Legislator Case Law & Legislation
142/2017 AI generated

142/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 142/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 142 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

142/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 142 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
sale of agricultural land agricultural use rights of landowner compensation for landowner leased land parcel termination of agricultural lease
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 142 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 142/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." η οποία εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένη, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Δαούτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ι. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολιδάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2015 του Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 7-12-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 30-11-2015 αίτηση αναίρεση της 48/2015 απόφασης του Εφετείου Κρήτης

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Επίσης, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, η οποία συνίσταται στην άσκηση εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν τη βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, με τον προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, έστω και αν η έκταση και τα όριά του δεν ανταποκρίνονται ακριβώς στην πραγματικότητα, αφού ο ακριβής προσδιορισμός τους εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας που αποφαίνεται σχετικά, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1564/2013). Δεν απαιτείται όμως να αναφέρονται στην αγωγή και, κατ’ επέκταση στην απόφαση, οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αυτό να εμφαίνεται (ΑΠ 1182/2012). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο, ούτε και η μη αναφορά και ο προσδιορισμός καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, καθώς και η αξιολόγηση του καθενός από αυτά, διότι αυτό δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 εδ.2 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../27-3-1997 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθυμίας Κραββαρίτη - Παπαδημητρίου, νομίμως μεταγραφέντος, ο ενάγων απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή από το ..., μεταξύ άλλων και το επίδικο ακίνητο (αγρό), το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του χωριού ... Ρεθύμνου στη θέση "...", με εμβαδόν κατά τον τίτλο κτήσης 10 στρέμματα και μετά από ακριβή μέτρηση 17.750 τ.μ. συνορεύον βόρεια με ιδιοκτησίες του Ε. Ν. και της εναγομένης, Δυτικά με ιδιοκτησίες του Ι. Π. και της εναγομένης, Νότια με άλλη ιδιοκτησία του ενάγοντος και με ιδιοκτησίες του Π. Μ. και της εναγομένης, Ανατολικά με άλλη ιδιοκτησία του ενάγοντος και ιδιοκτησίες του Γ. Π., της εναγομένης και του Ε. Χ.. Το προαναφερόμενο ακίνητο περιήλθε στο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, ..., αρχικά κατά ψιλή κυριότητα, με δωρεά εν ζωή από τους Σ. Σ. του Ι. και της Ζ. και Σ. σύζ. Σ. Σ., το γένος Ι. και Ε. Τ., δυνάμει του με αριθμό .../13-7-1983 συμβολαίου που συνέταξε η συμβολαιογράφος Περιστερίου Διονυσία Λούβαρη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... στον Τόμο και Αριθμό ..., σε συνδυασμό με την με αριθμό .../9-11-1983 πράξη αποδοχής δωρεάς που συνέταξε η ως άνω συμβολαιογράφος, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα ως άνω βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον Τόμο και Αριθμό ... και κατά πλήρη κυριότητα, λόγω παρέλευσης της πενταετίας για την οποία είχαν παρακρατήσει την επικαρπία οι άνω δικαιοπάροχοι με το προαναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο. Στους ως άνω απώτερους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, Σ. Σ. και Σ. σύζ. Σ. Σ., είχε περιέλθει το παραπάνω περιγραφόμενο ακίνητο λόγω αγοράς από τον Ε. Ζ. του Κ., δυνάμει του με αριθμό .../26-10-1965 πωλητηρίου συμβολαίου που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αθηνών Δημήτριος Ζωγραφάκης, νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... στον Τόμο και Αριθμό .... Τα ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Ε. Ζ., λόγω αγοράς από τον Β. Ν., δυνάμει του με αριθμό .../1965 πωλητηρίου συμβολαίου που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Ρεθύμνης Γεώργιος Παπαδάκης, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... στον Τόμο και Αριθμό ..., στον δε Β. Ν. είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα, δυνάμει του με αριθμό .../1957 συμβολαίου που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Ρεθύμνης Σπύρος Ανδρουλιδάκης, νόμιμα μεταγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... με παραχώρηση από το Ταμείο Εφέδρων Πολεμιστών του Νομού Ρεθύμνης, ως ακτήμονα και στον οποίο επιτράπηκε η εκποίηση του με τη με αριθμό .../10-5-1965 απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνης. Η εναγόμενη αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος επί του παραπάνω ακινήτου και συγκεκριμένα, επί τμήματος 12.310 τ. μ., που εμφαίνεται στο από Νοέμβριος 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Α. Β. με τα στοιχεία ... και συνορεύει: Βόρεια με ιδιοκτησίες του Ε. Ν. και της εναγομένης, Δυτικά με ιδιοκτησίες Ι. Π. και της εναγομένης, Νότια με ιδιοκτησία του ενάγοντος και με ιδιοκτησίες του Π. Μ. και της εναγομένης, ανατολικά με ιδιοκτησία του ενάγοντος και ιδιοκτησίες του Γ. Π. και της εναγομένης, καθώς και τμήματος που βρίσκεται στη νότια πλευρά του ευρύτερου ακινήτου, έχει σχήμα τριγώνου εκτάσεως 441 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία 3, 4, 28 και συνορεύει Βόρεια, Δυτικά και Ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος και Νότια με ιδιοκτησίες του Π. Μ. και της εναγομένης. Σε όλους τους άνω τίτλους κτήσης του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, τα όρια του ακινήτου, αναφέρονται ομοίως, προσδιορίζοντας αυτό με σαφήνεια. Εξάλλου και στο από Νοέμβριος 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Β., ο οποίος εφήρμοσε το υπ’ αρ. ...1997 απόσπασμα της Τοπογραφικής Υπηρεσίας της Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Ηρακλείου, η ιδιοκτησία Β. Ν. (δικαιοπαρόχου του ενάγοντος), προσδιορίζεται με τα υπ’ αρ. 297 και 304 κληροτεμάχια, τα οποία συνορεύουν με ιδιοκτησίες με αριθ. κληροτεμαχίων ...ιδιοκτησία Ι. Π.), ...ιδιοκτησία Γ. Π.) και ...ιδιοκτησία Ε. Χ.), όπως δηλ. αναφέρονται στους άνω τίτλους. Αλλά και από το υπ’ αριθμ. .../1978 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αιμιλίας Σακελλαροπούλου, νομίμως μεταγραφέντος, που η εναγόμενη, επικαλείται ως τίτλο κτήσης της κυριότητάς της και το υπ’ αρ. .../1957 συμβόλαιο, με το οποίο ο δικαιοπάροχος της, Ε. Ν., απέκτησε το επίδικο ακίνητο -όπως ισχυρίζεται- η ιδιοκτησία αυτή συνορεύει νοτίως με ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου του ενάγοντα, Β. Ν., όπως στους άνω τίτλους αναφέρεται. Τέλος, όσον αφορά στην ταυτότητα του επιδίκου, που σύμφωνα με τα ανωτέρω περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης του ενάγοντα, στα πλαίσια αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων, ασκηθείσης από την εναγόμενη αγωγής, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης για αναγνώριση της νομής της στο επίδικο, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 35/2005 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε αυτήν, κατόπιν διενεργηθείσης πραγματογνωμοσύνης, ταχθέντος του ίδιου -θέματος με την υπ’ αρ. 67/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης επί της αγωγής του ενάγοντα κατά της εναγομένης (επί της οποίας η εκκαλούμενη απόφαση), κατά την οποία το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου της εναγομένης και δη στο υπ’ αριθ. .../57 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Σ. Ανδρουλιδάκη, που αυτή επικαλείται. Πλέον δε τούτων, δεν αποδείχθηκε άσκηση εμφανών πράξεων νομής από τους διαδίκους και τους δικαιοπαρόχους τους στην επίδικη έκταση, και δη, ότι αυτή περιεφράχθη ώστε η περίφραξη να αποτελεί ταυτόχρονα και κανονισμό ορίων. Η όποια τυχόν περίφραξη, έλαβε χώρα στην ευρύτερη περιοχή, γύρωθεν του επίδικου, από τους βοσκούς της περιοχής, με σκοπό τον περιορισμό των κοπαδιών τους -προς αποφυγή ανάμειξης των ζώων τους- και την προφύλαξη των επί μέρους, από τους ίδιους καλλιεργειών, κυρίως με τριφύλλι, για τα ζώα τους, προς εξυπηρέτηση των ιδίων και όχι για οριοθέτηση. Δεν αποδείχθηκε ομοίως, ότι υπήρχε μελέτη τουριστικής αξιοποίησης από την εναγόμενη στο επίδικο, στα πλαίσια της οποίας έλαβαν χώρα εμφανείς πράξεις νομής, -πλην της σύνταξης τοπογραφικών, που από μόνη της η ενέργεια αύτη δεν αρκεί για να θεμελιώσει νομή στην επίδικη έκταση, (βλ. και υπ’ αριθ. 125/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, απορρίψασα έφεση της εναγομένης κατά της υπ’ αρ. 3/1999 απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., που απέρριψε αίτησή της για να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας του επιδίκου και υπ’ αριθμ. 35/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, απορρίψασα αγωγή της εναγόμενης με αίτημα να αναγνωρισθεί νομέας του επιδίκου). Κατόπιν των ανωτέρω, οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί κτήσης κυριότητας στην επίδικη έκταση, τόσο με πρωτότυπο όσο και με παράγωγο τρόπο (ένσταση ιδίας κυριότητας) κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος με παράγωγο τρόπο (κατόπιν αγοραπωλησίας από αληθινό κύριο) του ειδικότερα περιγραφόμενου στην απόφαση κατά θέση, είδος και όρια ακινήτου, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 10 στρεμμάτων και μετά από ακριβή μέτρηση 17.750 τ.μ. Επίσης δέχθηκε ότι τα ειδικότερα περιγραφόμενα στην απόφαση τμήματα του ακινήτου αυτού, εμβαδού 12.310 τ.μ. και 441 τ.μ. (επίδικη έκταση),επί των οποίων αμφισβητείται από την εναγομένη, και ήδη αναιρεσείουσα η κυριότητα του αναιρεσιβλήτου δεν περιλαμβάνονται στον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου της, και δη στο επικαλούμενο από την ίδια .../1957 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Σ. Ανδρουλιδάκη, ενώ αντίθετα αυτά περιλαμβάνονται στον τίτλο κτήσης του αναιρεσιβλήτου. Τέλος δε, ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση εμφανών πράξεων νομής από τους διαδίκους και τους δικαιοπαρόχους τους στην επίδικη έκταση. Κατόπιν αυτών το Εφετείο, αφού δέχτηκε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά την κύρια βάση της περί κτήσης κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο τρόπο, απορρίπτοντας την επικουρική αγωγική βάση περί έκτακτης χρησικτησίας, καθώς και τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί ιδίας κυριότητας, στη συνέχεια απέρριψε την έφεση, της τελευταίας και επικύρωσε την πρωτόδικη, απόφαση, που είχε κρίνει, όμοια. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα που προεκτέθηκαν. Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχει αιτιάσεις για ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τον τρόπο και χρόνο μέτρησης του εμβαδού του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου σε 17.750 τ.μ. και ως προς το ότι η επίδικη έκταση δεν περιλαμβάνεται στον αρχικό τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην επάρκεια των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα. Τέλος η αιτίαση που διατυπώνεται με τον ίδιο πιο πάνω λόγο ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση όλων των τίτλων κτήσης που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα για την απόδειξη του ισχυρισμού περί κυριότητάς της στην επίδικη έκταση είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη, γεγονότων, που συγκρατούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ ΑΠ 11/1982). Και έχει μεν την υποχρέωση το δικαστήριο, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός αποδεικτικού μέσου. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από αυτά ή ότι το δικαστήριο παραλείπει να αναφέρει ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε σε καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα προς απόδειξη θέματα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης ή μικρότερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Εξάλλου, όταν με το λόγο αναίρεσης πλήττεται, πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τότε ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αλυσιτελής (ΑΠ 1008/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη, κύριος της επίδικης έκτασης με παράγωγο τρόπο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα: α)την από Σεπτεμβρίου 2000 έκθεση φωτοερμηνείας του αγρονόμου μηχανικού Μ. Π. και β)το με αριθμό … απόσπασμα της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της αρμόδιας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και από τα οποία αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός της ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβανόταν στην ιδιοκτησία της και ότι διαχωριζόταν από την ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου με χάνδακα και συρμάτινη περίφραξη. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, και "από όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται" δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει χωριστά τη βαρύτητα που απέδωσε σε καθένα από τα έγγραφα που έλαβε υπόψη. Περαιτέρω με τον ίδιο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 11 περ.α’ ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, και ειδικότερα, ότι έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου Γ. Δ. που περιέχεται στην 11/2007 εισηγητική έκθεση, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, κατά παραδοχή και του σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, ότι "η όποια τυχόν περίφραξη έγινε στην ευρύτερη περιοχή, γύρωθεν του επιδίκου, από τους βοσκούς της περιοχής με σκοπό τον περιορισμό των κοπαδιών τους και όχι προς οριοθέτηση", παρά το ότι βεβαιώθηκε στην προσβαλλόμενη, απόφαση ότι η πιο πάνω ένορκη. κατάθεση, δεν λήφθηκε υπόψη, γιατί ήταν εκπρόθεσμη. Ο λόγος όμως αυτός είναι αλυσιτελής, αφού πλήττει πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου για την άντληση επιχειρημάτων υπέρ της κύριας αιτιολογίας της απόφασης ως προς τη μη άσκηση εμφανών πράξεων νομής στην επίδικη έκταση από τους διαδίκους και τους δικαιοπαρόχους τους και τη μη περίφραξη αυτής για τον κανονισμό ορίων.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30/11/2015 αίτηση της "Ανώνυμης Εταιρείας Εμπορικών και Κτηματικών Επιχειρήσεων" για αναίρεση της 48/2015 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ