142/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 296/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 213/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-3-2011 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated142/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Full text
Απόφαση 142 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 142/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 2. Ν. Κ. του Π. και της Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σπηλιώτη, ο οποίος δήλωσε ότι ο Ν. Κ. του οποίου ασκούσαν την γονική μέριμνα οι γονείς του Π. και Μ. Κ. ενηλικιώθηκε, και συνεχίζει ατομικώς την δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. Α. του Α., 2. Ν. Α. του Α., 3. Μ. Α. του Ε., 4. Ε. Κ. το γένος Ευαγγέλου Α. και 5. Π. Ψ. το γένος Ευαγγέλου Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Συγγούρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 296/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 213/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-3-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 10-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 ΚΠολΔ όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 64§1 του ίδιου Κώδικα όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους. Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 ΑΚ, είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Άρα ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ' αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνά του (άρθρ. 1510 ΑΚ). Διάδικος όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Κατά συνέπεια, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο που δεν έχει περατωθεί, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται τα δίκαιά του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ. ΚΠολΔ, συνεχίζεται πλέον η διαδικασία με τη συμμετοχή στη δίκη του τέκνου που ενηλικιώθηκε.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των διαδίκων στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 213/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο, ήταν και ο ανήλικος Ν. Κ. του Π., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους γονείς του Π. Κ. και Μ. συζ. Π. Κ., που ασκούσαν τη γονική μέριμνά του. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της πιο πάνω απόφασης ασκήθηκε και από τον προαναφερόμενο ανήλικο, εκπροσωπούμενο από τους νόμιμους αντιπροσώπους του (γονείς του). Όμως, ο ανωτέρω διάδικος ενηλικιώθηκε ήδη και συνεπώς νομίμως αυτός παραστάθηκε με το δικό του όνομα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού μετά την ενηλικίωσή του κατέστη ικανός για να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα και έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των νομίμων αντιπροσώπων του.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 1 του εν λόγω άρθρου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1055 ΑΚ εξαιρούνται από την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία τα πράγματα που ανήκουν σε πρόσωπα, τα οποία τελούν υπό γονική μέριμνα, επιτροπεία ή δικαστική συμπαράσταση ενόσω διαρκούν αυτές οι καταστάσεις.
Η διάταξη αυτή καθιερώνει αναστολή έναρξης και συνέχισης της χρησικτησίας αν το πράγμα ανήκει σε πρόσωπο που τελεί σε μία από τις καταστάσεις που ορίζονται στη διάταξη αυτή και ενόσω διαρκεί η κατάσταση αυτή. Ο επικαλούμενος κτήση κυριότητας με χρησικτησία δεν έχει υποχρέωση να ισχυριστεί με την αγωγή του και να αποδείξει και ότι το πράγμα είναι δεκτικό αυτής ή ότι δεν εξαιρείται αυτής.
Δεν αποτελεί δηλαδή το γεγονός αυτό στοιχείο απαραίτητο για τη νομική θεμελίωση της διεκδικητικής αγωγής που στηρίζεται στη χρησικτησία. Αντίθετα εκείνος που ισχυρίζεται ότι το πράγμα εξαιρείται ή είναι ανεπίδεκτο αυτής, αυτός υποχρεούται και να το επικαλεστεί και να το αποδείξει, επειδή προτείνει εξαίρεση από τον κανόνα, ήτοι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης όπως αυτός εκτιμάται, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο Ν. Κ., τρίτος εναγόμενος, κύριος του επιδίκου ακινήτου, το έτος 1958 που παραχώρησε στο δικαιοπάροχο των δύο πρώτων εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων τη νομή του ήταν ανήλικος και παρόλα αυτά να δεχθεί στη συνέχεια ότι χώρησε κατ' αυτού (ανηλίκου) χρησικτησία, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1055 ΑΚ.
Όμως, ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, οι αναιρεσείοντες είχαν νικηθεί στον πρώτο βαθμό, οι τελευταίοι δεν αναφέρουν σ' αυτό (αναιρετήριο), ότι τον προαναφερόμενο ισχυρισμό (ένσταση), που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είχαν προβάλει νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, προεχόντως, είναι αόριστος. Ανεξάρτητα απ' αυτό η ως άνω αιτίαση αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο ιστορικώς και διηγηματικώς αναφέρθηκε στην ανηλικότητα του Ν. Κ. κατά το έτος 1958, ελλείψει σχετικού ισχυρισμού από τους εναγομένους, ενώ, επιπροσθέτως, η ίδια ως άνω παραδοχή περί της ανηλικότητος του ανωτέρω, δεν ασκεί επιρροή στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, το άνω δικαστήριο έκρινε καταφατικώς περί της υπάρξεως αδιαλείπτου νομής εκτάκτου χρησικτησίας στο πρόσωπο των εναγόντων δια της προσμετρήσεως και του χρόνου νομής χρησικτησίας των προκατόχων τους, από του έτους 1958 μέχρι την άσκηση της αγωγής (4-1-2008), ήτοι για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, κατά το οποίο ο ανωτέρω Ν.
Κ., εις βάρος του οποίου έτρεξε ο χρόνος της κτητικής παραγραφής, ήταν ενήλικος. Εξάλλου, για τους ίδιους ως άνω λόγους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ίδιος (πρώτος) αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων, που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει λόγω νομικής αοριστίας, γιατί οι ενάγοντες δεν επικαλούνται με αυτή ότι το επίδικο ακίνητο δεν εξαιρείται της χρησικτησίας, λόγω της ανηλικότητας του δικαιοπαρόχου τους Ν.
Κ., κυρίου του επιδίκου ακινήτου, ούτε και πότε ο τελευταίος ενηλικιώθηκε, τούτο δε διότι σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ο ισχυρισμός ότι το επίδικο ακίνητο εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο αναγκαίο για τη νομική θεμελίωση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία, αλλά ένσταση που πρέπει να προταθεί από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι από το έτος 1979, που οι Β. Α. και Ε. Μ. απέκτησαν την αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή με αγορά από το Ν.
Κ. του εκ 1024 τμ τμήματος του αρχικού ακινήτου διακόπηκε η χρησικτησία των δικαιοπαρόχων των εναγόντων στο όλο ακίνητο, χωρίς όμως στη συνέχεια να προσδιορίζεται και η λήξη της διακοπής αυτής όπως και η έναρξη νέας χρησικτησίας, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 1048 και 1050 ΑΚ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως επί αναληθούς προϋπόθεσης ερειδόμενος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν δέχθηκε τέτοια διακοπή της χρησικτησίας.
Κατά τα λοιπά, με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναίρεσης και υπό την επίφαση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικά είναι ανέλεγκτη και έτσι ο παρών λόγος, κατά το αντίστοιχο αυτό μέρος του, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
IV. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 παρ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, πρέπει δε να εκτίθεται περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.
ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο, από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ.β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλουν την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν ελάμβανε υπόψη τα παρακάτω διδάγματα της κοινής πείρας κατά τα οποία "α) Εμφανίζονται στο από 4-2-1958 ιδιωτικό συμφωνητικό έξι (6) συμβαλλόμενοι, ενώ οι υπογραφές είναι τέσσερες (4).
Η Α. χήρα Π. Κ. στο υπ' αριθμό .../1957 διανεμετήριο συμβόλαιο εμφανίζεται αγράμματη και αδυνατούσα να υπογράψει. Εν τούτοις στο ιδιωτικό συμφωνητικό φέρεται να υπογράφει. Έχει προσβληθεί ως πλαστό το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και έχει ασκηθεί δίωξη από τον αρμόδιο Εισαγγελέα. Από το περιεχόμενο του ιδιωτικού συμφωνητικού αλλά και από αυτά που έκανε δεκτά η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η φερόμενη πώληση αναφέρεται σε όλο τον αγρό που απέκτησε ο Ν.
Κ., και σε κανένα σημείο δεν ανεφέρθη ότι παρεκρατήθη τμήμα του αγρού. β) Ο δικαιοπάροχος των αντιδίκων Α. Α. είχε όμορο αγρό στην ως άνω περιοχή και όταν κατά το 1979 έγινε η πώληση των 1024 μ2 έλαβε γνώση, καθόσον το τμήμα αυτό οριοθετήθηκε με συρματόπλεγμα και δεν προέβαλε καμία αντίρρηση μέχρι το 2008. Οι αγοραστές εγνώριζαν την περιοχή και τους πραγματικούς ιδιοκτήτες.
Στο υπ' αριθμόν .../1979 συμβόλαιο πώλησης και στο προσαρτώμενο τοπογραφικό του μηχανικού Μ. εμφανίζεται Βόρεια του πωληθέντος τμήματος και ο αγρός των 4000 μ2 που φέρεται να ανήκει στον Ν. Κ.. Δεν ανεφέρθη πουθενά ως ιδιοκτησία του Α.. γ) Στο φερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρεται ότι δήθεν μέσα σε ένα έτος θα υπογραφεί το συμβόλαιο μεταβίβασης, άλλως θα επιστραφεί το τίμημα των 30.000 δρχ.
Σε κανένα σημείο της αγωγής δεν αναφέρεται πρόσκληση για υπογραφή και άρνηση του δικαιοπαρόχου μας. Είναι απορίας άξιο γιατί δεν αξίωσε την επιστροφή των 30.000 δρχ. Στην αγωγή αναφέρεται ότι απεκτήθη η κυριότητα με άτυπη δωρεά εκ μέρους των δικαιοπαρόχων των. Όλοι οι μάρτυρές των, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση και από τις προσαχθείσες ένορκες καταθέσεις κατέθεσαν ότι το απέκτησαν από κληρονομιά", δεν θα δεχόταν ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα ως άνω αναφερόμενα δεν έχουν χαρακτήρα διδαγμάτων κοινής πείρας υπό την προεκτεθείσα έννοια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-3-2011 αίτηση των Α. Κ. κ.ο.κ. για αναίρεση της 213/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ