Supreme Court dismisses appeal for failure to specify violated substantive law and ignored arguments in appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Larissa Court of Appeal's decision regarding employment dismissals. The appellants argued the lower court failed to consider specific defense arguments and violated substantive law, but the court found these grounds insufficient. The court ruled that the appeal did not clearly identify the violated legal provision or demonstrate that the lower court ignored the arguments, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; The appeal must clearly specify the violated substantive law and the specific grounds for inadmissibility, otherwise it is rejected as vague.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1430 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1430/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα-
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: .....(αναφέρονται 8 ονόματα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγι Παπαστεργίου.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία «ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΛΥΜΠΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 241/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 755/2002 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/1/2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 24/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει ν'αναφέρεται κατά τρόπο, σαφή, ωρισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαγνωσθεί με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένως στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτει ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που ελλείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και σ'αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα ως προς το προβλεπόμενο από το αρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, εκ πλαγίου, οι ουσιαστικές παραδοχές (αιτιολογίες) της προσβαλλομένης αποφάσεως και σε τι ειδικότερα συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως, αν δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζονται οι αντιφατικές παραδοχές της, ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει να εκτίθεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση εκ πλαγίου μη αναφερομένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής των αναιρεσειόντων – εναγόντων με την οποία εζητείτο η αναγνώριση της ακυρότητας της γενομένης από την αναιρεσίβλητη – εναγομένη, για λόγους εκδικήσεως, καταγγελίας της μετ' αυτής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσειόντων – εναγόντων.
Στο αναιρετήριο, όμως, ενώ εκτίθεται το ιστορικό της υποθέσεως, η νομική άποψη των αναιρεσειόντων, και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά εντελώς αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά, ενώ, εξάλλου, δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών.
Επομένως, ο ως άνω λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως, του άρθρου 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ. για τη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο του αναιρεσείοντα, που είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη παραδεκτού και νομικά βάσιμου ισχυρισμού και όχι όταν έλαβε μεν υπόψη τούτο, έκρινε όμως ότι δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής των αναιρεσειόντων – εναγόντων με την οποία εζητείτο η αναγνώριση της ακυρότητας ως καταχρηστικής της γενόμενης από την αναιρεσίβλητη καταγγελίας της μετ' αυτής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας των, δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι αναιρεσείοντες με τις ενώπιον του Εφετείο προτάσεις τους και συγκεκριμένα 1) την από 14/11/2000 έκθεση ελέγχου του Ι.Κ.Α.
Λάρισας, 2) την από 5/9/2000 έκθεση επιτοπίου ελέγχου της ίδιας υπηρεσίας, 3) τον από 31/8/2000 πίνακα ωρών εργασίας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης του προσωπικού της αναιρεσίβλητης και 4) τον πίνακα εισφορών ταμείου της μισθολογικής περιόδου Δεκεμβρίου 2000. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του «και όλα τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα».
Από τη διατύπωση αυτή καθώς και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα των αναιρεσειόντων – εναγόντων. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με την περί του αντιθέτου αιτίασή του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996).
Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άσκηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Επίσης ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη των προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρέλειψε να εξετάσει κατά την έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής των αναιρεσειόντων – εναγόντων, τον αγωγικό ισχυρισμό τους ότι και αν ακόμη οι απολύσεις τους έγιναν για οικονομοτεχνικούς λόγους η αναιρεσίβλητη παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά το βαρύνον τον εργοδότη καθήκον πρόνοιας, την αρχαιότητα στην υπηρεσία, την ηλικία και τη δυνατότητα ν΄ ανεύρουν αλλού εργασία, καθόσον εάν το ελάμβανε θα απέλυε αντί για τους ενάγοντες τους έχοντες μικρότερη προϋπηρεσία συναδέλφους των και δεν θα προέβαινε σε προσλήψεις νέων.
Όμως, όπως προκύπτει από προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων τον οποίο και απέρριψε αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένων εκ των εναγόντων (φυλάκων και καθαριστριών) λόγω κατάργησης της θέσης τους, δεδομένου ότι η φύλαξη και ο καθαρισμός της επιχείρησής της ανατέθηκε σε εταιρείες φύλαξης (SECURITY) και καθαρισμού, αντίστοιχα, ενώ όσον αφορά τους λοιπούς απολυθέντες ενάγοντες, η αναιρεσίβλητη στα πλαίσια της, για οικονομοτεχνικούς λόγους, οργάνωσης της επιχείρησής της διατήρησε άλλους εργαζομένους με διαφορετική όμως ειδικότητα και επαγγελματική κατηγορία, που της ήταν περισσότερο αναγκαίοι για την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησής της και την καλλίτερη απόδοσή της.
Κατά συνέπειαν ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με την περί του αντιθέτου αιτίασή του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.1.2005 αίτηση του ..... κ.λ.π., για αναίρεση της 755/2002 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ