Supreme Court allows appeal against bank judgment for unclear profit calculation in share sale dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision in a dispute between investors and three financial companies. The investors argued the lower court failed to determine the exact profit amount from the share sale dates, only calculating their own loss. The court ruled that the lower court's refusal to award specific damages violated substantive law regarding profit attribution, thus overturning the judgment on that point while remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 938, 904 et seq. of the Civil Code; Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure: When a lower court rejects a claim for damages due to lack of clarity regarding the specific amount of enrichment derived from asset transactions, it violates substantive law by failing to attribute the benefit to the claimants, necessitating the annulment of the decision on that ground.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1430 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1430/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ρ. του Μ., 2) Μ. Ρ. του Α. και 3) Μ. Ρ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Διαλυνά, ο οποίος ανακάλεσε την από 27-1-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ASPIS BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θρασύβουλο Κάρλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που τελεί υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ορισθέντα νομίμως επόπτη ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως αυτής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βλαχογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και 3) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΨΙΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που προηγουμένως είχε την επωνυμία "ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και με αρχική επωνυμία "ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στη ..., τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κωτσή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-3-2003 και 13-9-2007 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και της Α. Ρ. η πρώτη και των ήδη αναιρεσειόντων η δεύτερη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8038/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2519/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-12-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 26-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος αυτού, την απόρριψη δε των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της τρίτης αναιρεσιβλήτου δήλωσε την αλλαγή της επωνυμίας αυτής σε "ΑΨΙΔΑ Α.Ε.", ζήτησε δε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 225 παρ.1 έως 3 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται: "1) Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα. 2) Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη.
Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση. 3) Αν ο ενάγων μεταβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή σύστησε εμπράγματο δικαίωμα, δεν μπορεί να προταθεί εναντίον του έλλειψη νομιμοποίησης, εκτός αν η απόφαση που θα εκδοθεί δεν δεσμεύει τον ειδικό διάδοχο". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι εκείνος ο οποίος στη διάρκεια της αναιρετικής δίκης έγινε ειδικός διάδοχος κάποιου από τους διαδίκους νομιμοποιείται μόνο να ασκήσει παρέμβαση, όχι όμως να ενεργήσει για δικό του λογαριασμό και στο όνομά του οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη που έχει σχέση με τη διεξαγωγή και την πρόοδο της δίκης.
Αν δε ενεργήσει τέτοιες πράξεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η κατάθεση προτάσεων και η κατάθεση δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., αυτές είναι άκυρες και η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 159 παρ.1 και 160 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Μόνο δε εφόσον ασκηθεί εκ μέρους του ειδικού διαδόχου παρέμβαση και συμφωνήσουν οι αρχικοί διάδικοι, ο ειδικός διάδοχος μπορεί να υπεισέλθει στη θέση του μεταβιβάσαντος (άρθρο 85 Κ.Πολ.Δ.), ενώ αν ασκήσει μόνο παρέμβαση και δεν υπάρχει η προαναφερθείσα συμφωνία, ο παρεμβάς ειδικός διάδοχος ενεργεί μεν όλες τις διαδικαστικές πράξεις, αλλά προς το συμφέρον του δικαιοπαρόχου του αρχικού διαδίκου σύμφωνα με το άρθρο 82 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 302/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ASPIS BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία" φέρεται ότι παρέστη κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Παρά ταύτα από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι την πιο πάνω δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. αλλά και τις σχετικές έγγραφες προτάσεις δεν κατέθεσε πληρεξούσιος δικηγόρος της ανωτέρω πρώτης αναιρεσιβλήτου αλλά ο Θρασύβουλος Κάρλος, ως πληρεξούσιος δικηγόρος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", με την επίκληση ότι η τελευταία είναι ειδική διάδοχος της πρώτης.
Σύμφωνα όμως με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως η τελευταία δεν νομιμοποιείται να ενεργήσει για δικό της λογαριασμό οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη και συνακόλουθα η εκ μέρους της κατάθεση δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και εγγράφων προτάσεων είναι άκυρη. Από τη 1102Β/11-5-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ..., την οποία προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 1-12-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 2519/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (30-1-2012), κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή της για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο (12-3-2012), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην απολιπόμενη πρώτη αναιρεσίβλητη.
Κατά την πιο πάνω δικάσιμο (12-3-2012), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε η ανωτέρω αναιρεσίβλητη ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., αφού, όπως ήδη έχει εκτεθεί, ναι μεν κατά τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά φέρεται ότι αυτή παρέστη με δήλωση, πλην όμως την πιο πάνω δήλωση και τις σχετικές έγγραφες προτάσεις κατέθεσε πληρεξούσιος δικηγόρος της φερομένης ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία".
Με βάση τ' ανωτέρω και δεδομένου ότι η μετά την αναβολή αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ.4 εδ.γ και δ Κ.Πολ.Δ), πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της πιο πάνω αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 115/2011). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συνεκδικάστηκαν: 1) η από 3-3-2003 αγωγή των πρώτου, τρίτης και τετάρτου εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων Α. Ρ., Μ. Ρ. και Μ. Ρ. και της δευτέρας ενάγουσας και ήδη μη διαδίκου Α. Ρ. κατά: α) της πρώτης εναγομένης "Ασπίς Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ.", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη "Aspis Bank Α.Τ.Ε.", β) της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου "Ασπίς Πρόνοια Α.Ε.Γ.Α.", γ) της τρίτης εναγομένης και ήδη τρίτης αναιρεσιβλήτου "Βορειοελλαδική Σύμβουλοι Επενδύσεων Α.Ε." που κατόπιν μετονομάστηκε σε "Βορειοελλαδική Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" και ήδη σε "Αψίδα Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" και δ) της τέταρτης εναγομένης και ήδη μη διαδίκου Θ.
ή Θ. Τ., η οποία (αγωγή) είχε ως βάση την αδικοπραξία και 2) η από 13-9-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά: α) της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου "Aspis Bank Α.Τ.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της "Ασπίς Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ", β) της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου "Ασπίς Πρόνοια Α.Ε.Γ.Α.", γ) της τρίτης εναγομένης και ήδη τρίτης αναιρεσιβλήτου "Βορειοελλαδική Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", πρώην "Βορειοελλαδική Σύμβουλοι Επενδύσεων Α.Ε." και ήδη "Αψίδα Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", η οποία (αγωγή) είχε ως βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση: α) απορρίφθηκε η από 11-1-2005 κλήση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και της Α. Ρ. για συζήτηση της από 3-3-2003 αγωγής τους κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της πρώτης εναγομένης "Ασπίς Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ." ως απαράδεκτη για το λόγο ότι στράφηκε κατ' ανυπάρκτου προσώπου, β) απορρίφθηκε η ίδια από 3-3-2003 αγωγή όσον αφορά τη δεύτερη εναγομένη ως παραγεγραμμένη, γ) απορρίφθηκε η ίδια από 3-3-2003 αγωγή όσον αφορά την τρίτη εναγομένη ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως (αφού το εφετείο την έκρινε μεν νόμω αβάσιμη αλλά απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων για το λόγο ότι η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης θα καθιστούσε επιβλαβέστερη τη θέση τους) και δ) απορρίφθηκε η από 13-9-2007 αγωγή ως μη νόμιμη, επί πλέον δε κατά ένα μέρος της και ως αόριστη.
Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.8 και 11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού επικαλούνται τα εξής: Ότι ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η πληρεξούσια δικηγόρος τους είχε δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 3-3-2003 αγωγής ως προς τη δεύτερη ενάγουσα και ήδη μη διάδικο Α. σύζυγο Α. Ρ.. Ότι στη συνέχεια η ανωτέρω εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας αποδείξεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως προς την Α. Ρ. ως αόριστη. Ότι αυτοί (οι αναιρεσείοντες) με λόγο εφέσεως παραπονέθηκαν κατά της κρίσεως αυτής της πρωτοδίκου αποφάσεως, ισχυριζόμενοι ότι η από 3-3-2003 αγωγή έπρεπε να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα από την ανωτέρω ομόδικό τους λόγω της νομοτύπου παραιτήσεώς της από το δικόγραφο αυτής.
Οτι παρά ταύτα το εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της εφέσεώς τους με την αιτιολογία αφενός μεν ότι από τα πρακτικά της πρωτοδίκου δίκης δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα τέτοια παραίτηση, αφετέρου δε ότι ανεξαρτήτως τούτου δεν υπάρχει έννομο συμφέρον των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων να προσβάλουν την εκκαλούμενη κατά το μέρος της που απέρριψε την αγωγή της Α.
Ρ., η οποία ήταν απλή ομόδικός τους. Ότι η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι δεν έλαβε χώρα παραίτηση της ανωτέρω ομοδίκου τους από το δικόγραφο της αγωγής συνεπάγεται και ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ένορκη κατάθεσή της ως μάρτυρα, με συνέπεια να μη λαμβάνεται υπόψη νόμιμο αποδεικτικό τους μέσο. Ότι με το συγκεκριμένο λόγο εφέσεως προβάλλονται ισχυρισμοί που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ότι για τους παραπάνω λόγους η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με συνέπεια να μην περιλαμβάνεται στο αποδεικτικό υλικό νόμιμο αποδεικτικό τους μέσο, είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ.8 και 11 Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά μεν το σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. διότι, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτόν, ο προαναφερθείς λόγος της εφέσεως των αναιρεσειόντων ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε με τις παρατιθέμενες στον ίδιο το λόγο αναιρέσεως επάλληλες αιτιολογίες, κατά δε το σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ.
διότι το εφετείο δεν ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως (αφού, ελλείψει σχετικού λόγου εφέσεως, η υπόθεση δεν μεταβιβάστηκε σ' αυτό κατά το μέρος της κατά το οποίο απορρίφθηκε η από 3-3-2003 αγωγή λόγω παραγραφής) ώστε να έχει και την υποχρέωση έρευνας των αποδεικτικών μέσων.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.Α.Π. 44/1990, Α.Π. 39/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.1, 14 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ότι στερείται νομίμου βάσεως και ειδικότερα:
Ότι κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 914 Α.Κ. και με πλημμελή αιτιολογία έκρινε ότι η αγωγή τους από την αδικοπραξία κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της τρίτης εναγομένης ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη αλλά δεν εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση που την είχε απορρίψει κατά το μέρος της αυτό ως παθητικώς ανομιμοποίητη, με την αιτιολογία ότι η απόρριψη για το λόγο που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν επωφελέστερη για τους ίδιους (τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες).
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ειδικότερα κατά το σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκετεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά δε τα σκέλη του από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α και αριθ.14 Κ.Πολ.Δ.
διότι, ενώ οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την απόρριψη, ως προς την τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, της από 3-3-2003 αγωγής τους που είχε ως βάση την αδικοπραξία, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αναιρέσεως επικαλούνται το περιεχόμενο της από 13-9-2007 αγωγής τους που είχε ως βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σε συγκεκριμένα αποσπάσματα της οποίας παραπέμπουν.
Κατά το άρθρο 938 Α.Κ.: "Όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξιώσεως από την αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ.
Α.Κ. και ειδικότερα, αν μεν η αδικοπραξία έγινε από αμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 909 Α.Κ., κατά την οποία ο λήπτης υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας εφόσον είναι πλουσιότερος κατά το χρόνο επιδόσεως της αγωγής, αν δε έγινε με πρόθεση από τη διάταξη του άρθρου 911 αριθ.2 Α.Κ με ανάλογη επέκταση αυτής, η οποία όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 904 παρ.1 εδ.β Α.Κ.
εφαρμόζεται στην περίπτωση αποδόσεως ωφελείας που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία, η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, διότι η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια. Εξάλλου κατά το άρθρο 904 εδ.α Α.Κ.
όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Κατά την πιο πάνω διάταξη προϋποθέσεις της αξιώσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) πλουτισμός του υπόχρεου, β) επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) έλλειψη νόμιμης αιτίας (Α.Π. 493/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με την από 13-9-2007 αγωγή τους που είχε ως βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό εξέθεσαν τα εξής: Ότι από το έτος 1995, μέσω του μη διαδίκου Ι. Π., ο οποίος διατηρούσε γραφείο διαμεσολαβήσεως χρηματιστηριακών εργασιών στην ... και ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος και συνεργάτης του ομίλου εταιρειών με την επωνυμία "Ασπίς" και της τρίτης εναγομένης και ήδη τρίτης αναιρεσιβλήτου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Βορειοελλαδική Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", αγόρασαν ο πρώτος από αυτούς 13.650 κοινές και 930 προνομιούχες, η δεύτερη 1.500 κοινές και 3.000 προνομιούχες και ο τρίτος 1.500 κοινές και 3.000 προνομιούχες μετοχές της μη εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ασπίς Πρόνοια Α.Α.Ε.Ζ.".
Ότι με την .../16-9-1995 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Κώτση η πιο πάνω εταιρεία συγχωνεύθηκε με την ήδη εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρεία με την επωνυμία "Ήλιος" και από τη συγχώνευση προέκυψε η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών".
Ότι κατά την ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη οι συγχωνευθείσες εταιρείες όφειλαν να παραδώσουν στους μετόχους αυτών τους νέους τίτλους το αργότερο μέχρι τις 4-10-1995, με την ίδια δε πράξη ορίσθηκε ότι η σχέση ανταλλαγής των παλαιών τίτλων προς τους νέους θα ήταν 1 προς 1. Ότι αυτοί (οι ενάγοντες) κατά το διάστημα από 16-9-1995 μέχρι 20-9-1995 έστειλαν στη δεύτερη εναγομένη τις προαναφερθείσες μετοχές τους και ανέμεναν να τους παραδοθούν οι νέοι τίτλοι.
Ότι η δεύτερη εναγομένη όχι μόνο δεν τους παρέδωσε τους νέους τίτλους μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία (4-10-1995) αλλά, χωρίς να της έχουν δώσει σχετική προς τούτο εντολή ή εξουσιοδότηση, τις παρέδωσε στην άγνωστη σ' αυτούς Θ. ή Θ. Τ., η οποία στις 23-10-1995, επίσης χωρίς εντολή ή εξουσιοδότηση, παρέδωσε τους τίτλους τους στην ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "Ασπίς Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ.", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως είναι η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Aspis Bank Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία".
Ότι προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 20-10-1995 η (πρώτη) εναγομένη παράνομα και υπαίτια είχε πωλήσει τις κοινές μετοχές (13.650 του πρώτου ενάγοντος, 1.500 της δεύτερης και 1.500 του τρίτου) στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, μετά από παράνομη διαμεσολάβηση της τρίτης εναγομένης η οποία, ενεργώντας από κοινού με την πρώτη, χορήγησε εντολές και εξουσιοδοτήσεις που αυτοί ουδέποτε υπέγραψαν.
Ότι την 1-11-1995 η πρώτη εναγομένη παράνομα και υπαίτια πώλησε στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών τις προνομιούχες μετοχές τους (930 του πρώτου, 3.000 της δεύτερης και 3.000 του τρίτου) μετά από διαμεσολάβηση της τρίτης εναγομένης, εν αγνοία τους και χωρίς να έχουν δώσει σχετική εντολή και εξουσιοδότηση. Ότι στις 20-10-1995 η πρώτη εναγομένη παράνομα και υπαίτια άνοιξε τους αναφερόμενους κωδικούς στο όνομα καθενός από αυτούς, τους οποίους οι ίδιοι αγνοούσαν διότι δεν είχαν συμπληρώσει ή υπογράψει οποιαδήποτε αίτηση ούτε είχαν δώσει οποιαδήποτε εντολή ή εξουσιοδότηση προς τούτο.
Ότι για το άνοιγμα των λογαριασμών αυτών η τρίτη εναγομένη προσκόμισε έγγραφα με τα οποία ουδεμία σχέση έχουν και τα οποία ουδέποτε υπέγραψαν και χωρίς αυτοί να έχουν δώσει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή εντολή για τις συγκεκριμένες ενέργειες. Ότι το αντίτιμο της παράνομης πωλήσεως των μετοχών τους δεν τους καταβλήθηκε ούτε κατατέθηκε σε κάποιο λογαριασμό τους.
Ότι συνεχίζοντας την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της η πρώτη εναγομένη, μετά από παράνομη διαμεσολάβηση της τρίτης εναγομένης, προέβη σε αγοραπωλησίες μετοχών στους πιο πάνω κωδικούς που παρανόμως ανοίχθηκαν, τις οποίες αυτοί αγνοούσαν παντελώς, όπως και τις προηγούμενες και για τις οποίες δεν έδωσαν οποιαδήποτε εντολή ή εξουσιοδότηση.
Ότι εν τω μεταξύ αυτοί διαμαρτύρονταν για τη μη παράδοση των μετοχών τους και οι πρώτη και δεύτερη εναγόμενες τους καθησύχαζαν διαβεβαιώνοντάς τους ότι οι τίτλοι θα τους παραδοθούν, μόνο δε τον Ιούλιο του έτους 1996 διαπίστωσαν τις ανωτέρω παράνομες και υπαίτιες πράξεις των εναγομένων. Ότι εξαιτίας των πιο πάνω παρανόμων και υπαιτίων πράξεων των εναγομένων υπέστησαν ζημία ανερχόμενη στα ποσά των 136.664,40 ευρώ ο πρώτος, των 41.475 ευρώ η δεύτερη και των 41.475 ευρώ ο τρίτος, τα οποία υπολογίζονται με βάση την τιμή πωλήσεως των μετοχών τους στις 4-10-1995, οπότε το αργότερο όφειλε να τους τις παραδώσει η δεύτερη εναγομένη, τα ποσά δε αυτά ιδιοποιήθηκαν παράνομα οι εναγόμενες.
Ότι οι εναγόμενες έγιναν πλουσιότερες χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία τους και σε βάρος αυτής κατά τα ποσά αυτά. Ζήτησαν δε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται να τους καταβάλουν εις ολόκληρον ως αποζημίωση τα ποσά των 136.664,40 ευρώ στον πρώτο, των 41.475 ευρώ στη δεύτερη και των 41.475 ευρώ στον τρίτο με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προγενέστερης αγωγής τους με αριθμό καταθέσεως 35254/2000, οπότε τις όχλησαν για την καταβολή των αιτούμενων κονδυλίων, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ήταν αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως. Τούτο δε διότι, ανεξάρτητα αν έπρεπε να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο και το στοιχείο της παραγραφής της αξιώσεως των εναγόντων από την αδικοπραξία και ενώ αυτοί επικαλούνταν τα στοιχεία της επελεύσεως του πλουτισμού των εναγομένων από την περιουσία τους και με ζημία τους, της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του πλουτισμού των εναγομένων και της ζημίας τους, καθώς και της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, δεν προσδιόριζαν το ακριβές ποσό του πλουτισμού των εναγομένων από την ιδιοποίηση του τιμήματος των μετοχών.
Ειδικότερα παρά το ότι ισχυρίζονταν ότι οι μεν κοινές μετοχές τους πωλήθηκαν στις 20-10-1995 οι δε προνομιακές την 1-11-1995, δεν προσδιόριζαν το ποσό της ωφέλειας των εναγομένων με βάση την αξία των μετοχών κατά τις ημέρες εκείνες αλλά κατά τις 4-10-1995, οπότε το αργότερο αυτές έπρεπε να τους το αποδώσουν, δηλαδή προσδιόριζαν μόνο τη ζημία των ιδίων και όχι και την ωφέλεια των εναγομένων και ειδικότερα την ωφέλεια καθεμιάς από αυτές.
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι η ανωτέρω αγωγή των αναιρεσειόντων ήταν αόριστη λόγω της ελλείψεως των στοιχείων αυτών, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α και 14 Κ.Πολ.Δ. και συνακόλουθα οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, και τρίτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες αυτές, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Εξάλλου, εφόσον η ανωτέρω αγωγή απορρίφθηκε εν μέρει ως μη νόμιμη και εν μέρει ως αόριστη, δεν υπάρχει, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. και γι' αυτό ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω όμως η προσβαλλομένη, κατά το μέρος της κατά το οποίο απέρριψε την ανωτέρω αγωγή των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη και όχι ως αόριστη στο σύνολό της συνεπεία των προαναφερθεισών ελλείψεών της (απόφαση που θα ήταν ευμενέστερη για τους αναιρεσείοντες), παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 938 Α.Κ.
σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 904 επ. Ενόψει όλων των ανωτέρω είναι βάσιμος ο προταθείς από την εισηγήτρια κατά το άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε την από 13-9-2007 αγωγή των αναιρεσειόντων και κατά το μέρος της που τους καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη η οποία υπολογίστηκε συνολικά (με βάση το αντικείμενο και των δύο αγωγών), παρελκούσης της έρευνας του τέταρτου λόγου αναιρέσεως που περιέχει αιτιάσεις για την καταδίκη των αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2519/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ