Legislator Case Law & Legislation
142/2016 AI generated

142/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 142/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 142 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

142/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 142 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
working hours regulation compensation for overtime successive fixed-term contracts on-call work contract period of work incapacity suspension of dismissal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 142 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 142/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου" (ΟΠΑΔ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Αθανασάκου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Γ., κατοίκου ... και 2) Μ. Α. του Γ., κατοίκου ... οι οποίες δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και των ήδη μη διαδίκων Γ. Ρ., Γ. Μ. και Κ. Μ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 298/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αρχικά αναιρεσείον με την από 20-9-2011 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 18/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους προαναφερθέντες εδώ μη διαδίκους και παραπέμφθηκε ως προς αυτούς η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, κηρύχθηκε δε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τις εδώ αναιρεσίβλητες. Ήδη, με την από 30-10-2014 κλήση του αναιρεσείοντος, η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση ως προς τις αναιρεσίβλητες αυτές. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 8-3-2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και να γίνει δεκτός κατά τα πρώτο και δεύτερο, από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου, μέρη του. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το ν. 4254/2014 "Μέτρα μνημονίου...", κεφάλαιο Α "Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 4046/2012", παράγραφο Α, υποπαράγραφο ΙΑ.8 "Αναδιοργάνωση ασφαλιστικών φορέων" ορίσθηκε ότι: "Ο ΟΠΑΔ από τη δημοσίευση του παρόντος καταργείται..." (εδαφ. 1), καθώς και ότι "Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" (εδαφ. 8).

Συνεπώς με την από 30-10-2014 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), ως διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου" (ΟΠΑΔ), νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση ως προς τις πρώτη και τρίτη αναιρεσίβλητες, μετά την έκδοση της 18/2014 απόφασης του δικαστηρίου αυτού, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης ως προς τις αναιρεσίβλητες αυτές (πρώτη και τρίτη), αναιρέθηκε δε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και παραπέμφθηκε η υπόθεση ως προς αυτούς για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 παρ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ.) αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση, η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση από τις ...18-12-2014 και ...18-12-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Α., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 30-10-2014 κλήσης του με την κάτω από αυτήν από 19-11-2004 πράξη του προέδρου του Β1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος προς εκδίκαση της υπόθεσης η 3-3-2015 και με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο εκείνη, καθώς και ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 20-9-2011 αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε με παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσείοντος προς τις πρώτη και τρίτη αναιρεσίβλητες αντιστοίχως. Κατά τη δικάσιμο εκείνη, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου αυτού, η συζήτηση αναβλήθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων με αίτημα των εν λόγω αναιρεσιβλήτων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία όμως οι πρώτη και τρίτη αναιρεσίβλητες δεν παρέστησαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο ούτε εκπροσωπήθηκαν νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο τους ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς και ενόψει του ότι με επίσπευση του αναιρεσείοντος είχαν νόμιμα και εμπρόθεσμα κληθεί να παραστούν στην προηγηθείσα (αρχική) δικάσιμο της 3-3-2015, η μεταφορά της υπόθεσης από τη δικάσιμο εκείνη στο πινάκιο της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας μετ’ αναβολή δικασίμου (3-11-2015) ισχύει ως κλήτευσή τους για την τελευταία αυτή δικάσιμο (χωρίς να εξετάζεται περαιτέρω και η πληρεξουσιότητα του παραστάντος κατά την αρχική δικάσιμο δικηγόρου τους, αφού πρωτίστως πληρούται η προϋπόθεση της νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως των κατ’ αυτήν) και πρέπει να δικασθούν ερήμην αλλά η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτές παρούσες.

Το άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...". Εξάλλου το άρθρο 321 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι "Όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει: α) Ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων πρέπει η απόφαση αυτή να είναι τελεσίδικη, β) Ότι η πρωτόδικη απόφαση η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται, αν δεν είναι κατά την έκδοσή της, τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ. διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση. Η προθεσμία της έφεσης στην περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η απόφαση είναι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε όταν παρέλθουν τα τρία χρόνια, οπότε η απόφαση, εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και τότε παραδεκτώς προσβάλλεται με αναίρεση. Η προθεσμία εξάλλου της αναίρεσης που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, αρχίζει αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή στην ίδια περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη πολιτική απόφαση είναι κατά το άρθρο 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι χρόνια (Ολ.Α.Π. 1113/1986). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη πρωτόδικη 298/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δημοσιεύθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2007, εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων και δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε πριν από την παρέλευση τριών ετών από τη δημοσίευσή της, η δε αίτηση για αναίρεση αυτής, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτήν σχετική πράξη κατάθεσης του γραμματέα του ως άνω δικαστηρίου, ασκήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2011, πριν δηλαδή περάσουν συνολικά έξι χρόνια από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης αυτής (άρθρα 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 241 παρ. 1 Α.Κ.). Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, το οποίο χωρίς να δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σ’ αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (Ολ.Α.Π. 18/2006). Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 εδ.α και 3 του ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ.1 εδ.α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ’ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ.3). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες (που διατυπώθηκαν για πρώτη φορά με τις διατάξεις του ν. 2190/1994) υπάγεται, ενόψει της πιο πάνω διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Επομένως σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της οδηγίας αυτής μέχρι τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας μέχρι τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα. Ειδικότερα με τη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζονται τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η προσαρμογή της ημεδαπής έννομης τάξης στην εν λόγω οδηγία έγινε καθυστερημένα με τα π.δ. 81/2003 (για τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα) και 164/2004 (για τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα), η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και στις 19-7-2004 αντίστοιχα. Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, στο διάταγμα αυτό περιελήφθησαν, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω οδηγία. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β και 3 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ. α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ. α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3).

Συνεπώς, αν δεν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ’ επιταγή της οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004 αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του προεδρικού αυτού διατάγματος (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα ουσιώδη, αναφορικά με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο: "Το εναγόμενο [σημ: αρχικά αναιρεσείον] είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το οποίο συστήθηκε το έτος 2001 με το π.δ. 52/2001 "Οργάνωση και Λειτουργία του Οργανισμού Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ.)"... με αρμοδιότητες την οργάνωση, παρακολούθηση και τον έλεγχο του συστήματος παροχής υγειονομικής περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Δημοσίου, τη βελτίωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας αυτής, τη διαχείριση και τον έλεγχο της χρηματοδότησής της, καθώς και την ορθολογική αξιοποίηση των διατιθέμενων για την υγειονομική περίθαλψη των ασφαλισμένων του Δημοσίου πόρων (άρθρο 1). Η διοικητική διάρθρωση του ΟΠΑΔ καθορίστηκε σε κεντρική και περιφερειακές υπηρεσίες, που αποκαλούνται Υπηρεσίες Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου (ΥΠΑΔ) (άρθρο 12). Μέχρι το έτος 2001 οι αρμοδιότητες που ανατέθηκαν στον ΟΠΑΔ, ήτοι ο έλεγχος των δαπανών νοσηλείας των ασφαλισμένων του Δημοσίου, ασκούνταν από τις κατά τόπους νομαρχίες, οι οποίες για την κάλυψη των αναγκών τους προέβαιναν σε πρόσληψη προσωπικού με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου. Στο πλαίσιο των προσλήψεων αυτών προσλήφθηκαν και οι ενάγοντες [σημ: εδώ αναιρεσίβλητοι, μεταξύ των οποίων η πρώτη και τρίτη, ως προς τις οποίες ερευνάται η υπόθεση] από το εναγόμενο με έγγραφες συμβάσεις, αποκληθείσες συμβάσεις έργου, στις οποίες αναφέρεται ότι το αντικείμενο του αναλαμβανόμενου από τους ενάγοντες έργου είναι η εισαγωγή στοιχείων νέων ασφαλισμένων και της κάθε μεταβολής της καταστάσεώς τους, καθώς και των μεταβολών κατά την ανανέωση των βιβλιαρίων πρόσληψης, στον έλεγχο των εντολών περίθαλψης βάσει του ΕΜΑΔ προς υποβοήθηση του έργου των ιατρών και του μηχανογραφικού συστήματος πληρωμής των νοσηλίων στους φαρμακοποιούς, ιατρούς, κλινικές και εργαστήρια. Δυνάμει των ως άνω συμβάσεων οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στο εναγόμενο με πλήρες ωράριο, από 1-2-2003 έως 31-12-2003 και από 22-1-2004 έως 21-11-2004 η πρώτη.... από 1-1-2003 έως 31-12-2003 και από 22-1-2004 έως 22-11-2004 η τρίτη.... Οι ενάγοντες κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο, το οποίο απέβλεπε στην εργασία τους κάτω από τις ίδιες συνθήκες όπως και οι λοιποί συνάδελφοί τους, υπό τις οδηγίες και εντολές των αυτών προϊσταμένων και εκπροσώπων του εργοδότη, με το ίδιο ωράριο, στον ίδιο τόπο και χρόνο χωρίς διακοπή. Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων οι προαναφερόμενες συμβάσεις των εναγόντων είχαν χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ είναι σύμφωνος με τον ως άνω χαρακτηρισμό των συμβάσεών τους ο προαναφερθείς τρόπος καταβολής του μισθού τους (αμοιβή κατ’ αποκοπή)... Οι αλλεπάλληλες ανανεώσεις όμως των εν λόγω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των ως άνω εναγόντων... οι οποίες εξακολουθούσαν να ισχύουν και κατά την 2-4-2003, οπότε ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο με το π.δ. 81/2003 η Οδηγία 1999/70/Ε.Κ. του Συμβουλίου της 28-6-1999, δεν εδικαιολογούντο έκτοτε από λόγους αντικειμενικούς, αφού όλοι οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, αφού το τελευταίο εχρειάζετο διαρκώς και σταθερά προσωπικό για την αντιμετώπιση των τρεχουσών αναγκών των ασφαλισμένων του και [για την] εύρυθμη λειτουργία του, συνήφθησαν με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920 ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας, με συνέπεια να καθίστανται αυτές άκυρες ως προς το χρονικό αυτό περιορισμό της διάρκειάς τους και να συνιστούν έτσι μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνεχίζει να υφίσταται μετά τη συμφωνημένη λήξη τους, δεδομένου ότι... δεν προκύπτει ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων έχουν καταγγελθεί με τις νόμιμες διατυπώσεις για τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (έγγραφος τύπος και καταβολή αποζημιώσεως). Περαιτέρω το εναγόμενο με το να μην αποδεχθεί [τις] προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων περιήλθε σε υπερημερία και ως εκ τούτου οι ενάγοντες δικαιούνται για μισθούς υπερημερίας των επιδίκων χρονικών διαστημάτων τα ακόλουθα ποσά: η πρώτη ενάγουσα το αιτούμενο ποσό των 9.166,67 ευρώ για το από 22-1-2004 έως 21-11-2005 χρονικό διάστημα... η τρίτη ενάγουσα το αιτούμενο ποσό των 11.000 ευρώ για το από 21-11-2004 έως 21-11-2005 χρονικό διάστημα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε ότι η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσία βάσιμη και αφού αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες (μεταξύ των οποίων και οι πρώτη και τρίτη αναιρεσίβλητες ως προς τις οποίες ερευνάται η υπόθεση) συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ημεροχρονολογία προσλήψεώς τους και ότι η καταγγελία των συμβάσεων αυτών είναι άκυρη, υποχρέωσε το εναγόμενο να τους απασχολεί δυνάμει των ως άνω συμβάσεων στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου με αυτή την υπηρεσιακή τους ένταξη και να καταβάλει σε καθένα από αυτούς τα ως άνω ποσά. Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και του π.δ. 81/2003, τις οποίες εφάρμοσε ενώ δεν έπρεπε να εφαρμόσει, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος και του π.δ. 164/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε ενώ έπρεπε να εφαρμόσει. Επομένως ο μοναδικός, κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας του ίδιου λόγου αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλο από εκείνον που εξέδωσε την άνω απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 ν. 4139/2013) καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι πρώτη και τρίτη αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 παρ. 1 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 298/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τις πρώτη και τρίτη αναιρεσίβλητες.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τις αναιρεσίβλητες αυτές, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει τις πρώτη και τρίτη αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ