Legislator Case Law & Legislation
1430/2007 AI generated

1430/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1430/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 10-12-2001 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της 1ης ήδη αναιρεσίβλητης και την από 1-9-2004 αίτησή ασφαλιστικών μέτρων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5334/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 961/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 22 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθ' ο μέρος έκρινε αόριστη την αγωγή, μετά του σωρευομένου αιτήματος επιδείξεως εγγράφων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1430/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ.- Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοια κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο θεωρεί αόριστη την ποσοτικώς και ποιοτικώς ορισμένη αγωγή, ήτοι την μη εξειδικεύουσα και αναφέρουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1430 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1430/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ναυτικής εταιρείας του Ν. 959/1979 με την επωνυμία ".....", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ρούτση.

Των αναιρεσιβλήτων : 1)....., 2)....., 3)..... και 4)....., εκπροσωπήθηκαν η 1η από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Κοκκίνου-Ψυχογυιού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και οι υπόλοιποι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο-Ευάγγελο Μηναιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 10-12-2001 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της 1ης ήδη αναιρεσίβλητης και την από 1-9-2004 αίτησή ασφαλιστικών μέτρων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5334/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 961/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 22 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθ' ο μέρος έκρινε αόριστη την αγωγή, μετά του σωρευομένου αιτήματος επιδείξεως εγγράφων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 88, 89, 277 αρ. 4 και 517 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν ο εναγόμενος προσεπικαλέσει στη δίκη εκείνο κατά του οποίου, σε περίπτωση ήττας του, δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για το ποσό που ενδεχομένως θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα και συγχρόνως ενώσει μαζί με την προσεπίκληση και αγωγή αποζημιώσεως, ο δε προσεπικληθείς και με την παρεμπίπτουσα αγωγή εναγόμενος προσήλθε στη δίκη, αλλά δεν άσκησε παρέμβαση, περιορισθείς μόνο στην απόκρουση της προσεπικλήσεως και την άρνηση της υποχρεώσεώς του για αποζημίωση, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, ούτε δημιουργείται ομοδικία μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν εναγομένου. Από αυτά παρέπεται ότι αν απορριφθεί η αγωγή και ως εκ τούτου και η προσεπίκληση και η ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, ο ενάγων στην κύρια δίκη, ασκώντας έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, δεν δικαιούται να την απευθύνει και κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναχθέντος, διότι ο τελευταίος, εφόσον δεν παρενέβη, δεν κατέστη διάδικος στην κύρια δίκη.

Εν προκειμένω, το Εφετείο απέρριψε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του την έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας κατά του Χ1, ο οποίος είχε προσεπικληθεί στον πρώτο βαθμό από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων - εναγομένη, και ο οποίος δεν άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Επομένως, το Εφετείο, αφού ο προσεπικληθείς ούτε διάδικος της κυρίας δίκης κατέστη, ούτε νίκησε τον ενάγοντα, σύμφωνα με το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο της κατ' αυτού εφέσεως της ενάγουσας. Κατ' ακολουθία, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ένατος και δέκατος, λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι. Γι' αυτό και η αναίρεση καθ' όσον μέρος στρέφεται κατά των δεύτερης, τρίτης και τέταρτου από τους αναιρεσίβλητους, ως καθολικών διαδόχων του προσεπικληθέντος Χ1, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των εν λόγων αναιρεσιβλήτων.

ΙΙ.- Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοια κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο θεωρεί αόριστη την ποσοτικώς και ποιοτικώς ορισμένη αγωγή, ήτοι την μη εξειδικεύουσα και αναφέρουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα.

Εν προκειμένω, το Εφετείο απέρριψε έφεση της αναιρεσείουσας, καθ' όσον μέρος παρεπονείτο κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει ως αόριστη την αγωγή της. Στην αγωγή αυτή εκτίθενται τα ακόλουθα: Η ενάγουσα ναυτική εταιρία με την επωνυμία "...." έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της την εκτέλεση έργων και την παροχή υπηρεσιών προστασίας του θαλασσίου και παρακτίου περιβάλλοντος, μεταξύ των οποίων και τη λήψη προληπτικών και κατασταλτικών αντιρρυπαντικών και απορρυπαντικών μέτρων προς αντιμετώπιση θαλασσίων και χερσαίων ρυπάνσεων.

Στις 18-1-1997 παρετηρήθη από τα αρμόδια όργανα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ελευσίνας ρύπανση από πετρελαιοειδή στη θαλάσσια περιοχή του εκεί ομωνύμου όρμου, η οποία κινούμενη από τα θαλάσσια ρεύματα και τον άνεμο απειλούσε με ρύπανση την ευρύτερη θαλάσσια περιοχή και τις γύρω ακτές της Αττικής. Η ρύπανση είχε προκληθεί από το υπό σημαία Μάλτας φορτηγό πλοίο "........", νηολογημένο στο λιμένα Βαλέττα της Μάλτας, εμφανιζόμενο τότε υπό την τυπική κυριότητα της τυπικώς εδρευούσης στη Βαλέττα της Μάλτας εταιρίας με την επωνυμία INSPIRATION MARINE LTD", το οποίο είχε καταπλεύσει και πρυμνοδετήσει στη κεντρική προβλήτα του εκεί λιμένα από 6-1-1997.

Η ως άνω θαλάσσια ρύπανση προκλήθηκε ειδικότερα από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων από την εναγομένη μελών του πληρώματος του πλοίου αυτού και ειδικότερα του Πλοιάρχου και Α1 Μηχανικού, οι οποίοι προκειμένου να απαλλαγούν από τα πετρελαιοειδή κατάλοιπα αυτού, κατά παράβαση των κανόνων της ναυτικής επιστήμης και τέχνης, εκ προθέσεως ερμάτισαν και αφερμάτισαν το πλοίο, απαντλούντες και απορρίπτοντες στη θάλασσα έρμα μαζί με πετρελαιοειδή κατάλοιπα.

Η ενάγουσα, κατόπιν αναθέσεως της αρμοδίας Λιμενικής Αρχής Ελευσίνας, βάσει νομίμου αρμοδιότητας που παρέχεται σ' αυτήν, κατά τις διατάξεις του ν. 743/1977, ανέλαβε τη λήψη των αναγκαίων απορρυπαντικών μέτρων, συναινούντων και του Πλοιάρχου και του Α' Μηχανικού, αντί αποζημιώσεως που θα υπελογίζετο σύμφωνα με τον τιμοκατάλογο της.

Προς αντιμετώπιση της ρυπάνσεως η ενάγουσα έλαβε τα αναγκαία μέτρα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται οι εργασίες περιστολής της θαλάσσιας ρύπανσης με πλωτά μέσα και περισυλλογής όλων των ρυπαντών που επέπλεαν ή είχαν διαχυθεί στη θάλασσα, καθώς και οι περαιτέρω εργασίες με βοηθητικά σκάφη και ειδικά εξοπλισμένες λέμβους, εξετέλεσε δε το συγκεκριμένο έργο από την 19-1-1997 μέχρι την 29-1-1997, οπότε και το παρέδωσε.

Το σύνολο του εργολαβικού ανταλλάγματος για την πραγματοποιηθείσα απορρύπανση ανέρχεται σε 445.692,5 δολάρια ΗΠΑ άλλως σε 169.808.650 δραχμές. Το ένδικο ρυπογόνο περιστατικό προκλήθηκε από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων από την εναγομένη στα ελληνικά χωρικά ύδατα, με αποτέλεσμα να είναι εφαρμοστέο επί της ενδίκου διαφοράς το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο είναι επίσης εφαρμοστέο λόγω της εδώ πραγματικής και επιχειρηματικής έδρας και της κατοικίας της εναγομένης.

Αυτή ευθύνεται για περισσοτέρους αυτοτελείς λόγους και ειδικότερα για τους εξής: α) Κατά τον ένδικο χρόνο ήταν η μόνη Διευθύντρια της εμφανιζόμενης κυρίας του πλοίου, ως άνω εταιρίας, ασκούσα με την ιδιότητα αυτή το σύνολο των εννόμων σχέσεων και πραγματικών καταστάσεων που συνιστούν τις έννοιες αφενός της διοικήσεως και αφετέρου της εκπροσωπήσεως της εμφανιζόμενης κυρίας του πλοίου, επειδή δε η πραγματική έδρα της εταιρίας αυτής βρίσκεται στην ημεδαπή απ' όπου στην πραγματικότητα ασκείται η διοίκηση της, χωρίς να έχει κατά την ημεδαπή έννομη τάξη άδεια και νομική προσωπικότητα θεωρείται άτυπος εν τοις πράγμασι (de facto) προσωπική εταιρεία με αποτέλεσμα η συμβαλλόμενη επ' ονόματι της εναγομένη να ευθύνεται εις ολόκληρο μαζί της.

β) Ως μόνη Διευθύντρια και μόνη εκπρόσωπος της κυρίας του πλοίου ως άνω εταιρίας, με την προεκτεθείσα νομική μορφή της, η εναγομένη ευθύνεται ως προστήσασα τους υπαιτίους της ρύπανσης ως άνω αξιωματικούς του πλοίου, γ) Η ιδία κυρία εταιρία "Inspiration Marine Ltd", προσομοιάζει κατά το δίκαιο της συστάσεώς της (της Μάλτας) προς την ελληνική ανώνυμη εταιρία, η δε εναγομένη ευθύνεται με τη διπλή ιδιότητα της μόνης Διευθύντριας και μόνης εκπροσώπου της εταιρίας αυτής, με την έννοια ότι στην εν λόγω αλλοδαπή εταιρία δεν υπήρχαν (κατά τον κρίσιμο χρόνο του ενδίκου περιστατικού ρυπάνσεως) άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, πλην της εναγομένης, με συνέπεια αφενός να μην μπορεί να γίνει λόγος για Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο του Διοικητικού της Συμβουλίου, τα διοικητικά και εκπροσωπευτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των οποίων ασκούσε η εναγομένη με τις προαναφερθείσες ιδιότητες, και αφετέρου επειδή οι εξουσίες του προέδρου ή και του διευθύνοντος συμβούλου ανωνύμου εταιρίας δεν είναι ποτέ ποιοτικώς ούτε και ποσοτικώς ευρύτερες εκείνων που έχει το ίδιο το διοικητικό συμβούλιο συλλογικώς, το οποίο όμως στην προκειμένη αλλοδαπή εταιρία έχει μόνο ένα μέλος, την εναγομένη, δ) Μετά το ένδικο ρυπογόνο γεγονός, το εν λόγω πλοίο προσάραξε στην Ιταλία και κατόπιν αυτού εγκαταλείφθηκε στον ασφαλιστή του, ο οποίος κατέβαλε το ασφάλισμα σε τρίτο πρόσωπο ονόματι Χ1.

Επειδή το ασφάλισμα όπως και όλα τα άλλα ποσά του ενεργητικού και του παθητικού, καταχωρούνται υποχρεωτικώς αφενός στα λογιστικά βιβλία, αφετέρου στο λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσεως, και εκ τρίτου στον ισολογισμό της εδώ εμφανιζόμενης κυρίας του πλοίου εταιρίας, όπως επιτάσσεται ρητώς τόσο από το Ελληνικό δίκαιο, όσο και από το δίκαιο της Μάλτας, η μη συμμόρφωση προς την υποχρέωση αυτή συνιστά ποινικό αδίκημα και η εναγομένη, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν εξεπλήρωσε τις ανωτέρω υποχρεώσεις της, ευθύνεται εξ αδικοπραξίας έναντι της ενάγουσας, ως εταιρικής δανείστριας, με την έννοια ότι η μη συμμόρφωσή της αυτή αποτελεί το αίτιο και βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, την αδυναμία δηλαδή να ικανοποιηθεί η ένδικη αξίωση της από το καθαρό περιουσιακό υπόλοιπο "της κυρίας του πλοίου εταιρίας" (ασφάλισμα).

ε) Με βάση την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά, αφού κατά τον κρίσιμο χρόνο εμφανιζόταν ως μόνη νόμιμη εκπρόσωπος της κυρίας του ενδίκου πλοίου εταιρίας, την οποία είχε εγκαταστήσει στην Ελλάδα και επειδή η εταιρία αυτή ως τύπου Limited αφενός είναι αλλοδαπή εταιρία της Μάλτας και αφετέρου κατά το δίκαιο αυτής, που είναι το δίκαιο της συστάσεώς της, θεωρείται ανώνυμη εταιρία, η εναγομένη, κατά ρητή διάταξη του ελληνικού δικαίου, που προβλέπει ποινική ευθύνη του εμφανιζομένου στην Ελλάδα ως εκπροσώπου αλλοδαπής ανωνύμου εταιρίας όταν αυτή δεν έχει εγκατασταθεί νομίμως στην ημεδαπή, όπως η κυρία του πλοίου εταιρία, ευθύνεται εξ αδικοπραξίας, αλλά και ως προστήσασα τους προαναφερθέντες αξιωματικούς του ως άνω πλοίου, το δε γεγονός ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας δεν έχει εξοφληθεί από την εναγομένη, η οποία αρνείται να πράξει τούτο, αποτελεί το άμεσο αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα των αδικοπραξιών αυτών, με την έννοια ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της παροχής των ενδίκων υπηρεσιών ενεφανίσθη στην ενάγουσα ως νόμιμος εκπρόσωπος της κυρίας του πλοίου εταιρίας, η οποία κατά τον ίδιο χρόνο ενεφανίζετο ότι λειτουργούσε νομίμως στην Ελλάδα και ότι η οικονομική της κατάσταση ήταν και θα παρέμενε ανθηρή (με την έννοια της εταιρίας που είναι εγκατεστημένη νομίμως και άρα έχει νόμιμη υπόσταση και δραστηριότητα στην Ελλάδα), πράγμα που δεν ανταπεκρίνετο στην πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να παραπειστεί η ενάγουσα και να προσφέρει υπηρεσίες τις οποίες διαφορετικά δεν θα προσέφερε.

Τα περιστατικά αυτά θεμελιώνουν ευθύνη της εναγομένης προς αποζημίωση της ενάγουσας από αδικοπραξία, αφού και χωρίς την προεκτεθείσα παροχή των ενδίκων υπηρεσιών, συνιστούν άδικη και παράνομη πράξη, ως τέτοιας νοούμενης της αντικείμενης στο επιβαλλόμενο από το δίκαιο (άρθρο 914 ΑΚ) γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κανείς υπαιτίως άλλον.

Με βάση τα ανωτέρω εζητήθη να υποχρεωθεί η εναγομένη και ως αληθής πλοιοκτήτρια να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό των 169.808.650 δραχμών, νομιμοτόκως από την αναφερομένη στην αγωγή όχληση, άλλως από την επίδοση της αγωγής και με προσωπική κράτηση διαρκείας ενός έτους. Το Εφετείο χαρακτήρισε την αγωγή αυτή ως αόριστη, λόγω αντιφάσεων στους επικαλούμενους (ως άνω υπό α έως ε) λόγους ευθύνης της εναγομένης και ιδίως επειδή φέρεται άλλοτε ως πλοιοκτήτρια και άλλοτε ως εφοπλίστρια ή εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας εταιρίας.

Δεν υφίσταται όμως αντίφαση, αφού κατά την προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, οι βάσεις αυτής σωρεύονται επικουρικώς, μη αποκλειόμενης της επικουρικότητας εκ της φράσεως ότι η αγωγή στηρίζεται σε "περισσότερες αυτοτελείς βάσεις". Επομένως, το Δικαστήριο τούτο παρά το νόμο (άρθρα 218 και 219 ΚΠολΔ) κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη.

Ομοίως, παρά το νόμο α) εξέλαβε ως αόριστα και ορισμένα κονδύλια της αγωγής, τα οποία όμως επαρκώς προσδιορίζονται και β) έκρινε αόριστο το σωρευόμενο στην αγωγή αίτημα επιδείξεως εγγράφων, το οποίο ομοίως είναι ορισμένο. Κατ' ακολουθίαν, οι σχετικοί, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πρώτος, τέταρτος, πέμπτος, ενδέκατος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος, δέκατος έβδομος, δέκατος όγδοος, δέκατος ένατος, εικοστός, εικοστός πρώτος, εικοστός δεύτερος, εικοστός τρίτος και εικοστός τέταρτος λόγοι της αιτήσεως είναι βάσιμοι.

Γι' αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθ' όσο μέρος έκρινε αόριστη την αγωγή, μετά του σωρευόμενου αιτήματος επιδείξεως εγγράφων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, να επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης {ΚΠολΔ 176, 183].-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναίρεσης καθόσον μέρος στρέφεται κατά των δεύτερης, τρίτης και τέταρτου από τους αναιρεσίβλητους, ήτοι της ....., της .... και του ......

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των άνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 961/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, καθ' όσο μέρος έκρινε αόριστη την από 29.11.2001 αγωγή της αναιρεσείουσας, μετά του σωρευόμενου αιτήματος επιδείξεως εγγράφων. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την πρώτη αναιρεσίβλητη ...... στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαϊου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ