Legislator Case Law & Legislation
1430/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance denial for gastric ring implant as facts were properly evaluated.

Case Number 1430/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision rejecting her insurance claim for a gastric ring implant. The appellant argued the lower court ignored her claim that the procedure was covered, but the court found it had properly rejected the claim based on the exclusion of such procedures in the insurance contract. Consequently, the appeal was rejected, the costs were assigned to the appellant, and the original insurance denial was upheld.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the second-instance court properly evaluated evidence and rejected claims contrary to the appellant's assertions by accepting opposing facts as proven.

Keywords

AI generated
insurance contract interpretation exclusion clauses medical procedure coverage appellate review standards evidence evaluation costs allocation procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 560 number 1 section a of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 3/1997
OLAP 109/12
OLAP 12/1997
OLAP 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1430 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1430/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." ως οιονεί καθολικής διαδόχου του εν Ελλάδι υποκαταστήματος της Αμερικανικής Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "..."), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3454/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4697/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/6/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας προσβάλλεται η 4697/2017, τελεσίδικη, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή εκδοθείσα αντιμωλία, κατά την τακτική διαδικασία δέχθηκε την από 25-09-2013 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, κατά της 3454/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αντιμωλία επίσης εκδοθείσας, εξαφάνισε την τελευταία, αυτή (πρωτόδικη), απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή, στο σύνολό της, η από 17-05-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και είχε επιδικασθεί, σ' αυτή, ως ασφαλιστική αποζημίωση, το ποσό των 10.229,98 ευρώ και απέρριψε την αγωγή. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικα, να εξετασθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, σύμφωνα με τον αριθμό 6 της ίδιας, ως άνω, διατάξεως του ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η διάταξη, όμως, αυτή, όμοια με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, δεν έχει εφαρμογή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1690/2018, ΑΠ 1130/2009, ΑΠ 348/2009, ΑΠ 1068/2007, ΑΠ 589/2005, ΑΠ 174/2004, ΑΠ 189/2018).

Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει, για τη θεμελίωση, αμφοτέρων, των ως άνω αναιρετικών λόγων να αναφέρονται στο αναιρετήριο, πέραν του παραβιασθέντος (ευθέως ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα) νομικού κανόνα, με πληρότητα και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος πρότασης), υπό τις οποίες συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα.

Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν οι ως άνω πλημμέλειες, που αποδίδονται στην απόφαση, οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 1206/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, την αιτίαση της, ευθείας, παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 5 του Ν. 2251/1994, 5 εδ. β της 93/13/ΕΟΚ Οδηγίας, 173, 200 ΑΚ και 2 παρ. 8 του Ν. 2496/1997, ισχυριζομένη, για τη θεμελίωσή του, επί λέξει, τα εξής: "...Στην κρινόμενη υπόθεση το Πρωτοδικείο, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής : "Κατόπιν προτάσεως ασφαλίσεως της εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε.", η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέδωσε αρχικά το με αριθμό ...77 και κατόπιν νεώτερης αρίθμησης το με αριθμό ...65 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με αντισυμβαλλόμενη της την ανωτέρω εταιρεία και ασφαλισμένους όλους τους μόνιμους και πλήρως απασχολούμενους υπαλλήλους της, οι οποίοι δεν έχουν συμπληρώσει το 70ο έτος της ηλικίας τους, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που περιέχονται στο συμβόλαιο αυτό, η έναρξη ισχύος του οποίου ορίστηκε την 1-1-2010, ενώ η διάρκεια του συμφωνήθηκε ετήσια με δυνατότητα αυτόματης ανανέωσης κάθε χρόνο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον πίνακα παροχών και ασφαλίστρων.

Οι παρεχόμενες στο ως άνω ομαδικό ασφαλιστήριο καλύψεις αφορούν ομαδική ασφάλεια ζωής και ομαδική ασφάλεια ευρείας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σύμφωνα με τα οριζόμενα στον πίνακα παροχών και ασφαλίστρων και τους επιμέρους όρους του ασφαλιστηρίου. Στο ανωτέρω ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο εντάχθηκε και η εφεσίβλητη υπό την ιδιότητά της ως εργαζόμενη και ειδικότερα ως προϊσταμένη του νομικού τμήματος της "...

Α.Ε.", με σχέση έμμισθης εντολής (πάγια αντιμισθία). Επιπλέον, με το με αριθμό ...64 ατομικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο που υπεγράφη μεταξύ της εφεσίβλητης και της εκκαλούσας και με έναρξη ισχύος την 13-4-1999, η εφεσίβλητη ασφαλίστηκε στην εκκαλούσα μεταξύ άλλων και για τον κίνδυνο νοσοκομειακής περίθαλψης, στα πλαίσια της συμπληρωματικής κάλυψης, υπό τον τίτλο "...".

Περαιτέρω στο κεφάλαιο "ΟΡΙΣΜΟΙ" του ...65 ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου ως "Ασθένεια" ορίζεται "Πάθηση ή ανωμαλία της λειτουργίας των οργάνων του σώματος του Ασφαλισμένου που δεν οφείλεται σε ατύχημα και είναι αντικειμενικά διαγνώσιμη", ενώ στους γενικούς όρους του ...64 ατομικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου και στο κεφάλαιο με τον τίτλο "ΟΡΙΣΜΟΙ" ορίζεται ότι "Ο όρος ασθένεια, όπου χρησιμοποιείται στο ασφαλιστήριο αυτό, δηλώνει κάθε πάθηση ή ανωμαλία που παρουσιάζεται στην λειτουργία των οργάνων του σώματος του Καλυπτόμενου Μέλους, είναι ανεξάρτητες από την θέληση του και προέρχεται από παθολογικές αιτίες που μπορούν να διαγνωστούν από γιατρό".

Στο συμπληρωματικό συμβόλαιο ευρείας νοσοκομειακής περίθαλψης του ...65 ομαδικού συμβολαίου, όπου προβλέπονται οι καλυπτόμενες παροχές και στο ΤΜΗΜΑ I αυτού, καθώς και στο ΜΕΡΟΣ II του ...64 ατομικού συμπληρωματικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου νοσοκομειακής περίθαλψης "..." υπό τον τίτλο "ΠΑΡΟΧΕΣ", όπου περιγράφονται τα έξοδα που αναγνωρίζονται και αποζημιώνονται αναφέρεται ότι "...

στις υπηρεσίες που καλύπτει το συμβόλαιο αυτό δεν περιλαμβάνονται υπηρεσίες του Νοσοκομείου που δεν αφορούν άμεσα την θεραπεία του ατυχήματος ή της ασθένειας που αναφέρονται πιο πάνω". Επίσης, απεδείχθη ότι κατά τη χρονική περίοδο των ετών 2004-2005 το βάρος της εφεσιβλήτου αυξήθηκε σταδιακά, με αποτέλεσμα να εμφανίζει παθολογικά συμπτώματα και συγκεκριμένα αρτηριακή υπέρταση, μεταβολικό σύνδρομο και οσφυοϊσχυαλγία.

Η κατάσταση της επιδεινώθηκε κατά το έτος 2008 που η εφεσίβλητη κατέστη έγκυος και εξαιτίας του μεταβολικού συνδρόμου, μετά την εγκυμοσύνη της δεν κατόρθωσε να μειώσει το βάρος της, το οποίο παρέμεινε στα 115 χιλιόγραμμα επί ύψους 1,65 μ. Ακολούθησε δίαιτα και φαρμακευτική αγωγή με λήψη του σκευάσματος "Acomplia", χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα.

Την 12-5-2010 η εφεσίβλητη, κατόπιν εξέτασης από τον ειδικό παθολόγο ιατρό Ε. Α. στο εξωτερικό παθολογικό ιατρείο του ... Νοσοκομείου ...., διεγνώσθη με "νοσογόνο παχυσαρκία επί εδάφους αρχομένης αρτηριακής υπερτάσεως, μεταβολικού συνδρόμου και οσφυοϊσχιαλγίας", αφού δε διαπιστώθηκε η άκαρπη έκβαση της φαρμακευτικής αγωγής την οποία ακολουθούσε, της συνεστήθη, ενόψει και της υψηλής καταγραφείσας τιμής του δείκτη σωματικής μάζας (42,2 επί ύψους 1,65 μ.

και βάρους 115 χλγ.), η χειρουργική αντιμετώπιση της νόσου με τοποθέτηση γαστρικού δακτυλίου. Την 13-5-2010 η εφεσίβλητη εισήχθη στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "...", όπου υπεβλήθη αυθημερόν στην εν λόγω επέμβαση και εξήλθε την 14-5-2010. Στην συνέχεια με την από 18-5-10 αίτηση αποζημίωσης ασφαλισμένου λόγω ασθενείας που υπέβαλλε στην εκκαλούσα, ζήτησε από αυτήν να της καταβάλλει με βάση τα παραπάνω ασφαλιστήρια συμβόλαια, τη δαπάνη νοσηλείας στην οποία υποβλήθηκε, συνολικού ύψους €10.229,98." (βλ.

αναιρεσιβαλλόμενη σελ. 3-5). Από τις ανωτέρω παραδοχές εκ του πράγματος του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι υποβλήθηκα σε χειρουργική επέμβαση τοποθέτησης ενδογαστρικού δακτυλίου προς αντιμετώπιση ανώμαλης λειτουργίας του οργανισμού "νοσογόνου παχυσαρκίας" κατ' εντολή παθολόγου γιατρού του .... Νοσοκομείου ...., μετά την άκαρπη φαρμακευτική αγωγή, η οποία νοσογόνος παχυσαρκία είχε ήδη προκαλέσει αρτηριακή υπέρταση, μεταβολικό σύνδρομο και οσφυοϊσχιαλγία (πέραν των κινδύνων υγείας ακόμη και ζωής που η ανώμαλη αυτή λειτουργία του οργανισμού προκαλούσε).

Στη συνέχεια το Πρωτοδικείο προσέφυγε σε ερμηνεία των συμβατικών ορισμών, τους οποίους το Ειρηνοδικείο είχε ερμηνεύσει σύμφωνα με τις διατάξεις, που προπαρατέθηκαν, ενόψει του ισχυρισμού της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ότι σύμφωνα με τους όρους αυτούς "οι καλυπτόμενες νοσοκομειακές υπηρεσίες θα πρέπει να αφορούν στη θεραπεία των αιτίων για τα οποία αυτή είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο ...

ενώ στην υπό κρίση περίπτωση η επίδικη χειρουργική επέμβαση δεν αντιμετώπισε την αιτία της παχυσαρκίας και συνεπώς επρόκειτο για συμπτωματική και όχι αιτιολογική αντιμετώπιση αυτής" (βλ. αναιρεσιβαλλόμενη, σελ•5). Για την ερμηνεία των συμβατικών όρων, το Πρωτοδικείο προσέφυγε στην από 20-6-2010 ιατρική γνωμάτευση ειδικού παθολόγου συνεργάτη της αναιρεσίβλητης κατά την οποία η έννοια του ασφαλιστηρίου είναι ότι μολονότι η χειρουργική επέμβαση στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν επιβεβλημένη (με δείκτη άνω του 40, εδώ 42,2) μετά την αποτυχία της φαρμακευτικής αγωγής, η ασθένεια δεν καλυπτόταν, αφού η θεραπεία δεν αφορούσε στα αίτια της νοσογόνου παχυσαρκίας (στα οποία ο γιατρός αναφέρεται αναλυτικά).

Κατ' αποτέλεσμα της ερμηνείας αυτής το Πρωτοδικείο κατέληξε στο αντίθετο προς το Ειρηνοδικείο πόρισμα, ότι δηλ. η σύμβαση είναι σαφής (ενώ είχε ήδη αποκαλύψει την ανάγκη ερμηνείας της) και απέκλεισε έτσι την εφαρμογή των εφαρμοστέων διατάξεων που προπαρατέθηκαν (βλ. αναιρεσιβαλλόμενη, σελ.5).". Ο λόγος αυτός, όπως, ως άνω, διατυπώνεται, είναι απαράδεκτος:

α) λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, οι κρίσιμες, σχετικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, παρά μόνο οι προπαρατεθείσες, επιλεγμένες από την αναιρεσείουσα, αποσπασματικές παραδοχές της, από τις οποίες, όμως, παρά τα όσα αυτή (αναιρεσείουσα) διατείνεται, επιχειρούσα τη θεμελίωσή του, δεν προκύπτει, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαπίστωσε ή όχι κενό ή ασάφεια των όρων της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, προέβη σε ερμηνεία τους παρά τη διαβεβαίωση ότι ήταν σαφείς, και με την ερμηνεία τους παραβίασε τους επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός του έλεγχος.

Και, β) διότι, με το πρόσχημα της επικαλούμενης πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου, ως άνω, (πρώτου) λόγου της ένδικης αίτησης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο παραπάνω δικανικό του πόρισμα, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, επιχειρούσα τη θεμελίωση του υπόψη λόγου, ισχυρίζεται: α) η αιτιολογία, ότι οι υπηρεσίες, οι οποίες της παρασχέθηκαν δεν αφορούσαν την αιτία για την οποία διατάχθηκε από γιατρό να της παρασχεθούν και οι οποίες ήταν επιβεβλημένες, ενόψει και των οργανικών επιπτώσεων, που είχαν ήδη διαγνωσθεί, ελέγχεται αντιφατική, αφού η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας με τον μόνο ιατρικά ενδεδειγμένο τρόπο θεράπευε τα νοσηρά συμπτώματα που αυτή είχε ήδη προκαλέσει, όπως ισχυρίστηκε με την αγωγή και με τις προτάσεις της στο Ειρηνοδικείο και στο Πρωτοδικείο.

Κατά δε το μέρος, που δέχτηκε, το Πρωτοδικείο, ότι η νοσογόνος παχυσαρκία μπορεί να προκαλέσει νόσους (χωρίς να προσδιορίζει ποιες νόσους μπορεί να προκαλέσει), αλλά δεν είναι η ίδια ασθένεια ελέγχεται ανεπαρκής και μη νόμιμη λόγω προσήλωσης στις λέξεις του ασφαλιστηρίου. β) Με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, υπέλαβε, χωρίς να το διατυπώσει ρητά, ότι η πολύ σοβαρή παχυσαρκία της δεν ήταν ανεξάρτητη από τη θέλησή της (ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας), παρότι δέχθηκε ότι απέτυχε η φαρμακευτική αγωγή, στην οποίαν αυτή υποβλήθηκε για να αποτρέψει τη χειρουργική επέμβαση και, ερμηνεύοντας, διασταλτικά, το σχετικό συμβατικό όρο, τον οποίον, όμως, ήδη είχε κρίνει σαφή, προσέδωσε σ' αυτόν την έννοια ότι αποκλείει τη συμπτωματική θεραπεία της πάθησης ή ανωμαλίας προς αποτροπή και των επιπτώσεων, που έχουν ήδη διαγνωσθεί αλλά και άλλων σοβαροτάτων κινδύνων υγείας και ζωής, με τους οποίους, όμως, δεν ασχολείται.

Και, γ) η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι η επιβληθείσα χειρουργική επέμβαση θα έπρεπε να αντιμετωπίσει ποικίλα και αδιευκρίνιστα αίτια, ώστε να καλυφθούν οι δαπάνες νοσηλείας της, έστω και αν αυτά είναι ψυχογενή, είναι "μη νόμιμη και αλυσιτελής", αφού τα αίτια, κατά την προσβαλλομένη, δεν μπορεί να διαγνωσθούν ούτε αντιμετωπίζονται με χειρουργική επέμβαση, η οποία (χειρουργική επέμβαση), ωστόσο, απέτρεψε τις άμεσες παθολογικές επιπτώσεις και τους περαιτέρω σοβαρότατους κινδύνους της πάθησης και ανώμαλης λειτουργίας του οργανισμού της από τη νοσογόνο παχυσαρκία, πράγμα που αυτή (αναιρεσείουσα) διέλαβε στην ένδικη αγωγή και τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος και κατά το υπόψη, δεύτερο, σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλουμένη παραβίαση, παρά μόνο, ελάχιστες, αποσπασματικές σκέψεις του, τις οποίες επέλεξε η αναιρεσείουσα και, αφετέρου, διότι, υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, με τα όσα, κατά τα παραπάνω, εκτίθενται, για τη θεμελίωσή του, πλήττεται, αποκλειστικά, η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ' εαυτή, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Σημειουμένου, πέραν τούτων, ως επιπροσθέτου στοιχείου του απαραδέκτου της υπόψη αναιρετικής αιτιάσεως και της αντίφασης αυτής προς τον πρώτο αναιρετικό λόγο, συνισταμένης στο ότι για μεν τη θεμελίωση αυτού (πρώτου λόγου) η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δικαστήριο, εσφαλμένα, προέβη σε ερμηνεία των όρων των ενδίκων ασφαλιστηρίων, ενώ, για τη θεμελίωση του παρόντος λόγου ισχυρίζεται τα αντίθετα και δη, ότι αυτό προσηλώθηκε στις λέξεις τους.

IΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο Τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχει ισχύ από 1-1-2016, αντίστοιχος του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12). Αυτός ο λόγος, όμως, δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε, ευθέως, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο (και τελευταίο) αναιρετικό λόγο της ένδικης αίτησης, από τους αριθμούς 5, 1 και 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο οποίος εκτιμάται, ως μόνο, από τον αριθμό 5 του ίδιου άρθρου, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι, δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της, τον οποίον επανέφερε, με τις προτάσεις της, ενώπιόν του, προς απόκρουση της ένδικης έφεσης της αντιδίκου της και στήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης, πως με τα επίμαχα ασφαλιστήρια συμβόλαια καλύπτονται οι δαπάνες όλων των επεμβάσεων, πλην των αισθητικών ή πλαστικών, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνεται η επίμαχη περίπτωση, της επέμβασης για τοποθέτηση, σ' αυτή, γαστρικού δακτυλίου.

Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς της ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας και τους απέρριψε "εκ των πραγμάτων", αφού αυτό δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα αντίθετα, προς τα όσα αυτή (αναιρεσείουσα) υποστηρίζει, για τη θεμελίωσή του και συγκεκριμένα (δέχθηκε) ότι η ένδικη επέμβαση, στην οποίαν αυτή υποβλήθηκε, εμπίπτει στις εξαιρούμενες ασφαλιστικές περιπτώσεις, δηλαδή σ' αυτές, οι οποίες δεν καλύπτονται από τους όρους των επίμαχων ασφαλιστηρίων συμβολαίων και, συνακολούθως της παραδοχής του αυτής, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένδικη αγωγή, στο σύνολό της.

ΙV. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή, με τις προτάσεις της, ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-06-2018 αίτηση αναίρεσης της 4697/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ