ.,434 και 435 στο ποσό των 26,25 ευρώ/τ.μ., 433 στο ποσό των 27 ευρώ / τ.μ, 415 στο ποσό των 27,50 ευρώ /τ.μ., 411 στο ποσό των 43,50 ευρώ / τ.μ., 417 στο ποσό των 42,30 ευρώ/ τ.μ.,.
3) Ακίνητα με πρόσωπο σε επαρχιακή οδό, με αρτιότητα μικρότερη ή ίση των 2.000 τ.μ., με ΑΚΠ: 470Β και 473 στο ποσό των 42 ευρώ / τ.μ.,. 470 στο ποσό των 42,50 ευρώ / τ.μ,. 469 στο ποσό των 43 ευρώ/τ.μ, 468 και 473 ευρώ ποσό των 51 € τ.μ., 475 στο ποσό των 73 ευρώ / τ.μ., 476 στο ποσό των 76 ευρώ / τ.μ,. και.
4) Οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα εντός οικισμών με αριθμό ΑΚΠ: 432 στο ποσό των 70 ευρώ/τ.μ. 550, 556 και 558Α στο ποσό των 75,24 ευρώ / τ.μ., 490, 494,554,558Α, 562,566 και 574 στο ποσό των 76 ευρώ /τ.μ., 558Β στο ποσό των 79,20 ευρώ./ τ.μ., 487,491,492- 493 (ενιαίο ακίνητο), 551,552,553, 554,555, 557, 560,560α, 560Β, 560Γ 580Δ, 561,563,567,569 στο ποσό των 80 ευρώ / τ.μ., 486,487Α, 568 στο ποσό των 81 ευρώ / τ.μ., 495 στο ποσό των 83,16 ευρώ / τ.μ., 488 στο ποσό των 84 ευρώ / τ.μ., 549 στο ποσό των 86,40 ευρώ /τ.μ..
Ήδη, το Ελληνικό Δημόσιο με την από Φεβρουάριο 2014 διορθωτική έκθεση εκτίμησης που συνέταξε η πιστοποιημένη ορκωτός εκτιμητής Σ. Γ., επικαλούμενο μείωση της αγοραίας αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και ιδίως των αγροτεμαχίων συνεπεία της οικονομικής κρίσης αλλά και εσφαλμένη παραδοχή της από Μαρτίου 2008 ανάλογης έκθεσης εκτίμησης ως προς την οικιστική ζώνη των οριοθετημένων εντός της απαλλοτριωθείσας ζώνης οικισμών (Α.
Θ. και Τ.), προσδιορίζει την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως στο ποσό των 10 ευρώ/μ2 για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 359,361,363, 364,366, 368, 370, 370Α, 371, 372, 374,375,376,377,379,380,380Α,383,383Α,384,386,387,388,388Α,388Β, 393,393Α,392,397,398,410,413,414,421,422,428,436,437, 438,439,449,454,455,458,459,461,463,464,465,467,478,479,482,483,484,485,486,498,499,499Α,499Β,500,501,502, 502Α, 503, 504, 505,506,507,508,509,512,513,515,516,517,518, 520,521, 521Α,522,523,524,527,528,529,530,531,533,534,534Α,535,536,536Α,536Β,537,538,539,539Α,541,542,544,546.547,548,550,576,577,578,580,582,583,584,584Α,586,587,590,594,595, 596, 599, 600, 600Α, 604,606,607,608,614,481,503Α, 413Α, 421Α, 421Β, 467Α, 467Β, 467Γ, 470Α, 470Γ, 549, 465A, 626, 629, 630 και 631.
Για τις ιδιοκτησίες που έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο, ήτοι με ΑΚΠ: 399,399Α,400,401,401Α, 403,405,406, 409,409Α, 411,412, 415,417,419, 423, 424, 425, 430, 432, 432Α, 433,434, 435, 403, 403Β, 428Α, 631Α, 424Α, 424Β και 425Α σε 15 ευρω/μ2. Για τις ιδιοκτησίες που έχουν πρόσωπο σε σημαντική επαρχιακή ή κεντρική δημοτική οδό, ήτοι με ΑΚΠ: 440,441,444, 444Α,445,445Α,446,451,453,456,460, 462,466,468, 469,469Α, 470, 473, 475, 476, 495, 496, 497, 573, 575, 609, 611, 612, 613,616, 619, 620, 621,621Α, 622,623,455Α, 470Β, 473Α, 492,494,609Α και-493 σε 12 ευρώ/μ2.
Για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται εντός των οικισμών "Α. Θ." και "…", όχι όμως σε κεντρικά σημεία αυτών, ήτοι με ΑΚΠ: 486,487,487Α,488,490,491,492, 494,495,549,550,551,552, 553, 554, 556, 557,558Α, 558Β, 560,569 και 574 σε 40 ευρώ/μ2. Τέλος, για τα οικόπεδα που βρίσκονται εντός των άνω οικισμών με δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης και πρόσωπο σε σημαντικές δημοτικές οδούς, ήτοι τις με ΑΚΠ: 559,560Α, 560Β, 560Γ, 560Δ, 561,562,563,566,567 και 568 σε 50 ευρώ.μ2.
Οι άνω ορισθείσες τιμές αποζημιώσεως αποτελούν τις βασικές τιμές μονάδος των ακινήτων, προσαυξανόμενες δε ακολούθως με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός εκάστου ακινήτου με τους ειδικούς συντελεστές (μέγεθος ακινήτου, καλλιεργούμενο - αρδευόμενο ή μη ακίνητο, έδαφος, προσβασιμότητα κλπ) η τελική τιμή αποζημιώσεως προσαυξάνεται σε ποσοστό 20 - 25% επί της βασικής τιμής.
Τις πιο πάνω τιμές μονάδος της διορθωτικής έκθεσης εκτίμησης υιοθέτησε το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο και με τις προτάσεις τις παρούσας συζήτησης περιόρισε το αίτημα της αιτήσεώς του, προσδιορίζοντας την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως στις άνω τιμές, αν και όπως από το συνημμένο στις προτάσεις πίνακα απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών από 10-2-2014 της Γενικής Διεύθυνσης Συγκοινωνιακών Έργων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, η εκτίμηση της Υπηρεσίας αφίσταται αυτών απομειωτικά σε ποσοστό 20% περίπου.
Ο περιορισμός αυτός, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν (υπο στ. 4) είναι παραδεκτός και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή, κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ, της ιστορικής βάσεως της αίτησης. Οι παραδοχές όμως της επικαιροποιημένης έκθεσης εκτίμησης δεν είναι δυνατόν να υιοθετηθούν απόλυτα από το παρόν Δικαστήριο, καθόσον, κατά το μέρος που αφορά τα αγροτεμάχια ουδεμία απομείωση της αγοραίας αξίας τους έχει επέλθει συνεπεία της οικονομικής κρίσης, όπως και ο μάρτυρας Ν.
Π. καταθέτει, δεδομένου ότι αυτή έχει ως αποτέλεσμα την επιστροφή των % πολιτών στον πρωτογενή αγροτικό παραγωγικό τομέα, η παρατηρούμενη δε ύφεση των αγοραπωλησιών στα αγροτικά ακίνητα αποτελεί παροδικό φαινόμενο και δεν επηρεάζει αρνητικά την αξία αυτών. Αντίθετα, ως προς τον ισχυρισμό περί μη υπάρξεως ζώνης οικισμού, πλάτους 500 μέτρων από τα όρια των οριοθετημένων οικισμών Α.
Θ. και …, oι καθών η αίτηση - αιτούντες δεν επικαλούνται ούτε και αποδεικνύουν ότι υπάρχει τέτοια οικιστική ζώνη με την προσκόμιση σαφών πράξεων χαρακτηρισμού Ζ.Ο, αλλά όλως αορίστως επικαλούνται την ύπαρξή της.
Συνεπώς τα εκτός των οριοθετημένων οικισμών ακίνητα έχουν το χαρακτήρα αγροτεμαχίων με ενδεχόμενη οικοπεδική αξιοποίησή τους ως εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού ακίνητα, προσαυξανόμενης όμως της αξίας τους αντανακλαστικά ως εκ της άμεσης γειτνίασης αυτών με τα εντός οικισμού οικόπεδα. Ως συγκριτικά στοιχεία από το Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζονται, ελλείψει μεταβιβαστικών κυριότητος συμβολαιογραφικών εγγράφων κατά την τελευταία τετραετία συνεπεία οικονομικής κρίσης, οι με αριθμ. 157/2012 του ΜΠρΑγρινίου, με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή αποζημιώσεως για το τμήμα της Ιόνιας οδού από χ.Θ 96 + 587,5 έως χ.Θ 102 +149,5 από 5,00 έως 9,00 ευρώ /τμ, η με αριθμ. 75/2013 απόφαση του ΜΠρΆρτας για το τμήμα της Ιόνιας οδού από χθ106 + 624 έως 115 + 500,3, με την οποία:
καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για το έδαφος από 6,00 έως 12,00 ευρώ/τμ. Επίσης, για την ίδια απαλλοτρίωση και από χθ 123 + 589 έως χθ 129 + 053,2.7 προσκόμισε με επίκληση της 59/2013 απόφαση ΜΠρΑρτας, με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για το έδαφος από 1,30 έως 2,50 ευρώ/μ2. Ωστόσο, αν και πρόκειται για απαλλοτρίωση ακινήτων της ίδιας οδού, οι άνω μη οριστικές αποφάσεις αφορούν ακίνητα κείμενα σε άλλες περιοχές της Δυτικής Ελλάδος, που διαφέρουν των επιδίκων ως προς τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά και συνεπώς καθίστανται εν μέρει απρόσφορες ως συγκριτικά στοιχεία, Περαιτέρω, προσκομίζει διάφορα δημοσιεύματα της κτηματαγοράς καθώς και αγγελίες της ιστοσελίδας spitogatos.gr, με αγγελίες πώλησης αγροτεμαχίων, πλην όμως και αυτά είναι απρόσφορα στοιχεία, καθώς δεν πρόκειται για μεταβιβάσεις ακινήτων, αλλά για εκδήλωση ενδιαφέροντος.
Εκ μέρους των καθών προσκομίζονται αντίστοιχα με επίκληση οι με αριθμ. 114/2010 και 141/2008 αποφάσεις του ΜΠρΚατερίνης, καθώς και οι με αριθμ. 196/2009 και 210/2009 αποφάσεις του Εφετείου Λαμίας. Όμως, οι άνω αποφάσεις και οι δια αυτών καθορισθείσες τιμές είναι παντελώς απρόσφορες ως συγκριτικό στοιχείο της εκτίμησης των επιδίκων ακινήτων, καθόσον απέχουν χρονικά 4 - 5 έτη από την παρούσα εκτίμηση, λήφθηκαν υπό διαφορετικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, δεν προκύπτουν δε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός εκάστου των ακινήτων (έδαφος, μέγεθος απαλλοτριωθέντων, ποιοτικά χαρακτηριστικά, παραγωγικές δυνατότητες κλπ), ώστε να αποτελέσουν πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο.
Ο μάρτυρας του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου που εξετάστηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου (ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το Ελληνικό Δημόσιο δεν επιμελήθηκε την εξέταση μάρτυρος) ως προς την αξία των απαλλοτριούμενων εκτάσεων και των επικειμένων τους αναφέρθηκε στην υπ' αριθ. Φ·592/8133/26-3-2008 έκθεση εκτίμησης του Σ.Ο.Ε., το οποίο καθόρισε αυτήν, ως προς το έδαφος, στις προτεινόμενες με την αρχική αίτηση τιμές.
Αντίθετα εξετάστηκαν μάρτυρες μερικών εκ των καθών η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου - ανταιτούντων και συγκεκριμένα εκ μέρους των με αρίθμηση … των καθών η αίτηση - ανταιτούντων εξετάστηκε ο Ν. Π., ανεξάρτητος πιστοποιημένος εκτιμητής του παλαιού ΣΟΕ και εκ των συντακτών της από Μάρτιος του 2008 έκθεσης εκτίμησης ακινήτων, ο οποίος χαρακτήρισε ιδιαίτερα συμπιεσμένες τις προτεινόμενες από το Ελληνικό Δημόσιο με τις διορθωτικές εκθέσεις εκτίμησης αξίας των ακινήτων τιμές, επέμενε στην άποψη ότι ως προς τα αγροτικά ακίνητα λόγω της επιστροφής των πολιτών στον παραγωγικό πρωτογενή τομέα δεν υπάρχει καμία μείωση της αξίας τους λόγω της οικονομικής κρίσης, ενώ λόγω της κατασκευής κλειστού αυτοκινητόδρομου, κατά την κρίση του συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων ιδιοκτησιών λόγω παροδιότητας στα επίδικα ακίνητα.
Οι λοιποί εξετασθέντες για επιμέρους ακίνητα μάρτυρες αναφέρθηκαν στις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης σε συγκεκριμένα ακίνητα …. Μετά από αυτά, το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του: α)τις επικαλούμενες από κάθε διάδικο άξιες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, σε συνδυασμό με τα συγκριτικά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που καθένας απ' αυτούς προσκομίζει και επικαλείται, β)τις εκτιμήσεις της αρμόδιας κατά νόμο προεκτιμητικής επιτροπής, γ) τα τεκμήρια που συνάγονται από τις εφετειακές και άλλες αποφάσεις για άλλες απαλλοτριώσεις (προσκομιζόμενες από τους καθών η απαλλοτρίωση) αλλά και την προαναφερόμενη απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Μεσολογγίου που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση και δ) τα συγκριτικά στοιχεία που επικαλέστηκαν οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως, σε συνδυασμό με το ότι από το χρόνο του προσωρινού προσδιορισμού (Μάιος 2011) μέχρι σήμερα (Φεβρουάριος 2014) δεν μεσολάβησε ουσιαστική ανατίμηση των αξιών στην επίδικη περιοχή, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (14-2-2014) η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής, στα αναφερόμενα κατωτέρω και στο διατακτικό ποσά, στα οποία πρέπει να καθορισθεί και η οριστική αποζημίωσή τους.
Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν) τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες (ΑΠ ολ1332/1985, ΝοΒ 34 (1986)410, ΑΠ 1399/1996, ΕΛΔ 38567). Κρίσιμος χρόνος εκτιμήσεως είναι, όπως προαναφέρθηκε, ο χρόνος της συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου αυτού διότι από το χρόνο συζητήσεως ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Μεσολογγίου της αιτήσεως για την προσωρινή αποζημίωση, δηλαδή την 19.52011 έως τη συζήτηση της αιτήσεως για την οριστική αποζημίωση (11-2-2014) παρήλθε έτος.
Πρέπει να σημειωθεί ότι για τα ακίνητα εκείνων των δικαιούχων (κυρίων απαλλοτριωθέντων), οι αποίοι δεν έλαβαν μέρος στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως (είτε ως αιτούντες, είτε ως ανταιτούντες, είτε ως κυρίως παρεμβαίνοντες),η αποζημίωση πρέπει να καθορισθεί στο ποσό που καθορίσθηκε προσωρινά με την υπ' αριθ. 1/2011 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Μεσολογγίου (ΑΠ 289/2007 ΕλΔ 49.133, ΑΠ 1591/2001, ΕλΔ 43. 708).
Διευκρινίζεται ότι οι ανωτέρω τιμές μονάδος (τόσο για το έδαφος, όσο και για τα επικείμενα) ισχύουν όχι μόνο γιά τα ακίνητα που φέρουν απόλυτο αριθμό αρίθμησης (λ.χ. 15,20), αλλά και για εκείνα που φέρουν συμπληρωματικό συνοδευτικό γράμμα (λ.χ. 15Α, 20Α) βάσει του αναθεωρημένου κτηματολογικού πίνακα. Επομένως, η αποζημίωση για τα ακίνητα πρέπει να καθοριστεί ως εξής:1.
ΕΔΑΦΟΣ: Α) Ακίνητα μη παρασταθέντων διαδίκων: ΑΚΠ 1. 366,386 Τιμή/μ2 9,00, 2. 377 τιμή 10,00, 3. 392,449,467Γ, 520,599 τιμή 12,00, 4. 537,538 τιμή 13,00, 5. 478,481,483,484,609,609Α,620 τιμή 15,00, 6. 496 17,00, 7. 433,434,435 τιμή 20,00. Β) Ακίνητα (αγροτεμάχια εκτός οικισμού: ΑΚΠ: 1. 361, 364 τιμή ανά τ/μ 9,50, 2. 359,363,370,371 τιμή 10,00, 3. 370Α,372,374,375,376,380,380Α, 383, 383Α, 384, 387, 388,388Α,388Β τιμή 10,50, 4. 379 τιμή 11,00, 5. 502,515,522 τιμή 11,50, 6. 500,501,502Α,504,507,508,509, 512, 513, 516,521Α,523,524,529,533 τιμή 12,00, 7. 413Α, 518, 536,541,546,547, 548,576, 583,584 A, 600,604 τιμή 12,50, 8. 396,414,421, 421Α, 421B,428,436,439, 454, 517, 536Α, 536B, 539, 539Α, 542, 544,577,582,584B, 590,600Α, 606,608, 614,629,626,630, 631 τιμή 13,00, 9. 413,438,595,503A τιμή 13,50, 10. 393,397, 410,422, 437,455, 506,521,584, 586,594,596,607 τιμή 14,00, 11. 458, 459 τιμή 14,50, 12. 482.467B τιμή 15,00, 13. 465,503,470Α, 470Γ, 479 τιμή 16,00, 14. 464,498,499,580 τιμή 17,00, 15. 461,463, 467, 499Α, 499B, 528,530, 531,534,534Α, 535,578 τιμή 18,00.
Γ) Ακίνητα (αγροτεμάχια) με πρόσωπο στην Ε.Ο: ΑΚΠ 1. 390,406 τιμή/μ2 18,00, 2. 399,399Α, 400,403,415,424Α,424B,425A τιμή/μ2 19,00, 3. 394, 401,405,403B τιμή ανά μ2 20,00, 4. 432 τιμή ανά 21,00 ευρώ, 5. 423,424,425,432Α, 403Α, 428Α τιμή ανά μ2 22,00 ευρώ, 6. 409,409Α,430 τιμή ανά μ2 23,00, 7. 631Α τιμή ανά τμ 24,00, 8. 411,417 τιμή μ2 30,00 ευρώ, 9. 401 Α τιμή ανά τμ 14,00 ευρώ. Δ) Ακίνητα (αγροτεμάχια) με πρόσωπο σε σημαντικό ασφαλτόδρομο:
ΑΚΠ 1. 611,613 τιμή ανά 13,00, 2. 444 ανά τμ 13,50 ευρώ, 3. 446,451,456,575,612,621,621Α,455Α τιμή ανά τμ.14,00, 4. 453, 573, 616, 619, 623 τιμή ανά τμ. 15,00 ευρώ, 5.444Α, 445, 462, 622 τιμή ανά τμ. 16,00 ευρώ, 6. 440, 418,00 ευρώ, 7. 445Α τιμή ανά τμ 20,00 ευρώ, 8. 468, 473Α τιμή ανά τμ. 28,00 ευρώ, 9.469,470,470Β,473 τιμή ανά τμ 25,00 ευρώ, 10. 475, 476 τιμή ανά τμ, 47,00 ευρώ και 11. 493 τιμή ανά τμ. 45,00 ευρώ.
Ε) Ακίνητα (οικόπεδα) εντός των οριοθετημένων οικισμών: ΑΚΠ 1. 556, 558Α,569 τιμή ανά τμ. 65,00 ευρώ,2. 491, 574 τιμή ανά τμ 67,00 ευρώ, 3. 555B τιμή ανά τμ 68,00 ευρώ, 4. 490, 551, 552, 553, 554, 555, 557, 560 τιμή ανά τμ. 70,00 ευρώ, 5. 487, 487A τιμή ανά τμ. 65,00 ευρώ, 6. 488 τιμή ανά τμ.68,00 ευρώ, 7. 550 Εντός οικισμού τιμή ανά τμ.60,00 ευρώ, Εκτός οικισμού 12,50, 8. 486 Εντός οικισμού τιμή ανά τμ. 65,00 ευρώ, Εκτός οικισμού 15,00 ευρώ, 9. 492 Εντός οικισμού 68,00, Εκτός 17,00 ευρώ, 10. 494 Εντός οικισμού 65,00,Εκτός 25,00 ευρώ, 11. 495 εντός οικισμού 63,00 ευρώ, εκτός 63,00, 12. 549 εντός 63,00 ευρώ, Εκτός 12,00 ευρώ.
ΣΤ) Ακίνητα (οικόπεδα) εντός οικισμού με πρόσωπο σε σημαντικούς οδούς: ΑΚΠ 1. 559,562 τιμή ανά τμ 65,00, 2. 561,563,566 τιμή ανά τμ 68,00, 3.560 Α, 560Β, 567,568 τιμή ανά τμ 70,00, 4. 560Γ,,560Δ τιμή ανά τμ. 73,00, Ζ. ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΑ ΔΕΝΔΡΑ-ΦΥΤΑ: 1. ελιές, αχλαδιές, αμυγδαλιές, εσπεριδοειδή, συκιές, κυπαρίσσια, πλατάνια, 400, 150, 200,200,200, 180,200, 500 ευρώ, τα μεγάλα, αντίστοιχα, 280,120,110,150,120,150, - ευρώ, τα μεσαία, αντίστοιχα και 200, -.70,, 120, 70, 100, - ευρώ, τα μικρά, αντίστοιχα. 2.Ροδακινιές, κλήματα, μουριές, κερασιές, μηλιές, καλλωπιστικά, καρυδιές, πεύκα 150, 80, 100, 220, 180, 100, 350, - ευρώ, τα μεγάλα, αντίστοιχα, -,60,-120, 110,80, 350, - ευρώ τα μεσαία, αντίστοιχα και -, 40, 40,-,-,-,150,80 τα μικρά. 3.
Κυδωνιές, βυσινιές, βελανιδιές, κορομηλιές, κουμαριές, δάφνες, μουσμουλιές, μπανανιές, οπωροφόρα, ροδιές, φοίνικες, δαμασκηνιές, γιούκα, ευκάλυπτος, λωτοί, μπουρνελιές, βανίλιες, άγριες δρύες, νεαρά κλήματα, 140,180,300, 150, 150,70,150,150, 200, 170, 1.100, 200,360,185,150,80,-,120,30 ευρώ τα μεγάλα, αντίστοιχα, σιτηρά 100 ευρώ, ανά στρέμμα, φυτώριο ελιάς και φυτώριο κάκτων 6 και 2 ευρώ, αντίστοιχα, ανά τεμάχιο.
Επίσης, τα προαναφερόμενα δένδρα, μεσαίου μεγέθους: 80,100,200,-,-,-,70,--,150,130,800,90,-,-,-,-,-,-,- ευρώ, αντίστοιχα και τέλος τα ίδια ως άνω μικρού μεγέθους -,60,-,-,-,-,-,-130, 100,350-,-,-,-,-,30,-,- ευρώ αντίστοιχα. 3. ΠΕΡΙΦΡΑΞΕΙΣ κλπ επικείμενα: Α) ΠΕΡΙΦΡΑΞΕΙΣ 1. συρματοπερίφραξη ύψους (H=1,5 μ): προς 15 €/μ.2. συρματοπερίφραξη ύψους (Η=1,0 μ): προς 10€/μ. 3.
συρματοπερίφραξη ύψους (Η=1,0 μ) σε ξύλινους πασσάλους: προς 15 €/μ. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως την από Φεβρουαρίου 2014 έκθεση εκτίμησης 192 εναπομενόντων τμημάτων απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών που συνέταξε η πιστοποιημένη εκτιμητής Ά. Μ., σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες από τους καθών η αίτηση τεχνικές εκθέσεις ειδικών επιστημόνων, αποδεικνύεται ότι για μερικά των απαλλοτριωθέντων ακινήτων συνεπεία απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος το απομένον σε κάθε ιδιοκτήτη τμήμα του υφίσταται σημαντική απομείωση της αξίας του και επομένως, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη εκτέθηκαν, επιβάλλεται ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα αυτά.
Ειδικότερα: "...15 α) η με ΑΚΠ 364 εκτός οικισμού ιδιοκτησία (αγροτεμάχιο) Β. Σ. - Τ. κλπ, έχει εμβαδό 39.662,35 τ.μ.. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 7.548,21 τ.μ., και απομένει: α) βόρεια εδαφικό τμήμα εμβαδού 19.783,78 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου και δεν επηρεάζεται ως προς την αρτιότητα, β) εδαφικό τμήμα εμβαδού 114,08 τ.μ., που καθίσταται άχρηστο για οιαδήποτε χρήση και γ) νότια εδαφικό τμήμα εμβαδού 12.216,08 τ,μ., που διατηρεί την προϋπάρχουσα πρόσβαση και δεν επηρεάζεται ως προς την αρτιότητα.
Περιορίζεται όμως η οικοδομησιμότητά του, λόγω ρήσης των ελάχιστων ορίων ασφαλείας (60 μ) από τον άξονα, της οδού, ενώ υφίσταται τις ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει επομένως να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του πρώτου και του τρίτου σε ποσοστό 5% της αξίας του και για το έδαφος του δεύτερου σε ποσοστό 100% της αξίας του, β) η με ΑΚΠ 371 επίσης εκτός οικισμού ιδιοκτησία των ιδίων, έχει εμβαδό 13.535,88 τ.μ.
και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 576,26 τ.μ., και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 12.959,62 τ.μ., του διατηρεί την προϋπάρχουσα πρόσβαση και δεν επηρεάζεται ως προς την αρτιότητα - οικοδομησιμότητά. Πρέπει επομένως να απορριφθεί το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης ως αβάσιμο, γ) η με ΑΚΠ374 εκτός οικισμού ιδιοκτησία των ιδίων, έχει εμβαδό 21.634,29 τ.μ.
και είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 949,77 τ.μ., και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 20.684,52 τ.μ., που διατηρεί την προϋπάρχουσα πρόσβαση και αποκτά πρόσβαση και μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου και δεν επηρεάζεται ως προς την αρτιότητα - οικοδομησιμότητα (βλ. από Δεκεμβρίου 2010 τοπ.
διάγραμμα πολ,μηχανικού Σ. Μ.), παρά τις δεσμεύσεις τήρησης ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της οδού, οι οποίες λόγω εκτάσεως ικανοποιούνται πλήρως. Πρέπει επομένως, το σχετικό αίτημα καθορισμού της αποζημίωσης να απορριφθεί ως αβάσιμο". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ερμήνευσε ορθά τις προαναφερόμενες ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, που εφάρμοσε και συγχρόνως διέλαβε σαφείς και πλήρεις, έστω και συνοπτικές αιτιολογίες, χωρίς αντιφάσεις και μάλιστα ξεχωριστά για κάθε ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων με αριθμό ΚΠ 364,ΚΠ 371 και ΚΠ374,οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου και συνεπώς δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 13 παρ.1 και 4 του Ν.2882/2001,των άρθρων 4 παρ. 1,17 παρ.1 του Συντάγματος και της Κοινοτικής Νομοθεσίας, δηλαδή του άρθρου 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του ανθρώπου της EE και του άρθρου Πρώτου του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, τις οποίες εφάρμοσε.
Ειδικότερα, το Εφετείο ως προς την οριστική τιμή του εδάφους (αξία γης) και των επικειμένων των απαλλοτριουμένων ακινήτων εκθέτει, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, τα κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του εδάφους των ακινήτων, όσον και των επικειμένων ελαιοδένδρων αυτών, κατά το μέρος που αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη, εφόσον έλαβε υπόψη του την αξία, που είχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, τις δικαστικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος για ακίνητα, που απαλλοτριώθηκαν στην ίδια περιοχή, καθώς και τα έγγραφα, που ειδικά μνημονεύει στις σελίδες 33β, 36° και β και 44° της απόφασής του, τα οποία είχαν προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση από τους διαδίκους, ενώ ειδικά στη σελίδα 46° μνημονεύει, κατά τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης για την ΚΠ 364 ιδιοκτησία, το από Δεκεμβρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.
Μ., για το οποίο ειδικά αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο με επαρκή αιτιολογία δέχθηκε, ότι οι επίδικες ιδιοκτησίες ΚΠ 364, ΚΠ 371 και ΚΠ 374 βρίσκονται στην περιοχή ΔΔ … και Α. Θ. του Δήμου …. σε απόσταση 1500 μέτρων από τη…, ότι η χάραξη του νέου αυτοκινητόδρομου διέρχεται ενδιάμεσα από τους οριοθετημένους οικισμούς του Α.
Θ. και Τ., στοιχείο, που ας σημειωθεί, συνεκτιμήθηκε για την παραδοχή του αιτήματος των αναιρεσειόντων περί άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας, ώστε να λάβουν πλήρη την αποζημίωση για τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες τους, που διχοτομήθηκαν από την υπό κατασκευή νέα Εθνική Οδό, ότι η περιοχή που απαλλοτριώνεται, στην οποία βρίσκονται και τα επίδικα ακίνητα, είναι κατά βάση γεωργική με εκτεταμένες συστηματικές καλλιέργειες, κυρίως ελαιοδένδρων, ότι οι βιοτεχνικές χρήσεις, όπως είναι η επιχείρηση των αναιρεσειόντων……….., δεν αναιρεί τον αγροτικό χαρακτήρα της περιοχής, ότι τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, όπως είναι και τα επίδικα, είναι αγροτικά καλλιεργήσιμα ακίνητα, πεδινά και αρδευόμενα και χρησιμοποιούνται ως ελαιώνες, ότι έχουν αρτιότητα 4000 Μ2 και συντελεστή δόμησης, σύμφωνα με το ΠΔ 24/1985,ενώ,όσες ιδιοκτησίες έχουν πρόσωπο στην Εθνική Οδό ή στο επαρχιακό οδικό δίκτυο, η αρτιότητα διαμορφώνεται στα 2000 Μ2 και ότι ειδικά οι επίδικες ιδιοκτησίες είναι αγροί εκτός οικισμού, άρτιοι και με δυνατότητα οικοπεδικής αξιοποίησης ως ακίνητα, εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού, η αξία των οποίων προσαυξάνεται αντανακλαστικά λόγω της άμεσης γειτνίασης αυτών με τα εντός οικισμού οικόπεδα.
Εξάλλου, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε επίσης, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο (14-2-2014) η αξία εδάφους των επιδίκων ιδιοκτησιών με αριθμό ΚΠ 364,371 και 374 ως αγροτεμάχια εκτός οικισμού ανέρχεται σε 14,14,50 και 15 ευρώ /Μ2 αντίστοιχα, ενώ ότι η αξία κάθε μεγάλου ελαιοδένδρου σε 400 ευρώ ανά δένδρο ως επικείμενο συστατικό του εδάφους.
Περαιτέρω, το Εφετείο, αναφορικά με το έτερο κεφάλαιο περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των απαλλοτριουμένων ακινήτων (άρθρο 13 παρ.4 Ν.2882/2001) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη και διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά των επιδίκων ιδιοκτησιών και τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής.
Πιο συγκεκριμένα, για την ΚΠ 364 ιδιοκτησία, η οποία διχοτομείται από την νέα Εθνική Οδό, δέχτηκε ότι έχει συνολική επιφάνεια 39.662,35 Μ2 από τα οποία απαλλοτριώθηκε έκταση 7.548,21 και απομένουν τρία εδαφικά τμήματα, εκ των οποίων το βόρειο, εμβαδού 19.783,78 Μ2, το οποίο αποκτά πρόσβαση στον νέο αυτοκινητόδρομο μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου και δεν επηρεάζεται η αρτιότητά του και το νότιο εμβαδού 12.216,08 Μ2,που διατηρεί την προϋπάρχουσα πρόσβαση στον νέο αυτοκινητόδρομο, αλλά ότι περιορίζεται μόνο η οικοδομησιμότητά του λόγω της τήρησης των ελαχίστων ορίων ασφάλειας 60 μέτρων από τον άξονα της οδού και συγχρόνως αμφότερα τα ως άνω τμήματα υφίστανται τις αρνητικές συνέπειες του έργου, που σημειωτέον αναλύονται ειδικά στο κεφάλαιο που αφορά το αίτημα όλων των ιδιοκτητών, επομένως και των αναιρεσειόντων, για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτησιών τους (βλ.σελ.61 επόμενα της προσβαλλόμενης απόφασης).
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε, ότι το εναπομένον βόρειο και νότιο τμήμα της ΚΠ 364 ιδιοκτησίας υπέστη απομείωση της αξίας του (υπαξία) και προς τούτο καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 5% της αξίας του εδάφους. Επίσης, για το εναπομένον εδαφικό τμήμα της ίδιας ιδιοκτησίας επιφάνειας 114,08 Μ2 δέχτηκε, ότι κατέστη άχρηστο για οποιαδήποτε χρήση και γι'αυτό καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση -υπαξία σε ποσοστό 100% επί της αξίας του εδάφους.
Σε αντίθεση με την ΚΠ 364 ιδιοκτησία το Εφετείο, δέχτηκε με επαρκή αιτιολογία, ότι οι ιδιοκτησίες ΚΠ 371 και ΚΠ374, που είναι επίσης αγροτεμάχια, εκτός οικισμού, επιφάνειας αντίστοιχα 13535,88 και 21634,29 Μ2, άρτια και οικοδομήσιμα λόγω της ανωτέρω επιφάνειας αυτών, δεν επηρεάστηκαν από την απαλλοτρίωση ως προς την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά αυτών.
Ειδικότερα, δέχτηκε ότι από την ΚΠ 371 ιδιοκτησία απαλλοτριώθηκε μια μικρή επιφάνεια 576,26 Μ2 και ότι απέμεινε επιφάνεια 12959,62 Μ2,ενώ από την ΚΠ374 απαλλοτριώθηκε έκταση 949,77 Μ2 και απέμεινε εδαφικό τμήμα 20684,52 Μ2, ότι οι ανωτέρω ιδιοκτησίες (ΚΠ 371 και ΚΠ374) διατηρούν την ήδη και πριν την απαλλοτρίωση πρόσβασή τους στον νέο αυτοκινητόδρομο μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου και δεν επηρεάστηκε τόσο η προϋπάρχουσα αρτιότητά τους, όπως και η προϋπάρχουσα οικοδομησιμότητά τους, διότι οι δεσμεύσεις για την τήρηση των ελαχίστων αποστάσεων από τον άξονα της οδού λόγω της επιφάνειάς τους ικανοποιούνται πλήρως, ενώ επίσης, ρητά μνημονεύει (βλ.
σελίδα 46α) το τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων, Σ. Μ., πολιτικού μηχανικού, προς ενίσχυση της ανωτέρω κρίσης της απόφασής του Κατόπιν τούτου, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων αναφορικά με τις ως άνω ιδιοκτησίες (ΚΠ 371 και ΚΠ374) περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης (άρθρο 13 παρ.4 ΚΑΑΑ) κρίνοντας ότι δεν έχουν υποστεί απομείωση της αξίας τους από την απαλλοτρίωση.
Επίσης, συνεκτιμώντας όλα τα παραπάνω το Εφετείο δέχτηκε το αίτημα των αναιρεσειόντων για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας κρίνοντας, ότι δεν υπέχουν υποχρέωση αυτοαποζημίωσης για τα απομένοντα εκτός της απαλλοτρίωσης εδαφικά τμήματα των ιδιοκτησιών τους, τα οποία δεν ωφελήθηκαν, αλλά επιβαρύνθηκαν από τις επιπτώσεις του έργου, διότι κατά τις παραδοχές, ο νέος αυτοκινητόδρομος είναι υπερυψωμένος και κλειστός με κιγκλιδώματα, η πρόσβαση θα γίνεται μέσω του παράπλευρου οδικού δικτύου, ώστε οι παρόδιοι θα αναγκάζονται να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις, η ηχητική ρύπανση, όπως και η εκπομπή καυσαερίων θα είναι αυξημένη, με αντίστοιχη περιβαλλοντική επιβάρυνση, που μειώνει ανάλογα την αγοραστική αξία των εναπομενόντων εκτός της απαλλοτρίωσης ακινήτων, όπως και την οικοπεδική τους αξιοποίηση.
Οι παραδοχές αυτές αναφέρονται ειδικά στο κεφάλαιο για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας (βλ.σελ. 61 επ. της προσβαλλόμενης απόφασης), πλην όμως το Εφετείο συνεκτίμησε όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτρίωσης για την αξία γης και τα συστατικά των απαλλοτριουμένων ακινήτων και ειδικότερα των μεγάλων ελαιοδένδρων (που αφορούν την παρούσα δίκη), όπως και για τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομενόντων εκτός της απαλλοτρίωσης ακινήτων και των συστατικών αυτών - ελαιοδένδρων, που επίσης νοούνται ως τμήμα, που απέμεινε (ΑΠ 507/2000).
Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επαρκή και σαφή αιτιολογία για τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά των επιδίκων ιδιοκτησιών και για τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής, κρίνοντας ότι οι επίδικες ιδιοκτησίες είναι αγροί εκτός οικισμού, άρτιοι λόγω της επιφάνειας αυτών και με δυνατότητα οικοπεδικής αξιοποίησης ως εκτός σχεδίου πόλεων και ορίων οικισμού ακίνητα, ενώ έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ιδιαιτερότητα των ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων, στις οποίες λειτουργεί βιοτεχνία καθετοποιημένης επεξεργασίας ελαιών και τη διχοτόμηση της ΚΠ 364 ιδιοκτησίας, που επηρέασε την οικοδομησιμότητά της σε αντίθεση με τις λοιπές ιδιοκτησίες (ΚΠ 371 και ΚΠ374),για τις οποίες ρητά δέχτηκε ότι δεν επηρεάστηκε η προϋπάρχουσα οικοδομησιμότητά αυτών και στη συνέχεια απέρριψε το αίτημα για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τις ιδιοκτησίες αυτές.
Αντιθέτως, για την ΚΠ 364 ιδιοκτησία το Εφετείο δέχτηκε ότι υφίσταται απομείωση το βόρειο και νότιο τμήμα αυτής σε ποσοστό 5% και το μικρότερο τμήμα της που κατέστη άχρηστο, σε ποσοστό 100% και συγχρόνως ρητά στη σελίδα 46° αξιολόγησε το από Δεκεμβρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του προαναφερόμενου τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων, στο οποίο οι αναιρεσείοντες στηρίζουν την αντίθετη άποψη τους, σύμφωνα με την οποία το ακίνητο τους έχει πρόσωπο 238 μέτρα στην εθνική οδό και ότι συνεπώς θα έπρεπε να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για την αξία γης σε μεγαλύτερο ποσό (18 έως 30 ευρώ).
Επομένως, η υπό στοιχείο α'αιτίαση του 6ου αναιρετικού λόγου για έλλειψη νόμιμης βάσης διότι, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, η προσβαλλόμενη, χωρίς αιτιολογία εντάσσει την ιδιοκτησία τους ως ακίνητο χωρίς πρόσωπο στην Εθνική οδό, αν και έχει πρόσωπο 238 μέτρα και ότι η αξία του εδάφους αυτής θα έπρεπε να αποζημιωθεί από 18 έως 30 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη, εφόσον με αυτήν οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο ουσίας και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμη, εφόσον το Εφετείο καθόρισε τις τελευταίες ως άνω μεγαλύτερες τιμές για τα αγροτεμάχια με πρόσωπο στην Εθνική οδό και όχι για τα εκτός οικισμού, όπως τα ένδικα ακίνητα (βλ.σελ. 37° και β της προσβαλλόμενης απόφασης), ενώ επίσης δέχτηκε με σαφή αιτιολογία ότι οι επίδικες ιδιοκτησίες είναι αγροτεμάχια εκτός οικισμού.
Εκτός τούτου η υπό στοιχείο β' αιτίαση του ίδιου 6ου αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι, κατά τα προεκτεθέντα το Εφετείο συνεκτίμησε την ιδιαιτερότητα της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, στην οποία λειτουργεί η ανωτέρω βιοτεχνία - επιχείρηση. Εξάλλου, ουδεμία αντίφαση υπάρχει για τον μη καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα στις ΚΠ 371 και ΚΠ374 ιδιοκτησίες και τον καθορισμό τέτοιας αποζημίωσης για την ΚΠ 364 ιδιοκτησία, διότι η τελευταία διχοτομήθηκε και περιορίστηκε η οικοδομησιμότητά της, σε αντίθεση με τις λοιπές ιδιοκτησίες (ΚΠ 371 και ΚΠ374) των οποίων δεν μεταβλήθηκε, κατά τις παραδοχές, η αρτιότητα και η οικοδομησιμότητά από την απαλλοτρίωση και τις επιπτώσεις του έργου αυτής και συνακόλουθα, η υπό στοιχείο γ'αιτίαση του 6ου αναιρετικού λόγου κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω αιτιάσεις, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου ουσίας κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος και τα συστατικά αυτού-ελαιόδενδρα, καθώς και για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομενόντων ακινήτων και των συστατικών-ελαιοδένδρων αυτών και πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτες.
Εξάλλου, οι λοιπές αιτιάσεις του 6ου αναιρετικού λόγου υπό στοιχείο δ' και ε' για έλλειψη νόμιμης βάσης (όπως έχουν εκτεθεί αναλυτικά κατά την ανάπτυξη του λόγου αυτού), πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι το Εφετείο απέρριψε το δ'αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατ'αμφότερα τα σκέλη του, ως αόριστο (ιδιαίτερη αποζημίωση των εναπομενόντων εκτός της απαλλοτρίωσης ελαιοδένδρων και απώλεια εισοδήματος ),το δε υπό στοιχείο ε' αίτημα (περί άύλης αποζημίωσης της επιχείρησης) ως μη νόμιμο και συνεπώς, εφόσον δεν δίκασε κατ'ουσίαν τα ανωτέρω αιτήματα, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης (ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 140/2010, ΑΠ 1821/2008).
Πλέον των ανωτέρω, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συντρέχει ούτε ευθεία παραβίαση των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου και συνεπώς δεν ιδρύεται ούτε η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Συμπερασματικά οι συναφείς 2ος κατά το Α'σκέλος αυτού και ο 6°ς αναιρετικοί λόγοι για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 13 παρ.1 και 4 του Ν.2882/2001,άρθρου 4 παρ.1 (Αρχή της Ισότητας) και 17 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος και άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ σε συνδ.
με το άρθρο 16 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της EE (περί της προστασίας της περιουσίας) πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με τις ανωτέρω διακρίσεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι' αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (ΟλΑΠ 15/2000,ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 234/2014). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικώς ως παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει το σύννομο της αγωγής αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα πράγματι ο νόμος απαιτεί ή αρκέσθηκε σε λιγότερα. Η τυχόν περαιτέρω ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που ανάγεται στην παράθεση στο αγωγικό δικόγραφο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία εξειδικεύουν την ασκούμενη αξίωση και το με βάση αυτά προβαλλόμενο αίτημα, ώστε το τελευταίο, ως λογικό επακόλουθο τους, να είναι σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμός 8 και 14 ΚΠολΔ. (ΑΠ 566/2018, ΑΠ 1592/2014, ΑΠ 320/2016, ΑΠ 1182/2012, ΑΠ 443/2011).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 53/2019, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 371/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης.
Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 780/2018,ΑΠ 150/2015). Ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όμως, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991), έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 54/2017,ΑΠ 1434/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 2° λόγο αναίρεσης, κατά το Β' σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ για την ευθεία επίσης παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, κατά τη νομική εκτίμηση της αίτησής τους για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των ατταλλοτριουμένων ακινήτων και των συστατικών ελαιοδένδρων αυτών και για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα των ιδιοκτησιών τους και των συστατικών ελαιοδένδρων αυτών, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει 1) ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας το αίτημά τους για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης ελαιόδενδρα, διότι δήθεν οι αιτούντες δεν εξειδίκευαν τον λόγο, που καθίσταται ανέφικτη η εκμετάλλευσή τους 2) ως μη νόμιμο το αίτημά τους για τον καθορισμό αποζημίωσης για την άυλη αξία της επιχείρησης παραγωγής ελαιών εντός της απαλλοτρίωσης, διότι δεν συνιστά δήθεν αυτοτελές περιουσιακό στοιχείο, 3) ως μη νόμιμο το αίτημά τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απώλεια εισοδήματος από την εκμετάλλευση της ξυλείας εξαιτίας της εκρίζωσης 438 δένδρων εντός της απαλλοτριουμένης ιδιοκτησίας τους, διότι δήθεν η αποζημίωση των συστατικών περιλαμβάνει, τόσο την υλική υπόσταση, όσο και την πρόσοδο αυτών και 4) ως αόριστο το αίτημά τους για την απώλεια εισοδήματος από την αύξηση του κόστους παραγωγής και από τη μείωση των αποδόσεων εξαιτίας της ρύπανσης και των συνεπειών του έργου επί πενταετία, διότι δήθεν οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν προσδιόριζαν στην αίτησή τους την αύξηση του κόστους και τη μείωση της απόδοσης από την απώλεια άρδευσης, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, κατά το νομικό χαρακτηρισμό των ανωτέρω αιτημάτων τους, διότι τα περιστατικά που εκτίθενται στην αίτησή τους και στην ανταίτησή τους, που άσκησαν δια των προτάσεων τους (σε αντίκρουση της βασικής αίτησης του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου),προς ενίσχυση των οποίων είχαν επίσης προσκομίσει με νόμιμη επίκληση τις τεχνικές εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων τους, Κ.
Κ. - γεωπόνου και Ι. Τ. -πολιτικού μηχανικού, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε απορρίπτοντας τα ανωτέρω αιτήματα των αναιρεσειόντων. Επίσης με το συναφές Γ'σκέλος του 2ου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ 8 περ.β'ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά τη νομική εκτίμηση της αυτοτελούς αίτησής τους, με το να δεχθεί τα αναφερόμενα αναλυτικά στο Α και Β σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου διαπιστώνοντας κυρίως πολεοδομικές επιβαρύνσεις και θεωρώντας εσφαλμένα δήθεν ότι το αίτημά τους δεν ήταν πλήρως ορισμένο και νόμιμο δεν έλαβε υπόψη του τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, που αποτελούσαν την ιστορική βάση της αυτοτελούς αίτησής τους και συνιστούν πράγμα, με τους οποίους ζητούσαν ιδιαίτερη αποζημίωση και για τα εκτός της απαλλοτρίωσης εναπομείναντα ακίνητα και συστατικά αυτών ελαιόδενδρα, όχι μόνον λόγω της πολεοδομικής τους απαξίωσης, αλλά κυρίως λόγω της αγροτικής τους απαξίωσης και έτσι υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια.
Επίσης, με τον συναφή προς τα ανωτέρω 3°λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει ως αόριστο α) το αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός απαλλοτρίωσης επικείμενα ελαιόδενδρα και β) το αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απώλεια εισοδήματος από την αύξηση του κόστους παραγωγής και μείωσης των αποδόσεων εξαιτίας της ρύπανσης για μια πενταετία, παρά το νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, διότι στο δικόγραφο της αυτοτελούς αίτησής τους και της δια των προτάσεων ανταίτησής τους παρέθεταν όλα τα ανωτέρω στοιχεία, που επίσης εξειδικεύτηκαν με τις τεχνικές εκθέσεις των προαναφερόμενων τεχνικών συμβούλων τους.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τους ερευνώμενους συναφείς 2° Β και Γ σκέλος και 3° αναιρετικούς λόγους, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "..Με την υπ'αριθ καταθ. 40/2012 αντίθετη αυτοτελή αίτηση τους ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, οι σ'αυτή αιτούντες Β.
Σ. - Τ. κλπ, ζητούν_: α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα τους, τα συστατικά και επικείμενά τους (AΚΠ 364,371 και 374) στα ποσά που αναφέρουν, καθώς και τον προσδιορισμό αποζημίωσης για τα επικείμενα αυτών (αναφερόμενα και μη στον κτηματολογικό πίνακα), ζητώντας παράλληλα τη διόρθωση του ΚΠ ως προς τα μη...συμπεριλαμβανόμενα επικείμενα, β) τον προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα τμήματα που απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης γιατί μειώνεται η αξία τους, γ) τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός απαλλοτρίωσης συστατικά και επικείμενα των ακινήτων τους, δ) τον καθορισμό αποζημίωσης για την άυλη αξία της ασκούμενης εντός του απαλλοτριωθέντος ακινήτου αγροτικής επιχειρήσεως παραγωγής ελαιών, ε) τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για την εκρίζωση 438 δένδρων εντός της απαλλοτριούμενης έκτασης λόγω απώλειας της εκμετάλλευσης των ξύλων αυτών, καθώς και για την απώλεια εισοδήματος από την αύξηση του κόστους παραγωγής και τη μείωση των αποδόσεων εξαιτίας της ρύπανσης για μια πενταετία, και ε) την καταδίκη του καθού η αίτηση στη δικαστική τους δαπάνη και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους.
Η αίτηση τους ασκήθηκε εμπρόθεσμα, εντός δηλαδή 6 μηνών από τη δημοσίευση της υπ' αριθ.1/2012 αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου Μεσολογγίου που καθόρισε προσωρινά την αποζημίωση, δεδομένου ότι δεν έγινε επίδοση της αποφάσεως αυτής (άρθρο 20 παρ. 2 ν. 2882/2001). Είναι δε νόμιμη, εκτός των υπό στ. Γ' και δ'αιτημάτων, το πρώτο των οποίων είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται για ποιο λόγο καθίσταται παντελώς ανέφικτη η εκμετάλλευση των εκτός απαλλοτριώσεως απομενόντων επικειμένων (ελαιοδενδρων, εν προκειμένω) ώστε να αιτείται την καταβολή πλήρους αποζημιώσεως, το δεύτερο είναι μη νόμιμο και απορριπτέο, καθόσον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 13 και 25 του ν. 2882/2001, συνάγεται ότι η άυλη οικονομική αξία μιας επιχείρησης που ασκείται στο απαλλοτριούμενο ακίνητο ως οργανωμένο σύνολο αγαθών, δικαιωμάτων και σχέσεων, το οποίο αποτελεί οργανωμένη οικονομική ενότητα γύρω από το πρόσωπο του φορέα της και τείνει στην επίτευξη ενός κερδοσκοπικού σκοπού, δεν αποτελεί αυτοτελές απαλλοτριούμενο περιουσιακό στοιχείο (ολΑΠ 9/2006, ολΑΠ 8/2005, ΑΠ 71/2012, Νόμος), το δε τρίτο, κατά μεν το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον η καθοριζόμενη αποζημίωση των συστατικών και επικειμένου περιλαμβάνει τόσο την φυσική - υλική τους υπόσταση όσο και την πρόσοδο αυτών, που λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας τους, κατά δε τα επόμενα είναι απορριπτέα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτιμήσεως λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται σε τί συνίσταται η αύξηση του κόστους παραγωγής και αντίστοιχα η μείωση της απόδοσης εξαιτίας της ρύπανσης και της απώλειας άρδευσης κατά το διάστημα κατασκευής του έργου, μη κατασκευασμένου εισέτι έργου, ώστε να μπορεί να προσδιορισθεί η απώλεια εισοδήματος.
Κατά τα λοιπά είναι νόμιμη, ως στηριζόμενη στα ίδια άρθρα, όπως και η αίτηση του Δημοσίου, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 1 του ν. 653/1977...". Εξάλλου, από την από 10-7-2012 (αρ.κατ. 40/2012) αυτοτελή αίτηση των αναιρεσειόντων, που συνεκδικάστηκε με την κύρια αίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, η οποία σημειωτέον αποτελεί ακριβή αντιγραφή της ανταίτησής τους επί της από 26-1-2010 (αρ.κατ. 36/2010) αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες εκθέτουν τα εξής: "Η ΑΙΤΗΣΗ ….
Επειδή για τον παραπάνω λόγο, ασκούμε την παρούσα αίτησή μας για καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος κατά του αντιδίκου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητάμε ειδικότερα τον καθορισμό των κατωτέρω οριστικών τιμών: Ειδικότερα: I. Για τα αναφερόμενα στον κτηματολογικό πίνακα, έδαφος και επικείμενα. 1.
για το έδαφος. Επειδή όπως προκύπτει από το Δεκεμβρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του Σ. Μ., διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού, η συνολική έκταση του ακινήτου μας είναι 90.413,22 τ.μ. Επειδή, ο υπό κατασκευή Α/Κ διέρχεται διά μέσου του ακινήτου μας συνολικού εμβαδού 90.413,22 τ.μ. και το τέμνει, απαλλοτριώνοντας συνολική επιφάνεια 9.118,31 μ και αφήνοντας εναπομείναντα τμήματα εκατέρωθεν του άξονα βορείως εμβαδού 35.187,34 τ.μ.
και νοτίως 41.107,57 τ.μ. Ειδικότερα σύμφωνα με το διαχωρισμό που έχει γίνει κατά την σύνταξη των κτηματολογικών διαγραμμάτων και πινάκων, η απαλλοτρίωση έχει ως εξής:1Τμήμα της ιδιοκτησίας με αριθμό κτηματολογικού διαγράμματος 374: Η συνολική έκταση του τμήματος αυτού είναι 21.825,05 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση αφαιρείται τμήμα επιφανείας 957,70 τ.μ.
και απομένει τμήμα νοτίως του απαλλοτριούμενου τμήματος, εμβαδού 20.867,35τ.μ 2.Τμήματα της ιδιοκτησίας με αριθμό κτηματολογικού διαγράμματος και 371 : Η συνολική έκταση του τμήματος αυτού είναι 25.816,48 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση αφαιρείται τμήμα επιφανείας 576,26 τ.μ. και απομένει τμήμα νοτιοανατολικώς του απαλλοτριούμενου τμήματος, εμβαδού 25.240,22 τ.μ 3.Τμήματα της ιδιοκτησίας με αριθμό κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακ·'364 :
Η συνολική έκταση του τμήματος αυτού είναι 42.771,69 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση αφαιρείται τμήμα επιφανείας 7.584,35 τ.μ.. και απομένει τμήμα βορειοανατολικώς του απαλλοτριούμενου τμήματος, εμβαδού 35.187,34 τ.μ.. Επειδή πρέπει να καθοριστεί οριστικά η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου μου για το έδαφος, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων οικιστικών, πολεοδομικών και κυρίως αγροτικών οικονομικών πλεονεκτημάτων της εκμετάλλευσης.
Η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου των ιδιοκτησιών με αριθμούς 364, 371 και 374 του κτηματολογικού πίνακα της απαλλοτριώσεως, ανέρχεται στο ποσόν των 140,00 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, και όχι στο ποσό των 12 ευρώ ανά - τετραγωνικό μέτρο όπως ορίζει η απόφαση 1/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Η απόφαση αυτή εσφαλμένα εκτιμά τόσο χαμηλή τιμή στο ακίνητο μας, δεδομένου ότι δε λαμβάνει καθόλου υπόψη του το γεγονός ότι το ακίνητό μας έχει πρόσοψη 238 μέτρων περίπου στην ….
Ειδικότερα στο 60° φύλλο της απόφασης στη δεύτερη σελίδα αναφέρεται ρητά: "Ακίνητα με πρόσωπο στην Εθνική Οδό Αντιρρίου Ιωαννίνων". Κατώτερη τιμή που δίνεται για αγρούς με πρόσωπο στην Εθνική οδό είναι το ποσό των 24 ευρώ (ακίνητα με αριθμούς ΚΠ 403, 403Β, 406) ανά τετραγωνικό μέτρο έως 43,50 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο (ακίνητα με αριθμούς ΚΠ 411, 417).
Τα ακίνητα αυτά είναι αγροί, έχουν ακριβώς την ίδια απόσταση όπως το δικό μας από οικισμούς και έχουν πρόσωπο στην Εθνική Οδό όπως και το δικό μας ακίνητο. Επιπλέον όμως το δικό μας ακίνητο είναι μοναδικό στην περιοχή δεδομένου ότι ενσωματώνει τους κόπους δυο γενεών για, την δημιουργία μιας υγιούς και εύρρωστης καθετοποιημένης μονάδας παραγωγής και επεξεργασίας βρώσιμων και ελαιοποιήσιμων ελαίων. 2.
Για τα επικείμενα α) Δενδρώδεις καλλιέργειες,
Αριθμός δένδρων που απαλλοτριώνονται, Αξία ανά δένδρο σε ευρώ: Βυσσινιά, 5 μεγάλη 784,91, Κερασιά 5 μεγάλη 639,56, Κορομηλιά 1 μεγάλη 298,67, Μουριές 2 μεγάλες 328,48, Ελιά ελαιοποίησης 91 μεγάλες 440,63, Ελιά βρώσιμη -τύπου καλαμών 263 μεγάλες 720,63, Μανταρινιά 2 μεγάλη 327,89, Πορτοκαλιά 5 μεγάλες 384,86,.Λεμονιά 1 μεγάλη 359,59, Αχλαδιές 2 μεγάλες 769,65, Συκιές 4 μεγάλες 701,52, Κλήματα 139 μεγάλα 200, Καρυδιά 1 μεγάλη 316,01.
Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου όλως εσφαλμένως εκτίμησε την αξία των ελαιόδενδρων στο ποσό των 300 ευρώ ανά δένδρο μη διαχωρίζοντας τις βρώσιμες ελιές από τις καλαμών και επιπλέον μη λαμβάνοντας υπόψη του τελεσίδικη και αμετάκλητη δικαστική απόφαση 1267/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε έφεση κατά της 592/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου και, με τις οποίες καθορίζεται ελάχιστη τιμή ανά ελιά βρώσιμη τα 493,0 ευρώ/ δένδρο για το έτος 1999, δηλαδή πριν 13 χρόνια.
Δηλαδή η με αριθμό 1/2012 απόφαση έκρινε αντίθετα με το δεδικασμένο που ήδη υπάρχει σε σχέση με τα ελαιόδενδρα της ιδιοκτησίας μας. Η τιμή αυτή (αναγόμενη στα 450 €) χρησιμοποιήθηκε στο από 10-10-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό ανάμεσα σε εμάς και την κατασκευάστρια εταιρία της …. Ειδικότερα στο άρθρο 7 ορίζεται ότι "Η Εταιρία θα πληρώσει με την υπογραφή αυτής της συμφωνίας το ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων οχτακοσίων πενήντα ευρώ (14.850 €) ως τελική και οριστική αποζημίωση για τα ελαιόδενδρα που θα κοπούν για την κατασκευή της οδού πρόσβασης (όπως περιγράφεται στο Άρθρο 6.1 και συμφωνά με τα συνημμένα, σχέδια).
Το ποσό της αποζημίωσης υπολογίζεται ως ακολούθως: 450 χ 33 ελαιόδενδρο =14.850 ευρώ ανά δένδρο καθορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ'αρθμ. 1267/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Για την επιπλέον αξία των ελαιόδενδρων υπολογίστηκε και το κόστος κατασκευής του δρόμου ο οποίος θα παραμείνει τεχνικά άρτιος να εξυπηρετεί μόνο τις ανάγκες των συμβαλλομένων".
Δηλαδή η τιμή ανά δένδρο είναι υψηλότερη και συγκεκριμένα αυτή που προτείνουμε ανωτέρω"....
ΙΙ. Οι Ειδικές Αποζημιώσεις Α) τα εναπομείναντα. Επειδή έχουμε έννομο συμφέρον για τον προσδιορισμό της κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 13 του ν 2882/ 2001 αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου μας με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 364, 371, 374, από την μείωση της αξίας τους. Ειδικότερα : Επειδή, ο υπό κατασκευή Α/Κ διέρχεται διά μέσου του ακινήτου μας συνολικού εμβαδού 90.413,22 τ.μ.
και το ΔΙΧΟΤΟΜΕΙ, αφήνοντας".... Επιπλέον πρέπει να αποζημιωθούν τα εναπομείναντα συστατικά της εντός του ακινήτου και ειδικότερα: Για το λόγο αυτό θα πρέπει να μας επιδικασθεί αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματα: Α) Για το έδαφος: σε ποσοστό 60% επί της αξίας του εδάφους άλλως 84 ευρώ /μ2 σε εμβαδόν 81.294,91 τ.μ. (ή 84,00 ευρώ / μ2) και Β) Για τα επικείμενα α) ελιές βρώσιμες: 1437 δένδρα Χ 720,63 €/τεμάχιο Χ 60% = 432,37 ευρώ/ δένδρο, β) ελιές ελαιοποίησης: 559 δένδρα Χ 440,63 ευρώ/τεμάχιο Χ 60%- 264,37 €/ δένδρο, γ) Κατασκευή νέου αρδευτικού δικτύου για τη μεταφορά νερού και τη σύνδεση των δύο αγροτεμαχίων που προκύπτουν μετά την απαλλοτρίωση με αγωγό ΦΙ 10 υπόγειο, 250μ.
Χ 32,00€ = 8.000,00€ δ) Επιπλέον, μετά την απαξίωση των καλλιεργειών και την εκρίζωση των 438 δένδρων που απαλλοτριώνονται, δύναται να παραχθούν περίπου 400τόννοι ξύλα, τα οποία με μέση τιμή πώλησης 150€/τν, θα αποτελέσουν έσοδα της εκμετάλλευσης, ήτοι 60.000,00€. Τα έσοδα αυτά, δεν μπορούν να εισπραχθούν και επομένως αποτελούν ζημία της εκμετάλλευσης ίση με 60,000,00 ευρω.
ε) Απώλεια εισοδήματος από την αύξηση του κόστους παραγωγής για την περίοδο κατασκευής του έργου (5 έτη), είναι 80,98 στρ Χ 41,48€/στρ Χ 5 έτη = 16.795,25 ευρώ. στ) Απώλεια εισοδήματος από τη μείωση των αποδόσεων εξαιτίας της ρύπανσης κατά τη φάση κατασκευής του έργου, είναι 80,99στρ Χ135,63 ευρώ/στρέμμα Χ 5 έτη = 54.923,37 ευρώ.
Γ)αποζημίωση για την άυλη αξία της επιχείρησης Επειδή πρέπει να μας επιδικασθεί εφάπαξ αποζημίωση για την άυλη αξία της επιχείρησης και συγκεκριμένα τη ζημία που υφίσταται αυτή λόγω της διχοτόμησης της, άλλως να ενσωματωθεί στην κατά μονάδα αποζημίωση του απαλλοτριούμενου εδάφους, όπως ήδη έχει γίνει δεκτό με την με αριθμό 1/2012 απόφαση ΓΟ Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου για τον καθορισμό της προσωρινής τιμής".
Εξάλλου, στη σελίδα 32 των από 1-10-2013 προτάσεων των αναιρεσειόντων επί της κύριας από 1-6-2012 (αρ.κατ. 23/2012) αίτησης του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν με νόμιμη επίκληση, μεταξύ άλλων εγγράφων, τις τεχνικές εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων τους και ειδικότερα Α) το από Δεκεμβρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού Σ.
Μ. ως σχετικό 1, Β) την από Μαίου 2011 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα - πολιτικού μηχανικού Ι. Τ. ως σχετικό 2 και Γ) την από Μαίου 2010 ειδική έκθεση - γνωμάτευση του Κ. Κ., γεωπόνου -μελετητή ως σχετικό 3. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει, ότι ορθά το Εφετείο απέρριψε ως αόριστο το αίτημα των αναιρεσειόντων περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκτός της απαλλοτρίωσης ελαιόδενδρα-συστατικά, εφόσον στην αυτοτελή αίτησή τους δεν εξειδικεύεται ο λόγος, για τον οποίο είναι ανέφικτη πλέον η εκμετάλλευσή τους, ώστε να δικαιούνται ιδιαίτερη αποζημίωση για την απομείωση της αξίας τους και, επομένως, υπήρχε αντικειμενική αδυναμία του Εφετείου να εκδώσει σαφή και επιδεκτική εκτέλεσης απόφαση.
Τα αναφερόμενα το πρώτον, στις σελίδες 49 έως 56 του αναιρετηρίου, περιστατικά περί της αδυναμίας εκμετάλλευσης των εναπομενόντων εκτός της απαλλοτρίωσης ελαιοδένδρων και ειδικότερα, περί της ρύπανσης, περί της δυσχέρειας πρόσβασης λόγω της διχοτόμησης, της ΚΠ 364 ιδιοκτησίας, περί της καταστροφής του αρδευτικού δικτύου κλπ.
συνιστούν, όπως άλλωστε αναφέρουν οι αναιρεσείοντες, την ακριβή αντιγραφή των υπό στοιχείο Β' και Γ τεχνικών εκθέσεων των τεχνικών συμβούλων τους, τις οποίες είχαν προσκομίσει νόμιμα ως ανωτέρω με τις προτάσεις τους, πλην όμως η απλή ως άνω επιγραμματική παράθεση των τεχνικών εκθέσεων δεν καλύπτει την αοριστία της αυτοτελούς αίτησής τους (αρ.κατ. 40/2012), διότι, μετά την άσκηση αυτής, δεν επιτρέπεται να διευρυνθεί το αίτημά τους με παραπομπή σε διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΑΠ 205/2017, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 479/2009).
Άλλωστε, για να είναι ορισμένη η αίτηση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το ακίνητο, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση και ανάλογα για τα συστατικά του και στην ένδικη υπόθεση για τα ελαιόδενδρα, πρέπει να διαλαμβάνονται σ'αυτήν, κατ'άρθρο 216 παρ.1 σε συνδ. 118 εδ.4 ΚΠολΔ, τα περιστατικά εκείνα με βάση τα οποία μειώθηκε σημαντικά η αξία του απομένοντος τμήματος ή κατέστη τούτο άχρηστο (ΑΠ 2004/2017).
Η αοριστία της αυτοτελούς αίτησης θα μπορούσε να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, εφόσον όμως τα περιστατικά, που απαιτούνται για την επέλευση των εννόμων συνεπειών κατά τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, που είχαν περιγραφεί ατελώς στην αυτοτελή αίτηση, είχαν περιγραφεί με τις προτάσεις, έστω και συνοπτικά και όχι με την επιγραμματική παράθεση των τεχνικών εκθέσεων, χωρίς ανάπτυξη, έστω και συνοπτική, του περιεχομένου αυτών.
Επομένως, ο 2ος κατά το Β σκέλος του αναιρετικός λόγος ως προς την υπό στοιχείο 1 αιτίαση (ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εκτός απαλλοτρίωσης ελαιόδενδρα) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 ΚΠολΔ, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό, που δεν είχε προταθεί νόμιμα στο Δικαστήριο ουσίας, αλλά το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Επίσης, το Εφετείο ορθά απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα για τον καθορισμό αποζημίωσης για την άϋλη αξία της επιχείρησης ελαιοκομίας, διότι δεν αποτελεί αυτοτελές απαλλοτριούμενο περιουσιακό στοιχείο και η αυτοτελής αποζημίωση αυτής αποκλείεται (ΑΠ ολ.9/2006, ΑΠ 71/2012). Συνακόλουθα η σχετική υπό στοιχείο 2 αιτίαση του 2 του κατά το Β σκέλος αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Επίσης το Εφετείο ορθά απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απώλεια εισοδήματος από την εκμετάλλευση της ξυλείας 438 δένδρων, που εκριζώθηκαν εντός της απαλλοτριουμένης έκτασης, διότι για αυτά, ως συστατικά του εδάφους, καθορίστηκε ξεχωριστή οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης και, σε κάθε περίπτωση, ως απώλεια εισοδήματος λόγω της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δεν αποζημιώνεται, διότι η ζημία αυτή από την απώλεια της εκμετάλλευσης της ξυλείας δεν συνέχεται με την αξία του εδάφους, αλλά μπορεί να θεμελιώσει χωριστή για την αιτία αυτή αξίωση αποζημίωσης.
Συνακόλουθα, η υπό στοιχείο 3 αιτίαση του 2 του κατά το Β' σκέλος αναιρετικού λόγου πρέπει επίσης να απορριφθεί κατ'ουσίαν. Τέλος, το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απώλεια εισοδήματος, αφενός μεν από την αύξηση του κόστους παραγωγής για την πενταετία από την κατασκευή του έργου και αφετέρου από τη μείωση των αποδόσεων των ελαιοδένδρων, εξαιτίας της ρύπανσης (αιτίαση 4 του 2 του κατά το Β' σκέλος αναιρετικού λόγου) ήταν μη νόμιμο, διότι η απώλεια εισοδήματος από την αναγκαστική απαλλοτρίωση δεν αποζημιώνεται.
Το Εφετείο απέρριψε το αίτημα αυτό ως αόριστο, πλην κατ'αποτέλεσμα ορθά έκρινε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, που όμως στηρίζει ορθό διατακτικό και συνεπώς η σχετική υπό στοιχείο 4 αιτίαση προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον να ασκήσουν αναίρεση ως προς το κεφάλαιο αυτό, που κατά την άποψή τους εσφαλμένα απορρίφθηκε ως αόριστο, αν και όπως προαναφέρθηκε τούτο θα έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμο και κατά τούτο πρέπει κατ'άρθρο 578 ΚΠολΔ να αντικασταθεί το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1429/2018, ΑΠ 258/2015, ΑΠ 1437/2012).
Συμπερασματικά ο 2ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ.α ΚΠολΔ κατά το Β σκέλος αυτού, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, διότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τους προαναφερόμενους ουσιαστικούς κανόνα δικαίου με το να απορρίψει τα παραπάνω αιτήματα των αναιρεσειόντων.
Απορριπτέος κρίνεται και ο 2ος λόγος αναίρεσης, κατά το Γ σκέλος αυτού, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ.β ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του όλους τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, που συνιστούσαν την ιστορική βάση της αυτοτελούς αίτησης των αναιρεσειόντων και αποτελούν πράγμα, κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης της αξίας του εδάφους και των ελαιοδένδρων των απαλλοτριουμένων ακινήτων, όπως και κατά τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομενόντων εκτός της απαλλοτρίωσης τμημάτων εδάφους και των συστατικών αυτών-ελαιοδένδρων και κατόπιν τούτου απέρριψε τους αντίθετους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων.
Συνεπώς, δεν ιδρύεται ούτε η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.β ΚΠολΔ. Για τους ίδιους ως άνω λόγους το Εφετείο με το να απορρίψει το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός απαλλοτρίωσης εναπομείναντα ελαιόδενδρα ως αόριστο, όπως και τα αιτήματα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης από την απώλεια εισοδήματος λόγω της αύξησης του κόστους παραγωγής και της μείωσης των αποδόσεων από τη ρύπανση, δεν κήρυξε παρά το νόμο δικονομική ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύεται ούτε η αναιρετική πλημμέλεια εκ του 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και ο σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων.
Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ'άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι'αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1046/2017,ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014).
Με τον 4° λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση και ειδικότερα: 1) το τοπογραφικό διάγραμμα του Σ.
Μ. σύμφωνα με το οποίο το ακίνητο τους έχει πρόσοψη 238 μέτρα στην Εθνική Οδό, ενώ το Εφετείο (σελ. 37α) δέχθηκε ότι είναι αγροτεμάχιο εκτός οικισμού χωρίς πρόσωπο στην Εθνική οδό. 2) την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ι. Τ. περί διχοτόμησης της ιδιοκτησίας τους.3) την τεχνική έκθεση του γεωπόνου Κ. Κ.
για τις καλλιεργητικές δαπάνες και τη διαφοροποίηση των ελαιοδένδρων σε βρώσιμες ελαιές και σε ελαιές ελαιοποίησης και 4) την υπ'αρ. 1267/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τελεσιδίκως επιδικάσθηκε ως τιμή για τα ελαιόδενδρα βρώσιμης ελιάς το ποσό των 493,03 ευρώ ανά δένδρο, καθώς και το από 10-10-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, που είχε καταρτιστεί μεταξύ των αναιρεσειόντων και της κατασκευάστριας εταιρείας της Ιονίου Οδού με την επωνυμία… , με το οποίο συμφωνήθηκε ως αποζημίωση για τα μεγάλα ελαιόδενδρα το ποσό των 450 ευρώ ανά δένδρο, έγγραφα τα οποία ήταν όλα ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης, διότι, εάν το Εφετείο τα είχε λάβει υπόψη του θα δεχόταν ότι το ακίνητο τους είχε πρόσοψη 238 μέτρα στην Εθνική Οδό, οπότε η αξία εδάφους θα είχε αποζημιωθεί από 18 έως 30 ευρώ /Μ2 και όχι στις τιμές των 14 ευρώ, 14,50 και 15 ευρώ αντίστοιχα για τις τρεις ιδιοκτησίες τους, ενώ επίσης από τις τεχνικές εκθέσεις προσδιοριζόταν η απώλεια του εισοδήματος τους λόγω της αύξησης του κόστους παραγωγής και της μείωσης της απόδοσης εξαιτίας της ρύπανσης και της απώλειας άρδευσης των ακινήτων τους.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως ήδη εκτέθηκε, συνεκτίμησε μαζί με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα (εκθέσεις τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα) για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, όπως άλλωστε ρητά μνημονεύει στις σελίδες 33β,34 α και 36β της απόφασής του, χωρίς να έχει ειδική υποχρέωση να αξιολογήσει ξεχωριστά κάθε αποδεικτικό μέσο, ενώ ειδικά αξιολογεί το από Δεκεμβρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του Σ.
Μ. (βλ.σελ. 46° της προσβαλλόμενης απόφασης), για το οποίο αβάσιμα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, όπως έχει άλλωστε εκτεθεί και προηγουμένως. Εξάλλου η υπ'αρ. 1267/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την οποία επίσης αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, εκδόθηκε στα πλαίσια διένεξης των αναιρεσειόντων με την ανώνυμη εταιρεία ….
λόγω ζημίας που είχαν υποστεί από πλημμύρα που προκάλεσε η εταιρεία και αποτελεί δικαστικό τεκμήριο που συνεκτιμήθηκε ως τέτοιο, όπως προκύπτει από τη σελίδα 36β της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι περιλαμβάνεται στα τεκμήρια που απορρέουν από τις δικαστικές αποφάσεις. Και είναι βέβαια αληθές ότι το Εφετείο ορισμένα αποδεικτικά μέσα τα αξιολογεί ειδικά, κρίνοντας ότι αυτά έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα, πλην η επιλεκτική αυτή αναφορά δεν μαρτυρεί ότι δεν έλαβε υπόψη του και εκείνα που ρητά δεν κατονομάζει, για τα οποία αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, διότι από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, προκύπτει χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδίστακτα βέβαιο, ότι τα έλαβε και αυτά υπόψη.
Άλλωστε η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα ανωτέρω για τα οποία αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του Δικαστηρίου ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 αρ.1 ΚπολΔ).
Ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δικ. προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ1793/2017, ΑΠ1752/2017, ΑΠ 51/2011), Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από το σκοπό της πολιτικής δίκης και αποτυπώνει το τέλος ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού μηχανισμού, που είχε τεθεί σε κίνηση προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης, που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού, όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Ειδικότερα, το ως άνω ουσιαστικό δεδικασμένο (σε αντιπαραβολή με το τυπικό δεδικασμένο ή τελεσιδικία της απόφασης) εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση που το στηρίζει, δηλαδή το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν ότι απορρέουν από την έννομη σχέση και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο (ne bis in idem), η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1010/2015).
Με τον 5° αναιρετικό λόγο (αντί της εσφαλμένης αρίθμησης αυτού ως 6ου από προφανή παραδρομή) οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 321,322 έως 325 και 331 ΚπολΔ με το να δεχθεί ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη υπ'αρ. 1967/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ'έφεση της υπ'αρ. 597/2002 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, κατόπιν διένεξης των αναιρεσειόντων με την ανώνυμη εταιρεία ….,κατά το έτος 1999 λόγω ζημίας που υπέστη η ιδιοκτησία τους από πλημμύρα που είχε προκαλέσει η εταιρεία και είχε καθορίσει αποζημίωση για τα ελαιόδενδρα βρώσιμης ελιάς το ποσό των 493,03 ευρώ ανά δένδρο απορρίπτοντας σιγή την σχετική ένσταση των αναιρεσειόντων, παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο η τελεσίδικη ως άνω απόφαση δεν δημιουργεί δεδικασμένο σε βάρος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που δεν συμμετείχε ως διάδικος στη δίκη, που είχε ανοιγεί μεταξύ των αναιρεσειόντων και της ως άνω ανώνυμης εταιρείας.
Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων ελλείπει η νόμιμη προϋπόθεση των υποκειμενικών και αντικειμενικών ορίων του δεδικασμένου των άρθρων 324 και 325 ΚΠολΔ και συνεπώς δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ16 ΚπολΔ.
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει ν' απορριφθεί η από 28-9-2015 (αρ.κατ.40/2015) αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.), να μην επιβληθούν όμως δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων, εφόσον το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του δικαστικού πληρεξουσίου του και δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2015 (αρ. κατ. 40/30-9-2015) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 154/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ