Supreme Court dismisses appeal on procedural invalidity and non-examined evidence grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three heirs against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court failed to examine specific evidence and distorted document contents, while the respondent contended the appeal was procedurally invalid due to the death of one appellant before filing. The court ruled that the appeal was invalid because it was filed on behalf of a deceased person without proper succession, and the arguments regarding evidence evaluation were inadmissible as matters of judicial discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 559(10), 559(11) of the Code of Civil Procedure: An appeal filed on behalf of a deceased person is invalid; arguments claiming failure to examine evidence are inadmissible if the court accepted facts without proof; arguments regarding evidence evaluation are inadmissible as they concern matters of judicial discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1430 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ερήμην αναιρεσείοντος. Άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ: ορισμένο λόγου. Δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια, ή η επίκληση μόνο της νομικής διατάξεως χωρίς παράθεση αντίστοιχου πραγματικού. Άρθρο 559 αρ. 10: ιδρύεται ο οικείος λόγος όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά «πράγματα» χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε γι’ αυτά απόδειξη, ήτοι δεν εξέδωσε προδικαστική περί αποδείξεων απόφαση, που ως εκ του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (1980) προβλεπόταν από το άρθρο 341 ΚΠολΔ. Άρθρο 559 αρ. 11: Απαράδεκτος ο λόγος όταν οι αναιρέσεις δεν αφορούν στο ότι δεν λήφθηκαν υπόψη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, αλλά στο ότι δεν έγιναν δεκτά. Διδάγματα κοινής πείρας. Η εκτίμηση των αποδείξεων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Αριθμός 1430/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 2. Ι. Λ. του Α., και 3. Μ. συζ. Σ. Φ., το γένος Ι. Λ., κατοίκου ... . Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γαλούνη, ο δεύτερος δεν παραστάθηκε και η τρίτη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε ότι ο δεύτερος απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι πρώτος και τρίτη.
Της αναιρεσίβλητης: Έ. συζ. Ά. Μ., το γένος Ι. Φ., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμένουσας στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Ζεγγίνη-Βογιατζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, και την από 3-6-2004 κύρια παρέμβαση προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1452/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 3697/2007 μη οριστική και 3658/2010 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-10-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 23-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159§2, 160§1 και 556§1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αναίρεση η οποία ασκήθηκε επ' ονόματι προσώπου που είχε αποβιώσει κατά το χρόνο της άσκησής της είναι απορριπτέα ως άκυρη για έλλειψη απαραίτητης διαδικαστικής προϋπόθεσης, η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, ο φερόμενος ως αναιρεσείων Ι. Λ. του Α. δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο κατά το χρόνο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης (1.11.2010), γιατί αυτός είχε αποβιώσει στις 23.5.2007, όπως αποδεικνύεται από την 213/24.5.2007 Ληξιαρχική Πράξη του Ληξίαρχου Αχαρνών Αττικής και πρέπει επομένως η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως προς αυτόν λόγω της ακυρότητας του δικογράφου της.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 εδαφ. 4, 216 του ΚΠολΔ, 974, 976, 1045 και 1094 του ΑΚ προκύπτει ότι για το ορισμένο του δικογράφου διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, η οποία έχει ως βάση της την έκτακτη χρησικτησία, αρκεί να αναφέρεται σ' αυτό ότι ο ενάγων είχε στη νομή του το επίδικο ακίνητο για μία εικοσαετία, ασκώντας συγκεκριμένες υλικές πράξεις σ' αυτό, οι οποίες είναι δηλωτικές της βούλησής του να το έχει ως κύριος και ότι ο εναγόμενος είναι νομέας ή κάτοχος αυτού κατά το χρόνο της ασκήσεώς της (ΑΠ 1799/2005, ΑΠ 1948/2008), ΑΠ 1520/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 28-3-2003 - αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι έχει γίνει κυρία με έκτακτη χρησικτησία του περιγραφόμενου αγροκτήματος, εκτάσεως 7.573,60 τ.μ., στη θέση "Βελανιδιά" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αχαρνών Αττικής, δεδομένου ότι νεμόταν και κατείχε με διάνοια κυρίου το αγρόκτημα αυτό, ενεργώντας επ' αυτού, είτε η ίδια αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπων, τις μνημονευόμενες και προσιδιάζουσες διακατοχικές πράξεις, συνεχώς από το έτος 1966, που ατύπως της το δώρισε και της παραχώρησε τη νομή του ο πατέρας της Ι.
Φ., στον οποίο είχε περιέλθει μετά από άτυπη διανομή μεγαλύτερης έκτασης, της οποίας ήταν συγκύριος, μέχρι και την 9-5-2001, που οι εναγόμενοι κατέλαβαν το περιγραφόμενο εδαφικό τμήμα, εκτάσεως 3.000 τ.μ. περίπου, του άνω αγροκτήματος της, το οποίο και κατέχουν έκτοτε. Ζήτησε δε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσήβλητη να αναγνωρισθεί η κυριότητα της επί του καταληφθέντος πιο πάνω τμήματος και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της το αποδώσουν.
Με το προεκτιθέμενο περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή, που έχει ως βάση της την έκτακτη χρησικτησία, περιέχει άπαντα τα απαιτούμενα, κατά τα άνω, για τη θεμελίωση της στοιχεία και επομένως είναι πλήρως ορισμένη, δεν χρειαζόταν δε για την πληρότητα αυτής και επίκληση των τίτλων και γενικά του τρόπου κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από το δικαιοπάροχο της ενάγουσας, ως και του χρόνου και του τρόπου με τον οποίο έγινε η αναφερόμενη σ'αυτήν άτυπη διανομή, τα οποία δεν αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ένσταση αοριστίας των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα της αγωγής αυτής, λόγω αοριστίας, γι'αυτό και ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπο την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επι ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Ο πατέρας της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσίβλητης) Ι. Φ. ήταν συγκύριος με τον Π. Φ. ενός αγροκτήματος, εκτάσεως 137.154 τ.μ., στη θέση Βαρυμπόμπη της κτηματικής περιφέρειας της τέως Κοινότητας και ήδη Δήμου Αχαρνών Αττικής, κατόπιν αγοράς ποσοστών εξ αδιαιρέτου αυτού, δυνάμει νομίμως μεταγεγραμμένων αγοραπωλητήριων συμβολαίων, που καταρτίσθηκαν διαδοχικά από το έτος 1943 έως και το έτος 1966.
Στο αγρόκτημα αυτό συμπεριλαμβάνονταν και οι καλλιεργήσιμοι αγροί στη θέση "Βελανιδιά". Μετά από άτυπη διανομή τμημάτων του άνω αγροκτήματος, που έγινε το έτος 1966 μεταξύ των συγκυρίων, ο Ι. Φ. έλαβε στην αποκλειστική νομή και κατοχή του, πλην άλλων, και ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 7.573,60 τ.μ., που ,βρίσκεται στη θέση "Βελανιδιά" Βαρυμπόμπης και εμφαίνεται στο από Μαρτίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε.
Π. με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ι-Κ-Λ-Ν-Μ-Α. Το αγροτεμάχιο αυτό συνορεύει, σύμφωνα με το πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα, βόρεια επί πλευράς Α-Μ μέτρων 106,73 με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Φ. και ήδη Φ., νότια επί πλευράς Δ-Ι μέτρων 78 με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Μ., ανατολικά επί πλευράς Α-Ξ-Β μέτρων 63,80 εν μέρει με αγροτική οδό και εν μέρει με την οδό ..., νοτιοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Β-Γ-Δ μέτρων 9,58 συν μέτρων 9,87 και συνολικού μήκους μέτρων 19,45 με την οδό ..., νοτιοδυτικά επί τεθλασμένης πλευράς Ι-Κ-Λ μέτρων 9,67 συν 19 με την ίδια οδό ...
και δυτικά επί πλευράς Λ-Ν-Μ μέτρων 53 με την ίδια επίσης οδό .... Μετά τη γενόμενη το έτος 1966 άτυπη διανομή, ο Ι. Φ. δώρισε στη συνέχεια, κατά το ίδιο έτος (1966), ατύπως το παραπάνω περιγραφόμενο αγροτεμάχιο στην ενάγουσα θυγατέρα του, η οποία κατοικούσε μόνιμα στην Ιταλία, και παρέδωσε τη νομή του σ' αυτήν. Η ενάγουσα αφότου παρέλαβε τη νομή του άνω αγροτεμαχίου άσκησε έκτοτε επ' αυτού με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, είτε η ίδια αυτοπροσώπως, κατά τις επισκέψεις της στην Ελλάδα, αλλά κυρίως, λόγω της απουσίας της από την Ελλάδα, μέσω αντιπροσώπου και συγκεκριμένα μέσω του Σ.
Λ. ως αντιπροσώπου της. Ο τελευταίος είχε προσληφθεί το έτος 1955 ως φύλακας από τον πατέρα της ενάγουσας Ι. Φ. και απασχολείτο έκτοτε για τη φύλαξη και την εν γένει εποπτεία και επίβλεψη του μεγαλύτερου πιο πάνω αγροκτήματος των 137.154 τ,μ., καθώς και για την καλλιέργεια τμημάτων αυτού. Συγχρόνως αυτός, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας, από το έτος 1966 μέχρι και το έτος 1994 καλλιεργούσε ανελλιπώς στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας ολόκληρο το παραπάνω αγροτεμάχιο με δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι, βρώμη), καθάριζε αυτό, το επέβλεπε και εν γένει μεριμνούσε για την αποτροπή καταπατήσεων του από τρίτους.
Η ίδια δε η ενάγουσα, καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, κατά τις επισκέψεις της στην Ελλάδα, δύο με τρεις φορές το χρόνο, επέβλεπε το εν λόγω αγροτεμάχιο με επιτόπιες επισκέψεις της σ' αυτό, καθιστώντας εμφανή στους τρίτους την επ' αυτού εξουσίασή της, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί κατά το διάστημα αυτό είτε η ίδια είτε ο παραπάνω αντιπρόσωπος της από οποιοδήποτε.
Συνεπώς η ενάγουσα, εφόσον νεμήθηκε με διάνοια κυρίου το παραπάνω αγροτεμάχιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και μάλιστα για είκοσι οκτώ (28) συνεχή έτη, κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Κατά το έτος 1995 οι εναγόμενοι, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι ο ως άνω αντιπρόσωπος της ενάγουσας σταμάτησε να καλλιεργεί το παραπάνω αγροτεμάχιο της, ως και το γεγονός της απουσίας της ενάγουσας από την Ελλάδα, κατέλαβαν από το αγροτεμάχιο της αυτό εδαφικό τμήμα, εκτάσεως 3.000 τ.μ.
περίπου, το οποίο εμφαίνεται στο προαναφερόμενο από Μαρτίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε. Π. με τα αλφαβητικά στοιχεία Ξ-Β-Β'-Λ-Ν-Ξ και συνορεύει, σύμφωνα με το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, βόρεια επί πλευράς Ξ-Ν μέτρων 106 με υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας, νότια επί πλευράς Β-Β'-Λ μέτρων 100 με υπόλοιπη επίσης ιδιοκτησία της ενάγουσας, ανατολικά επί πλευράς Ξ-Β μέτρων 32 με την οδό ...
και δυτικά επί πλευράς Λ-Ν μέτρων 26,50 με την ίδια επίσης οδό .... Το επίδικο πιο πάνω εδαφικό τμήμα, από του παραπάνω χρόνου της καταλήψεως του, κατέχουν από κοινού όλοι οι εναγόμενοι και εξακολούθησαν να το κατέχουν από κοινού και κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής το έτος 2003 και συνεχώς έκτοτε, και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός των δύο πρώτων εναγομένων περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης εναντίον τους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Συγκεκριμένα οι εναγόμενοι από το έτος 1995 που κατέλαβαν το επίδικο, το καλλιεργούσαν με δημητριακά και το όργωναν, ενώ στις αρχές Μαΐου του 2001 ο πρώτος εναγόμενος Σ. Φ. τοποθέτησε πέριξ αυτού σιδερένιους πασσάλους, προκειμένου να το περιφράξει. Τους πασσάλους αυτούς αφαίρεσε η ενάγουσα, αμέσως σχεδόν μετά την τοποθέτησή τους, και τους απομάκρυνε από το επίδικο.
Για την αφαίρεση των πασσάλων ο παραπάνω εναγόμενος Σ. Φ. υπέβαλε στις 24-5-2001 μήνυση κατ* αγνώστων στο Αστυνομικό Τμήμα Αχαρνών, εμφανισθείς κατά την υποβολή της μηνύσεώς του αυτής, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, ως ιδιοκτήτης του επιδίκου. Προηγουμένως η ενάγουσα είχε ασκήσει εναντίον του εναγομένου αυτού ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών την από 14-5-2001 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, επικαλούμενη διατάραξη της νομής της από αυτόν.
Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 212/2001 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι δεν πιθανολογήθηκε ότι η τώρα ενάγουσα και τότε αιτούσα ήταν νομέας του επιδίκου κατά το χρόνο της επικαλούμενης διατάραξης της νομής της. Πριν από τη συζήτηση της παραπάνω αιτήσεως ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, ο δεύτερος των εναγομένων Ι.
Λ., με το υπ' αριθμ. .../20-6-2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αχαρνών Ελένης Τζεμπετζή, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, το επίδικο εδαφικό τμήμα, στην τρίτη των εναγομένων θυγατέρα του Μ. Φ., σύζυγο του πρώτου από αυτούς Σ. Φ., δηλώσας στο συμβόλαιο ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, που άρχισε προ του έτους 1930, που το παραχώρησε σ' αυτόν άτυπα ο πατέρας του Α.
Λ.. Πρωτοδίκως δε οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν, ισχυρίζονται δε και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με τις προτάσεις τους, σε αντίθεση με όσα αναφέρονται στο παραπάνω συμβόλαιο, ότι ο δεύτερος από αυτούς έλαβε το επίδικο στη νομή και κατοχή του, μετά από άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα του, που έγινε με τους συγκληρονόμους αδελφούς του Ά.
Σ. και Δ. Λ. κατά την περίοδο της κατοχής, και έκτοτε ενέμετο αυτό με διάνοια κυρίου, είτε ο ίδιος είτε μέσω αντιπροσώπων, μέχρι και το έτος 1980, που το δώρισε ατύπως στην τρίτη από αυτούς θυγατέρα του, η οποία συνέχισε να το νέμεται με τα ίδια προσόντα μέχρι και την 20-6-2001 που της το μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, γενόμενη έτσι η τελευταία κυρία τούτου με παράγωγο τρόπο, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία.
Όμως, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι οι ως άνω εναγόμενοι άσκησαν, είτε οι ίδιοι είτε μέσω αντιπροσώπων, πράξεις νομής στο επίδικο με διάνοια κυρίου πριν από το έτος 1995 που το κατέλαβαν, αφού αντίθετα αποδείχθηκε ότι πράξεις νομής στο επίδικο ασκούσε συνεχώς από το έτος 1966 μέχρι και του παραπάνω χρόνου της καταλήψεως του η ενάγουσα, προηγουμένως δε ο δικαιοπάροχος της Ι.
Φ., ο οποίος το ενέμετο ως τμήμα του μεγαλύτερου πιο πάνω αγροκτήματος. Η κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρος των εναγομένων Γ. Κ. περί άσκησης πράξεων νομής στο επίδικο από το δεύτερο των εναγομένων Ι. Λ. από το έτος 160 και εφεξής και περί οριοθέτησης του από τον τελευταίο ήδη από το έτος 1978 με πασσάλους, δεν κρίνεται αξιόπιστη, αφού δεν ενισχύεται και από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Οι προσαγόμενες δε και επικαλούμενες από τους εναγομένους φωτογραφίες του επιδίκου, στις οποίες απεικονίζονται οι πάσσαλοι που αναφέρει ο παραπάνω μάρτυρας, δεν παρέχουν αξιοπιστία, αφού αυτές δεν φέρουν χρονολογία και άρα δεν προκύπτει ότι τοποθετήθηκαν το έτος 1978.
Συνεπώς ο δεύτερος των εναγομένων Ι. Λ. δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και ως εκ τούτου η τρίτη των εναγομένων θυγατέρα του δεν απέκτησε, δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαίου γονικής παροχής, δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο, αφού απέκτησε παρά μη κυρίου. Αλλά ούτε με πρωτότυπο τρόπο απέκτησε κυριότητα στο επίδικο η παραπάνω εναγομένη, αφού ο χρόνος νομής αυτής, από το έτος 1995 μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 2003, δεν επαρκεί για την κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού δεν συμπληρώνεται εικοσαετία.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, αφού αποδείχθηκε η πρωτοτύπως, με έκτακτη χρησικτησία, κτηθείσα κυριότητα της ενάγουσας στο επίδικο εδαφικό τμήμα, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και, ειδικότερα να αναγνωρισθεί η κυριότητα της ενάγουσας στο επίδικο εδαφικό τμήμα και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να το αποδώσουν στην ενάγουσα".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ περί έκτακτης χρησικτησίας που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες και αποτελεί τη βάση της αγωγής, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπο την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).
Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό η ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο και κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ.
β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα δεν απέκτησε κυριότητα επι αυτοτελούς τμήματος του άνω αγροκτήματος, στη θέση Βαρυμπόμπη, 137.154 τ.μ. - και επομένως και επι του επιδίκου, εμβαδού 3000 τ.μ. - αφού ο δικαιοπάροχος πατέρας της Ι.
Φ. κατείχε και νεμόταν τα 798/7568 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω αγροκτήματος, δηλαδή το 10% του κτήματος τούτου, επι του ποσοστού δε αυτού - και όχι επί αυτοτελούς τμήματος - η ενάγουσα απέκτησε κυριότητα στα 7/23 παραγώγως, δηλαδή από κληρονομική διαδοχή του προαναφερόμενου πατέρα της δυνάμει της από 15.10.1981 δημόσιας διαθήκης του που αποδέχτηκε και μετάγραψε τη σχετική για την αποδοχή της κληρονομίας - .../31.3.1986 - πράξη συμβολαιογράφου Πειραιώς Ασπασίας συζ.
Αχιλέως Μαρτίνη (τα άλλα 11/23 και 5/23 τα απέκτησαν από κληρονομική επίσης διαδοχή του Ι. Φ. οι εγγονές του Ν. - Μ. και Ι., αντίστοιχα). Και τούτο, με το να δεχθεί - το Εφετείο - ότι το έτος 1966 έλαβε χώρα άτυπη διανομή του προεκτιθέμενου αγροκτήματος - των 127.154 τ.μ. - μεταξύ των συγκυρίων Ι. Φ. και Π. Φ. και ότι συνεπεία της άτυπης αυτής διανομής ο Ι.
Φ. έλαβε στην αποκλειστική νομή και κατοχή του, πλην άλλων, και ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 7.573,60 τ.μ. - τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο των 3000 τ.μ. - το οποίο και παραχώρησε άτυπα κατά το ίδιο έτος (1966) στην ήδη αναιρεσίβλητη θυγατέρα του. Όμως τα περιστατικά αυτά αποτελούν απλά επιχειρήματα για την απόκρουση της αγωγής.
Κατά συνέπεια δεν συνιστούν "πράγμα" με την έννοια που προαναφέρθηκε, και, επομένως, ο ερευνώμενος λόγος, που αναφέρεται στην πιο πάνω πλημμέλεια είναι απαράδεκτος και πρέπει ως τέτοιος να απορριφθεί.
IV. Κατά το άρθρ. 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του σχετικά με το ότι το έτος 1966 έλαβε χώρα η προεκτιθέμενη διανομή τμημάτων του αγροκτήματος των 137.154 τ.μ.
στο πλαίσιο της οποίας ο Ι. Φ., έλαβε, πλην άλλων, και το αγροτεμάχιο των 7573,60 τ.μ., το οποίο το ίδιο έτος (1966) παραχώρησε άτυπα στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη θυγατέρα του - τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, εμβαδού 3000 τ.μ. - α) την ανωτέρω, από 15.10.1981 δημόσια διαθήκη στη συμβολαιογράφο Πειραιώς Ασπασία συζ.
Αχιλλέως Μαρτίνη αυτού - Ι. Φ., ο οποίος αποβίωσε στην Αθήνα στις 23.8.1984 και η οποία -δημόσια αυτή διαθήκη, δημοσιεύτηκε στις 31.10.1984 με το 5221/31.10.1984 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, β) την .../31.3.1986 πράξη αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου εκ μέρους της ενάγουσας και της Ν. - Μ.
θυγατέρας Α. και Ε. Μ. και γ) την …/25.5.1995 πράξη αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Κωνσταντίνας Παναγ. Παπακωστόπουλου εκ μέρους των Ι. Ζ. του Π., Ε. Ζ. του Π., Ν. Ζ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία τόσο του Ι. Φ., που άφηκε με την ως άνω διαθήκη του κληρονόμο του και την εγγονή του Ι.
συζ. Π. Ζ. σε ποσοστό 5/23, όσο και την κληρονομία της τελευταίας - Ι. - η οποία αποβίωσε στο … στις 9.10.1985 και ήταν σύζυγος και μητέρα των ως άνω αποδεξάμενων την κληρονομία της. Επομένως, ο δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
V. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ψέγονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας πατέρας της Ι. Φ. της άφησε με την εν λόγω διαθήκη του το επίδικο ως αυτοτελές τμήμα της μείζονος ως άνω έκτασης των 137.154 τ.μ.
μετά τη γενόμενη δήθεν άτυπη διανομή του έτους 1966, ενώ από τα αναφερόμενα στην προηγούμενη με τα στοιχεία IV σκέψη έγγραφα, όλα μεταγενέστερα του έτους 1966, προκύπτει ότι ο εν λόγω άμεσος δικαιοπάροχός της της άφηκε μόνο 7/23 εξ αδιαιρέτου ποσοστών επι του 10% της ως άνω μείζονος έκτασης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προμνημονευόμενων εγγράφων.
Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων. Απεναντίας, προκύπτει ότι έλαβε αυτά υπόψη κατά το αληθινό περιεχόμενό τους και τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες κλπ), από τη συνεκτίμηση δε αυτή σχημάτισε την κρίση του για την άνω - του έτους 1966 - διανομή τμημάτων του αγροκτήματος των 137.154 τ.μ.
και στην άτυπη παραχώρηση το ίδιο έτος (1966) στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη από τον πατέρα της του αγροκτήματος των 7573,60 τ.μ. - τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο εμβαδού 3000 τ.μ. - εν τέλει δε στην απόκτησή του από αυτή με έκτακτη χρησικτησία και στην παραδοχή, ως άνω, της αγωγής, δηλαδή σε συμπέρασμα διαφορετικό εκείνου που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες.
Γι' αυτό ο ερευνώμενος αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.10.2010 αίτηση των 1) Σ. Γ. Φ. κ.α. για αναίρεση της 3658/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ