Legislator Case Law & Legislation
1430/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and supplementary grounds as inadmissible due to late filing of supplementary grounds.

Case Number 1430/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Patras Court of Appeal and rejected supplementary grounds filed late. The appellant argued for the admissibility of the appeal and additional arguments, but the court found the supplementary grounds were submitted more than thirty days before the scheduled hearing. Consequently, the court ruled that the supplementary grounds were inadmissible under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Art. 569 para. 2 lit. a' K.Pol.D.; Art. 111 §§1, 2, 568 §3, 571 K.Pol.D.: Supplementary grounds for cassation must be filed at least thirty full days before the hearing; grounds filed later are inadmissible.

Keywords

AI generated
supplementary grounds cassation appeal admissibility Civil Procedure Code time limit inadmissible Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Art. 569 para. 2 lit. a' K.Pol.D.
Art. 111 §§1, 2 K.Pol.D.
Art. 568 §3 K.Pol.D.
Art. 571 K.Pol.D.
Art. 577 §§1 and 2 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 143/1984
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1430 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1430/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυο-μένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αθανάσιο Κανελλόπουλο και Νικόλαο Παρασκευόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου-καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αικατερίνη Γαλάνη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 395/1998 μη οριστική, 266/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1137/2003 μη οριστική, 897/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-5-2007 αίτησή του και με τους από 8-4-2010 πρόσθετους λόγους, επί της πρώτης από τις οποίες εκδόθηκε η 682/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 16-10-2009 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 7-2-2008 έκθεσή της και τους από 26-4-2010 πρόσθετους λόγους, και εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1072 ΑΚ, η οποία αποδίδει προϊσχύον Βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν. 7 § 5, ν.30 §1, ν.56 § 1 Π (411) ν. 6 § 4, Βασ. 50 § 1, ν.1 § 1-4, 7Π (43.12) και 23 Εισ. (2, 1), "Η κοίτη ποταμού μη πλεύσιμου που εγκαταλείφθηκε ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων. Η διάταξη του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως.

Οι κύριοι του εδάφους της νέας κοίτης έχουν δικαίωμα μέσα σε ένα έτος να αποκαταστήσουν το ρεύμα στην προηγούμενη κοίτη". Η διάταξη του αμέσως προηγούμενου άρθρου (1071 ΑΚ) ρυθμίζει πως γίνεται η κατανομή νησιού που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων, ορίζοντας ότι "το νησί που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων.

Σε καθένα από αυτούς ανήκει το τμήμα, που περιλαμβάνεται μεταξύ νοητής γραμμής κατά μήκος και στη μέση του ποταμού και γραμμών που σύρονται κάθετα προς αυτήν από την άλλη πλευρά του κάθε κτήματος".. Από τη διάταξη, ειδικότερα, της § 1 του άρθρου 1072 ΑΚ που προπαρατέθηκε σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 966, 967 και 968 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι ο ποταμός που ρέει με ελεύθερη και αέναη ροή, δεν είναι όμως πλεύσιμος, τότε το έδαφος, που καταλαμβάνεται από την κοίτη του, είναι κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγμα και ως τέτοιο ανήκει στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκει σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά (άρθρο 968 ΑΚ) και, περαιτέρω, ότι προϋπόθεση της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1072 Α.Κ., είναι η ύπαρξη παραποτάμιου κτήματος ή κτημάτων, τα οποία βρίσκονται σε επαφή με τον ποταμό, του οποίου η κοίτη εγκαταλείφθηκε.

Ως "εγκατάλειψη" της παλαιάς κοίτης του ποταμού νοείται η πλήρης και ολοκληρωτική εγκατάλειψή της, με το σχηματισμό νέας κοίτης, η οποία αποτελεί φυσικό φαινόμενο με προοπτική σταθερότητας και διάρκειας και όχι η μερική εγκατάλειψή ή ορθότερα ο περιορισμός της κοίτης του ποταμού που συχνά δεν έχει διάρκεια.

Συνεπώς, αν η κοίτη μη πλεύσιμου ποταμού, η οποία ανήκει στο Δημόσιο, περιορίστηκε κατά τρόπο, ώστε μεταξύ της ιδιοκτησίας τρίτου και της κοίτης του ποταμού, που περιορίστηκε, να παρεμβάλλεται έκταση, αυτή εξακολουθεί να ανήκει στο Δημόσιο και δεν έχει, συνακόλουθα, εφαρμογή η προμνημονευόμενη διάταξη του άρθρου 1072 § 1 ΑΚ (Ολ.

ΑΠ 24/2001). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 116/1975, ισχύοντος από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α' 172/20-8-1975, άρθρο 2 αυτού), ορίζεται ότι: "Η εν ποταμώ μη πλευσίμω συνεπεία εκτελέσεως τεχνικών έργων αναφανείσα νήσος η εγκαταλειφθείσα κοίτη ποταμού μη πλευσίμου ανήκουν εις το Δημόσιον".

Η τελευταία αυτή διάταξη, περιλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις εγκατάλειψης της κοίτης μη πλευσίμου ποταμού εξαιτίας της εκτέλεσης τεχνικών έργων, η οποία οπωσδήποτε έλαβε χώρα μετά την έναρξη της ισχύος του αμέσως πιο πάνω νόμου, δηλαδή μετά τις 20-8-1975 (Ολ. ΑΠ 46/1990). Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως ουσιαστικά βάσιμη τη διακωλυτική της γένεσης του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα ένσταση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου περί ίδιας κυριότητάς του στην επίδικη κοινόχρηστη έκταση ως τμήμα της κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού Γλαύκου, που εγκαταλείφθηκε, εξαιτίας της εκτέλεσης από μέρους του τεχνικών αντιπλημμυρικών έργων κατά τα έτη 1938-1940, παρεμβάλλεται δε μεταξύ της ιδιοκτησίας του τρίτου Ζ, - άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντα - και της αμέσως πιο πάνω κοίτης, ακολούθως δε, να απορρίψει ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας αγωγή, στηριζόμενη στην έκτακτη χρησικτησία, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1072 ΑΚ και 1 του ν. 116/1975, είναι απορριπτέος, ως προς μεν την πρώτη από τις πιο πάνω διατάξεις, ως αβάσιμος, ως προς δε τη δεύτερη απ' αυτές, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι την εφάρμοσε.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής (Ολ. ΑΠ 469/1984). Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, ότι η επίδικη έκταση δεν υπήρξε ποτέ κοίτη του ποταμού Γλαύκου με συνεχή και μόνιμη ροή και ότι παροδικά μόνο κατακλύστηκε το έδαφός της από τη ροή των υδάτων της βροχής από έκτακτο ξεχείλισμα του ποταμού αυτού, που έλαβε χώρο στις αρχές του 20ου αιώνα λόγω των έντονων βροχοπτώσεων και της σταδιακής αποψίλωσης των υψωμάτων που συγκρατούσαν τα νερά της βροχής, εξαιτίας των οποίων εναποτέθηκε πετρώδες υλικό στην εν λόγω έκταση, η κυριότητα της οποίας δεν χάθηκε ποτέ από τον άμεσο δικαιοπάροχό του Ζ, που προτάθηκε ενώπιόν του, τόσο με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης της έφεσης του αντιδίκου του, όσο και με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο επίμαχος ισχυρισμός δεν συνιστά πράγμα, με την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αλλά άρνηση της ένστασης του αναιρεσιβλήτου περί κτήσης ίδιας κυριότητάς του στην επίδικη έκταση, ως αποτελούσα τμήμα κοίτης μη πλεύσιμου ποταμού, που εγκαταλείφθηκε, δηλαδή κοινόχρηστη.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο είναι μια εδαφική έκταση 15 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." της κοινότητας ...

και συνορεύει βόρεια με έκταση Δημοσίου, παραχωρηθείσα στον Δήμο ... και στην κοινότητα ..., νότια με δρομίσκο και προστατευτικό αντιπλημμυρικό μανδρότοιχο Δημοσίου και πέραν αυτών με κτήμα Ζ, ανατολικά με έκταση Δημοσίου, παραχωρηθείσα στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και δυτικά με δημόσιο κτήμα και εν μέρει με προστατευτικό αντιπλημμυρικό μανδρότοιχο Δημοσίου.

Η έκταση αυτή αποτελεί τμήμα της εγκαταλειφθείσας κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού Γλαύκου, συνεπεία εκτελέσεως από του εναγομένου-και ήδη αναιρεσιβλήτου Δημοσίου κατά τα έτη 1938-1940 τεχνικών έργων και συγκεκριμένα αντιπλημμυρικών μανδροτοίχων. Ειδικότερα η επίδικη έκταση παρεμβάλλεται μεταξύ της ιδιοκτησίας τρίτου (Ζ) και της περιορισθείσας εν λόγω κοίτης.

Να σημειωθεί, ότι με την 1030/1982 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 2-8-1973 αγωγή του προαναφερόμενου Ζ (δικαιοπαρόχου του ενάγοντος), κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του επί εδαφικής εκτάσεως 40 στρεμμάτων, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο ακίνητο, κυρίως κατά την περί προσχώσεως διάταξη του άρθρου 1069 ΑΚ, επικουρικά δε κατά την περί εγκαταλειφθείσης κοίτης διάταξη του άρθρου 1072 του ιδίου Κώδικα.

Επομένως, η επίδικη εδαφική έκταση, εφόσον αποκαλύφθηκε από το μερικό οριστικό περιορισμό της κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού Γλαύκου, εξακολουθεί να ανήκει κατά κυριότητα στον εναγόμενο Ελληνικό δημόσιο (άρθρα 967, 968 ΑΚ), ο δε ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα αυτής με έκτακτη χρησικτησία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται.

Πρέπει, συνεπώς, η ένσταση του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας, για την οποία του τάχθηκε το προσήκον θέμα αποδείξεως, να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη". Ακολούθως, το Εφετείο, δεχόμενο κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε δεχθεί την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντα ως ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε την τελευταία ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι η επίδικη έκταση, ως τμήμα της κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού Γλαύκου, που περιορίστηκε μερικά, εξακολουθεί να ανήκει στο αναιρεσίβλητο, δεν ασκεί δε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, καμιά επιρροή, το γεγονός ότι η μερική εγκατάλειψη της πιο πάνω κοίτης συνέβη κατά τα έτη 1938-1940, εξαιτίας της εκτέλεσης σ' αυτή τεχνικών έργων, δηλαδή, αντιπλημμυρικών μανδροτοίχων από το αναιρεσίβλητο, όπως δέχεται το Εφετείο, αφού, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το τελευταίο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1072 § 1 ΑΚ, ούτε εκείνη του άρθρου 1 του ν. 116/1975, η οποία τροποποίησε σιωπηρά την πρώτη.

Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα αμέσως πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό της με εκείνες των άρθρων 111 §§1, 2, 568 §3 και 571 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπεται ο προσδιορισμός δικασίμου σε χρόνο που να παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της υπόθεσης και τη σύνταξη της έκθεσης από τον εισηγητή που ορίστηκε, προκύπτει ότι ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και κοινοποίησης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, νοείται εκείνη, η οποία, κατά το άρθρο 568 §2 Κ.Πολ.Δ., ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη, που ορίζεται μετά από αναβολή ή ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (Ολ.

ΑΠ 143/1984) Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε την από 2-5-2007 αίτηση αναίρεσης κατά της 897/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών, η οποία, όπως προκύπτει από την κάτω απ' αυτή βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέα του εν λόγω Εφετείου, κατατέθηκε στη γραμματεία του τελευταίου στις 3-5-2007. Ως ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τμήματος αυτού η 20-2-2008, κατά την οποία συζητήθηκε, εκδόθηκε δε σχετικά η 682/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, για το σ' αυτή, ειδικότερα, διαλαμβανόμενο λόγο.

Με την από 28-5-2008 κλήση του αναιρεσείοντα ορίστηκε δικάσιμος από τον Πρόεδρο του παραπάνω Τμήματος του Αρείου Πάγου προς εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης η 7-10-2009,η συζήτηση της οποίας και ματαιώθηκε. Με την από 16-10-2009, επίσης, κλήση του αναιρεσείοντα ορίστηκε νέα δικάσιμος από τον Πρόεδρο του ίδιου πιο πάνω Τμήματος του Αρείου Πάγου προς εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης η 12-5-2010.

Οι ερευνώμενοι, επομένως, από 7-4-2010 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα (άρθρο 577§§1 και 2 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους), να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, εφόσον ασκήθηκαν εκπρόθεσμα, δηλαδή κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 8-4-2010 και όχι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την αμέσως πιο πάνω αρχική δικάσιμο (της 20-2-2008) προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.5.2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 897/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών, καθώς και τους από 7.4.2010 πρόσθετους λόγους της.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Iουλίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ