142/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated142/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και 14 του Ν. 3.869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.). Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση.
Full text
Απόφαση 142 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 142/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Κ. του Γ. και 2) Α. Α. του Ε., συζ. Θ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Μάρκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, α) για την ίδια, β) ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και γ) ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", που εδρεύει στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου, είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα (Αθήνα) και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK ATE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 2η, 3η, 4η, 5η, 6η και 7η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2012 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 975/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10982/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 8-11-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 22695/2183/10-11-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 10982/2020 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδικάσθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", εκδόθηκε ερήμην της τέταρτης, πέμπτης, έκτης, έβδομης και όγδοης των εφεσιβλήτων και ήδη τρίτης, τέταρτης, πέμπτης, έκτης και έβδομης, αντιστοίχως, των αναιρεσιβλήτων.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτώς και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 20/2023, Α.Π. 449/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 449/2022, Α.Π. 508/2020) και περαιτέρω, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
και 14 του Ν. 3.869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.). Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση.
Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1674/2023). Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στην δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν, όμως, αυτός κλητεύθηκε νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανισθεί στην συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 244/2023). Τέλος, στην δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρον 76 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 247/2024, Α.Π. 244/2023).
Από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου 24, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...-2023, ...-2023, ...-2023, ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Κ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως οι επισπεύδοντες την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Φωτεινής Μάρκου, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτης και έβδομη, αντιστοίχως, των αναιρεσιβλήτων.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως οι αναιρεσείοντες και η πρώτη των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, αφού οι τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους και να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.1 και 3 του ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 1 εδάφ. α' και β' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 10-12-2012 αίτηση των αναιρεσειόντων περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης στις 22-1-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και, γι' αυτό, παραλείφθηκε στον νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρ. 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 778/2022).
Εξάλλου, ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και την νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός, που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και, έτσι, αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023).
Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η, απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη, αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται, σαφώς τουλάχιστον, στον βαθμό που δεν ανάγονται από τον νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν, δηλαδή, ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ίδιου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στην σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην, όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023).
Περαιτέρω, απαλλαγή του οφειλέτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από την διαδικασία διευθετήσεως των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για την ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει ότι δεν οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπληρώσεώς τους, όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από την φύση της ενοχικής σχέσεως, κατ' άρθρον 323 και 340 του Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά την στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, εφόσον, βεβαίως, συντρέχει και η άλλη προαναφερθείσα προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του, κρίνεται συνολικώς με βάση την σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπ' όψιν, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με την βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, την διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, η οποία πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022).
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, μπορούν, ενδεικτικώς, να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για την μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020).
Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 808/2023). Ειδικώς η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πιστώσεως, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο, που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ενστάσεως, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 104/2024, Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 1104/2023, Α.Π. 988/2023).
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 3/2014, Ολ. Α.Π. 1/2013, Ολ. Α.Π. 8/2006).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατ' άρθρον 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και, συνακολούθως, κατ' άρθρον 560 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν πρόκειται για αναίρεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, καθώς και αποφάσεως του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου, συντρέχει δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή, αντιθέτως, αρκέσθηκε σε ολιγότερα των απαιτούμενων από τον νόμο στοιχείων για την θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (Α.Π. 104/2024, Α.Π. 601/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 935/2020, Α.Π. 213/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά την προβολή σχετικού ισχυρισμού τους, περί αοριστίας της ενστάσεως δόλου της εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε τον περί αοριστίας της εν λόγω ενστάσεως ισχυρισμό τους και εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 975/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου, δέχθηκε την αίτησή τους για την δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 10-12-2012 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 155/22-1-2013) αίτησή τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλούμενοι ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τράπεζες, ζήτησαν να επικυρωθεί το περιλαμβανόμενο στην αίτησή τους σχέδιο διευθετήσεως των οφειλών τους προς τις καθών η αίτηση, την ρύθμισή τους από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της δεύτερης αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 975/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση, που προέβαλε η πέμπτη των καθών και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, περί δολίας περιελεύσεως των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας εξοφλήσεως ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τις καθών η αίτηση, δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων, ορίζοντας μηνιαίες καταβολές 250 ευρώ για τον πρώτο αυτών και 100 ευρώ για την δεύτερη αυτών επί πενταετία και επιβάλλοντας στην τελευταία την υποχρέωση να καταβάλει, για την διάσωση της κύριας κατοικίας της, από τον Απρίλιο του 2020 και επί 240 μήνες μηνιαίο ποσό 162,79 ευρώ στην δεύτερη και τρίτη των καθών η αίτηση.
Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η πέμπτη των καθών η αίτηση και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 19-12-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 44618/1416/20-12-2019) έφεσή της. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε αυτήν τυπικώς και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και διακράτησε την αίτηση των αναιρεσειόντων, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Η πέμπτη των καθών ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK είχε προτείνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την ένσταση της δολίας περιελεύσεως των αιτούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, υποστηρίζοντας ότι "Εν προκειμένω ο πρώτος των αντιδίκων έχει συνάψει 19 δανειακές συμβάσεις εκ των οποίων οι 16 αφορούν καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες δημιουργώντας οφειλές άνω του ποσού των 235.000 ευρώ και η δεύτερη των εφεσιβλήτων έχει συνάψει 6 συμβάσεις εκ των οποίων οι 3 είναι καταναλωτικά δάνεια, δημιουργώντας οφειλές άνω των 161.000 ευρώ.
Οι αντίδικοι ισχυρίζονται ότι το οικογενειακό τους εισόδημα ήταν υψηλό και δη του πρώτου εξ αυτών, ο οποίος αποκέρδαινε περίπου 2.800 ευρώ μηνιαίως. Εφόσον τα εισοδήματά τους ήταν υψηλά και το μόνο ακίνητο της οικογένειας είναι το διαμέρισμα της δεύτερης των αντιδίκων, που αποτελεί την κύρια κατοικία τους, ποιες ανάγκες κάλυπταν με τον υπέρογκο δανεισμό και την χρήση των πιστωτικών καρτών;
Όσον αφορά την οικονομική συνδρομή, που προσέφεραν στην θυγατέρα τους τον Νοέμβριο 2008 δεν αναφέρεται, ούτε το ποσό, που δαπανήθηκε για την επιχειρηματική της δραστηριότητα, αλλά επίσης δεν ήταν κατάλληλη και η χρονική συγκυρία δοθέντος, ότι κατά την αίτηση την 30-3-2007 καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του πρώτου των αντιδίκων.
Ο πρώτος των αντιδίκων είχε ιδιαίτερα υψηλές αποδοχές τόσο από την αποζημίωση απόλυσης, όσο και στη συνέχεια, στο οικ. έτος 2011 δηλώνει επίδομα ανεργίας 44.361,45 ευρώ, και συνολικό ετήσιο εισόδημα με την δεύτερη εξ αυτών 55.000 ευρώ, το οικ. έτος 2012 επίδομα ανεργίας 23.162,62 ευρώ και συνολικό ετήσιο εισόδημα με την δεύτερη εξ αυτών 33.000 ευρώ περίπου.
Και ενώ οι αντίδικοι έχουν έως τότε αυτά τα εισοδήματα σταματούν τις πληρωμές τους, τις περισσότερες, από το 2010 και λίγες, ως τις αρχές του 2012 και ενδεικτικά η τράπεζα ήδη τους αποστέλλει την από 17-2-2012 εξώδικη δήλωση της για καθυστερούμενες οφειλές προηγούμενων μηνών, ενώ η μείωση των εισοδημάτων τους ξεκινά από τον Ιανουάριο του 2013".
Την ένσταση του δόλου επαναπρότεινε με λόγο εφέσεως και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος λόγος έχει ως ακολούθως: "Εν προκειμένω ο πρώτος των εφεσιβλήτων έχει συνάψει 19 δανειακές συμβάσεις εκ των οποίων οι 16 αφορούν καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες δημιουργώντας οφειλές άνω του ποσού των 235.000 ευρώ και η δεύτερη των εφεσιβλήτων έχει συνάψει 6 συμβάσεις εκ των οποίων οι 3 είναι καταναλωτικά δάνεια, δημιουργώντας οφειλές άνω των 161.000 ευρώ.
Οι δύο πρώτοι των εφεσιβλήτων ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως, ότι το οικογενειακό τους εισόδημα ήταν υψηλό και δη του πρώτου εξ αυτών, ο οποίος αποκέρδαινε περίπου 2.800 ευρώ μηνιαίως. Ουδόλως αιτιολόγησαν για ποιο λόγο προέβησαν σε υπερδανεισμό με μία σειρά συμβάσεις καταναλωτικής πίστης αν τα εισοδήματά τους ήταν ιδιαιτέρως υψηλά.
Ο πρώτος των εφεσιβλήτων, ο οποίος εργαζόταν στην Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων ΑΕ και απολύεται την 30-3-2007 λαμβάνει αποζημίωση απόλυσης 44.685,90 ευρώ και επιπροσθέτως από τον Μάρτιο του 2007 ποσό μηνιαίως 1.500 ευρώ και εν συνεχεία 1.750 ευρώ μηνιαίως μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2012. Η δεύτερη των εφεσιβλήτων σύμφωνα με την αίτηση το οικονομικό έτος 2009 έχει μηνιαίο εισόδημα 1.061,93 ευρώ, το οικ.
έτος 2010 973,74 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011 897,81 ευρώ. Οι δύο πρώτοι των εφεσιβλήτων και μετά την απόλυση του πρώτου εξ αυτών το 2007, ουχί μόνον προβαίνουν σε συνετή διαχείριση των οικονομικών τους αλλά επιπροσθέτως συνάπτουν και νέες συμβάσεις και βοηθούν οικονομικά τον Νοέμβριο του 2008 την ηλικίας μόλις 23 ετών και φοιτήτρια θυγατέρα τους, να ανοίξει επιχείρηση περιπτέρου, την οποία τελικά κλείνει το 2011, σύμφωνα με την αίτηση.
Και ενώ ισχυρίζονται, ότι μέχρι και τον Μάιο του 2012 αποπλήρωναν τις οφειλές τους με το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης, που έλαβε ο πρώτος των εφεσιβλήτων, από το ίδιο το δικόγραφο της ένδικης αίτησης, αλλά και όσα αποδείχθηκαν πρωτοδίκως προκύπτει, ότι είχαν ήδη από το 2010 σταματήσει την πληρωμή των περισσότερων δανείων τους, η δε τράπεζα προέβη σε καταγγελία δύο συμβάσεων στεγαστικών δανείων (λόγω μη πληρωμής ληξιπροθέσμων δόσεων), συνολικού ποσού σύμφωνα με την αίτηση 90.000 ευρώ.
Επίσης το 2012 εκδίδονται οι αναφερόμενες στην αίτηση διαταγές πληρωμής από άλλες τρεις πιστώτριες τράπεζες. Δηλαδή εν προκειμένω, ενώ ο πρώτος των εφεσιβλήτων έλαβε το άνω αναφερθέν ποσό, ως αποζημίωση απόλυσης, το οικ. έτος 2011 δηλώνει επίδομα ανεργίας 44.361,45 ευρώ, και συνολικό ετήσιο εισόδημα με την δεύτερη εξ αυτών 55.000 ευρώ, το οικ.
έτος 2012 επίδομα ανεργίας 23.162,62 ευρώ και συνολικό ετήσιο εισόδημα με την δεύτερη εξ αυτών 33.000 ευρώ περίπου σταματούν την εξυπηρέτηση των δανείων ήδη από το 2010 στο μεγαλύτερο μέρος αυτών, όπως προαναφέρθηκε, δηλαδή παύουν τις πληρωμές τους σε χρόνο, που είχαν εισοδήματα, πριν την μείωση των εισοδημάτων τους, που ξεκινά από τον Ιανουάριο του 2013.
Συνακόλουθα οι δύο πρώτοι των εφεσιβλήτων τόσο κατά τον χρόνο λήψης των δανείων, αλλά και στην συνέχεια προβαίνουν σε αλόγιστο δανεισμό και απερίσκεπτη σπατάληση εισοδήματος, στοιχεία, τα οποία καταδεικνύουν, ότι περιήλθαν με δόλο σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους". Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο η προβληθείσα, πρωτοδίκως και ενώπιον του Εφετείου, ως άνω, ένσταση από τις καθών η αίτηση των αναιρεσειόντων είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 στοιχεία και, ειδικότερα, διαλαμβάνει ότι οι αιτούντες συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και γνώριζαν ή, έστω, προέβλεπαν ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός τους, συνολικού ύψους 235.028,46 ευρώ για τον πρώτο και 161.905,19 ευρώ για την δεύτερη, ενόψει, αφενός μεν, των οικονομικών τους δυνατοτήτων, αφετέρου δε, των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς τους και των μηνιαίων δόσεων των δανείων, θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.
Συνακολούθως, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με το να κρίνει ορισμένη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από τον νόμο, για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των οφειλετών. Επομένως, ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν προβλέπονταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων, στο παραπάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με τον Ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024).
Για την διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ. Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1334/2024, Α.Π. 1233/2024, Α.Π. 1229/2024, Α.Π. 1228/2024), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1334/2024, Α.Π. 1233/2024, Α.Π. 1229/2024).
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα εξής περιστατικά: "Οι αιτούντες, πρώτος και δεύτερη των εφεσιβλήτων, είναι σύζυγοι, ηλικίας 54 και 52 ετών αντίστοιχα. Από το γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, ήδη ενήλικα, ηλικίας, 31 και 26 ετών αντίστοιχα (για όλα τα ανωτέρω βλ. προσκομιζόμενο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης Δήμου Αμπελοκήπων - Μενεμένης). Ο πρώτος εξ αυτών κατά το παρελθόν εργαζόταν και δη από το 1988 στη Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων Α.Ε., η οποία καταγγέλθηκε στις 30.03.2007, ελάμβανε δε μηνιαίες αποδοχές 2.666,98 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη καταγγελία σύμβασης εργασίας και από 30.03.2007 βεβαίωση ανωτέρω εταιρείας).
Κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης ήταν άνεργος (βλ. προσκομιζόμενη κάρτα ανεργίας έτους 2013), ενώ εν συνεχεία από το Σεπτέμβριο του 2013 έχει προσληφθεί και εργάζεται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως ιδιωτικός υπάλληλος στην εταιρεία με την επωνυμία "CODITO" Α.Ε.Β.Ε. (βλ. προσκομιζόμενη από 16.09.2013 αναγγελία πρόσληψης) και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονται σε 645,75 ευρώ (βλ. απόδειξη μισθοδοσίας Σεπτεμβρίου 2017). Ωστόσο ήδη λόγω της πανδημίας του Covid - 19, έχει τεθεί σε εκ περιτροπής εργασία κατόπιν της από 06.04.2020 ανακοίνωσης της εργοδότριας εταιρείας (βλ. προσκομιζόμενη). Η δεύτερη εξ αυτών εργάζεται ως εργατοτεχνίτης με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης στην επιχείρηση παραγωγής και επεξεργασίας μετάλλων με την επωνυμία "Μακεδονικής ... ΑΒΕΕ" και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται με βάση την προσκομιζόμενη βεβαίωση μισθοδοσίας Σεπτεμβρίου 2017 σε 561,59 ευρώ. Ωστόσο κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης έχει τεθεί σε αναστολή εργασίας κατόπιν της από 03.04.2020 ανακοίνωσης της εταιρείας λόγω της πανδημίας του Covid - 19.
Συνεπώς κανένας από αυτούς δεν έχει πτωχευτική ικανότητα. Εισοδήματα από άλλες πηγές δεν αποδείχθηκε ότι έχουν. Η δεύτερη εφεσίβλητη είναι κυρία ενός αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος του 5ου ορόφου σε μία οικοδομή, η οποία βρίσκεται επί της οδού ... στο Δήμο Μενεμένης Θεσσαλονίκης, εμβαδού 66 τ.μ., η οποία περιήλθε στην κυριότητα της δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2002 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Σ.
Σ., το οποίο έχει μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, αποτελεί δε το ακίνητο αυτό την κύρια κατοικία αυτής και του συζύγου της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης οι δύο πρώτοι των εφεσιβλήτων ανέλαβαν προς τις πιστώτριες τους, αντίστοιχα, τα παρακάτω χρέη, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τα απορρέοντα από τα κάτωθι στεγαστικά δάνεια χρέη που είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένα, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/10) και συγκεκριμένα οφείλουν κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα:
Α) ο πρώτος εφεσίβλητος οφείλει: Α) προς την τρίτη εφεσίβλητη "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" 1) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας 9.100,45 ευρώ, 2) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου 5.000 ευρώ, 3) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας 8.922 ευρώ, 4) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας 2.785,08 ευρώ, 5) από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου 18.847,15 ευρώ και 6) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας 484,36 ευρώ, ήτοι συνολικά οφείλει προς την τρίτη εφεσίβλητη 45.139,04 ευρώ, Β) προς την τέταρτη εφεσίβλητη "Άλφα Τράπεζα": 1) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας με την τράπεζα Citibank, διάδοχος της οποίας είναι η τέταρτη εφεσίβλητη 9.853,69 ευρώ, 2) από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση προσωπικού δανείου με την ίδια ως άνω τράπεζα 8.879,87 ευρώ, 3) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου με την τέταρτη εφεσίβλητη 5.407,61 ευρώ, ήτοι συνολικά οφείλει προς την τέταρτη εφεσίβλητη 24.141,17 ευρώ, Γ) προς την πέμπτη εφεσίβλητη "Τράπεζα Πειραιώς": 1) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου με την "Emporiki Bank", διάδοχος της οποίας είναι η πέμπτη εφεσίβλητη 21.006,50 ευρώ, η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 42.200 ευρώ στην κυρία κατοικία της δεύτερης εφεσίβλητης, 2) από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου 4.837,87 ευρώ, 3) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ανοικτού δανείου με την τράπεζα "Geniki Bank", διάδοχος της οποίας είναι η πέμπτη εφεσίβλητη 3.015,11 ευρώ, 4) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας 3.953,93 ευρώ, ήτοι συνολικά οφείλει προς την πέμπτη εφεσίβλητη 32.910,41 ευρώ, Δ) προς την έκτη εφεσίβλητη Τ Bank από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου 3.130,25 ευρώ, Ε) προς την έβδομη εφεσίβλητη τράπεζα Proton από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ανοικτού δανείου 2.733,72 ευρώ, ΣΤ) προς την όγδοη εφεσίβλητη Attica Bank από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου 12.084,76 ευρώ ΣΤ) προς την εκκαλούσα "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία": 1) από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου 5.245,47 ευρώ, 2) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου 25.135,37 ευρώ, 3) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου 84,505,07 ευρώ, οι οποίες απαιτήσεις είναι εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 72.800 ευρώ στην κυρία κατοικία της δεύτερης εφεσίβλητης, ήτοι συνολικά οφείλει 114.885,59 ευρώ.
Συνεπώς ο πρώτος εφεσίβλητος συνολικά οφείλει προς τις πιστώτριες τράπεζες 235.028,46 ευρώ Β) η δεύτερη εφεσίβλητη οφείλει: Α) προς την τρίτη εφεσίβλητη "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", 1) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου 5.000 ευρώ, 2) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου 16.499,06 ευρώ, ήτοι συνολικά οφείλει 21.499,06 ευρώ, Β) προς την τρίτη εφεσίβλητη "Τράπεζα Πειραιώς" από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου με την "Emporiki Bank" διάδοχος της οποίας είναι η Τράπεζα Πειραιώς 22.598,73 ευρώ και Γ) προς την εκκαλούσα "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία": 1) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου 4.774,13 ευρώ, 2) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου 27.884,10, 3) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου 85.149,17 ευρώ, οι οποίες απαιτήσεις είναι εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 72.800 ευρώ στην κυρία κατοικία της, ήτοι συνολικά οφείλει 117.807,40 ευρώ.
Συνεπώς η δεύτερη εφεσίβλητη συνολικά οφείλει προς τις πιστώτριες τράπεζες 161.905,19 ευρώ εκ των οποίων ευρώ, εκ των οποίων οφειλές 117.807,40 ευρώ προς την εκκαλούσα εις ολόκληρο με τον πρώτο εφεσίβλητο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ετήσιο εισόδημα των αιτούντων το έτος 2003 ανερχόταν σε 28.777,92 ευρώ για τον πρώτο εξ αυτών και 9.322,37 ευρώ για τη δεύτερη εξ αυτών, το έτος 2004 ανερχόταν σε 30.741,30 ευρώ για τον πρώτο εξ αυτών και 9.907,52 ευρώ για τη δεύτερη εξ αυτών, το έτος 2005 ανερχόταν σε 31.078,88 ευρώ για τον πρώτο εξ αυτών και 10.366,72 ευρώ για τη δεύτερη εξ αυτών, το έτος 2006 ανερχόταν σε 31.231,77 ευρώ για την πρώτη εξ αυτών και 10.851,26 ευρώ για το δεύτερο εξ αυτών, το έτος 2007.
ανερχόταν σε 13.045,09 ευρώ για τον πρώτο εξ αυτών και 11.490 ευρώ για τη δεύτερη εξ αυτών, το έτος 2008 ανερχόταν σε 20.743,59 ευρώ για τον πρώτο εξ αυτών και 12.743,22 ευρώ για τη δεύτερη εξ αυτών, το έτος 2009 ανερχόταν σε 21.461,33 ευρώ για τον πρώτο εξ αυτών και 11.684,88 ευρώ για τη δεύτερη εξ αυτών, το έτος 2010 ανερχόταν σε 44.361,45 ευρώ για τον πρώτο εξ αυτών και 10.773,74 ευρώ για τη δεύτερη εξ αυτών, το έτος 2011 ανερχόταν σε 23.162,62 ευρώ για τον πρώτο εξ αυτών και 10.397 ευρώ για τη δεύτερη εξ αυτών το 2012 ανερχόταν σε 22.061,14 ευρώ για τον πρώτο εξ αυτών και 10.402,66 ευρώ για τη δεύτερη εξ αυτών και το 2013, όταν και υπέβαλαν την αίτηση επί της οποίας η εκκαλουμένη ανερχόταν σε 2.839,77 ευρώ για τον πρώτο εξ αυτών και 9.109,28 ευρώ για τη δεύτερη εξ αυτών.
Σημειώνεται ότι από το έτος 2008 και εντεύθεν οι αποδοχές του πρώτου εναγομένου αντιστοιχούν σε επίδομα ανεργίας που ελάμβανε λόγω της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας με τη Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων Α.Ε., όπως ο ίδιος εκθέτει στην αίτησή του και όπως αναφέρεται και στις πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου, ενώ το ποσό των 44.361,45 ευρώ που έλαβε το έτος 2010 αποτελεί αποζημίωση απόλυσης, όπως και ο ίδιος εκθέτει στην αίτησή του.
Συνεπώς αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εφεσίβλητος έχει λάβει τρία στεγαστικά δάνεια στα οποία συνοφειλέτρια είναι και η σύζυγός του και δώδεκα καταναλωτικά δάνεια και δάνεια πιστωτικών καρτών. Όπως δε αποδείχθηκε από την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση της δεύτερης εφεσίβλητης, τα στεγαστικά δάνεια ελήφθησαν το 2003, για την απόκτηση της κύριας κατοικίας των δύο πρώτων εφεσίβλητων, όταν τα οικογενειακά τους εισοδήματα ήταν υψηλά, ωστόσο από την ίδια κατάθεση αποδείχθηκε ότι τα δάνεια καταναλωτικής πίστης ελήφθησαν μετά το 2007, όταν και καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του πρώτου εξ αυτών.
Μολονότι, συνεπώς, αυτοί γνώριζαν ότι το πρόγραμμα ανεργίας, στο οποίο είχε υπαχθεί ο πρώτος εξ αυτών θα είχε συγκεκριμένη διάρκεια, δεν περιόρισαν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις στο πλαίσιο που τους επέτρεπαν τα νέα εισοδήματά τους, τα οποία, σημειωτέον από το 2007 έως το 2012, δεν ήταν περιορισμένα, ώστε να είναι συνεπείς στην αποπληρωμή των δανείων που είχαν ήδη αναλάβει, αλλά φρόντισαν μέσω δανείων καταναλωτικής πίστης να διατηρήσουν ένα εισοδηματικό επίπεδο ιδιαίτερα υψηλό, το οποίο να προσιδιάζει στην πρότερη εισοδηματική τους κατάσταση.
Ωστόσο, γνώριζαν ότι οι επιπλέον αυτές πηγές εσόδων από δάνεια καταναλωτικής πίστης δεν αποτελούν εισόδημα, πολύ δε περισσότερο γνώριζαν ότι όφειλαν να επιστρέφουν στο εγγύς μέλλον αυτά και μάλιστα εντόκως με υψηλό μάλιστα επιτόκιο.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι ανέλαβαν υψηλές οφειλές, εν γνώσει του γεγονότος ότι δεν μπορούσαν να τις εξοφλήσουν, απολαμβάνοντας τα δι' αυτών αποκτηθέντα αγαθά, προβλέποντας ότι ο υπερδανεισμός τους με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφελών τους, θα τους οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό, περιήλθαν, δηλαδή, σε αδυναμία πληρωμής με ενδεχόμενο δόλο, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη εκτίθενται, συνεπώς η εκκαλουμένη, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση, απορρίπτοντας την ένσταση δόλου, που κατά τρόπο παραδεκτό πρότεινε η εκκαλούσα και την οποία παραδεκτά επαναφέρει με τον μοναδικό λόγο έφεσης, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και συνεπώς, ο μοναδικός λόγος έφεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην εκκαλουμένη η ως άνω πλημμέλεια, ο οποίος είναι ορισμένος [η αξίωση πρόσθετων στοιχείων για το ορισμένο της ένστασης δόλου, ήτοι να αναφέρει ο πιστωτής α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό ..., προσκρούει στην αρχή της δίκαιης δίκης που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία εγγυάται την ύπαρξη μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των μερών στην αστική δίκη, καθώς τα στοιχεία αυτά δεν δύναται να γνωρίζει ο πιστωτής, ώστε να προβάλλει τη σχετική ένσταση, αφού δεν απαιτούνται με βάση το ν. 3869/2010 για το ορισμένο της αίτησης του οφειλέτη ..., και νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσία βάσιμος".
Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με βάση τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αιτούντες δολίως περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους εξαιτίας του υπερδανεισμού τους, καθόσον:
α) από το έτος 2002 έως το έτος 2012 συνήψαν, ο μεν πρώτος 19 δανειακές συμβάσεις εκ των οποίων οι 16 αφορούν καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες και κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς του οφείλει συνολικό ποσό 235.028,46 ευρώ, η δε δεύτερη 6 δανειακές συμβάσεις εκ των οποίων οι 3 αφορούν καταναλωτικά δάνεια και κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς της οφείλει συνολικό ποσό 161.905,19 ευρώ, β) αν και από το έτος 2007 και μετά αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην εξόφληση των δανείων τους, συνέχισαν να προβαίνουν στην κατάρτιση δανειακών συμβάσεων και να αναλαβαίνουν το κόστος εξοφλήσεως αυτών, γ) πέραν των οικογενειακών εισοδημάτων και της οικίας της αιτούσας οι αιτούντες δεν είχαν άλλα εισοδήματα ούτε κάποιο άλλο ακίνητο, το οποίο θα μπορούσαν να εκποιήσουν, για να αντιμετωπίσουν τις δανειακές υποχρεώσεις τους, περιστατικά, τα οποία οι αιτούντες γνώριζαν από τον καιρό, που λάμβαναν τα επίδικα τραπεζικά προϊόντα, διαβλέποντας ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής των υποχρεώσεών τους στο μέλλον και αποδεχόμενοι αυτό ως επακόλουθη συνέπεια.
Έτσι όπως έκρινε το πιο πάνω Δικαστήριο, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, 330 του Α.Κ. και 27 του Π.Κ., που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόσθηκαν ορθά ή όχι και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το κρίσιμο ζήτημα της δολίας περιελεύσεως των αναιρεσειόντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους.
Εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται η αναφορά στην απόφαση του ύψους των μηνιαίων δόσεων προς τις πιστώτριες τράπεζες, για να κρίνει το Δικαστήριο της ουσίας, αν συντρέχει η μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και η εκ δόλου περιαγωγή των αναιρεσειόντων σε κατάσταση μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας για την ικανοποίηση των οφειλών τους και οι αντίθετες αιτιάσεις των τελευταίων είναι απορριπτέες ως αβάσιμες (Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π 171/2022, Α.Π. 640/2020).
Η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε την Α.Κ. 300, μη λαμβάνοντας υπ' όψιν την αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα των πιστωτριών Τραπεζών, γιατί παραβίασαν την καθιερούμενη με την ΚΥΑ Ζ1-699/ΦΕΚ Β'/917/2010 αρχή της καταναλωτικής πίστεως και του υπεύθυνου δανεισμού, επειδή γνώριζαν την πιθανότητα της αδυναμίας πληρωμής τους και, εντούτοις, τους δανειοδότησαν υπέρμετρα, παραβιάζοντας ευθέως την Αρχή του Υπεύθυνου Δανεισμού, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προεκτέθηκε στην μείζονα σκέψη, για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ.
τελευταίο του Ν. 3869/2010, πλην του υποκειμενικού στοιχείου, δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, και δεν ασκεί έννομη επιρροή στο δόλο του η τυχόν παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη. Οι περαιτέρω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως μη επαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται, κατά τα λοιπά, με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικάσαν Δικαστήριο.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 εδάφ. α' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. και ο τρίτος λόγος από τον αριθμό 6 του ίδιου άρθρου. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-11-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 10982/2020 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο τού κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ