Legislator Case Law & Legislation
142/2022 AI generated

142/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 142/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Πελαγία Ακάσογλου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

142/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): με την από 10.5.2017 δήλωση παραίτησης από δικόγραφο, που υπογράφεται από την πληρεξούσια δικηγόρο αυτού Ευγενία Δημητροπούλου, ενεργώντας δυνάμει του με αριθ. … /8.5.2017 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Καρτερολιώτου, [η οποία - δήλωση - μάλιστα, ως εκ του περισσού, κατατέθηκε με αριθ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 142 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 142/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Πελαγία Ακάσογλου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δημοτικού Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων", ως καθολικού διαδόχου του Δημοτικού Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Δημητροπούλου, η οποία δήλωσε ότι το αναιρεσείον έχει παραιτηθεί από την ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς τους 1ο έως και 8ο των αναιρεσιβλήτων και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Κ. του Τ., κατοίκου … , έως και 11)Α. Ι., κατοίκου …. Ο 10ος (Δ. Λ.) εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1072/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1740/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 27/8/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου ανέγνωσε την από 9/10/2018 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Λουκά Μόρφη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του δεύτερου λόγου και την παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης ως προς τους 9ο, 10ο και 11η και την καταδίκη τους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, ολική ή μερική, μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου πριν από την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου, είτε με προφορική δήλωση του αναιρεσείοντος που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε (μετά το Ν. 4335/2015) με δήλωση στις προτάσεις.

Η παραίτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επιφέρει αναδρομικά (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασης αυτής) κατάργηση της ανοιγείσας με την αναίρεση δίκης (ΟλΑΠ 20/1999, ΟλΑΠ 7/1993, ΑΠ 146/2019, ΑΠ 382/2016, ΑΠ 568/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ν.π.δ.δ.

με την από 10.5.2017 δήλωση παραίτησης από δικόγραφο, που υπογράφεται από την πληρεξούσια δικηγόρο αυτού Ευγενία Δημητροπούλου, ενεργώντας δυνάμει του με αριθ. … /8.5.2017 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Καρτερολιώτου, [η οποία - δήλωση - μάλιστα, ως εκ του περισσού, κατατέθηκε με αριθ.

κατάθ. 3270/13/20.5.2017 στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου] παραιτήθηκε του δικογράφου της ένδικης από 27.8.2014 και με αριθ. κατάθ. 691/16.9.2014 αίτησης αναίρεσης της με αριθ. 1740/2014 τελεσίδικης απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών ως προς τους οκτώ πρώτους των αναιρεσίβλητων, στους οποίους επιδόθηκε η ανωτέρω δήλωση παραίτησης, όπως προκύπτει από τις με αριθ. 1799, 1802, 1816, 1830, 1804, 1828, 1823 και 1820/15 Μαΐου 2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χαράλαμπου Κοτικιά (άρθ. 126 παρ.1 εδ.

α του ΚΠολΔ). Την δήλωση για την παραίτηση ως προς τους οκτώ πρώτους των αναιρεσίβλητων επανέλαβε προφορικά η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου πριν την έναρξη της συζήτησης, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά. Πρέπει, επομένως η αίτηση αναίρεσης να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε ως προς τους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο και 8ο των αναιρεσίβλητων, καταργουμένης ως προς αυτούς της ανοιγείσας με αυτήν δίκης.

Με την από 2 Ιουλίου 2019 κλήση του αναιρεσείοντος - καλούντος ν.π.δ.δ. νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από αυτό ασκηθείσα από 27 Αυγούστου 2014 και με αριθ. κατάθ. 691/16.9.2014 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 1740/18.3.2014 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, μετά από ματαίωση της συζήτησης αυτής, κατά την μετ' αναβολή ορισθείσα δικάσιμο της 14.5.2019.

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από τις με αριθμ. 2456 και 2455/16 Απριλίου 2018 εκθέσεις επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χαραλάμπου Κοτικιά, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον ν.π.δ.δ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω από 27.8.2014 και με αριθ. κατάθ. 691/16.9.2014 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου προς εκδίκαση αυτής του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18ης Νοεμβρίου 2018, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η συζήτηση της αναίρεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 14ης Μαΐου 2019, οπότε και ματαιώθηκε, επιδόθηκε με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ.

στους 9ο και 11η των αναιρεσίβλητων Α. Α. και Ι. Α. αντίστοιχα, και μάλιστα στους ίδιους (άρθρο 126 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ). Εξ άλλου από τις με αριθμ. 3409/3.8.2019 και 3424/3.9.2019 εκθέσεις επίδοσης του ιδίου δικαστικού επιμελητή, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον ν.π.δ.δ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω από 2.7.2019 κλήσης προς περαιτέρω συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (10.3.2020), μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 14.5.2019, επιδόθηκε με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ.

στους ως άνω 9ο και 11η των αναιρεσίβλητων Α. Α. και Ι. Α. αντίστοιχα (άρθρο 128 παρ. 4 του ΚΠολΔ). Εφόσον ο ένατος και η ενδεκάτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 576 παρ.2 εδ.

α και γ του ΚΠολΔ.

Με την από 27 Αυγούστου 2014 και με αριθ. κατάθ. 691/16.9.2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1740/18.3.2014 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών κατά της κατά την αυτή διαδικασία εκδοθείσας με αριθ. 1072/30.4.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε κατά πλειοψηφία δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 2.2.2010 και με αριθ. κατάθ. 2653/18.4.2011 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων (συνολικά 11 τον αριθμό), στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι ως άνω 9ος, 10ος και 11η των ήδη αναιρεσίβλητων, ως προς τους οποίους συνεχίζεται η ανοιγείσα με την αναίρεση δίκη, κατά του εναγομένου - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων", ως καθολικού διαδόχου του αρχικώς εναγομένου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων" και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη η 11.5.2006 και με αριθ.

κατάθ. 2327/2006 αγωγή των εναγόντων. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε κατά πλειοψηφία την ως άνω αγωγή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες συνδέονταν εξ υπαρχής με το εναγόμενο ν.π.δ.δ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε το εναγόμενο ν.π.δ.δ.

να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, με απειλή χρηματικής ποινής 150 ευρώ για κάθε ημέρα παράλειψης συμμόρφωσης αυτού προς την παραπάνω υποχρέωσή του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Ο παρισταμένος στην αναιρετική δίκη 10ος των αναιρεσίβλητων ισχυρίζεται με τις κατατεθείσες την προτεραία της δικασίμου προτάσεις του ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί απαραδέκτως και επί πλέον ότι πάσχει η εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ.

από την παραστάσα ως πληρεξουσία δικηγόρο αυτού κατά τη συζήτηση. Πέραν του ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί προβάλλονται απαραδέκτως, εφόσον οι προτάσεις που τους περιέχουν δεν κατατέθηκαν είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση (άρθ. 570 παρ.1 του ΚΠολΔ), ερευνώμενοι αυτοί και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο είναι αβάσιμοι.

Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 4 του ν. 3613/2007 "Ρυθμίσεις θεμάτων Ανεξάρτητων Αρχών ... Δημόσιας Διοίκησης και λοιπών ζητημάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών" (ΦΕΚ Α 263) προστέθηκε διάταξη με αριθμό 240Α στον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006), αφορώσα τα κατά το άρθρο 239 του ιδίου Κώδικα δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (όπως είναι το αναιρεσείον), με την οποία ορίσθηκε ότι σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Δήμων με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων (όπως είναι και ο Δήμος Αθηναίων) μπορεί να συνιστάται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ν.π.δ.δ., η οποία εγκρίνεται από το Δημοτικό Συμβούλιο με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, τριμελής εκτελεστική επιτροπή, η οποία διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 232 και 233 του νόμου αυτού.

Με τις διατάξεις δε των άρθρων 232 και 233 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006), στις οποίες το άρθρο 240Α αυτού παραπέμπει, προβλέπεται η σύσταση τριμελούς επιτροπής αποτελούμενη από τον Πρόεδρο ή τον αντιπρόεδρο (του ν.π.δ.δ.) και δύο μέλη αυτού (άρθ. 232 παρ.1 του ως άνω Κώδικα), η οποία έχει τις αρμοδιότητες της δημαρχιακής (ήδη οικονομικής) επιτροπής του δήμου (άρθ. 233 παρ.1 του ως άνω Κώδικα), στο πλαίσιο της λειτουργίας του ν.π.δ.δ.

και συνακόλουθα την αρμοδιότητα της κατά το άρθρο 72 παρ. 1 περ. ιγ και ιε του ν. 3852/2010 "Νέα αρχιτεκτονική της αυτοδιοίκησης και της αποκεντρωμένης διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" (ΦΕΚ Α 87) λήψης απόφασης για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ενδίκων μέσων (περ. ιγ) και της πρόσληψης πληρεξουσίου δικηγόρου ή την ανάκλησή της πληρεξουσιότητας για την εκτέλεση της εντολής (περ.

ιε) και, συνακόλουθα, και της λήψης απόφασης για την έγκριση του τυχόν ήδη ασκηθέντος ενδίκου μέσου, καθότι η απόφαση της οικονομικής (εκτελεστικής) επιτροπής μπορεί, νομίμως, να επακολουθήσει της διαδικαστικής πράξης της άσκησης της αγωγής ή του ενδίκου μέσου, η οποία (έγκριση) κατά το άρθρο 238 του ΑΚ ενεργεί αναδρομικά από την άσκησή του (ΑΠ 221/2020, ΑΠ 818/2017, ΑΠ 254/2016 σχετ.

ΟλΑΠ 13/2017). Στην προκειμένη περίπτωση προσκομίζεται με επίκληση η με αριθμό 120/7.2.2018 απόφαση της συσταθείσας νομίμως τριμελούς εκτελεστικής επιτροπής του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ., με την οποία εγκρίνεται η ήδη ασκηθείσα από 27.8.2014 και με αριθ. κατάθ. 691/2014 ένδικη αίτηση αναίρεσης, ως και ο προσδιορισμός της στον Άρειο Πάγο και παρέχεται περαιτέρω ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στις με πάγια αντιμισθία δικηγόρους του αναιρεσείοντος Ευγενία Δημητροπούλου (η οποία εκπροσώπησε το αναιρεσείον ν.π.δ.δ.

κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης) και Ιωάννα Μαραγκού, όπως από κοινού ή χωριστά παραστούν, μεταξύ άλλων, κατά τη συζήτηση αυτής στην ορισθείσα ή μετ' αναβολή ή μετά από ματαίωση δικάσιμο και να εκπροσωπήσουν το αναιρεσείον, προβαίνοντας ομοίως σε οποιαδήποτε ενέργεια και διαδικαστική πράξη ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.

Ο περαιτέρω ισχυρισμός ότι η κατά τα ανωτέρω απόφαση της ως άνω εκτελεστικής επιτροπής του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. λήφθηκε μετά την πάροδο τεσσάρων ετών από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ενώ η σχετική απόφαση του Προέδρου του αναιρεσείοντος για την άσκηση της αναίρεσης έπρεπε να υποβληθεί προς έγκριση στην αμέσως επόμενη συνεδρίαση της εκτελεστικής επιτροπής μετά την άσκησή αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ.2 εδ.

β του ν. 3852/2010, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η άσκηση της αναίρεσης έλαβε χώρα κατόπιν εντολής και με απόφαση του Προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ., λόγω άμεσου και προφανούς κινδύνου από την καθυστέρηση στη λήψη απόφασης της αρμόδιας εκτελεστικής επιτροπής, ούτως ώστε να ευρίσκει έδαφος εφαρμογής η επικαλούμενη διάταξη, για την παραβίαση της οποίας πάντως δεν προβλέπεται από το νόμο ως κύρωση η ακυρότητα.

Σε κάθε δε περίπτωση με την πιο πάνω εγκριτική απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής αναφορικά με την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και τον προσδιορισμό της έχουν καλυφθεί αναδρομικά όλες οι τυχόν εμφιλοχωρήσασες πλημμέλειες στην άσκηση της. Για δε την εκπροσώπηση διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την συζήτηση αίτησης αναίρεσης δεν απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ. 1 και 3, 97 και 98 του ΚΠολΔ, να είναι ο παριστάμενος δικηγόρος εφοδιασμένος με ειδικό προς τούτο πληρεξούσιο που να αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση και, κατά συνέπεια αρκεί να προσκομισθεί γενικό πληρεξούσιο, στην δε ένδικη υπόθεση προσκομίζονται με επίκληση από το αναιρεσείον ν.π.δ.δ.

τα με αριθ. … /29.3.2017 και 15.324/8.10.2019 γενικά πληρεξούσια των συμβολαιογράφων Αθηνών Μαρίας Καπράλου και Ευσταθίας Ζούβελου αντίστοιχα, με τα οποία ο (η) τότε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ., ως νόμιμος(η) εκπρόσωπος αυτού κατά το άρθρο 240 παρ.1 εδ. τελ. του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006), παρείχε στους εκεί αναφερόμενους δικηγόρους, μεταξύ των οποίων και στην Ευγενία Δημητροπούλου, δικηγόρο με πάγια αντιμισθία του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ., την εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα, όπως από κοινού ή ο καθένας χωριστά αντιπροσωπεύουν (μεταξύ άλλων) το αναιρεσείον σε όλα τα Ελληνικά Δικαστήρια κάθε βαθμού και δικαιοδοσίας και στον Άρειο Πάγο και να ενεργούν για την υποστήριξη των δικαίων του όλες τις κύριες και παρεπόμενες διαδικαστικές πράξεις που αναγράφονται στο άρθρο 97 του ΚΠολΔ.

Επισημαίνεται δε ότι σύμφωνα με το άρθρο 104 του ΚΠολΔ η συνδρομή ή μη πληρεξουσιότητας ερευνάται από το Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της διαδικαστικής πράξης, ενώ για τις πράξεις που έγιναν προηγουμένως, όπως λ.χ. την άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου η πληρεξουσιότητα θεωρείται ότι υπάρχει, υπό την αίρεση ότι θα αποδειχθεί η νομότυπη παροχή της κατά τη συζήτηση, η οποία κατά τα ήδη προεκτεθέντα μπορεί να αφορά και στην έγκριση των μέχρι τούδε διενεργηθεισών διαδικαστικών πράξεων.

Επομένως η ως άνω δικηγόρος νομίμως εκπροσώπησε το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. ως πληρεξούσια δικηγόρος αυτού κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Εξ άλλου ο ισχυρισμός ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του Δήμου Αθηναίων δεν μπορούσαν να ενεργούν διαδικαστικές πράξεις για λογαριασμό του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ.

και συνακόλουθα δεν μπορούσαν να υπογράψουν την ένδικη αίτηση αναίρεσης, ούτε δικαιούνται να παρίστανται σε δίκες άλλων νομικών προσώπων, καθότι με βάση τον οργανισμό του αναιρεσείοντος (ΦΕΚ 1290/β/18.5.2013) προβλέπεται η σύσταση νομικής υπηρεσίας σε αυτόν στην οποία μάλιστα υπηρετούν με πάγια αντιμισθία τρεις δικηγόροι, είναι αβάσιμος, διότι με τη διάταξη του άρθρου 165 παρ. 3 του ν. 3784/2007 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων" (ΦΕΚ Α 143) ορίζεται ρητά το αντίθετο, ότι δηλαδή οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται σε Δήμους ή ιδρύματά τους παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες στους Δήμους, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και σε άλλα ιδρύματα των ιδίων Δήμων, χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή [αντίστοιχη ήταν η ρύθμιση του άρθρου 245 παρ. 3 του προηγούμενου Ν. 1188/1981, όπως το άρθρο 245 είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 21 παρ.2 του ν. 3274/2004, σχετ.

ΑΠ 1152/2017], ανεξαρτήτως του ότι στην προκειμένη περίπτωση η κατά τα άνω παραστάσα δικηγόρος είναι (και) δικηγόρος του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. με πάγια αντιμισθία (βλ. υπ' αριθ. 120/2018 απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής). Επομένως οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του 10ου αναιρεσίβλητου, ερευνώμενοι και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Συνεπώς η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται επίσης από την προβλεπομένη στο άρθ. 681 του ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο από τον μισθωτό, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.

Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών κλπ (ΑΠ 58/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 2202/2014, ΑΠ 1080/2014). Εξ άλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ.

προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 509/2016). Εάν όμως η σύμβαση φέρει τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και καταγγελθεί από τον εργοδότη, ρητά ή σιωπηρά, χωρίς η καταγγελία να λάβει χώρα εγγράφως και χωρίς να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, η καταγγελία είναι άκυρη κατά τα άρθρα 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, με συνέπεια να μην επιφέρει τη λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης να υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920 , όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937 ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Η διάταξη αυτή που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου [ή συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένης διάρκειας που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία], ανεξάρτητα αν αυτές έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα και, ενώ αυτή κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στη πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχουσα μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).

Στις περιπτώσεις αυτές ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ή έργου) ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 907/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 1664/2007).

Τέλος ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας ή σύμβασης έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 18/2006).

Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του μεταγενέστερου ν. 2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.

ε του ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας, περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 ( σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64) και 72 παρ. 1 και 73 του π.δ/τος 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.

Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Εξ άλλου με το άρθρο 6 παρ.1 του ν. 2527/1997 (ΦΕΚ Α 206), με τον οποίο τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν οι διατάξεις του ν. 2190/1994, ορίσθηκε ότι για τη σύναψη σύμβαση μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 κ.ε. του Αστικού Κώδικα ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγουμένη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή μερική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από τους υπαλλήλους του, ότι με τη σύμβαση μίσθωσης έργου καθορίζονται οι τυχόν αναγκαίοι όροι και λεπτομέρειες σχετικώς με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αναδόχου και ότι σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη, ενώ με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου [αναριθμηθείσα σε παρ. 9 με το Ν. 3812/2009) ορίσθηκε ότι για συμβάσεις μίσθωσης έργου από τους ΟΤΑ πρώτου και δευτέρου βαθμού και τα νομικά πρόσωπα την απόφαση της παρ. 1 εκδίδει ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Περιφέρειας ή το υπ' αυτού εξουσιοδοτημένο όργανο.

Με τις παρ. 2, 3 και 4 του ιδίου άρθρου 6 του ν. 2527/1997, όπως αυτές ίσχυαν ως εκ του κρίσιμου χρόνου κατάρτισης των διαδοχικών συμβάσεων έργου μεταξύ των διαδίκων, πριν την αντικατάσταση της πρώτης από τις πιο πάνω παραγράφους και την αναρίθμηση όλων με το άρθρο 10 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α 234/28.12.2009) ορίσθηκε ότι για την έκδοση της κατά την προηγούμενη παράγραφο απόφασης, καθώς και για την προηγούμενη έγκριση, όπου αυτή προβλέπεται κατά τις ισχύουσες διατάξεις, για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημοσίου τομέα ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία (παρ. 2, αναριθμηθείσα σε παρ. 5 με το ν. 3812/2009, και παράλληλη τροποποίησή της με την ανάθεση της σχετικής αρμοδιότητας στο ΑΣΕΠ), ότι ανανέωση ή παράταση της σύμβασης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη, ότι παράταση του χρόνου παράδοσης του έργου επιτρέπεται χωρίς οποιαδήποτε αύξηση της αμοιβής του αναδόχου, ότι απασχόληση του αναδόχου σε έργα ή εργασίες άσχετες με εκείνες που περιγράφονται στη σύμβαση απαγορεύονται και συνεπάγονται τον καταλογισμό ολικώς ή μερικώς της αμοιβής του αναδόχου σε βάρος του υπευθύνου υπηρεσιακού οργάνου, ότι ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου είναι αυτοδικαίως άκυρη (παρ. 3, αναριθμηθείσα σε παρ. 6 με το ν. 3812/2009) και ότι προϊστάμενοι υπηρεσιών ή άλλα αρμόδια υπηρεσιακά όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων παραπέμπονται υποχρεωτικώς στην αρμόδια πειθαρχική διαδικασία κατά τις οικείες διατάξεις και διώκονται αυτεπαγγέλτως ή κατ' έγκληση οποιουδήποτε πολίτη για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα (παρ. 4, αναριθμηθείσα σε παρ. 7 με το ν. 3812/2009).

Περαιτέρω στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του π.δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του ν. 2190/1994 και του ν. 2527/1997 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει επίσης ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, ούτε και με άλλο ειδικό νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (ν.2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).

Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10 Ιουλίου 2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.

Ειδικότερα με το π.δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004 θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν για το απασχολούμενο προσωπικό στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας (άρθ. 2 παρ.1 και 3 στοιχ.

γ αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το π.δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ.1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω π.δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380). Μάλιστα με την ως άνω απόφαση μεταξύ άλλων κρίθηκε ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το π.δ/μα 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρείχετο υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της Οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μπορούν να αντισταθμίζονται με την έκδοση μέτρων για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (σκέψεις 122 επόμ.

ιδίως σκέψη 146 ε.α.). Ειδικότερα με το άρθρο 5 παρ.1 του ως άνω π.δ/τος ορίσθηκε ότι απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, ενώ με το άρθρο 5 παρ.2 του ιδίου δ/τος ορίσθηκε ότι η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου (που δεν αφορά την ένδικη υπόθεση).

Με το άρθρο 6 παρ. 1 του ιδίου π.δ/τος ορίσθηκε επίσης ότι συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή του προηγουμένου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας.

Τέλος με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του εν λόγω π.δ/τος , ορίσθηκε ότι οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη (παρ. 1) και ότι σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά και ότι δεν αναζητούνται τυχόν καταβληθέντα, ο δε εργαζόμενος έχει δικαίωμα για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση τα ποσά τα οποία δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, εάν δε οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις.

Με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου προβλέφθηκαν ποινικές και πειθαρχικές κυρώσεις σε βάρος του παραβαίνοντος τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του εν λόγω διατάγματος, ενώ με το τελευταίο εδάφιο της προηγούμενης παρ. 2 ορίσθηκε ότι τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο.

Ενόψει δε του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του ν. 2190/1994 του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001), οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007), και του γεγονότος ότι το ως άνω π.δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω π. δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ.1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ... (γ) ... , (δ)...

Επομένως η ως άνω μεταβατικού χαρακτήρα ρύθμιση του άρθρου 11 του π.δ/τος δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση που κατά την έναρξη της ισχύος του π.δ/τος (19.7.2004) δεν είχε συμπληρωθεί ο κατά το εδάφιο (α) αυτού ελάχιστος χρόνος διάρκειας των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας στον ίδιο φορέα.

Συνάγεται, επομένως, από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εκ των οποίων η πρώτη καταρτίσθηκε με το Δημόσιο κ.λ.π. μετά τις 18 Απριλίου 2001, οπότε τέθηκαν σε ισχύ οι πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις και παράλληλα δεν συντρέχει κάποια ή κάποιες από τις προϋποθέσεις της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν μπορεί να γίνει.

Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ.1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920, δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 11.5.2006 και με αριθ. κατάθ. 2327/2006 αγωγή, οι ένατος, δέκατος και ενδέκατος των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων [ως προς τους οποίους συνεχίζεται η με την αναίρεση ανοιγείσα δίκη] ιστορούσαν ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου ετήσιας διάρκειας παρέχουν την εργασία τους ως φύλακες στο (αρχικά) εναγόμενο ν.π.δ.δ. .

με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων" [του οποίου καθολικός διάδοχος κατέστη πριν την εκδίκαση της έφεσης το ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων"]. Ότι οι ως άνω καταρτισθείσες συμβάσεις μίσθωσης έργου αφορούσαν την παροχή υπηρεσιών φύλαξης για το διάστημα από 31.10.2003 έως 31.10.2004, από 4.11.2004 έως 4.11.2005 και από 23.11.2005 έως 23.11.2006 για τους ένατο και δέκατο εξ αυτών και για το διάστημα από 16.10.2003 έως 16.10.2004, από 20.10.2004 έως 20.10.2005 και από 25.10.2005 έως 25.10.2006 για την ενδέκατη εξ αυτών.

Ότι το αντικείμενο της εργασίας τους συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών φύλαξης στα κέντρα παιδικής χαράς και στα αθλητικά κέντρα του εναγομένου, προκειμένου αυτά να λειτουργήσουν ομαλά, δεδομένου ότι λόγω αποχώρησης υπαλλήλων υπήρχε έλλειψη προσωπικού. Ότι αυτοί παρέχουν τις υπηρεσίες τους οκτώ ώρες ημερησίως επί πέντε ημέρες την εβδομάδα υπό τις οδηγίες, τις εντολές και τον έλεγχο των προϊσταμένων του αρχικά εναγομένου, που καθορίζει τον τόπο, χρόνο, είδος και τρόπο παροχής της εργασίας τους για την εξυπηρέτηση μόνιμων και διαρκών λειτουργικών αναγκών των πιο πάνω κέντρων παιδικής χαράς και αθλητικών κέντρων, με συνέπεια οι συμβάσεις αυτές, που δεν εξυπηρετούν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες του αρχικά εναγομένου, να φέρουν εξ υπαρχής το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό.

Ότι η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένης διάρκειας προς εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών για τη λειτουργία των πιο πάνω υπηρεσιών έλαβε χώρα κατά κατάχρηση των δικαιωμάτων τους. Επικαλούμενοι δε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 648, 669 έως 672 και 281 του ΑΚ, όπως η πρώτη εξ αυτών πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως των ρυθμίσεων της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο που παρέχει αποτελεσματικότερη προστασία σε σχέση με τις διατάξεις του π.δ/τος 164/2004 που εκδόθηκε προς εφαρμογή της Οδηγίας στο δημόσιο τομέα, περιλαμβανομένης και της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του πιο πάνω π.δ/τος και το ότι οι διατάξεις του ως άνω π.δ/τος δεν παρέχουν αποτελεσματική προστασία στους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα, λόγω των εξαιρέσεων που θεσπίζουν, έρχονται δε σε αντίθεση με τις προστατευτικές για τους εργαζόμενους ρυθμίσεις της Οδηγίας, ζήτησαν με την ένδικη από 11.5.2006 αγωγή τους, ενόψει του χρόνου λήξης της τελευταίας από τις διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου που είχαν συνάψει με το εναγόμενο ν.π.δ.δ.

στις 23.11.2006 (για τον 9ο και 10ο εξ αυτών) και στις 25.10.2006 (για την 11η εξ αυτών), ν' αναγνωρισθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου συνιστούν εξ αρχής μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την οποία συνδέονται με το εναγόμενο ν.π.δ.δ. και να υποχρεωθεί το τελευταίο να τους απασχολεί με την ειδικότητα και στη θέση που ήδη απασχολούνται σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή και να τους καταβάλει τις αντίστοιχες κατά νόμο αποδοχές τους, με απειλή χρηματικής ποινής ύψους 200 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης του εναγομένου στην απόφαση που θα εκδοθεί.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών η με αριθμό 1072/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής, (όλοι) οι ενάγοντες άσκησαν την από 2.2.2010 και με αριθ. κατάθ.2653/2011 έφεση αυτών. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε κατά την αυτή διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 1740/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε κατά πλειοψηφία την αγωγή στο σύνολό της ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στη μείζονα αυτού πρόταση, α) ερμηνεύοντας, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 ΑΚ, 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος και εκείνης του άρθρου 8 παρ.3 του ν.2112/1920, θεώρησε ότι η τελευταία διάταξη συνιστά υφιστάμενο "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" κατά την έννοια της Οδηγίας 1999/70, που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ορισμένης διάρκειας τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από την Οδηγία λήψης μέτρων από τα κράτη - μέλη προς αποφυγή των καταχρήσεων κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5), β) δέχθηκε ότι η από τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος απαγόρευση της μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου του απασχολουμένου στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα προσωπικού σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου περιορίζεται, ως εκ της γραμματικής διατύπωσης αυτής, στις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου μόνο οσάκις αυτές είχαν καταρτισθεί για την κάλυψη πράγματι απρόβλεπτων, πρόσκαιρων και επειγουσών αναγκών και (εξ αντιδιαστολής) δεν εφαρμόζεται για τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οσάκις αυτές είχαν καταρτισθεί για την κάλυψη μόνιμων και διαρκών αναγκών, οπότε οι συνταγματική αυτή απαγόρευση και οι συναφώς εκδοθέντες ειδικοί νόμοι δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής, αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις που καλύπτουν τις σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γ) δέχθηκε ότι ο στο πλαίσιο του δικαιοδοτικού ελέγχου ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης των μερών ως αορίστου χρόνου, προκειμένου ν' αποκλεισθεί η εφαρμογή διατάξεων που έρχονται σε αντίθεση προς τους σκοπούς της ως άνω Οδηγίας, δεν προσκρούει στη συνταγματική επιταγή των προσλήψεων στο δημόσιο τομέα με συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου μόνο για την κάλυψη οργανικών θέσεων και κατόπιν διαγωνισμού ή επιλογής υπό τους όρους του νόμου, καθότι το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας καταλαμβάνει όχι μόνο συμβάσεις εργασίας που είχαν εγκύρως καταρτισθεί, αλλά και πραγματικές εργασιακές σχέσεις, παρά την έλλειψη έγκυρης κατάρτισης σύμβασης εργασίας, όπου τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και δ) δέχθηκε ότι, εφόσον οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 [τις οποίες παραθέτει] του εφαρμοστικού της Οδηγίας για το δημόσιο τομέα π.δ/τος 164/2004 και του άρθρου 11 αυτού δεν εξασφαλίζουν αποτελεσματική προστασία των εργαζομένων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και παρά τη χρήση των προβλεπομένων σε αυτές μέτρων διαπιστώνεται κατάχρηση, τυγχάνει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920.

Στην δε ελάσσονα πρόταση αυτού δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ότι οι ενάγοντες και ειδικότερα οι 9ος, 10ος και 11η των εναγόντων - εκκαλούντων [ως προς τους οποίους συνεχίζεται η με την αναίρεση ανοιγείσα δίκη] προσελήφθησαν από το εναγόμενο με συμβάσεις μίσθωσης έργου ετήσιας διάρκειας για την κάλυψη παγίων αναγκών των υπηρεσιών του εναγομένου, κατόπιν σχετικών αποφάσεων του νομίμου εκπροσώπου αυτού, ως εργάτες - φύλακες στα κέντρα παιδικής χαράς και αθλητικά κέντρα του εναγομένου και ειδικότερα οι 9ος και 10ος στις 31.10.2003 και η 11η στις 16.10.2004 και ότι απασχολήθηκαν σε αυτό μέχρι τις 5.10.2010 [ήτοι, πέραν της διαλαμβανόμενης στην ιστορική βάση της αγωγής χρονικής διάρκειας], δυνάμει των επτά συνολικά διαδοχικών συμβάσεων ετήσιας διάρκειας (πλην της τρίτης που ήταν δεκάμηνης διάρκειας) [που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση] και στη συνέχεια, μετά τη λήξη της τελευταίας από τις ως άνω συμβάσεις, δυνάμει προσωρινών διαταγών και της με αριθ. 7500/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.

Ότι στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο για συμβάσεις μίσθωσης έργου σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό τους από τα μέρη, αλλά για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, καθότι το εναγόμενο καθορίζει τον τόπο εργασίας, που ήταν τα κέντρα παιδικής χαράς και αθλητικά κέντρα του εναγομένου, το χρόνο εργασίας που ήταν πέντε ημέρες την εβδομάδα με οκτάωρη απασχόληση και τον τρόπο απασχόλησης των εναγόντων, δίδοντας σε αυτούς δεσμευτικές οδηγίες και εντολές για την εκτέλεση της εργασίας τους δια των προϊσταμένων του.

Ότι στις από 16.12.2009 και 23.3.2011 συνεδριάσεις του Δ.Σ. του καταργηθέντος νομικού προσώπου "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης (Ο.Ν.Α.)" διαπιστώθηκε ότι οι ενάγοντες με την εργασία τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού μαζί με άλλους συμβασιούχους προσλήφθηκαν για να καλύψουν τις ανάγκες των υπηρεσιών του, που προέκυψαν από την αποχώρηση 300 μόνιμων εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου κατά τα τελευταία έτη για τους εκεί διαλαμβανόμενους λόγους.

Ότι στις ίδιες αποφάσεις έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες είχαν αποκτήσει εμπειρία, παρέχουν σημαντικές υπηρεσίες και έχουν καταστεί πλέον απολύτως απαραίτητοι για την εύρυθμη και παραγωγική λειτουργία των υπηρεσιών του... Ότι με βάση τα προλεχθέντα , οι ένδικες διαδοχικές συμβάσεις των εναγόντων συνιστούν, κατ' ουσία, εξαρχής από την ημερομηνία πρόσληψης αυτών μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μετά από ορθό νομικό χαρακτηρισμό της εν λόγω έννομης σχέσης, ο οποίος αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του, χωρίς να δεσμεύεται το δικαστήριο από τον χαρακτηρισμό που δίνουν ο νόμος ή οι δικαιοπρακτούντες στην έννομη σχέση και δεν συνιστά απαγορευμένη από το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος μετατροπή της σύμβασης εργασίας από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, καθώς η εν λόγω συνταγματική απαγόρευση, με βάση τη σαφή γραμματική διατύπωσή της, αφορά μόνο τις συμβάσεις εργασίας ή έργου που καλύπτουν πρόσκαιρες, απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες και όχι εκείνες που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και, κατ' εφαρμογή των άρθρων 8 παρ.3 ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281 και 671 Α.Κ.

και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος , διότι αφενός οι ενάγοντες κάλυπταν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφετέρου η κατάτμηση της εργασιακής σχέσης, σε ορισμένου χρόνου συμβάσεις δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της παρεχομένης εργασίας των εναγόντων και τις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της υπηρεσίας, καθώς οι ανάγκες του εναγομένου οργανισμού δεν έπαυσαν με τη λήξη του χρόνου ισχύος της τελευταίας σύμβασης, αλλά επιβλήθηκε από το εναγόμενο, ώστε να διατηρεί τη δυνατότητα απόλυσης των εναγόντων, μετά το πέρας οποιασδήποτε σύμβασης ορισμένου χρόνου, χωρίς να τηρεί τις νόμιμες προϋποθέσεις της καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, με καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.

Ότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν.2112/1920, που αποτελεί κατά την έννοια της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70 "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" για την πρόληψη των καταχρήσεων από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, εφαρμόζεται στις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή κατ' επίφαση έργου ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν και έπειτα από την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004, δηλ.

από τις 19.7.2004 και μετά, διάστημα που συνάφθηκαν στο σύνολό τους οι συμβάσεις των εναγόντων, πλην της πρώτης για τον καθένα, δεδομένου ότι το άρθρο 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 κατισχύει έναντι των άρθρων 5,6 και 7 του π.δ/τος 164/2004... Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Αθηνών) με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1740/2014 απόφασή του δέχθηκε κατά πλειοψηφία την έφεση τυπικά και ουσιαστικά, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθ. 1072/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσία, αναγνώρισε ότι (όλοι) οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο εξαρχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε το τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων, σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, με απειλή χρηματικής ποινής ύψους 150 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης του εναγομένου στην παραπάνω υποχρέωσή του.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επόμ. ΑΚ, 21 του ν. 2190/1994, 6 του ν. 2527/1997, 5, 6, 7 και 11 του π.δ/τος 164/2004 τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αν και κατ' ορθή ερμηνεία αυτών ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη υπόθεση, καθώς και εκείνη του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 671 του ΑΚ, 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, αν και κατ' ορθή ερμηνεία αυτών δεν ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, σύμφωνα με τα όσα αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ότι με βάση τα στην αγωγή εκτιθέμενα δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν από το δικαστήριο οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας (ή έργου) ορισμένης διάρκειας των 9ου, 10ου και 11ης των εναγόντων ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, εφόσον η πρώτη εξ αυτών καταρτίσθηκε μετά την έναρξη εφαρμογής των πιο πάνω συνταγματικών ρυθμίσεων (18.4.2001) και συγκεκριμένα στις 31.10.2003 για τους 9ο και 10ο και στις 16.10.2003 για την 11η εξ αυτών και παράλληλα δεν συνέτρεχαν οι εξαιρετικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004, ακόμη και εάν οι εν λόγο ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αρχικώς εναγομένου ν.π.δ.δ., του οποίου το αναιρεσείον τυγχάνει καθολικός διάδοχος, καθόσον το αντίθετο που δέχθηκε κατά πλειοψηφία η προσβαλλόμενη απόφαση προσκρούει στις συνταγματικού περιεχομένου και λοιπές ως άνω διατάξεις.

Ούτε επίσης με την μη εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 παραβιάζονται οι ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας, οι οποίες αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα των εναγόντων και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται.

Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου από τον αριθμό 11 παρ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης για μη λήψη υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση των εκεί αναγραφομένων αποδεικτικών μέσων (εγγράφων).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τους 9ο, 10ο και 11η των εκεί εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων [ως προς τους οποίους συνεχίζεται η με την αναίρεση ανοιγείσα δίκη]. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, δεν χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ.3 εδ.

α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία η από 2.2.2010 και με αριθ. 2653/18.4.2011 έφεση των 9ου , 10ου και 11ης των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, επικυρουμένης ως προς αυτούς της με αριθμό 1072/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η από 11.5-2006 και με αριθ.

κατάθ. 2327/2006 αγωγή αυτών είχε απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη. Τέλος, λόγω της ήττας των (άρθ.176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθούν οι 9ος, 10ος και 11η των αναιρεσίβλητων στα δικαστικά έξοδα του αναιρσείοντος ν.π.δ.δ. που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και για την παρούσα αναιρετική δίκη, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί πως δεν ασκήθηκε η από 27.8.2014 και με αριθ. κατάθ. 691/16.9.2014 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 1740/18.3.2014 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών ως προς τους εκ των αναιρεσίβλητων Γ. Κ. του Τ. (1ο), Γ. Κ. του Α. (2ο), Β. Λ. του Σ. (3ο), Α. Λ. του Ι. (4ο), Λ. Π. του Κ. (5ο), Κ. Τ. του Σ. (6ο), Π. Ν. του Α. (7ο) και Α. Β. του Δ. (8ο).

Κηρύσσει καταργημένη ως προς αυτούς την ανοιγείσα με την αίτηση αναίρεσης δίκη.

Αναιρεί την με αριθ. 1740/2014 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, ως προς τους 9ο, 10ο και 11η των αναιρεσίβλητων.

Κρατεί και δικάζει την από 2.2.2010 και με αριθ. 2653/18.4.2011 έφεση των 9ου , 10ου και 11ης των εκκαλούντων Α. Α., Λ. Δ. και Ι. Α..

Απορρίπτει κατ' ουσία την έφεση των 9ου , 10ου και 11ης των εκκαλούντων Α. Α., Λ. Δ. και Ι. Α..

Καταδικάζει τους 9ο, 10ο και 11η των αναιρεσίβλητων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. , τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ