Legislator Case Law & Legislation
142/2024 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to vague grounds failing to specify facts, law, or court assumptions under Article 560 of the Code of Civil Procedure.

Case Number 142/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Municipality of Aigialeia against a first-instance judgment, ruling the appeal inadmissible. The court found the appellant's grounds for appeal were too vague, failing to explicitly state the specific facts, legal provisions violated, or contradictory court assumptions required for a valid appeal. Consequently, the appeal was rejected, and the municipality was ordered to pay the legal costs of the appellees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if it lacks clarity regarding the specific facts, violated legal provisions, or contradictory court assumptions, which cannot be supplemented by reference to other documents.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds Article 560 court assumptions legal costs appeal procedure clarity requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 560, paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281, paragraph 2 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1024/2023
Supreme Court Case 274/2022

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 142 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 142/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Δήμου Αιγιαλείας, που εδρεύει στο Αίγιο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Των καλούντων: 1)Κ. Δ., 2)Α. Α., 3)α)Ε. Λ., β)Β. Β., γ)Π. Β., δ)Μ. Β., και ε)Μ. Β., ως νομίμως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Π. Β., 4)Π. Γ., 5)Μ. Δ., 6)Γ. Δ., 7)Α. Κ., 8)Α. Μ., 9)Π. Μ., 10)Π. Μ., 11)Α. Μ., 12)α)Π. Γ., β)Π. Μ. και γ)Α. Μ., ως νόμιμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 23-12-2010 πρώην υπαλλήλου του Δήμου Αιγίου Π. Μ., 13.Δ. Σ., 14)Β. Φ., 15)Π. Χ., 16)Λ. Δ., 17)Α. Κ., 18)Θ. Κ., 19)Σ. Σ., 20)Ε. Α., 21)Ν. Κ., 22)Χ. Κ. και 23)Α. Σ., απάντων κατοίκων ... Η 6η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2014 αγωγή των ήδη καλούντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων δήμος με την από 22-11-2018 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1577/2021 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 10-3-2023 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η υπό κρίση από 22-11-2018 και με αριθμό κατάθεσης 75/27-11-2018 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 79/23-7-2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, δικάσαντος ως Εφετείου της οποίας αρχική δικάσιμος ορίστηκε η 28η-9-2021, κατά την οποία η υπόθεση συζητήθηκε και εκδόθηκε η με αριθμό 1577/2021 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία κηρύχθηκε α)ματαιωθείσα η συζήτηση της ως άνω αναίρεσης ως προς τον αναιρεσείοντα και την έκτη αναιρεσίβλητη και β)απαράδεκτη η συζήτηση, ως προς τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης επαναφέρθηκε προς συζήτηση, με την από 10-3-2023 με αριθμό κατάθεσης 28/13-3-2023 κλήση των καλούντων-αναιρεσιβλήτων και ορίστηκε δικάσιμος η 23η Μαΐου 2023, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών και προσδιορίστηκε οίκοθεν κατ' εφαρμογή του άρθρου 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν.4842/2021 και ισχύει από 1.1.2022 (άρθρο 116 παρ. 1β αυτού), για την παρούσα δικάσιμο της 26ης Σεπτεμβρίου 2023, εγγραφείσα στο πινάκιο από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου.

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 393/2022, ΑΠ 306/2020).

Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως συμβαίνει επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 393/2022, ΑΠ 542/2020, ΑΠ 540/2020), αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 393/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 415/2020, ΑΠ 306/2020).

Σε περίπτωση που δεν εμφανισθεί στη δίκη και ο αντίδικος του κατά τα άνω απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει κανονικά στη συζήτηση, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η συζήτηση της υπόθεσης χωρίζεται και κηρύσσεται ματαιωμένη ως προς τους εν λόγω διαδίκους κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ιδίου κώδικα (ΑΠ 393/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 1461/2018, ΑΠ 1458/2018) και χωρεί ως προς τους λοιπούς ομοδίκους οι οποίοι μετέχουν κανονικά στη συζήτηση (ΑΠ 393/2022, ΑΠ 1461/2018, ΑΠ 1458/2018) Περαιτέρω, κατά την παρ. 4 του άρθρου 260 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν.4842/2021 και ισχύει από 1.1.2022 (άρθρο 116 παρ. 1β αυτού) εάν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισαχθούν προς συζήτηση για λόγους ανωτέρας βίας, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο, η δε εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, ενώ η ενημέρωση των διαδίκων για τη νέα δικάσιμο μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά από το γραμματέα κατά τα οριζόμενα στη ρύθμιση αυτή.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος διάδικος, κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο δικάσιμο, είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (26-9-2023), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσείων και η έκτη εκ των αναιρεσίβλητων Γ.

Δ., ούτε είχε κατατεθεί ως προς τους διαδίκους αυτούς κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπηθέντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Δεδομένου, δε, ότι η ως άνω απολειπόμενη αναιρεσίβλητη συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους με σχέση απλής ομοδικίας, καθότι η ένδικη διαφορά αφορά κοινή εναγωγή, εκ μέρους των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτήν και να κηρυχθεί ματαιωθείσα η συζήτηση ως προς τους δικονομικά απόντες αναιρεσείοντα και την εκ των αναιρεσίβλητων Γ.

Δ.. Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη από τους λοιπούς αναιρεσίβλητους με αριθ.11541Γ/21-3-2023 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Χ. Ι.. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 10-3-2023 με αριθμό κατάθεσης 28/13-3-22023 κλήσης των καλούντων αναιρεσίβλητων, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 23ης Μαΐου 2023, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, η συζήτησή της ματαιώθηκε.

λόγω διενέργειας των βουλευτικών εκλογών και επαναπροσδιορίστηκε οίκοθεν για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον αναιρεσείοντα Δήμο Αιγιαλείας. Από την ίδια έκθεση επίδοσης προκύπτει ότι συγκοινοποιήθηκαν στον αναιρεσείοντα Δήμο Αιγιαλείας ακριβή αντίγραφα της από 22.11.2018 αίτησης αναίρεσης και της με αρ.1577/2021 ως ενώ μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.

Ο αναιρεσείων Δήμος όμως, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο (26-9-2023) και, συνεπώς, ενόψει του ότι η οίκοθεν εγγραφή στο πινάκιο θεωρείται ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ), το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης ως προς τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς αναιρεσίβλητους παρά την απουσία του πρώτου.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 379/2022, ΑΠ 642/2016, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 1260/2015).

Συνεπώς σε περίπτωση θανάτου διαδίκου, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφ. α του ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, απευθυνόμενη δε κατά του τελευταίου είναι άκυρη, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση.

Αντιθέτως η αναίρεση, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντα, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 379/2022, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 539/2020, ΑΠ 492/2019, ΑΠ 562/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στη δικάσιμο της 28ης Σεπτεμβρίου 2021, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την με αριθμό 1577/2021 απόφαση πρακτικά αυτού του Δικαστηρίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ως άνω πρακτικά, αλλά και στις από 1-10-2021 έγγραφες προτάσεις του, δήλωσε το θάνατο του τρίτου εκ των αναιρεσίβλητων Π.

Β. με τη συνακόλουθη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς αυτόν και την επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του και ειδικότερα δήλωσε ότι ο Π. Β. απεβίωσε στις 26-11-2017 και ότι η διακοπείσα δίκη επαναλαμβάνεται από τους νόμιμους κληρονόμους του α)Λ. Ε., β)Β. Β., γ)Β. Π., δ)Β. Μ. και ε)Β. Μ.. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο θάνατος του ως άνω 3ου, αναιρεσίβλητου έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της ένδικης από 22-11-2018 και με αριθμό κατάθεσης 75/27-11-2018 αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα μετά την άσκηση της με αριθμό κατάθεσης 46/16-9-2015 έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Αιγιαλείας και πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο Αθηνών (5-12-2017), μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (79/2018), χωρίς να γίνει στη δίκη αυτή γνωστοποίηση του θανάτου του και συνεπώς η ως άνω απόφαση είναι υποστατή και υπόκειται σε αναίρεση.

Εφόσον δε, δεν προκύπτει, από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι ο αναιρεσείων Δήμος Αιγιαλείας, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, γνώριζε το θάνατο αυτού, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη κατά το μέρος που στρέφεται κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου που είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της.

Λόγω, δε, της ως άνω γνωστοποίησης του θανάτου του τρίτου αναιρεσίβλητου επήλθε βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτόν, πλην όμως, την διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι ως άνω δηλούντες τη συνέχισή της κληρονόμοι του, οι οποίοι, προσκόμισαν, προς απόδειξη της κληρονομικής τους ιδιότητας το υπ'αριθ.108/2/2017 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Αιγίου και το υπ' αριθ.6858/19-3-2018 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Αιγιαλείας, δεδομένου δε ότι λόγω της απουσίας του αναιρεσείοντος, δεν υφίσταται αμφισβήτηση της κληρονομικής τους ιδιότητας η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από αυτούς.

Με την κρινόμενη από 22 Νοεμβρίου 2018 και με αριθμό κατάθεσης 75/27-11-2018 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσίβλητων προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 79/23-7-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία συνεκδικάστηκαν οι από 21-7-2015 με αριθμό 43/2015 και από 14-9-2015 με αριθμό κατάθεσης 46/2015 εφέσεις κατά της με αριθμό 67/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας.

Με την πρωτόδικη απόφαση δικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω διαδικασία η από 19-2-2014 με αριθμό κατάθεσης 27/2014 αγωγή, των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων διαδίκων (συνολικά 72 ενάγοντες) κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Αιγιαλείας, με την οποία αυτοί, εκθέτοντας ότι ήταν εργαζόμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου με τις ειδικότητες που αναφέρουν και υπάγονταν στο εκάστοτε ισχύον ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού δημόσιας Διοίκησης, δυνάμει των νόμων 2470/1997 και 3205/2003, ζητούσαν να λάβουν την ειδική παροχή των 176 ευρώ που θεσπίστηκε με το άρθρο 49 παρ.1 εδ.α', β' του ν. 2956/2001 και χορηγήθηκε σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του δημοσίου και των ΝΠΔΔ.

Την ως άνω δε παροχή ζητούσαν για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως την άσκηση της αγωγής, βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητας, επικουρικά με τις διατάξεις των αδικοπραξιών και επικουρικότερα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με την πρωτοβάθμια με αριθμό 67/2014 απόφασή του το Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας, δέχτηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή κατά την κύρια βάση της, για όσους ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσίβλητοι είχαν διακόψει την παραγραφή για τα έτη 2009-2011, στηρίζοντας την ουσιαστική του παραδοχή στο δεδικασμένο που απέρρεε από προηγούμενες αποφάσεις που έκριναν για την ίδια αξίωσή τους για προγενέστερο χρονικό διάστημα, για δε τους λοιπούς, ότι το δικαιούντο επειδή υπάγονταν στο εκάστοτε ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων και αυτή είχε χορηγηθεί σε διάφορες κατηγορίες εργαζομένων στη Δημόσια Διοίκηση, και επιδικάστηκαν στον καθένα από αυτούς τα αναγραφόμενα σ' αυτή επί μέρους χρηματικά ποσά ως ειδική παροχή των 176 ευρώ για το ως άνω χρονικό διάστημα από 2009 έως 2011.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις, απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση των εναγόντων, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, δικάστηκε η από 19-2-2014 με αριθμό κατάθεσης 27/2014 αγωγή, η οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν για τους ήδη αναιρεσίβλητους, λόγω του δεδικασμένου που απέρρεε από προηγούμενες αποφάσεις που έκριναν με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας για την ίδια αξίωση για προγενέστερο χρονικό διάστημα και ειδικότερα για τον 1ο ενάγοντα (αντίστοιχα 1ο αναιρεσίβλητο) από την υπ' αριθμ.16/2009 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία του επιδικάστηκε η ένδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-12-2003 έως 30-10-2006, για τους 2ο έως 18ο ενάγοντες (αντίστοιχα αναιρεσίβλητους) και 36ο ενάγοντα (22ο αναιρεσίβλητο) από την υπ' αριθ.89/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία τους επιδικάστηκε η ένδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 30-6-2009, που κατέστη αμετάκλητη με την υπ'αριθ, 8/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και για τους 19ο εως 21ο ενάγοντες (αντίστοιχα αναιρεσίβλητους) και 72ο ενάγοντα (23ο αναιρεσίβλητο), από την υπ' αριθ.73/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία τους επιδικάστηκε η ένδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-7-2009, που κατέστη αμετάκλητη με την υπ'αριθ, 5/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Επιδικάστηκαν δε σ' αυτούς με την προσβαλλόμενη απόφαση τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά για τα ειδικότερα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα και έως τις 30-10-2011, καθόσον τότε επήλθε μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος με το άρθρο 30 του ν.4024/2011. Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (που ισχύει από 1.1.2016) και εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (27-11-2018) ορίζεται ότι "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης απαριθμούνται περιοριστικά στη διάταξη αυτή, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης "μόνο" και συνεπώς είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, ερειδόμενοι στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 1147/2020, ΑΠ 366/2019, ΑΠ 147/2019), όπως είναι ειδικότερα η εσφαλμένη ερμηνεία ή η κακή εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ιδίου κώδικα σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά και συγκεκριμένα αν αυτά συγκροτούν την έννοια και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 7/2013), καθότι στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ δεν περιελήφθη αναιρετικός λόγος αντίστοιχος του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ιδίου κώδικα (ΑΠ 366/2019).

Επιπρόσθετα, με τον με αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχεται η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις περί δεδικασμένου των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 1 του άρθρου 560, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 366/2019, ΑΠ 1559/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την αιτίαση ότι με το να δεχθεί τη συνδρομή δεδικασμένου από τις προηγούμενες τελεσίδικες αποφάσεις, που αναφέρονται σ'αυτήν, που, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, είχαν επιδικάσει στους αναιρεσίβλητους για την ίδια ιστορική και νομική αιτία αντίστοιχα χρηματικά ποσά ως ειδική παροχή των 176 ευρώ, για προγενέστερο χρονικό διάστημα και συνακόλουθα να απορρίψει την έφεση αυτού κατά της οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αιγιαλειας, όσον αφορά τους αναιρεσίβλητους, με την οποία είχαν επιδικασθεί τα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά για την ως άνω αιτία, λόγω παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας, παραβίασε τις περί δεδικασμένου ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Όμως, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ο αντίστοιχος αναιρετικός λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση.

Λόγος δε από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, διότι οι περί δεδικασμένου διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού χαρακτήρα. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 560 αρ.6 ταυτόσημη με του άρθρου 559 αριθ. 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης).

Διότι, η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.

Ειδικότερα για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο από το άρθρο 560 αρ.6 ταυτόσημος με το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α)ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή της αντίφασης των αιτιολογιών ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλ.

η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1024/2023, ΑΠ 274/2022). Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 274/2022).

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι " η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση ως προς την αιτιολογία της και πρέπει να αναιρεθεί σύμφωνα με τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ". Ο λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του αυτό, με την προαναφερθείσα διατύπωση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη στοιχεία για το ορισμένο αυτού, ήτοι δεν εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε και αν οι αιτιολογίες είναι ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση.

Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης. πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων Δήμος Αιγιαλείας στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183, και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένης, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει ματαιωθείσα τη συζήτηση της από 22 Νοεμβρίου 2018 και με αριθμό κατάθεσης 75/27-11-2018 αίτησης για αναίρεσης της. με αριθμό 79/23-7-2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, ως προς τον αναιρεσείοντα και την εκ των αναιρεσίβλητων Γ. Δ..

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ