Legislator Case Law & Legislation
1430/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against court of first instance judgment on unjust enrichment claim.

Case Number 1430/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a mortgage clerk against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The clerk had sued a company for unjust enrichment after receiving fees for registering a mortgage on a bond loan, arguing she caused the company's loss through negligence. The court found the lower court's reasoning sufficient and rejected the appellant's claims regarding procedural errors and the necessity of the loan's rapid disbursement.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 281 of the Civil Code; Articles 791, 781 of the Code of Civil Procedure: The court of first instance is not required to exhaust all possible grounds for liability when the facts sufficiently establish the claim, and procedural omissions by the plaintiff do not negate the defendant's exclusive fault if the core elements of unjust enrichment are met.

Keywords

AI generated
unjust enrichment mortgage clerk bond loan negligence civil procedure court of appeal supreme court

Cited Legislation

AI generated
Article 1 paragraph 1 item a of Law 3156/2003
Articles 6, 7, 8 and 9 of the relevant section
Article 25 paragraph 2 of Law 1756/1988
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 914, 281 of the Civil Code
Article 791 of the Code of Civil Procedure
Article 781 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1430 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1430/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Τ. συζύγου Π. Κ., Υποθηκοφύλακα ..., Προϊσταμένης Κτηματολογικού γραφείου ..., με έδρα τον ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάκωβο Βενιέρη, που ανακάλεσε την από 13-1-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΠΙΤΙΟΥ", με έδρα στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Πασσά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1408/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1464/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-3-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 1-12-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ήδη αναιρεσίβλητη, με την ένδικη αγωγή της ισχυρίσθηκε; ότι η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, ως άμισθη Υποθηκοφύλακας του Υποθηκοφυλακείου ... Θεσσαλονίκης, για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης προς εξασφάλιση ομολογιακού δανείου, αξίωσε και έλαβε ως αμοιβή αναλογικά δικαιώματα, ποσού 40.172,94 ευρώ, προκαλώντας έτσι από υπαιτιότητά της σ’ αυτήν (ενάγουσα) αντίστοιχη ζημία. Ζήτησε δε κατόπιν αυτού με την αγωγή να υποχρεωθεί η εναγομένη, κυρίως μεν λόγω της αδικοπραξίας της άλλως δε και επικουρικώς κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού να της καταβάλει νομιμοτόκως το επί πλέον του νομίμου εισπραχθέν χρηματικό ποσό των 40.072,94 ευρώ. Με την πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή έγινε δεκτή κατά την κυρία βάση της και απερρίφθη ως μη νόμιμη κατά την επικουρική της βάση, η ασκηθείσα δε κατά της αποφάσεως αυτής έφεση της εναγομένης απερρίφθη με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση, πληττομένη με τους κατωτέρω αναιρετικούς λόγους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 εδ. α’ του ν. 3156/2003: "ομολογιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από ανώνυμη εταιρία που εδρεύει στην Ελλάδα (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δικαιώματα των ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους όρους του δανείου". Επίσης, στα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του κεφαλαίου Β του ίδιου Νόμου που φέρει τον τίτλο "ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ", προβλέπονται, αντίστοιχα, το κοινό ομολογιακό δάνειο, το ομολογιακό δάνειο με ανταλλάξιμες ομολογίες, το ομολογιακό δάνειο με μετατρέψιμες ομολογίες και το ομολογιακό δάνειο με δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη, ενώ τα άρθρα 10 και 11, αναφέρονται στις ειδικές συμβάσεις και στις εταιρείες ειδικού σκοπού και αφορούν σε μεταβιβάσεις απαιτήσεων ή ακινήτων μεταξύ συμβαλλομένων αφ’ ενός εμπόρων ή του Ελληνικού Δημοσίου ή νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων στο Χ.Α.Α, ως μεταβιβαζόντων και αφ’ ετέρου εταιρειών ειδικού σκοπού, που συστήνονται αποκλειστικώς για την αγορά και μόνο των απαιτήσεων και την εν συνεχεία περιορισμένη τιτλοποίηση και διάθεση των τίτλων (ομολογιών) με ιδιωτική τοποθέτηση.

Ωσαύτως, κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του ιδίου ως άνω νόμου: " 1. Η έκδοση ομολογιακού δανείου του νόμου αυτού, η παροχή κάθε είδους ασφαλειών, όλες οι συμβάσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτό, καθώς και κάθε σχετική ή παρεπόμενη σύμβαση ή πράξη και η καταχώριση αυτών σε δημόσια βιβλία όπου απαιτείται, οι προσωρινοί και οριστικοί τίτλοι ομολογιών, η διάθεση και κυκλοφορία αυτών, η εξόφληση του κεφαλαίου από ομολογίες και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν και εν γένει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από ομολογίες που εκδίδονται σύμφωνα με το νόμο αυτόν και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν, η μεταβίβαση ομολογιών εντός ή εκτός οργανωμένης αγοράς ή χρηματιστηρίου απαλλάσσονται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, περιλαμβανομένου και του φόρου υπεραξίας, τέλος, ανταποδοτικό ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, του Ν. 128/1975, προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών. 2.

Για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώριση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11 καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων εκατό (100) ευρώ, αποκλειόμενης οποιοσδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους".

Επίσης, κατά το άρθρο 1 του ν. 325/1976 οι άμισθοι υποθηκοφύλακες εισπράττουν από τους αιτούντες την εγγραφή στα τηρούμενα από αυτούς βιβλία, ανεξαρτήτως των νομίμων τελών δικαιώματα πάγια και αναλογικά κατά τις διακρίσεις, που διαλαμβάνονται στα επόμενα άρθρα του νόμου αυτού. Τα δικαιώματα τα οποία ο άμισθος υποθηκοφύλακας δικαιούται με βάση τις διατάξεις του ως άνω νόμου δεν είναι δικαιώματα υπέρ τρίτου, αλλά ίδια αυτού δικαιώματα, τα οποία αποτελούν τις αποδοχές του, όπως ακριβώς και τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων, αποτελούν τις αποδοχές τους.

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι στην ατέλεια του άρθρου 14 ν. 3156/2003 υπόκειται και η εγγραφή υποθήκης, που ασφαλίζει απαίτηση από ομολογιακό δάνειο. Ενόψει δε του ότι ο περιορισμός του άρθρου 14 παρ. 2 του πιο πάνω νόμου δεν αφορά μόνο στα εισπραττόμενα από τον υποθηκοφύλακα δικαιώματα υπέρ τρίτων (Δημόσιο ΤΑΧΔΙΚ), αλλά και τα δικά του δικαιώματα, δηλαδή την αμοιβή του, η εγγραφή υποθήκης, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, ασφαλίζει απαιτήσεις που απορρέουν από ομολογιακό δάνειο του ν. 3156/2003, οποιασδήποτε προβλεπόμενης σ* αυτόν μορφής, μεταξύ των οποίων και το κοινό ομολογιακό δάνειο, υπόκειται μόνο σε πάγια δικαιώματα υποθηκοφυλάκων (εμμίσθων ή αμίσθων) ποσού 100 ευρώ και όχι στα προβλεπόμενα από το ν. 325/1976 αναλογικά δικαιώματα, ανερχόμενα σε ποσοστό τρία τοις χιλίοις επί του κεφαλαίου του ομολογιακού δανείου (Α.Π. 2252/2013, 1206/2015, 512/2016).

Στον περιορισμό της αμοιβής του υποθηκοφύλακος για την καταχώρηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων, υπόκειται, εφόσον ασφαλίζει απαίτηση από κοινό ομολογιακό δάνειο, και η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, η οποία αποτελεί υποθήκη υπό την αναβλητική αίρεση, της τελεσιδίκου επιδικάσεως της απαιτήσεως και της τροπής σε υποθήκη, με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημειώσεως (Ολ.

Α.Π. 14/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1344 του Α.Κ., "ο φύλακας υποθηκών ευθύνεται σε αποζημίωση όποιου ζημιώθηκε για κάθε πράξη ή παράλειψη σχετική με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι ο υποθηκοφύλακας, εάν για την εγγραφή πράξεως στα τηρούμενα από αυτόν βιβλία ζήτησε και έλαβε αμοιβή μεγαλύτερη από αυτή που προβλέπει ο νόμος, έχει υποχρέωση, σε συνδυασμό και με την διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., να αποζημιώσει εκείνον που κατέβαλε αμοιβή μεγαλύτερη από τη νόμιμη (Α.Π. 410/1988).

Αποζημίωση δε μπορεί να ζητηθεί, κατά το άρθρο 914 Α.Κ., προς αποκατάσταση κάθε ζημίας (θετικής ή αποθετικής) που έχει προκληθεί από ενέργεια (πράξη ή παράλειψη), οφειλομένη σε συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, δηλαδή συμπεριφορά που όχι μόνον είναι αντίθετη προς το νόμο, αλλά οφείλεται σε πταίσμα, δόλο ή αμέλεια.

Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Έτσι αν η ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος δεν δικαιούται αποζημιώσεως. Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα, ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης, διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει και την ύπαρξη υπαιτιότητος υπό την μορφή της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμελείας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, του ιδίου κύκλου δραστηριότητος, ανεξαρτήτως του αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνος δικαίου (Α.Π. 1361/2013, 2252/2013, 512/2016 ).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος (δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Έτσι, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.Α.Π. 13/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Δυνάμει της από 07.05.2009 σύμβασης υπό τον τίτλο "ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΚΟΙΝΟΥ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ ΠΟΣΟΥ ΕΥΡΩ ΔΕΚΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΩΝ (€ 10.000.000) ΜΕ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗΣ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗΣ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΓΕΝΟΥΣ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΟΜΟΛΟΓΩΝ", η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη), ως εκδότρια, συνομολόγησε με τις ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες ήτοι την "...

ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" ως διοργανωτή, εκπροσώπου, πληρεξουσίου καταβολών και ομολογιούχου και την ..." ως ομολογιούχου, κοινό εμπραγμάτως εξασφαλισμένο ομολογιακό δάνειο ποσού 10.000.000 ευρώ, διάρκειας πέντε ετών και έξι μηνών, διεπόμενο από τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 και του Κ.Ν. 2190/1920 καθώς και από τους ειδικότερους όρους της εν λόγω σύμβασης, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτήν (ενάγουσα), ως εκδότρια, για την χρηματοδότηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και την υλοποίηση του εταιρικού της σκοπού.

Προς εξασφάλιση των απορρεουσών από την ανωτέρω σύμβαση ομολογιακού δανείου τοκοφόρων απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστριών, σύμφωνα με τους όρους της ως άνω συμβάσεως, η ενάγουσα...συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί των περιγραφομένων στην υπό κρίση αγωγή ακινήτων της κατά θέση, έκταση και όρια...και εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η... 16873/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επιτράπηκε στην άνω ομολογιούχο δανείστρια "...

ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" να εγγράψει προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 10.000.000€ υπέρ της ως άνω τραπεζικής εταιρίας και για λογαριασμό των απ’ αυτήν εκπροσωπουμένων ομολογιούχων δανειστών ... επί των προαναφερομένων τριών ακινήτων ιδιοκτησίας της...ενάγουσας...Στη συνέχεια και συγκεκριμένα την 17.06.2009 η ενάγουσα εταιρεία υπέβαλε προς το αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο ...........αίτηση, περί εγγραφής της........προσημείωσης υποθήκης στα οικεία βιβλία του.......προσφέροντας ταυτόχρονα και το ποσό των 100 € για την εξόφληση των προβλεπομένων από το άρθρο 14 παρ.2 του Ν. 3156/2003 παγίων τελών.

Η εκκαλούσα-εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα), που είναι άμισθος Υποθηκοφύλακας του Υποθηκοφυλακείου ... και Προϊσταμένη του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, αξίωσε από την ενάγουσα...την καταβολή υπέρ αυτής του συνολικού ποσού των 40.172,94 ευρώ, ως αναλογικά δικαιώματα...όπως και η ίδια ομολογεί με τα διαλαμβανόμενα στον τρίτο λόγο της έφεσης της.

Η αξίωση αυτή της .....εναγόμενης ως προς το ποσό το επιπλέον των 100 ευρώ [ήτοι ως προς το ποσό των ευρώ (40.172,94 - 100)] δεν είναι σύννομη, διότι, στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούμενη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης αφορούσε...την εξασφάλιση απαίτησης των ομολογιούχων δανειστών....από...σύμβαση κοινού ομολογιακού δανείου του Ν. 3156/2003.

Επομένως...για την συγκεκριμένη εγγραφή υποθήκης στο Υποθηκοφυλακείο ..., αφού με αυτήν (προσημείωση υποθήκης) εξασφαλιζόταν απαίτηση από κοινό ομολογιακό δάνειο του Ν. 3153/2003, απαιτείτο, κατ’ εφαρμογή της ρητής διάταξης του άρθρου 14 παρ. 2 του νόμου αυτού, η καταβολή μόνο πάγιων δικαιωμάτων της εκκαλούσας εναγομένης υποθηκοφύλακα εκ ποσού 100 ευρώ, αποκλεισμένης οποιαδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους...

Η ... ενάγουσα, διαμαρτυρήθηκε αμέσως για την ανωτέρω μη νόμιμη αξίωση της εναγομένης...και ζήτησε από την τελευταία την εγγραφή της υποθήκης με περιορισμό των δικαιωμάτων τους (αμοιβής) κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003...Όμως, η ...εναγόμενη ενέμεινε στην...άποψη της για είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων και έτσι η...ενάγουσα, προκειμένου να γίνει η αιτούμενη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, θέλοντας να αποφύγει τη χρονική καθυστέρηση που θα συνεπαγόταν η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 791 ΚΠολΔ...,αφού η έκδοση της σχετικής αποφάσεως θα είχε ως συνέπεια την καθυστέρηση του δανείου..., κατέβαλε αυθημερόν...στην...εναγόμενη το αξιούμενο από αυτήν συνολικό ποσό των 40.172,94 ευρώ, γεγονός που ...

ομολογείται από την...εναγόμενη...Με την προαναφερόμενη πράξη της η εναγόμενη παρά το νόμο ζημίωσε την ενάγουσα κατά το ποσό των 40.072,94 ευρώ, δεδομένου ότι,... ενώ έπρεπε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003, να λάβει για την εγγραφή της υποθήκης μόνο τα πάγια δικαιώματα της εκ ποσού 100 ευρώ..., αυτή έλαβε το υπέρτερο συνολικό ποσό των 40.072,94 ευρώ.

Βαρύνεται δε η εναγομένη με υπαιτιότητα και συγκεκριμένα με αμέλεια για την πρόκληση της άνω ζημίας στην ενάγουσα, αφού δεν ενήργησε με την επιμέλεια του μέσου συνετού υποθηκοφύλακα. Ειδικότερα η αμέλεια της εναγομένης συνίσταται στο ότι: α) μπορούσε η τελευταία ευχερώς να διαπιστώσει την υπαγωγή της αιτούμενης εγγραφής υποθήκης στο προστατευτικό καθεστώς της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003 και όφειλε, ως εκ της ιδιότητας του, να γνωρίζει την συγκεκριμένη ρύθμιση, η οποία προκύπτει ευθέως από την γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης, και να μην εισπράξει αναλογικά τέλη κατ’ άρθρο 5 του Ν. 325/1976 για την αιτουμένη εγγραφή αλλά να περιορίσει την είσπραξη των δικαιωμάτων της μόνο στο πάγιο ποσό των εκατό (100) ευρώ..., β) μπορούσε, λόγω της ιδιότητας της ως υποθηκοφύλακας και συνακόλουθα ως βοηθητικού προσώπου της δικαιοσύνης, όχι μόνον να αναζητήσει τη νομολογία (μέσω δημοσιεύσεων σε νομικά περιοδικά και σε ηλεκτρονικές συλλογές νομικών πληροφοριών)επί του συγκεκριμένου ζητήματος..., οπότε θα διαπίστωνε ευχερώς ότι κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της ενέργειας της (ήτοι την 17.06.2009) η απολύτως κρατούσα νομολογία των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων αλλά των Εφετείων...υποχρέωνε τους υποθηκοφύλακες στην εγγραφή υποθήκης αλλά και προσημείωσης υποθήκης για την εξασφάλιση απαιτήσεων από κάθε είδους ομολογιακό δάνειο, αντί καταβολής μόνο των πάγιων δικαιωμάτων τους εκ ποσού 100 ευρώ ανά εγγραφή, δεχόμενη ότι η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003 αναφέρεται σε κάθε είδους ομολογιακό δάνειο του νόμου αυτού άρα και στα κοινά ομολογιακά δάνεια...

και ότι η διάταξη αυτή δεν είναι αντισυνταγματική. Ο...ισχυρισμός της...εναγομένης...ότι οδηγήθηκε στην άνω άρνηση της περί εφαρμογής του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003 και είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων βάσει των διατάξεων 1,5 ν.325/1976, 20 παρ. 5 ν. 2145/1993 σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. .../1996 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όχι από προσωπική της πεποίθηση αλλά έχοντας υπόψη της και σωρεία δικαστικών αποφάσεων που ενίσχυαν την κρίση της...αναφέροντας ενδεικτικά δύο αποφάσεις πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, ήτοι την υπ’ αριθμ. 106/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης και την υπ’ αριθμ. 431/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς...

δεν αναιρεί την υπαιτιότητα της, υπό την μορφή της αμέλειας της. Τούτο διότι οι αποφάσεις αυτές κατ’ αντικειμενική κρίση δεν μπορούν να διαμορφώσουν πεποίθηση στην εκκαλούσα περί της ορθότητας της κρίσης της για το ότι το κοινό ομολογιακό δάνειο δεν υπάγεται στο άρθρο14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003 που προβλέπει πάγια τέλη, καθόσον από την επισκόπηση των προαναφερομένων αποφάσεων εκδοθείσες...

κατά την διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας, προκύπτει ότι απέρριψαν τις ασκηθείσες σχετικές αιτήσεις του άρθρου 791 ΚΠολΔ ως μη νόμιμες, με την αιτιολογία ότι δεν υπάγεται η προσημείωση υποθήκης στο ως άνω άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003. Άλλωστε η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί αμελούς συμπεριφοράς της...εναγομένης ενισχύεται και εκ του ότι, εάν η εκκαλούσα πράγματι κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου συνετού υποθηκοφύλακα, που, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη απαιτείται στις συναλλαγές και δη εάν επεδείκνυε την ενδεδειγμένη επιμέλεια προς αποσαφήνιση του επίμαχου νομικού ζητήματος ευχερώς θα διαπίστωνε ότι η ως άνω άρνηση της προς εγγραφή της αιτηθείσας προσημειώσεως μόνον με την καταβολή των παγίων τελών των 100€ δεν είναι σύννομη, όχι μόνον αναζητώντας την κρατούσα κατά το ως άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα νομολογία που ήταν δημοσιευμένη σε νομικά περιοδικά και σε ηλεκτρονικές συλλογές νομικών πληροφοριών, (ΕφΠατρ. 799/2008, ΜονΘεσ 26836/2008, ΜονΘεσ 11802/2008, ΜονΛαρ. 689/2008 ΜονΡοδ 322/2007 ΜονΒερ 150/2007, Μον.

Ρεθ.25/2007, δημ.Νόμος) αλλά λαμβάνοντας υπόψη της, την κατά το προηγούμενο έτος (ήτο το 2008) εκδοθείσα υπ’ αριθμ. 26836/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Νόμος και στην ΕΦΑΔ 2008/979), που αφορούσε το Υποθηκοφυλακείο ..., στο οποίο είναι Υποθηκοφύλακας και Προϊσταμένη του Κτηματολογικού Γραφείου, με την οποία έγινε δεκτή η κατ’ άρθρο 791 του ΚΠολΔ αίτηση τραπεζικής ανώνυμης εταιρείας περί αντιρρήσεων κατά της αρνητικής απόφασης της Προϊσταμένης του Κτηματολογικού Γραφείου ...

να εγγράψει στα κτηματολογικά βιβλία προσημείωση υποθήκης για την εξασφάλιση απαίτησης της αιτούσας τράπεζας από ομολογιακό δάνειο, επειδή απαίτησε για τη σχετική εγγραφή αναλογικά δικαιώματα, αντί του παγίου των 100 ευρώ και απορρίφθηκε η σχετική κύρια παρέμβαση της Προϊστάμενης του Κτηματολογικού Γραφείου καθώς και η πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση του μη κερδοσκοπικού σωματείου με την επωνυμία "Ένωσης Αμίσθων Υποθηκοφυλάκων Ελλάδος".

Εξάλλου η προτεινόμενη απ’ αυτήν μάρτυρας...Υποθηκοφύλακας Λαγκαδά, Μ. Π.... κατέθεσε αυτολεξεί: "Είναι πάγια θέση των άμισθων υποθηκοφυλάκων. Υπάρχουν αποφάσεις που αναφέρουν ότι είναι σωστή αυτή η θέση. Το κάνουμε σε όλες τις υποθήκες και τις προσημειώσεις", γεγονός που υποδηλώνει την εμμονή των αμίσθων υποθηκοφυλάκων στην άποψη των περί μη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003 ώστε να μην περιορισθούν τα δικαιώματα των και για στήριξη αυτής επικαλούνται ορισμένες αποφάσεις που είχαν αποφανθεί υπέρ της άνω απόψεως για είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων στις περιπτώσεις εγγραπτέων πράξεων που αφορούσαν κοινά ομολογιακά δάνεια, παραβλέποντας όμως την περί του αντιθέτου κρατούσα νομολογία και γ) μπορούσε, ενόψει της ως άνω πάγιας νομολογίας αλλά και της άνω υπ’ αριθμ 26836/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε εις βάρος του Υποθηκοφυλακείου ..., έστω να υποβάλει ερώτημα για το συγκεκριμένο ζήτημα στον αρμόδιο Εισαγγελέα κατ’ άρθρο 25 παρ. 2 του Ν. 1756/1988..., πλην όμως δεν το έπραξε και δεν υπέβαλε σχετικό ερώτημα στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, μολονότι είχε τέτοια δυνατότητα, αλλά ενέμεινε στην άποψη της και τελικά εισέπραξε από την ενάγουσα εταιρεία τα ως άνω αναλογικά δικαιώματα που αξίωσε προκειμένου να προβεί στην εγγραφής της επίμαχης προσημείωσης υποθήκης στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ....

Προς περαιτέρω ενίσχυση της κρίσης του Δικαστηρίου για την ύπαρξη υπαιτιότητας, και ειδικότερα αμέλειας στο πρόσωπο της εναγομένης υποθηκοφύλακα, πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι, αν και κατά το χρονικό διάστημα από την άσκηση της αγωγής μέχρι το χρόνο της συζήτησης αυτής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο [22.10.2010], αποφάσεις πρωτοβαθμίων δικαστηρίων είχαν επικυρωθεί πλήρως από δευτεροβάθμια Δικαστήρια [σχετ.

αναφερόμενες στη νομική σκέψη εφετειακές αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατά το ως άνω ενδιάμεσο χρονικό διάστημα], η εναγόμενη υποθηκοφύλακας δεν επέστρεψε μέχρι τότε, αλλά ούτε και κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, στην ενάγουσα, το παρανόμως αξιωθέν ....και καταβληθέν ποσό των 40.072,94 ευρώ.

Συνεπώς....τα ανωτέρω περιστατικά στοιχειοθετούν αδικοπρακτική συμπεριφορά της εκκαλούσας- εναγομένης, περιλαμβάνουσα τόσο το μη σύννομο χαρακτήρα αυτής, όσο και το πταίσμα της, με τη μορφή της αμέλειας, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς υποθηκοφύλακα και η οποία τελούσα σε αιτιώδη σχέση με την προκληθείσα στην...ενάγουσα εταιρεία ζημία της, είναι θεμελιωτική της επίδικης αποζημιωτικής αξίωσης της τελευταίας και βασίμως αυτή επιδιώκει την απόδοση του παραπάνω ποσού, ως αποζημίωση, από την σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά της....εναγομένης.

Άλλωστε και ο ... αρνητικός ισχυρισμός της....εναγομένης περί οικείου πταίσματος της ....ενάγουσας...., διότι δεν άσκησε κατά το άρθρο 791 Κ.Πολ.Δ. αντιρρήσεις κατά της αρνητικής απάντησης της ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον εκτός του ότι η επιλογή του συγκεκριμένου ενδίκου βοηθήματος δεν ήταν υποχρεωτική από το νόμο ή από δικαιοπραξία, αλλά ούτε και από την καλή πίστη κατά την κοινωνική αντίληψη, ενόψει της προηγούμενης ενέργειας της εκκαλούσας να αρνηθεί την εγγραφή της επίμαχης πράξης με την καταβολή παγίων δικαιωμάτων, παρά την δεσμευτική για αυτή φύση του προκείμενου κανόνα δικαίου (αρ. 14 § 2 ν. 3156/2003), αλλά και για το ότι σύμφωνα με τα προειρημένα αποδείχθηκε ότι η, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της υποβολής της αιτήσεως στο ως άνω Υποθηκοφυλακείο για την εγγραφή της επίμαχης προσημείωσης υποθήκης, προσφυγή στο Δικαστήριο προς επίλυση της διαφοράς στη διαδικασία του άρθρου 791 ΚΠολΔ, ενόψει του χρόνου που απαιτείτο τόσο για την εκδίκαση της σχετικής αιτήσεως, έστω και εάν αυτή προσδιοριζόταν σε σύντομη δικάσιμο, όσο και για την έκδοση της σχετικής αποφάσεως, θα απέκλειε, λόγω της μη πραγματοποιήσεως της εγγραφής, την άμεση εκταμίευση του δανείου και την λειτουργία της επίμαχης συμβάσεως, με δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοδότηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης, και στην υλοποίηση του εταιρικού της σκοπού.

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο , που κατέληξε σε όμοια κρίση, και δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής από την αδικοπραξία έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν κατ’ αυτό το μέρος τους με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης...δεν έσφαλε και ο σχετικός με το ανωτέρω ζήτημα της υπαιτιότητος τρίτος λόγος της έφεσης της εκκαλούσας-εναγόμενης, που υποστηρίζει τα αντίθετα , είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί..".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1344, 330 και 914 του Α.Κ., αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τούτων, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια (υπό την μορφή της αμελείας) συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην αναιρεσίβλητη ζημία και θεμελιώνει εντεύθεν την ένδικη αξίωση της τελευταίας προς αποζημίωση.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα, από αμέλειά της, ήτοι από έλλειψη της επιμελείας του μέσου συνετού υποθηκοφύλακος ζημίωσε την αναιρεσίβλητη, αρνουμένη την υπαγωγή της επίμαχης εγγραφής στη διάταξη του άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 3156/2003 , ως προς τα εισπρακτέα δικαιώματα, την οποία (υπαγωγή) κατά τις παραδοχές της αποφάσεως ευχερώς μπορούσε και ώφειλε, ως εκ της ιδιότητός της, να διαπιστώσει, από την ρητή και σαφή διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, ενόψει μάλιστα και των λοιπών περιστάσεων που μνημονεύονται ειδικότερα στην απόφαση (η ιδιότητα της και η δυνατότητα που είχε να αναζητήσει την κρατούσα επί του συγκεκριμένου ζητήματος νομολογία των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, η κατά το προηγούμενο έτος έκδοση περί του ιδίου ζητήματος της υπ’ αριθμ. 26836/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που αφορούσε το Υποθηκοφυλακείο ..., στο οποίο η εναγομένη αναιρεσείουσα είναι Υποθηκοφύλακας και Προϊσταμένη του Κτηματολογικού Γραφείου κ.λ.π.).

Επομένως οι περί του αντιθέτου δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται επαλλήλως στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στην παραβίαση των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή τους λόγω μη συνδρομής του στοιχείου της υπαιτιότητος της αναιρεσείουσας, αλλά και εκ πλαγίου, με την παράθεση στην απόφαση ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της αποφάσεώς του, ως ενισχυτικό στοιχείο της κρίσεώς του, περί αμελούς συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας διέλαβε, εκτός των άλλων, και την παράλειψη της να υποβάλει για το επίμαχο ζήτημα ερώτημα στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, κατ’ άρθρο 25 παρ. 2 του Ν. 1756/1988 (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών).

Για τη συγκεκριμένη παραδοχή της πλήττεται ειδικότερα η προσβαλλομένη με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως και προσάπτεται η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, υπό την έννοια της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 25 παρ. 2 του Ν. 1756/1988 (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών), σε συνδυασμό προς το άρθρο 791 Κ.Πολ.Δ., διότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν εμπίπτει στην γνωμοδοτική αρμοδιότητα του Εισαγγελέως αλλά στην δικαιοδοτική τοιαύτη του Μονομελούς Πρωτοδικείου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής αφού η υπαιτιότητα (αμέλεια) της αναιρεσείουσας θεμελιώνεται πλήρως από τις λοιπές αναφερόμενες στην απόφαση πράξεις και παραλείψεις αυτής (ήτοι και χωρίς την επίμαχη) και επομένως τα αντίστοιχα περιστατικά αρκούσαν για τη στοιχειοθέτηση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας , οι δε περί τούτων ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της.

Τέλος, το Εφετείο με την κρίση του ότι η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να προσφύγει στην διαδικασία του άρθρου 791 Κ.Πολ.Δ. , εναποκειμένη στην διακριτική της ευχέρεια, δεν αναιρεί την αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και δεν θεμελιώνει, ενόψει μάλιστα και της συνδρομής κατεπειγούσης περιπτώσεως λόγω της ανάγκης για ταχεία εκταμίευση του δανείου, αποκλειστική υπαιτιότητα της ιδίας δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 914 , 281 Α.Κ., 791, 781 Κ.Πολ.Δ.. Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος και τελευταίος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίον προβάλλεται αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγω παραβιάσεως, με την συγκεκριμένη παραδοχή του Εφετείου, των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τυγχάνει αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον η τελευταία, ως ηττωμένη ι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Μαρτίου 2015 αίτηση της Δ. Τ. συζ. Π. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1464/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ