Legislator Case Law & Legislation
142/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank judgment, ruling public university's legal costs exemption does not apply to court fees.

Case Number 142/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National and Kapodistrian University of Athens' appeal against a first-instance judgment ordering it to pay court costs. The university argued that its legal representation by the State Legal Council should exempt it from the standard cost cap, but the court found no such exemption applied to court fees. Consequently, the appeal was rejected, and the university was ordered to pay the bank's legal expenses totaling 2,700 euros.

Legislator headnote

AI generated

Articles 22 and 28 of Law 3693/1957; The exemption from legal fees for public law entities represented by the State Legal Council does not extend to the reduction of court costs imposed upon them.

Keywords

AI generated
State Legal Council Court Costs Public Law Entities Legal Fees Exemption Appeal Dismissed Bankruptcy Proceedings Legal Representation

Cited Legislation

AI generated
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 28, paragraph 5 of Law 2579/1998
Articles 176, 183, 189, and 191 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 242, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 142 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 142/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Ντούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK ΑΕ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε." που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φωτεινή - Μαρία Χασιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1679/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2560/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/6/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Με την από 28-06-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2560/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό. Με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης - εκκαλούσας- ενάγουσας υπό εκκαθάριση τελούσας τράπεζας με την επωνυμία "Τράπεζα Ρrobank ΑΕ" κατά της 1679/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η από 10-12-2012 αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος- εφεσιβλήτου - εναγομένου Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο την καταβολή ενεχυρασθεισών στην ενάγουσα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, απαιτήσεων τιμήματος 72 διαδοχικών πωλήσεων της οφειλέτριάς της, βάσει δανειακής σύμβασης, εταιρίας "CHEMILAB ΧΗΜΙΚΗ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΠΕ", που η τελευταία διατηρούσε κατά του αναιρεσείοντος. Μετά την παραδοχή της έφεσης και την εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση την αγωγή και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το αιτηθέν συνολικό ποσό των 18.546,23 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 2 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή. Επομένως αυτή πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[Β] Από τις διατάξεις του άρθρων 3 Ν. 1268/1982, 2 παρ. 1 και 3 περ. στ’ του νόμου 2083/1992, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, προκύπτει ότι τα πανεπιστήμια είναι Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.), ήτοι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενα και ότι όργανα αυτών είναι η σύγκλητος, το πρυτανικό συμβούλιο και ο πρύτανης, ο οποίος, μεταξύ άλλων, διευθύνει το Α.Ε.Ι., εποπτεύει την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών, των σχολών και των τμημάτων του, εκπροσωπεί το Α.Ε.Ι.

δικαστικώς και εξωδίκως, επιβλέπει την τήρηση των νόμων και του εσωτερικού κανονισμού, είναι διατάκτης των δαπανών του και μεριμνά για τη συνεργασία των οργάνων του Α.Ε.Ι., των διδασκόντων και των φοιτητών. Περαιτέρω το π.δ. 432/1981 "Περί συστάσεως Ειδικών Λογαριασμών αξιοποιήσεως κονδυλίων για την εκτέλεση ερευνητικών έργων στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Χώρας", που είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 18 ν. 706/1977, όπως αυτό το προεδρικό διάταγμα ίσχυε κατά τον ίδιο κρίσιμο χρόνο (μετά και την τροποποίησή του με την ΚΑ/679/22.8.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων "Τροποποίηση και αντικατάσταση της απόφασης με αρ.

Β1/819 "σύσταση Ειδικών Λογαριασμών για τη χρηματοδότηση Ερευνητικών `Έργων και σχετικών Υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων που εκτελούνται στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα ή Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Χώρας"" , ΦΕΚ-Β', 826, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 50 ν. 2413/1996, που αντικατέστησε το εδ. γ' της παρ. 2 του άρθ. 2 ν. 2233/1994), όριζε στο άρθρο 1:

"1. Συνίσταται σε καθένα από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) της χώρας Ειδικός Λογαριασμός για την αξιοποίηση των κονδυλίων επιστημονικής έρευνας.

2. Σκοπός του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας (εφεξής Ε.Λ.Κ.Ε.) είναι η διάθεση και διαχείριση κονδυλίων που προέρχονται από οποιαδήποτε πηγή και προορίζονται για την κάλυψη δαπανών, οποιουδήποτε είδους για τις ανάγκες ερευνητικών έργων που εκτελούνται από το επιστημονικό προσωπικό των ΑΕΙ"•

Στο άρθρο 2 ότι:

"1. Πόροι του Λογαριασμού είναι: α) Ετήσια επιχορήγηση από τον Τακτικό Προϋπολογισμό του Κράτους. β) Κονδύλια από τον Προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων. γ) Ειδικές εισφορές και χρηματοδοτήσεις από δημόσιες επιχειρήσεις, άλλους δημόσιους φορείς, ιδιωτικές επιχειρήσεις ή ιδιώτες, διεθνείς οργανισμούς και δωρεές κάθε είδους. δ) Έσοδα από παροχές υπηρεσιών προς τρίτους, από εμπορική εκμετάλλευση ευρεσιτεχνιών, τεχνογνωσίας και προϊόντων που προκύπτουν από χρηματοδοτούμενα έργα και πρόσοδοι από περιουσιακά στοιχεία του Λογαριασμού. στ) Έσοδα από κρατήσεις που επιβάλλονται σε εκτελούμενα έργα." •

Στο άρθρο 3 ότι:

"1. Η διοίκηση και διαχείριση του Λογαριασμού πραγματοποιείται από τα όργανά του και είναι ανεξάρτητη από τη διοίκηση ή διαχείριση των Α.Ε.Ι.

2. Όργανα διοικήσεως και διαχειρίσεως του Λογαριασμού είναι: α) Η Επιτροπή Εκπαίδευσης και Ερευνών, β) Η Γραμματεία του Λογαριασμού"•

Στο άρθρο 4 ότι:

"1. Η Επιτροπή Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού, καλουμένη εφεξής "Η Επιτροπή", συγκεκριμένα σε κάθε Α.Ε.Ι. απαρτίζεται από εκπροσώπους όλων των Τμημάτων του Α.Ε.Ι. και πλέον έναν από τους Αντιπρυτάνεις του Α.Ε.Ι. […]

6. Η Επιτροπή έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες: α. [...] δ. Εγκρίνει, σύμφωνα με τις παραπάνω διαδικασίες, προτάσεις για χρηματοδότηση ερευνητικών, τεχνολογικών, εκπαιδευτικών και επιμορφωτικών έργων από το Λογαριασμό [...]. ε. Καταρτίζει ετήσιο επιστημονικό και οικονομικό προϋπολογισμό και απολογισμό κινήσεως του Λογαριασμού [...] ζ. Αναθέτει μελέτες με αμοιβή για εξυπηρέτηση των σκοπών της στο προσωπικό του Α.Ε.Ι. ή τρίτους […]"•

Στο άρθρο 6 ότι:

"1. Η Γραμματεία στελεχώνεται ανάλογα με τις ανάγκες, είτε από προσωπικό επιστημονικό ή άλλο του Α.Ε.Ι., είτε από νέο προσωπικό που προσλαμβάνεται με απόφαση της Επιτροπής και αμείβεται από το κονδύλιο του Λογαριασμού.

2. Η Γραμματεία έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες α. Παρακολουθεί τη λογιστική και διαχειριστική κίνηση του Λογαριασμού και προβαίνει στην πληρωμή των δαπανών μετά από εντολή του Υπευθύνου κάθε έργου, εφόσον η δαπάνη προβλέπεται ρητά στον εγκεκριμένο προϋπολογισμό του έργου. Σε διαφορετική περίπτωση απαιτείται και η έγκριση του Προέδρου της Επιτροπής ή άλλου οργάνου [...] δ. Μεριμνά για την εκτέλεση των αποφάσεων της Επιτροπής"•

Και στο άρθρο 7 ότι:

"1. Τα έσοδα του Λογαριασμού που προέρχονται από οποιαδήποτε από τις πηγές που αναφέρονται στο άρθρο 2 του παρόντος κατατίθενται σε λογαριασμό Τράπεζας και αναλαμβάνονται και διατίθενται με ειδικές εντολές του Προέδρου της Επιτροπής ή του εξουσιοδοτουμένου απ' αυτόν μέλους της Επιτροπής. […]

3. Η κίνηση του Ειδικού Λογαριασμού, ο έλεγχος και η εντολή πληρωμής σε βάρος του Λογαριασμού και υπέρ δικαιούχων ενεργούνται σύμφωνα με την παρούσα απόφαση και τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, όπως αυτός ισχύει χωρίς καμία αναφορά ή περιορισμό από τις διατάξεις που διέπουν τη διάθεση, κατανομή και ανάλωση των πιστώσεων του ιδρύματος και κατά παρέκκλιση των διατάξεων για το Δημόσιο Λογιστικό, τις κρατικές προμήθειες, τις δημόσιες επενδύσεις, την ανάθεση μελετών και κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης.

4. Η πραγματοποίηση κάθε δαπάνης απαιτεί εντολή από τον επιστημονικό υπεύθυνο του έργου εφόσον η δαπάνη αυτή ρητά προβλέπεται στον προϋπολογισμό του έργου. Ειδικότερα οι διάφορες κατηγορίες δαπανών θα πραγματοποιούνται σύμφωνα με τα ακόλουθα: Α. [...] Γ. Προμήθειες - εκτελέσεις εργασιών: (α) Οι προμήθειες αναλώσιμων ή μη υλικών, οργάνων, μηχανημάτων, επίπλων και σκευών, εργαστηριακού εξοπλισμού και βιβλίων και η εκτέλεση εργασιών οποιοσδήποτε είδους που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των έργων, όπως αυτές προβλέπονται στον αντίστοιχο προϋπολογισμό που περιέχεται στην εγκριτική απόφαση της Επιτροπής πραγματοποιούνται, μετά από εντολή του Επιστημονικού Υπευθύνου του έργου, με μέριμνα και ευθύνη του προσωπικού της Γραμματείας και με τυχόν επικουρία των ειδικών υπηρεσιών του Ιδρύματος, (β) Προμήθειες αγαθών ή υπηρεσίες ή εκτελέσεις έργων δαπάνης μέχρι 2.000.000 δρχ. η κάθε μία, γίνονται απευθείας χωρίς διαγωνισμό ή λήψη προσφορών, ύστερα από εκτίμηση των τιμών που προσφέρει η αγορά γ. Προμήθειες ή εκτελέσεις εργασιών δαπάνης ποσού από 2.000.000 δρχ. και πάνω γίνονται με πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό και πλήρη αιτιολόγηση της επιλογής που κοινοποιείται στην Επιτροπή, ιδιαίτερα στην περίπτωση που δεν επιλέγεται μειοδότης..." •

Και στο άρθρο 8 ότι:

"1. Ο τακτικός έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης του Λογαριασμού και ο έλεγχος του ισολογισμού του πραγματοποιείται κάθε χρόνο από δύο ορκωτούς ελεγκτές που ορίζονται με απόφαση της Συγκλήτου.

2. Ο έλεγχος των δαπανών θα ενεργείται με βάση τα πρωτότυπα δικαιολογητικά, δηλαδή τα σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις των προμηθευτών ή δελτία παροχής υπηρεσιών, τα οποία θα τηρεί η Γραμματεία για κάθε πραγματοποιούμενη δαπάνη, και χωριστά για κάθε εκτελούμενο έργο."

Σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις συστάθηκε σε κάθε Α.Ε.Ι. ειδικός λογαριασμός, προκειμένου να διατεθούν μέσω αυτού κονδύλια για την υποστήριξη των ερευνητικών προγραμμάτων του Πανεπιστημίου και ειδικότερα για την κάλυψη των δαπανών των ερευνητικών έργων που εκτελούνται από το επιστημονικό προσωπικό του.

Οι λογαριασμοί αυτοί, χωρίς να έχουν νομική προσωπικότητα (ΕΣ 2130/2017), αποτελούν χωριστή ομάδα περιουσίας που λειτουργεί εκτός του προϋπολογισμού του οικείου Πανεπιστημίου, η διοίκηση και η διαχείρισή τους είναι ανεξάρτητη από τη διοίκηση και διαχείριση των Α.Ε.Ι. και αποτελούν χωριστή ομάδα περιουσίας (σύνολο πραγμάτων και/ή δικαιωμάτων, τα οποία το δίκαιο αποχωρίζει από τη λοιπή περιουσία του προσώπου και τα υποβάλλει σε ιδιαίτερη νομική ρύθμιση), εντός της περιουσίας των ΑΕΙ, με ευρεία όμως αυτοτέλεια δημοσιονομική, διαχειριστική και διοικητική (ΟλΕΣ 287, 746-750/2017).

Έτσι η, ανεξάρτητη από τη διοίκηση και τη διαχείριση του αντίστοιχου Α.Ε.Ι., διοίκηση και διαχείριση των ΕΛΚΕ γίνεται από τα ανωτέρω όργανά τους, δηλαδή την Επιτροπή Εκπαίδευσης και Ερευνών και τη Γραμματεία, τα οποία μαζί με τον Επιστημονικό Υπεύθυνο κάθε έργου (που δίνει εντολή για την πραγματοποίηση, μεταξύ άλλων, προμηθειών στο ανωτέρω καθοριζόμενο πλαίσιο), καθίστανται, υπόλογοι των λογαριασμών αυτών (ΟλΕΣ 27/2010).

Η πρόβλεψη ότι η κίνησή τους ενεργείται κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Δημόσιου Λογιστικού αποσκοπεί στην ευελιξία λειτουργίας των λογαριασμών και στην ταχύτητα πληρωμής των δαπανών τους (ΟλΕΣ 2130/2017).

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, αναφερόμενες στα νομικά πρόσωπα γενικώς και την εκπροσώπησή τους, προκύπτει ότι, για να υποχρεωθεί νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του κατά τους όρους του νόμου ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο, που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Σε αγωγή κατά νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση ανειλημμένης με σύμβαση υποχρέωσής του, δεν απαιτείται να αναφέρεται το όνομα του φυσικού προσώπου, το οποίο σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά την κατάρτιση της σύμβασης, διότι το στοιχείο αυτό δεν ανάγεται στη νομιμοποίηση αλλά στο κύρος της σύμβασης.

Αν όμως αμφισβητηθεί το κύρος της λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, ο ενάγων πρέπει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση, να προτείνει και να αποδείξει τη συνδρομή των στοιχείων επί των οποίων θεμελιώνεται η εξουσία του ενεργήσαντος ως αντιπροσώπου του, το δε δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο, το οποίο ανέλαβε για λογαριασμό του νομικού προσώπου τη συμβατική υποχρέωση και νομίμως το εκπροσώπησε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων (ΑΠ 2009/2017, 1182/2007).

Ειδικότερα από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 και 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007) ή τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (αντίστοιχος με τον αριθμό 14 του άρθ. 559 λόγος δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ).

Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 108 και 9/2020, 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012).

[Γ] Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του κατά το πρώτο του σκέλος ότι η αγωγή της αναιρεσίβλητης έπρεπε να κριθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο απορριπτέα ως αόριστη, διότι σε αυτήν δεν προσδιοριζόταν το φυσικό ή τα φυσικά πρόσωπα, με τα οποία καταρτίσθηκαν οι αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις πωλήσεως, δεδομένου ότι το ίδιο ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον πρύτανή του και τα όργανά του είναι εκτός του πρυτάνεως, η σύγκλητος και το πρυτανικό συμβούλιο, ενώ στην αγωγή δεν προσδιοριζόταν ούτε και όργανο ή πρόσωπο νομίμως εξουσιοδοτημένο προς παραλαβή των πωληθέντων από το διοικούν το πανεπιστήμιο συλλογικό όργανο ή αρμόδιο προς τούτο συλλογικό όργανο ή νόμιμος εκπρόσωπος του ΕΛΚΕ. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι τον ισχυρισμό αυτό είχε προβάλει το αναιρεσείον πρωτοδίκως, με τις προτάσεις του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου, το οποίο τον δέχθηκε και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, επειδή θεώρησε πως το φυσικό πρόσωπο, που συνήψε τις ένδικες συμβάσεις πωλήσεως υλικών πανεπιστημιακού εξοπλισμού, δεν προσδιοριζόταν στο αγωγικό δικόγραφο, ούτε συμπληρώθηκε το στοιχείο αυτό με τις προτάσεις της ενάγουσας.

Η τελευταία με την από 31-03-2017 έφεσή της κατά της 1679/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου ισχυρίσθηκε ότι οι 72 παρατιθέμενες ως προς όλα τα στοιχεία τους συμβάσεις πωλήσεως και οι σχετικές προμήθειες υλικών έγιναν από τον ΕΛΚΕ προς κάλυψη δικών του αναγκών, γεγονός αναφερόμενο σε όλα τα τιμολόγια, που ενσωματώθηκαν στην αγωγή της, όπου ειδικότερα αναγραφόταν "Πανεπιστήμιο Αθηνών Ειδ. Λογ. Έρευνας", ενώ σε κάθε τιμολόγιο αναγραφόταν ονομαστικά και το φυσικό πρόσωπο του επιστημονικού υπευθύνου, που έδωσε την εντολή για την παραγγελία των υλικών εξοπλισμού εργαστηρίων και την κατάρτιση των συμβάσεων πωλήσεως και προς το οποίο έγιναν οι παραδόσεις των πωληθέντων, με συνέπεια να μη χρήζει η αγωγή οποιασδήποτε συμπλήρωσης για το ορισμένο της.

Ο λόγος της εφέσεως έγινε δεκτός με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ενώπιον του οποίου το αναιρεσείον επανέλαβε τον ισχυρισμό του περί αοριστίας της αγωγής. Από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι σ' αυτό αναφέρονταν πράγματι, στο καθένα από τα ενσωματωθέντα στο κείμενό του τιμολόγια, ως συμβαλλόμενος πελάτης ο Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας του αναιρεσείοντος και η διεύθυνσή του (...), ο συμφωνηθείς τόπος παράδοσης των πωληθέντων, που σαφώς υποδηλώνει τη Σχολή και το τμήμα της, στο οποίο διενεργείτο η έρευνα (π.χ. στο ... τιμολόγιο- δελτίο αποστολής: ... ή στο ... τιμολόγιο- δελτίο αποστολής: Τομέας ..., Πανεπιστημιούπολη, καθώς και το όνομα του αρμοδίου φυσικού προσώπου, που έδωσε την εντολή και παραγγελία και στο οποίο θα γινόταν η παράδοση: ... ή ... αντιστοίχως κ.ο.κ.).

Σύμφωνα με όσα προεκτίθενται, για το κύρος των συμβάσεων προμηθειών προς εκτέλεση ερευνητικού έργου, που συνάπτονται από το Α.Ε.Ι. ως νομικό πρόσωπο μέσω όμως του ΕΛΚΕ (χωριστής ομάδας περιουσίας εντός της περιουσίας του ΑΕΙ), δεν απαιτείται, ενόψει των προαναφερόμενων ειδικών ρυθμίσεων και κατά παρέκκλιση όσων ισχύουν για τα νομικά πρόσωπα γενικώς βάσει των ως άνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα, το πανεπιστήμιο να εκπροσωπείται από τον πρύτανη ή από τη σύγκλητο ή το πρυτανικό συμβούλιο ή από εξουσιοδοτημένο από αυτά τα όργανα πρόσωπο ή όργανο, αλλά οι συμβάσεις αυτές μπορούν να συνάπτονται κατ' εντολή του επιστημονικού υπευθύνου του ερευνητικού έργου. Επομένως η αγωγή ήταν εξ υπαρχής επαρκώς ορισμένη προσδιορίζουσα το φυσικό πρόσωπο, που κατήρτισε τις συμβάσεις για λογαριασμό του συγκεκριμένου αναφερόμενου σ' αυτήν φορέα (ΕΛΚΕ), η λειτουργία του οποίου εκφεύγει του νομοθετικού πλαισίου, που διέπει τη λειτουργία των Α.Ε.Ι. και τις προϋποθέσεις έγκυρης σύναψης συμβάσεων προμηθειών απευθείας για λογαριασμό τους, και διέπεται από διαφορετικές νομοθετικές ρυθμίσεις, αποσκοπούσες στην ευελιξία και ταχύτητα των συναλλαγών του ΕΛΚΕ, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της αποτελεσματικής διεξαγωγής ερευνών.

Κατόπιν αυτών ο ως άνω πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος είναι κατά το πρώτο του σκέλος παραδεκτός και εκτιμάται ότι στηρίζεται στο άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ (ως λόγος αντίστοιχος με τον λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559), καθόσον η αοριστία, που το αναιρεσείον ισχυρίσθηκε ότι υφίστατο στο δικόγραφο της αγωγής, συνιστούσε ποσοτική αοριστία, είναι αβάσιμος.

Αβάσιμοι είναι και οι συναφείς επί μέρους εντασσόμενοι σε αυτόν τον λόγο ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι η αγωγή είναι αόριστη επειδή σε αυτήν δεν αναγράφεται πως οι δαπάνες για τις αναφερόμενες στην αγωγή προμήθειες προβλέπονταν από τον αντίστοιχο προϋπολογισμό, που περιεχόταν στην εγκριτική απόφαση της Επιτροπής, ή ότι δεν βρέθηκε απόφαση αρμοδίου οργάνου γι' αυτές, καθόσον τέτοια στοιχεία, αναφερόμενα σε ενδεχόμενες παράτυπες πράξεις ή παραλείψεις των επιστημονικών υπευθύνων των ερευνητικών έργων (ή της γραμματείας) καθιστούν απλώς τους τελευταίους υπόλογους έναντι του πανεπιστημίου κατά τα προαναφερόμενα, και δεν είναι απαραίτητα για το ορισμένο αγωγής του τρίτου προμηθευτή ή του ενεχυρούχου δανειστή του με το ανωτέρω αντικείμενο, διότι αυτά εκφεύγουν πλήρως από τη σφαίρα επιρροής και τις δυνατότητες γνώσης τους.

Οι προβαλλόμενες δε με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν αποδείχθηκε η εξουσιοδότηση των κατονομαζόμενων στην αγωγή φυσικών προσώπων προς παραλαβή των πωληθέντων είναι απαράδεκτες κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι δι'αυτών επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δέχθηκε ότι τα φυσικά αυτά πρόσωπα ήταν νομίμως εξουσιοδοτημένα για την παραλαβή των υλικών, ενώ σε κάθε περίπτωση, βάσει του γενικού κανόνα του άρθρου 217 ΑΚ, εφόσον οι εν λόγω συμβάσεις μπορούσαν εγκύρως να καταρτισθούν ατύπως (λόγω της μη τήρησης των κανόνων περί δημοσίου λογιστικού, δημόσιων προμηθειών κ.λπ.), δεν απαιτείτο και η εξουσιοδότηση προς παραλαβή υλικών να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο, όπως εσφαλμένως φαίνεται να υπολαμβάνει το αναιρεσείον.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 και του αντίστοιχου για υποθέσεις αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τις διατάξεις αυτές λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι:

α) εφαρμοστέες ήταν στην κρινόμενη περίπτωση οι ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 41 του ν.δ. 496/1974, που επιτάσσουν την τήρηση έγγραφου τύπου για το κύρος καταρτιζόμενων συμβάσεων με ν.π.δ.δ. όταν το αντικείμενό τους ανέρχεται σε ποσό άνω των 2.500 ευρώ, ενώ μεταξύ του ιδίου και της πωλήτριας προμηθεύτριας των υλικών εταιρίας δεν καταρτίσθηκαν εγγράφως κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων οποιεσδήποτε συμβάσεις με συνέπεια την ακυρότητα των συμβάσεων που αναφέρονται στην αγωγή της αναιρεσίβλητης, το Μονομελές δε Πρωτοδικείο έσφαλε δεχόμενο ότι εγκύρως οι συμβάσεις καταρτίσθηκαν ατύπως (προφορικώς) και

β) ότι το δικαστήριο εκείνο επίσης εσφαλμένως επιδίκασε το συνολικό ποσό του τιμήματος των διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, παρότι για την παράδοση των υλικών δεν ακολουθήθηκε από την προμηθεύτρια εταιρία η προβλεπόμενη από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 27 παρ. 6 διαδικασία του π.δ. 118/2007, ήτοι του κανονισμού προμηθειών του Δημοσίου, η προβλέπουσα υποχρέωση του προμηθευτή να ειδοποιεί την Υπηρεσία, την αποθήκη παραλαβής των προϊόντων καθώς και την επιτροπή παραλαβής των προϊόντων καθώς και υποχρεωτική εξέταση των προϊόντων και σύνταξη πρωτοκόλλων παραλαβής.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι κατά το ως άνω σκέλος του αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένων προϋποθέσεων, καθόσον με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό ότι οι προμήθειες υλικών έγιναν στην κρινόμενη περίπτωση από τον ΕΛΚΕ, του οποίου η κίνηση, ο έλεγχος και η εντολή πληρωμής σε βάρος του και υπέρ δικαιούχων ενεργούνται σύμφωνα με την ΚΥΑ/679/22.8.1996 και τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, όπως αυτός ισχύει, χωρίς καμία αναφορά ή περιορισμό από τις διατάξεις που διέπουν τη διάθεση, κατανομή και ανάλωση των πιστώσεων του ιδρύματος και κατά παρέκκλιση των διατάξεων για το Δημόσιο Λογιστικό, τις κρατικές προμήθειες, τις δημόσιες επενδύσεις, την ανάθεση μελετών και κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, ενώ οι προμήθειες αυτές γίνονται απευθείας, εφόσον η σχετική δαπάνη δεν υπερβαίνει τις 2.000.000 δραχμές (περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω ως προς όλες τις συμβάσεις πωλήσεως) χωρίς καν διαγωνισμό ή λήψη προσφορών.

Επομένως δεν έχουν εφαρμογή επί αυτών των προμηθειών, που σκοπείται να πραγματοποιούνται ταχέως και με ευελιξία, οι διατάξεις των άρθρων 41 του ν.δ. 496/1974 και 26 παρ. 3, 27 παρ. 6 του π.δ. 118/2007, οι δε σχετικές συμβάσεις εγκύρως συνάπτονται και ατύπως, ενώ δεν απαιτείται για την παραλαβή τους η τήρηση της προβλεπόμενης από το τελευταίο νομοθέτημα διαδικασίας.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου το αναιρεσείον επικαλείται τον Οδηγό χρηματοδότησης του ΕΛΚΕ του ΕΚΠΑ (που εκδόθηκε με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 3 παρ. 2 εδ. α'του ν. 3027/2002 και εγκρίθηκε με την .../2012 απόφαση της συγκλήτου του πανεπιστημίου αυτού), ο οποίος ορίζει ότι τα πρωτότυπα παραστατικά επισυνάπτονται στην κατάσταση πραγματοποιηθεισών δαπανών, όπου βεβαιώνεται ότι παραλήφθηκαν οι προμήθειες και, εάν η δαπάνη για αναλώσιμα ή μη υλικά υπερβαίνει τα 6.000 ευρώ, απαιτείται και πρακτικό καλής λειτουργίας του εξοπλισμού ή των υλικών υπογεγραμμένο από τον επιστημονικό υπεύθυνο ή, εάν υπερβαίνει τα 45.000 ευρώ, από τριμελή επιτροπή.

Βάσει αυτών ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως δεν εφάρμοσε τις αμέσως προαναφερόμενες διατάξεις, η μη τήρηση των οποίων συνεπάγεται ακυρότητα των συμβάσεων. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι και κατά αυτό το δεύτερο σκέλος του αβάσιμος, καθόσον η μη τήρηση των παραπάνω διατυπώσεων, που εξ ορισμού επαφίεται σε ενέργειες, στις οποίες είναι υποχρεωμένα να προβαίνουν τα όργανα του ΕΛΚΕ για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των δαπανών, δεν συνεπάγεται ακυρότητα των συμβάσεων προμηθειών του, αλλά ενδεχομένως ευθύνη των υπολόγων υπαλλήλων της γραμματείας ή του επιστημονικού υπευθύνου του έργου έναντι του ΕΛΚΕ ως ομάδας περιουσίας ή του πανεπιστημίου, ενώ σε κάθε περίπτωση η δαπάνη της καθεμίας από όλες τις παρατιθέμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδειχθείσες 72 συμβάσεις πωλήσεως μεταξύ της οφειλέτριας της αναιρεσίβλητης εταιρίας CHEMILAB ΕΠΕ και του ΕΛΚΕ ήταν σημαντικά κατώτερη των 6.000 ευρώ σύμφωνα και με τα εκδοθέντα αντιστοίχως κατά το διάστημα από 10-01-2007 έως 03-07-2008 72 τιμολόγια- δελτία αποστολής της πωλήτριας.

Κατά το άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 περί λογιστικού των ΝΠΔΔ, με περιεχόμενο ανάλογο του άρθρο 21 του β.δ. της 26-6/ 10-7-1944 (Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου), ο νόμιμος τόκος και ο τόκος υπερημερίας εις βάρος των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση ή σε ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής.

Από αυτή τη διάταξη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής N.Π.Δ.Δ., μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής, ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής, της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό (ΑΕΔ 7/2011).

Μόνον η επίδοση τέτοιων αγωγών επιφέρει έναρξη τοκοφορίας, χωρίς προς τούτο να αρκεί η καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο όχληση ή η παρέλευση δήλης ημέρας, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά ή προκύπτει από ειδικό νόμο (ΟλΑΠ 10/2008, ΟλΑΠ 7/2000) - Ειδικό νόμο σε σχέση με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974, που αποκλείει την εφαρμογή του, αποτελεί το π.δ. 166/2003, που άρχισε να ισχύει από 05-06-2003 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο δημιουργίας των ένδικων απαιτήσεων, με το οποίο έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές και οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται στις πληρωμές, που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή (άρθ. 2).

Ως "εμπορική συναλλαγή" κατά την έννοια του ανωτέρω διατάγματος νοείται κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων αλλά και κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής. "Δημόσια αρχή" είναι δε κάθε αναθέτουσα αρχή ή φορέας, όπως ορίζεται, μεταξύ άλλων, και στα προεδρικά διατάγματα για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών (άρθ. 3 παρ. 1 α'), ενώ ως "επιχείρηση" νοείται κάθε οργάνωση, η οποία ενεργεί στα πλαίσια ανεξάρτητης οικονομικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο (άρθ. 3 παρ. 1 β').

Στο άρθρο 4 του ως άνω προεδρικού διατάγματος ορίζεται ότι:

"1. Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση.

2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος χωρίς να απαιτείται όχληση, και οφείλει τόκους:

α) Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών,

β) Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας σύμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας,

γ) Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου,

δ) Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών της παρ. 1α του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες.

3. Ο δανειστής δικαιούται τόκους εφόσον: α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός, εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση.

4. Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ("επιτόκιο αναφοράς") προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες ("περιθώριο"), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην σύμβαση. Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες.

5. Ο δανειστής, εκτός από τους τόκους, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον υπερήμερο οφειλέτη και εύλογη αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης της οφειλόμενης αμοιβής. Τα έξοδα αυτά υπόκεινται σε σχέση με την οφειλόμενη αμοιβή στις αρχές της διαφάνειας και της αναλογικότητας".

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι για τις οφειλές Ν.Π.Δ.Δ., όπως το αναιρεσείον, από εμπορική συναλλαγή κατά την έννοια του ως άνω διατάγματος, ήτοι από συναλλαγή με επιχείρηση που του παρέδωσε αγαθά ή υπηρεσίες έναντι αμοιβής, σε εκτέλεση σύμβασης που καταρτίστηκε μετά την 05-06-2003, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του π.δ. 166/2003 και καθ' όσο χρονικό διάστημα αυτό ίσχυε (ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 4152/ 2013, με τον οποίο καταργήθηκε το ως άνω άρθρο 4 παρ. 2), το ν.π.δ.δ. καθίσταται υπερήμερο και οφείλει τόκους υπερημερίας εξήντα ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή υπηρεσιών ή την τυχόν προβλεπόμενη για την προμήθεια διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου και όχι από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής ή αγωγής της οποίας το αρχικώς καταψηφιστικό αίτημα τράπηκε σε αναγνωριστικό, το δε οφειλόμενο ποσό τόκων υπερημερίας υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που προβλέπεται στο ίδιο παραπάνω προεδρικό διάταγμα (βλ. και ΟλΑΠ 10/2013, ΑΠ 766/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση ως προς το ζήτημα της τοκογονίας των ένδικων απαιτήσεων λόγω υπερημερίας του αναιρεσείοντος το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "[…] αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω συμβάσεις πωλήσεως είναι έγκυρες για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, έχουν εκτελεστεί προσηκόντως και το εναγόμενο νομικό πρόσωπο βρίσκεται σε υπερημερία ως προς την καταβολή του τιμήματος των επιδίκων πωλήσεων, ενώ, όπως ουδόλως αμφισβητήθηκε από το εναγόμενο, δεν έχει συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής του τιμήματος των πωλήσεων.

Επομένως, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, ως Ν.Π.Δ.Δ., οφείλει το τίμημα των πωλήσεων αυτών εντόκως και με το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζεται στο άρθρο 4 του π.δ. 166/2003, από την παρέλευση 60 ημερών από την παραλαβή των πωληθέντων εμπορευμάτων. Έτσι, η τοκογονία για το τίμημα ενδίκων διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, άρχεται χωρίς να απαιτείται όχληση, από την επομένη της παρέλευσης 60 ημερών από την παραλαβή των πωληθέντων εμπορευμάτων των πωλήσεων αυτών, η οποία εν προκειμένω συμπίπτει με τη σύνταξη των ανωτέρω αναφερομένων 72 τιμολογίων- δελτίων αποστολής, που αποδεικνύει την παραλαβή των εμπορευμάτων, με το επιτόκιο, που ως προελέχθη, ορίζεται από το άνω π.δ.

σε αυτό που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ("επιτόκιο αναφοράς") προσαυξημένο κατά 7% (περιθώριο)."

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε δι' εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής τις διατάξεις του ν.δ. 496/1974, η εφαρμογή των οποίων αποκλειόταν στην κρινόμενη περίπτωση λόγω της εμπορικής φύσης των συναλλαγών κατά την έννοια του π.δ. 166/2003, ούτε τις ως άνω διατάξεις του τελευταίου αυτού διατάγματος, εφόσον δέχθηκε ότι αποδείχθηκε η παράδοση και παραλαβή των πωληθέντων κατά την ημέρα σύνταξης κάθε τιμολογίου.

Βάσει δε του παρατιθέμενου στην αίτηση αναίρεσης σχετικού περιεχομένου του Οδηγού Χρηματοδότησης του ΕΛΚΕ, το οποίο αναφέρθηκε ανωτέρω κατά την εξέταση του δεύτερου λόγου της αίτησης αυτής, απαιτείται διαδικασία σύνταξης πρακτικού καλής λειτουργίας του εξοπλισμού ή καλής κατάστασης των παραλαμβανομένων υλικών, προδήλως λόγω της ευελιξίας που επιφυλάχθηκε για τις προμήθειες του ΕΛΚΕ (κατά παρέκκλιση από τα προβλεπόμενα στο π.δ. 118/2007 για τις προμήθειες του Δημοσίου) μόνον επί προμηθειών αναλωσίμων ή μη υλικών ή εξοπλισμού αξίας μεγαλύτερης των 6.000 ευρώ, ενώ για μικρότερες δαπάνες, όπως αυτές των αναφερομένων στην αγωγή τιμολογίων, δεν απαιτείται να τηρηθεί τέτοια διαδικασία, αλλά αρκεί η επισύναψη των παραστατικών στις καταστάσεις πραγματοποιηθεισών δαπανών.

Επομένως ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλει αιτιάσεις στηριζόμενες σε παραβίαση των διατάξεων του ν.δ. 496/1974 και του π.δ. 166/2003 και ο οποίος εκτιμάται ότι θεμελιώνεται στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Αβάσιμος είναι και ο συναφής επί μέρους ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι λόγω της ακυρότητας των συμβάσεων εξαιτίας της μη τήρησης κατά την κατάρτισή τους του επιβαλλόμενου από τον νόμο συστατικού έγγραφου τύπου, δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του π.δ. 166/2003, καθόσον αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προεκτέθηκε κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, οι προφορικώς καταρτιζόμενες συμβάσεις πώλησης δια του ΕΛΚΕ είναι έγκυρες.

Κατά το άρθρο 22 § 1 του νόμου 3693/1957 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου που περιλαμβάνεται στις δαπάνες, οι οποίες θα αποδοθούν στον διάδικο που νίκησε μειώνεται μέχρι το μισό του ελαχίστου ορίου της διατίμησης και δεν μπορεί να υπερβεί το χρηματικό ποσό, που αναπροσαρμόζεται κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 5 § 12 του ν. 1737/1987).

Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στις δίκες στις οποίες διάδικος είναι υπουργός ή νομάρχης ή πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Με την παράγραφο δε 5 άρθρου 28 ν.2579/1998 ορίζεται: "5. Το ανώτατο όριο της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό καθορίζεται κάθε φορά με την κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 (ΦΕΚ Α` 200), επιδικάζεται συνολικά υπέρ όλων των διαδίκων που παρίστανται στη δίκη με κοινό δικόγραφο.

Το ίδιο ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου". Από τη διατύπωση όμως της ως άνω τρίτης παραγράφου του άρθρου 22 ν. 3693/1957 προκύπτει ότι μόνο στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ., έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 περί μειώσεως της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου κ.λπ.

Συνεπώς, το γεγονός ότι ορισμένο Ν.Π.Δ.Δ. απολαύει, βάσει διατάξεως νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του Δημοσίου δεν δικαιολογεί την εφαρμογή και των παραπάνω διατάξεων για τη δικαστική δαπάνη, αφού δεν πρόκειται για προνόμιο ή απαλλαγή, αλλά για διάταξη αναφερόμενη στη δικαστική υπεράσπιση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 1203/2019, 589/2015, 294/2014, 1382/2005, 1617/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, που εκτιμάται ότι αναφέρεται σε πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επικαλείται το αναιρεσείον ότι εσφαλμένως, κατά την επιβολή της δικαστικής δαπάνης, το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν υπολόγισε τη μείωση την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, ώστε επί ήττας του να του επιβληθεί ως δικαστική δαπάνη ποσό, που δεν θα υπερέβαινε τα 293,50 ευρώ κατά τη σχετική κοινή υπουργική απόφαση (134423 ΟΙΚ. της 8-12-1992/20-1993), όπως προβλέπεται για το Δημόσιο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η από 28-6-2019 αίτηση για αναίρεση της 2560/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το αναιρεσείον, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, κατά τα προεκτιθέμενα, και στην παρούσα δίκη, κατά την οποία η νομική υπεράσπιση του αναιρεσείοντος δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Ν.Σ.Κ., δεν έχει εφαρμογή η παρ. 1 του άρθρο 22 § 1 του νόμου 3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-06-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 2560/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ