Legislator Case Law & Legislation
142/2009 AI generated

142/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 142/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1577/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3851/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1/9/2006 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

142/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μάλιστα δε κατά την ειδική διαδικασία των αριθ. 647 επ Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 142 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 142/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αργυρής Χαραλαμποπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσειόντων: 1) Ψ1, κατοίκου ......, 2) Ψ2, κατοίκου ......, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου-καθ' ου η κλήση: Ω, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Εμμανουήλ Γρηγοριάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1577/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3851/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1/9/2006 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1974/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της από 1/9/2006 αιτήσεως για αναίρεση της 3851/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ενώπιον του ιδίου Τμήματος του Αρείου Πάγου στην σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχει ο εξαιρετέος δικαστής Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η καλούσα με την από 9/1/2007 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 4/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της παραστάσας αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, μπορεί, με δικόγραφο ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης χωρίς συναίνεση του αναιρεσιβλήτου πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, η παραίτηση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη κηρύσσεται καταργημένη. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες Ψ1 και Ψ2 παραιτήθηκαν νομότυπα από το δικόγραφο της κρινόμενης αναιρέσεως ο μεν πρώτος με την από 28-9-2007 δήλωση παραιτήσεως ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου αυτού, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο (βλ. υπ' αριθ. ...... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ......), ο δε δεύτερος με προφορική δήλωσή του, η οποία έχει καταχωρισθεί στα υπ' αριθ. 1974/2007 πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου κατά την αρχική δικάσιμο της 12-10-2007. Επομένως, ως προς τους διαδίκους αυτούς θεωρείται πως δεν ασκήθηκε η αίτηση αναιρέσεως και η σχετική δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη.

ΙI. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, και 346 Κ.Πολ.Δ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του, για του πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού καθόσον αφορά την τελευταία περίπτωση, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο δεκτικό μέσο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339, 432, και 444 αρίθ. 3 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι νόμιμα αποδεικτικά μέσα, των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από το άρθρο 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, είναι και οι φωτογραφίες στην έννοια των οποίων περιλαμβάνεται κάθε υλική αποτύπωση οπτικών εικόνων με μηχανικά μέσα, από τις οποίες μπορούν να συναχθούν περαιτέρω δικαστικά τεκμήρια.

Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαιρούνται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρα 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ ισχυριζόμενη κατ' αρχάς ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου, δεν έλαβε υπόψη, παρότι αυτή νόμιμα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει:

α) τις φωτογραφίες, που αφορούσαν την κατάσταση των κοινόχρηστων χώρων της πολυκατοικίας, στην οποία, η ίδια και ο αναιρεσίβλητος, είναι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων και όπου έγιναν από τον τελευταίο, χωρίς τη δική της συναίνεση, οι οικοδομικές εργασίες που κρίθηκαν και ως αναγκαίες, β) την υπ' αρίθ. ...... άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Αργυρούπολης, η οποία αφορά την περάτωση των εργασιών της πυλωτής και του περιβάλλοντος χώρου και γ) το υπ' αρίθ. ......

έγγραφο του Δήμου ......, στο οποίο αναφέρονταν οι απαραίτητες εργασίες που έπρεπε να γίνουν στην προαναφερθείσα πολυκατοικία. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, τόσο από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι στα οποία, όπως προαναφέρθηκε, περιλαμβάνονται και οι προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα φωτογραφίες, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα έγγραφα αυτά.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος ο λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται μ' αυτόν στην ως άνω απόφαση η αιτίαση, ότι εσφαλμένα λήφθηκε υπόψη η από μήνα Ιανουάριο 1992 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Α, παρότι δεν περιγράφονταν λεπτομερώς οι οικοδομικές εργασίες, που έπρεπε να γίνουν και τα υλικά, που έπρεπε να χρησιμοποιηθούν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στην περίπτωση αυτή δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρίθ. 11 Κ.Πολ.Δ, αφού το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Μάλιστα δε κατά την ειδική διαδικασία των αριθ. 647 επ Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

ΙΙΙ. Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ λόγοι αναιρέσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 566 και 118 αριθ. 4 του ίδιου Κώδικα, για την πληρότητα του αναφερομένου στην πρώτη απ' αυτές λόγου αναιρέσεως πρέπει το αναιρετήριο να περιέχει, στη μεν πρώτη από τις δυο διαλαμβανόμενες σ' αυτή περιπτώσεις ποια ήταν τα πράγματα, που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, μολονότι δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαράδεκτα και ποια επίδραση άσκησαν στην έκβαση της δίκης, στη δε δεύτερη ποια ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο το ίδιο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την προβληθείσα από αυτή παραδεκτά ένσταση αοριστίας των αγωγικών κονδυλίων, έλαβε υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον έκρινε ως ορισμένη κονδύλια της αγωγής, παρότι δεν περιγράφονται με λεπτομέρεια το είδος και η αξία των εργασιών και των οικοδομικών υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση στην προαναφερθείσα πολυκατοικία των απαραίτητων οικοδομικών εργασιών.

Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον περί αοριστίας ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και ορισμένα μεν αγωγικά κονδύλια τα απέρριψε ως αόριστα τα δε υπόλοιπα τα έκρινε ορισμένα και εν μέρει ουσιαστικά βάσιμα, χωρίς για το ορισμένο της αγωγής ως προς τα κονδύλια αυτά να λάβει υπόψη ουσιώδεις ισχυρισμούς, που δεν περιλαμβάνονται στην αγωγή, για το ορισμένο της οποίας δεν εξετάζονται τυχόν ελλείψεις των τιμολογίων, δαπανών που επικαλείται η αναιρείουσα.

Περαιτέρω, ο ίδιος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται μ' αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι απαραδέκτως έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος κατά την πρωτόδικη δίκη, τους οποίους όμως δεν επανέφερε νόμιμα κατ' άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ ενώπιον του Εφετείου, είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιοι ήταν οι ισχυρισμοί που παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη, μολονότι δεν προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση άσκησαν στην έκβαση της δίκης.

Τέλος, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι εσφαλμένα επιδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφαση τους τόκους από την επίδοση (6-6-2000) προγενέστερης και λόγω αοριστίας απορριφθείσης αγωγής του αναιρεσίβλητου, καθόσον η ως άνω αγωγή δεν είχε το ίδιο περιεχόμενο με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε το δικαστήριο εκτίμησε ορθά τα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, είναι, επίσης, απαράδεκτος, πρωτίστως ως αόριστος, αφού ούτε το περιεχόμενο της προηγούμενης αγωγή παραθέτει στο αναιρετήριο, ούτε τα έγγραφα καθορίζει σ' αυτό, αλλά καθόσον αφορά τα έγγραφα αυτά, διότι υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η εκτίμηση αποδείξεων από το Εφετείο η οποία όμως δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ

ΙV. Για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη υπόθεση α) παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αρίθ. 1 Κ.Πολ.Δ) και β) έλλειψη νόμιμης βάσης (αρθρ. 559 αρίθ. 19 Κ.Πολ.Δ) απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες ευθέως και εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρίθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ, λόγω παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται τα διδάγματα αυτά και ο κανόνας δικαίου για την αληθή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι, ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν, καθώς και η κατά τον αναιρεσείοντα ορθή έννοια του κανόνα δικαίου που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά, διότι διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατέληξε σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και, περαιτέρω, με αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε την αγωγή του αναιρεσίβλητου εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν, με αποτέλεσμα η ως άνω απόφαση του να στερείται νόμιμης βάσης. Ο πιο πάνω τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι εντελώς αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε ευθέως και εκ πλαγίου, ούτε προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα παραβιάσθηκαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τους αναιρεσείοντες Ψ1 και Ψ2.

Απορρίπτει την από 1-9-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της 3851/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την ως άνω αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ