Legislator Case Law & Legislation
1430/2008 AI generated

Court allows partial appeal against appellate court for awarding damages exceeding plaintiff's claim amount.

Case Number 1430/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Thracian Court of Appeal's decision in a debt dispute. The appellate court had awarded damages exceeding the plaintiff's specific claim, constituting a procedural error under Article 559(9) of the Code of Civil Procedure. Consequently, the Supreme Court annulled the judgment regarding the excess amount and remanded the case for retrial by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(9) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a judgment that awards damages exceeding the plaintiff's claim and remands the case for retrial by a different panel.

Keywords

AI generated
excessive damages award procedural error remand for retrial code of civil procedure appellate annulment claim limitation different judges panel

Cited Legislation

AI generated
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1430 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1430/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) .... για τον εαυτό του και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του α) ... και β) ... και 2) ..., ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α) ... και β) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσιμπανούλη ο οποίος ανακάλεσε την από 2/5/2008 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δημαρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2006 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31/3/2006 αίτησή τους και τους από 16/4/2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 15/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει μερικώς δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, που ορίζει ότι τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται σ' αυτήν, όποιος εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα σε πληρωτή στον οποίο δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση αυτού του εγκλήματος δεν ενδιαφέρει η αιτία της εκδόσεως της επιταγής και ιδίως δεν ενδιαφέρει η ανυπαρξία η ακυρότητα, η απόσβεση ή το ανεπίτρεπτο της ασκήσεως της απαιτήσεως από την υποκείμενη σχέση μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής.

Εξάλλου, για να γεννηθεί αξίωση αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας κατά του εκδότη επιταγής που δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα κατά τα ανωτέρω δεν αρκεί να συντρέχουν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος, αλλά σε κάθε περίπτωση πρέπει να διαπιστώνεται και η επέλευση ζημίας, που αποτελεί στοιχείο της αξιώσεως σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ.

Ο εναγόμενος προς αποζημίωση ως εκδόσας ακάλυπτη επιταγή μπορεί να προβάλει, αμυνόμενος κατά της αγωγής, τον ισχυρισμό ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρά τη συνδρομή των όρων του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, δεν προκλήθηκε ζημία στη περιουσία του δικαιούχου, διότι αυτός, κατά την υποκείμενη σχέση, δεν είχε δικαίωμα να επιδιώξει την είσπραξή της.

Τούτο ειδικότερα συμβαίνει όταν ο κομιστής της επιταγής, δυνάμει συμφωνίας του με τον εκδότη, δικαιούται να ασκήσει τα δικαιώματά του από την επιταγή μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες δεν συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο ισχυρισμός δε αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της βάσεως της αγωγής και ειδικότερα άρνηση της επικαλούμενης εξ αδικοπραξίας ζημίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: Ο πρώτος εναγόμενος ..., από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ησχολείτο με τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις, αρχικώς ατομικώς, αργότερα δε, από το έτος 1997, μέσω της εταιρίας "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΚΑΒΑΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", της οποίας ήταν ο διευθύνων σύμβουλος.

Η εταιρία αυτή, είχε ως σκοπό τη λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών - πελατών εντολών για κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών, τη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών και την παροχή εν γένει επενδυτικών συμβουλών. Στα πλαίσια των επαγγελματικών του αυτών δραστηριοτήτων, διατηρούσε από το 1994 στην αμερικανική τράπεζα "MERRILL LYNCH", δύο προσωπικούς επενδυτικούς λογαριασμούς, στους οποίους κατέθετε είτε προσωπικά του κεφάλαια, είτε κεφάλαια πελατών του.

Κατά το χρονικό διάστημα από το 1994 έως και το 1996, ο ενάγων του έδωσε διάφορα χρηματικά ποσά με τη συμφωνία να τα επενδύει στο αμερικανικό χρηματιστήριο, μέσω της ανωτέρω τράπεζας. Ο εναγόμενος εξέδιδε κάθε έτος, σε διαταγή του ενάγοντος, μία επιταγή της παραπάνω αμερικανικής τράπεζας, πληρωτέα σε δολάρια ΗΠΑ ποσού ίσου με το εκάστοτε επενδυόμενο κεφάλαιο, με "τόκους" της τάξεως αρχικά 16,5 και αργότερα 18%.

Κάθε φορά δε απέδιδε στον ενάγοντα την συμφωνηθείσα απόδοση του κεφαλαίου, το οποίο (κεφάλαιο) κρατούσε, κατόπιν συμφωνίας, για να το επανεπενδύσει με τον παραπάνω τρόπο. Η έκδοση των επιταγών αυτών είχε την έννοια της προσωπικής εγγυήσεως του εναγομένου, για την εξασφάλιση των κερδών, είχε δηλαδή χαρακτήρα εγγυητικής (ή εγγυοδοτικής) συμβάσεως, με την οποία αυτός (εναγόμενος) αναλάμβανε την ευθύνη έναντι του ενάγοντος ότι θα επέλθει το υποσχόμενο κερδοφόρο αποτέλεσμα.

Περαιτέρω, το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν στο πλαίσιο εγγυοδοτικών συμβάσεων κατά τα ανωτέρω, εμφανισθείσες δε εμπροθέσμως δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στις πληρώτριες τράπεζες, πράγμα το οποίο βεβαιώθηκε επί των επιταγών, έκανε δεκτή την αγωγή κατά το σχετικό κεφάλαιό της καθόσον στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου και υποχρέωσε αυτόν, ως ευθυνόμενο από αδικοπραξία (έκδοση ακάλυπτων επιταγών), να καταβάλει στον ενάγοντα τα ποσά των επιταγών, που παριστούν τη ζημία του, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 22 και 79 ν. 5960/1939 και 914 ΑΚ, ενόψει των περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις. Ειδικότερα με βάση τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, δεν καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου συμφωνία, αποτελούσα την υποκείμενη αιτία της εκδόσεως των επιδίκων επιταγών, κατά την οποία το εξ αυτών (επιταγών) δικαίωμα του ενάγοντος δεν θα μπορούσε να ασκηθεί αν οι επενδυτικοί λογαριασμοί του παρουσίαζαν ζημίες, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, έτσι ώστε αυτός να μην υποστεί ζημία από την μη πληρωμή των επιταγών.

Επομένως το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι σφαλερό. Κατ' ακολουθίαν αυτών είναι αβάσιμος ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιφατικότητα αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν εφάρμοσε ορθώς το νόμο.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι περιέχει αντιφατικές παραδοχές. Διότι αφενός δέχεται ότι οι επιταγές δόθηκαν από τον πρώτο αναιρεσείοντα στο πλαίσιο εγγυοδοτικής συμβάσεως με τον αναιρεσίβλητο για την πραγματοποίηση κερδοφόρου αποτελέσματος των επενδύσεών του και αφετέρου ότι οι επενδύσεις ήταν επισφαλείς, πράγμα το οποίο εγνώριζε ο αναιρεσίβλητος.

Η παράθεση των εν λόγω παραδοχών όμως δεν δημιουργεί αντίφαση κατά την άνω έννοια, αφού δεν προκαλεί αμφιβολία για το ότι η κρίση του δικαστηρίου ότι υπήρξε πράγματι ζημία του αναιρεσιβλήτου από το γεγονός της μη πληρωμής των επιταγών στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι αυτές (επιταγές) δόθηκαν όχι με τη συμφωνία ότι ο αναιρεσίβλητος θα ασκήσει τα δικαιώματα του από αυτές μόνον αν οι επενδυτικοί λογαριασμοί του είχαν απόδοση, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αλλά στο πλαίσιο εγγυοδοτικής συμβάσεως, η συνομολόγηση της οποίας λογικώς δεν αποκλείεται από την επισφάλεια της επενδύσεως.

Κατ' ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ανακοπή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος, την χωρίς όρκο εξέταση του ανακόπτοντος και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα.

Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τις ακόλουθες δικαστικές αποφάσεις, ήτοι της 120/2003 και 65/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, την 41/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και την 285/2005 του Εφετείου Θράκης, ως προς τις οποίες δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού από καμία διάταξη δεν επιβάλλεται να γίνεται διαστολή ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.

Επομένως ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως.

Επομένως, ο πέμπτος εκ του άρθρου 59 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των εναγομένων περί του καταπιστευτικού χαρακτήρα των επίδικων επιταγών κατά τα ανωτέρω, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με όσα προελέχθησαν, ο εν λόγω ισχυρισμός, που πάντως απορρίφθηκε ως αβάσιμος από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά συνιστά ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνα που, δευσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος.

Δεν υπάρχει παραβίαση των σχετικών με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ορισμών του νόμου και δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, μόνον από το ότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται διαστολή ποια έγγραφα έλαβε αυτό υπόψη του ως ιδιωτικά έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 443 επ. ΚΠολΔ και ποια ως τεκμήρια κατά την έννοια του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρόλο που κατά τη γενική απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη αναφέρθηκε μόνο σε "έγγραφα" και όχι σε δικαστικά τεκμήρια, έλαβε υπόψη και ανυπόγραφο γραπτό κείμενο ("έγγραφη σελίδα υπολογισμών") προσδίδοντας έτσι σ' αυτό την πλήρη αποδεικτική δύναμη ιδιωτικού εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 445 ΚΠολΔ.

Η αιτίαση αυτή, αναφερόμενη σε παραβίαση προκύπτουσα αποκλειστικά από την παράλειψη της αποφάσεως να κάνει διάκριση μεταξύ εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη ως ιδιωτικά έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 443 επ. ΚΠολΔ και εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, δεν στοιχειοθετεί τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο και, συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 εδαφ. δ του ν. 5422/1932, 11 παρ. 2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. της 14/7/1932, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 7 του α.ν. 362/1945, του άρθρου 4 του τελευταίου αυτού νόμου και το συνδυασμό τους με τη διάταξη του άρθρου 12 του α.ν. 1704/1939 προκύπτει ότι η απαγόρευση της συνομολογήσεως υποχρεώσεων σε αλλοδαπό νόμισμα αναφέρεται στις εσωτερικές μόνο συναλλαγές και όχι στις εξωτερικές ή διεθνείς, όπως είναι εκείνες στις οποίες ο ένας από τους συμβαλλόμενους εκπληρώνει την υποχρέωσή του σε χώρα άλλου κράτους, γιατί στην περίπτωση αυτή η σύμβαση από την οποία πηγάζουν δεν ενέχει δυσπιστία προς το εγχώριο νόμισμα ή υπονόμευσή του.

Διεθνής συναλλαγή υπάρχει, και επί τραπεζικής επιταγής πληρωτέας στην αλλοδαπή, που έχει μάλιστα αιτία εκδόσεώς της διεθνή συναλλαγή κατά των ανωτέρω έννοια, και επομένως δεν απαγορεύεται η έκδοσή της σε ξένο νόμισμα. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές του Εφετείου, η έκδοση των δύο εκ των τριών επιδίκων επιταγών συνιστά διεθνή συναλλαγή, αφού αυτές είναι πληρωτέες στην αλλοδαπή, ως αιτία δε εκδόσεώς τους έχουν την ανάληψη ευθύνης για κίνδυνο συναρτώμενο με άλλη συναλλαγή, η οποία συνδέεται με υποχρεώσεις εκπληρωτέες στην αλλοδαπή.

Επομένως η έκδοσή τους σε ξένο νόμισμα δεν απαγορεύεται. Το Εφετείο, συνεπώς, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε απορριπτέο τον ισχυρισμό των εναγομένων περί ακυρότητας των επιταγών αυτών για το λόγο ότι εκδόθηκαν σε ξένο νόμισμα, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ο δε περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαστήριο θεωρείται ότι επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και όταν παρά το γενόμενο μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δέχεται εν όλω ή εν μέρει αυτήν (αγωγήν) σαν να ήταν στο σύνολό της καταψηφιστική.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως, ο αναιρεσίβλητος με την από 15/5/2001 αγωγή του ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες να του καταβάλουν ως αποζημίωση ο πρώτος το ποσό των εξακοσίων σαράντα έξι εκατομμυρίων, εκατόν εννέα χιλιάδων, τριακοσίων εβδομήντα (646.109.370) δραχμών και καθένα από τ' ανήλικα τέκνα των εναγομένων, όπως εκπροσωπούνται από αυτούς, ως εις ολόκληρο υπόχρεο το καθένα τους, με τον πρώτο εναγόμενο - πατέρα τους, (πλην μία μόνο φορά), το ποσό των πεντακοσίων είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων, επτακοσίων ενενήντα έξι χιλιάδων, τριακοσίων είκοσι οκτώ (524.796.328) δραχμών.

Ακολούθως ο ενάγων με το δικόγραφο των από 17/11/2003 προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περιόρισε κατά ένα μέρος το ως άνω καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό και επαναδιατύπωσε το αίτημά του ζητώντας: α) να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν ο πρώτος εναγόμενος το ποσό των εξακοσίων σαράντα εκατομμυρίων, τριάντα μιας χιλιάδων, οκτακοσίων τριάντα (640.031.830) δραχμών, η δεύτερη εναγόμενη, ως εις ολόκληρο υπόχρεη με τον πρώτο, το ποσό των πεντακοσίων σαράντα έξι εκατομμυρίων, εκατόν εννέα χιλιάδων, τριακοσίων εβδομήντα (546.109.370) δραχμών και καθένα από τ' ανήλικα τέκνα των εναγομένων, όπως εκπροσωπούνται από αυτούς, ως εις ολόκληρο υπόχρεο το καθένα τους, με τον πρώτο εναγόμενο, το ποσό των πεντακοσίων είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων, επτακοσίων ενενήντα έξι χιλιάδων, τριακοσίων είκοσι οκτώ (524.796.328) δραχμών, β) να αναγνωρισθεί ότι καθένας ξεχωριστά από τους δύο πρώτους εναγομένους, υποχρεούται να του καταβάλει, λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική του βλάβη, το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών και γ) να υποχρεωθεί καθένας από τους ως άνω εναγομένους και καθένα από τ' ανήλικα τέκνα τους, να τους καταβάλουν (μία μόνο φορά) το ποσό των εκατόν πενήντα εκατομμυρίων (150.000.000) δραχμών.

Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού, μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης πρωτόδικης αποφάσεως, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος και, μεταξύ άλλων, υποχρέωσε τον πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων ογδόντα μιας χιλιάδων διακοσίων πέντε (1.881.205) ευρώ, που αντιστοιχεί στο συνολικώς αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 640.031.830 δραχμών.

Έτσι όμως το δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, επιδικάζοντας περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η σχετική αιτίαση, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει η απόφαση να αναιρεθεί κατά την ανωτέρω καταψηφιστική διάταξή της και κατά το μέρος που με αυτήν επιδικάζεται ποσό πέραν των 440.205,42 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό των 150.000.000 δραχμών, στο οποίο κατά τα ανωτέρω περιορίσθηκε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008 .

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ