Legislator Case Law & Legislation
1429/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against partial dismissal of incidental suit due to vague imputation of driver intoxication to car owner.

Case Number 1429/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of an incidental suit regarding a traffic accident. The plaintiffs argued the car owner was liable for the driver's intoxication, but the First Instance Court rejected this claim as the suit was vague because it failed to explicitly impute the owner's responsibility for the driver's state. The Court found the First Instance Court erred in dismissing the suit on this ground and ordered the case to be retried by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 313(1)(d) and 286 et seq. of the Code of Civil Procedure; A suit is not inadmissible for vagueness merely because it mentions a third party's fault if the plaintiff fails to explicitly impute liability to that party for the specific act in question.

Keywords

AI generated
incidental suit vagueness imputation of liability intoxication Code of Civil Procedure partial appeal retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 62, 73 and 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Articles 286 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 495(3), 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1429 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1429/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσάνθη Μπαρούτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Γ. Γ. του Φ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, 3) Σ. Γ. του Π., 4) Φ. Γ. του Γ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, 5) Χ. Γ. του Γ., κατοίκου Θεσσαλονίκης και 6) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και δ.τ. "Σ.Β.Σ.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1η, 2ος, 4ος και 5η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Σ. Γ. του Π. (3η) απεβίωσε στις 20-2-2022 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι καθολικοί διάδοχοι και κληρονόμοι της 1η, 2ος, 4ος και 5η των αναιρεσιβλήτων, εκπροσωπούμενοι από την ίδια, ενώ η 6η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μαρωνίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2018 αγωγή των 1ης, 2ου, 4ου και 5ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Σ. Γ. του Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 20-6-2018 παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή της 6ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 1-10-2018 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12572/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 380/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των 1ης, 2ου, 4ου και 5ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73 και 313 παρ. 1, περ. δ' του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, οι οποίες, κατά το άρθρο 573 παρ. 1, εφαρμόζονται και στην δίκη της αναιρέσεως, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δίκη, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ασκούμενο ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 του Κ.Πολ.Δ., κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αίτηση αναιρέσεως, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους τού αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στην θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.

Α.Π. 27/1987, Α.Π. 1009/2023, Α.Π. 523/2022, Α.Π. 98/2022, Α.Π. 895/2021, Α.Π. 11/2021, Α.Π. 826/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους πρώτη, δεύτερο, τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων έγγραφα, ήτοι: 1) Το από 22-2-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Κορδελιού - Ευόσμου, 2) Το υπ' αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ανωτέρω Δήμου, 3) Τα υπ' αριθμ. ...

πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και 4) Τα υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη, Σ. Γ., απεβίωσε στις 20-2-2022, δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου (25-2-2021) και πριν από την κατάθεση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία έγινε στις 15-12-2022, καταλείποντας μοναδικούς συγκληρονόμους της τους πρώτη, δεύτερο, τέταρτη και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων.

Οι τελευταίοι, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, η οποία δεν αμφισβητείται, με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, δήλωσαν ότι συνεχίζουν εκουσίως στο όνομά τους την βιαίως διακοπείσα δίκη (άρθρ. 286 περ. α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, πριν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, γνώριζε τον θάνατο της ανωτέρω αντιδίκου της και, επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν είναι άκυρη, κατά το μέρος κατά το οποίο στρέφεται κατά της τρίτης των αναιρεσιβλήτων και νομίμως συζητείται η υπόθεση με τους πιο πάνω κληρονόμους της.

Η κρινόμενη, από 15-12-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3704/359/15-12-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 380/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευσή της (στις 25-2-2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 380/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 3-1-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1703/2018) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες και ήδη πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι, στον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, εξαιτίας της περιγραφόμενης στην αγωγή υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου, οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. οχήματος, τον οποίον προέστησε στην οδήγηση η δεύτερη εναγομένη και ιδιοκτήτρια του φορτηγού εταιρεία και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι των τρίτων ζημίες από την λειτουργία του στην τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, προκλήθηκε το περιγραφόμενο στο δικόγραφο αυτοκινητικό ατύχημα, με την εκτροπή εκτός οδοστρώματος του ανωτέρω οχήματος, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο της επιβαίνουσας στην θέση του συνοδηγού, μητέρας της πρώτης ενάγουσας, θυγατέρας των δεύτερου και τρίτης και αδερφής των τέταρτου και πέμπτης των εναγόντων.

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, οι ενάγοντες, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και μετά από, επίσης, παραδεκτή παραίτηση, από έκαστο των εναγόντων, από μέρος του αιτούμενου χρηματικού ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως της ψυχικής οδύνης, ύψους 50 ευρώ, για την παράσταση αυτών στο ποινικό Δικαστήριο, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, ως ευθυνομένων εις ολόκληρον, να καταβάλουν, ως χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας της ψυχικής οδύνης την οποία καθένας των εναγόντων υπέστη από τον θάνατο της συγγενούς τους, σε καθένα από τους τρεις πρώτους ενάγοντες το ποσό των 200.000 ευρώ και σε καθένα των υπολοίπων το ποσό των 150.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Περαιτέρω, με την από 20-6-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10804/2018) παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή της, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, κατά του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της τρίτης εναγομένης της κύριας αγωγής, ως ασφαλίσασας αυτό, η δεύτερη εναγομένη της κύριας αγωγής, ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής και πρώτος εναγόμενος της παρεμπίπτουσας αγωγής, ισχυρίσθηκε ότι εις βάρος της ασκήθηκε η ανωτέρω κύρια αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας ενσωμάτωσε στο δικόγραφο της παρεμπίπτουσας αγωγής της και ότι η ίδια ουδεμία ευθύνη έχει για το ανωτέρω ατύχημα, καθόσον δεν υφίστατο μεταξύ αυτής και του οδηγού, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα που συνέβη το επίδικο τροχαίο ατύχημα, σχέση προστήσεως κατά το άρθρο 922 του Α.Κ., περιοριζόμενης της όποιας ευθύνης της, με βάση τον Ν.

ΓπΝ/1911, μέχρι την αξία του ζημιογόνου οχήματός της. Με βάση τα ανωτέρω, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αναγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των παρεμπιπτόντως εναγόμενων, οδηγού και ασφαλιστικής εταιρείας, στην οποία είχε νομίμως ασφαλίσει το ζημιογόνο όχημα, να της καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, κάθε ποσό που η ίδια θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής.

Τέλος, με την από 1-10-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 17296/2018) παρεμπίπτουσα αγωγή της η παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίσθηκε ότι, δυνάμει του αναφερόμενου ασφαλιστήριου συμβολαίου, είχε ασφαλίσει, για τις έναντι τρίτων ζημίες, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Φ.Ι.Χ.

όχημα, κυριότητας της δεύτερης παρεμπιπτόντως εναγομένης εταιρείας. Ότι κατά την κατάρτιση της ανωτέρω συμβάσεως η ασφαλισμένη αποδέχθηκε, δυνάμει όρου του ασφαλιστήριου συμβολαίου, την εξαίρεση από την ασφάλιση των ζημιών που προκαλούνται από οδηγό, που κατά τον χρόνο του ατυχήματος τελεί σε κατάσταση μέθης, κατά την έννοια του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.

Ότι εις βάρος της ασκήθηκε η ανωτέρω κύρια αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας ενσωματώνει στο δικόγραφο της παρεμπίπτουσας αγωγής της. Ότι ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος, προστηθείς από την δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγομένη, ιδιοκτήτρια του οχήματος, οδηγούσε το ασφαλισμένο στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα όχημα, στον αναφερόμενο στο δικόγραφο αγωγή τόπο και χρόνο, ευρισκόμενος, από υπαιτιότητά του, σε κατάσταση μέθης και προκάλεσε, εξαιτίας της μέθης του αυτής, το αναφερόμενο ατύχημα, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο της επιβαίνουσας στο όχημα αυτό συγγενούς των εναγόντων της κύριας αγωγής.

Με βάση τα ανωτέρω, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αναγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των παρεμπιπτόντως εναγόμενων, οδηγού και προστήσασας αυτόν στην οδήγηση εταιρείας, να της καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως ενάγουσα να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, με τον νόμιμο τόκο από την καταβολή του ποσού αυτού.

Ζήτησε, επίσης, ενόψει της ασκήσεως εις βάρος της από την δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγομένη της προαναφερθείσας παρεμπίπτουσας αγωγής, επικαλούμενη σχετικό έννομο συμφέρον, που συνίσταται στην ανταπόδειξη των ισχυρισμών της ως άνω παρεμπιπτόντως ενάγουσας περί μη καταφάσεως στην προκειμένη περίπτωση σχέσεως προστήσεως μεταξύ αυτής και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, να επιδείξει αυτή, όπως και ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος, οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, τα αναφερόμενα ειδικότερα στην παρεμπίπτουσα αγωγή έγγραφα, που έχουν στην κατοχή τους.

Επί των ανωτέρω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 12572/2019 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η κύρια αγωγή, κατά το μέρος που ασκήθηκε εις βάρος της δεύτερης εναγομένης, ενώ έγινε δεκτή εν μέρει κατά το μέρος που ασκήθηκε εις βάρος του πρώτου και της τρίτης εναγομένης, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του πρώτου και της τρίτης των εναγομένων, να καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 75.000 ευρώ και σε καθένα των δεύτερου, τρίτης, τέταρτου και πέμπτης των εναγόντων το ποσό των 60.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, απορρίφθηκε η από 20-6-2018 παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή, απορρίφθηκε η από 1-10-2018 παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή - αγωγή επιδείξεως εγγράφων ως αόριστη, κατά το μέρος που στρέφεται εις βάρος της δεύτερης παρεμπιπτόντως εναγομένης, έγινε εν μέρει δεκτή κατά το μέρος που στρέφεται εις βάρος του πρώτου παρεμπιπτόντως εναγομένου και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα κάθε χρηματικό ποσό, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της καταβολής.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αντίθετες εφέσεις όλων των διαδίκων. Συγκεκριμένα, η από 4-12-2019 έφεση των κυρίως εναγόντων, η από 15-1-2020 έφεση της αναιρεσείουσας εναντίον των κυρίως εναγόντων, η από 24-1-2020 έφεση της αναιρεσείουσας εναντίον της συνεναγομένης της με την κύρια αγωγή εταιρείας και η από 6-2-2020 έφεση της ιδιοκτήτριας εταιρείας του ζημιογόνου αυτοκινήτου εναντίον όλων των αντιδίκων της.

Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 380/2021, απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία οι εφέσεις απορρίφθηκαν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 314/2024, Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 1218/2023). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ. "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς".

Η από την διάταξη αυτή προβλεπόμενη παράβαση ελέγχεται μόνον, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ελέγχεται δε και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ζημιογόνου γεγονότος, ως συναγομένη, με την χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, υπό την αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1055/2023, Α.Π. 1053/2021). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 314/2024, Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022).

Από την διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., που έχουν εφαρμογή και επί συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων οχημάτων, κατά το άρθρο 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, προκύπτει, ότι, όταν στην γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το Δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και, ιδιαιτέρως, τον βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής (Α.Π. 213/2017, Α.Π. 69/2017, Α.Π. 52/2016).

Οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση ή την έκταση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του Δικαστηρίου περί του εάν τα περιστατικά, τα οποία το Δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, μπορούν, καθ' εαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα (Α.Π. 162/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999) "Η χρήση ων ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς, όσο και για τους επιβάτες" (Α.Π. 264/2022, Α.Π. 1547/2017).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 380/2021 προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώραν το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 25.12.2017, περί ώρα 16.55, ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης και ασφαλισμένο, για τις έναντι τρίτων ζημίες από τη λειτουργία του, στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και κινούταν επί της ΝΕΟ Αθηνών - Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, στο ύψος της 477 + 400 χ/θ, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Στο σημείο εκείνο, όπου το όριο ταχύτητας για οχήματα μεγίστου βάρους μέχρι 3.500 χλγ., όπως αυτό που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ανέρχεται σε 100 χλμ/ώρα, η ως άνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με διαχωριστικό μεταλλικό στηθαίο και μεσαίο έρεισμα, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και ΛΕΑ πλάτους 2,1 μέτρων, και πλάτος οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας προς Θεσσαλονίκη 13,05 μ., είναι δε, ευθεία για απόσταση άνω των 500 μ.

Ο ανωτέρω οδηγός κατά την προσέγγιση του ανωτέρω σημείου, του οδοστρώματος και ενώ η κίνηση στην ως άνω οδό ήταν μέτρια και οι καιρικές συνθήκες καλές, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος, το οποίο αρχικά εξετράπη αριστερά σε σχέση με την πορεία του, πραγματοποιώντας πλάγια ολίσθηση για 24,60 μ. και ακολούθως προσέκρουσε, με την αριστερή πλευρά του, στο μεταλλικό στηθαίο, στο οποίο και σύρθηκε.

Στη συνέχεια, αφού το όχημα πραγματοποίησε περιστροφή επί της μεταλλικής μπάρας και αυτή υποχώρησε, το όχημα ακυβέρνητο, εξήλθε του οδοστρώματος, και ανατράπηκε ερχόμενο σε επαφή με το έδαφος αρχικά με τη δεξιά πλευρά του και αφού πραγματοποίησε τουλάχιστον δύο πλήρεις περιστροφές, κατά, τις οποίες επήλθε καθίζηση της οροφής του, κυρίως στη δεξιά πλευρά, και έσπασε το εμπρόσθιο παρμπρίζ, επανήλθε σε όρθια θέση και ακινητοποιήθηκε στο πρανές, έχοντας διανύσει, διαγράφοντας διαγώνια πορεία, μετά την έξοδο από το οδόστρωμα, απόστασης περί τα 81,50 μ.

Εξαιτίας του ανωτέρω τροχαίου ατυχήματος, τραυματίστηκε θανάσιμα η συνεπιβαίνουσα στο ανωτέρω όχημα, στη θέση του συνοδηγού, Π. Γ. του Γ., ηλικίας 49 ετών, μητέρα της πρώτης των εναγόντων, θυγατέρα του δεύτερου και τής τρίτης των εναγόντων και αδερφή του τέταρτου και πέμπτης των εναγόντων, ενώ τραυματίστηκε και ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του ζημιογόνου οχήματος.

Αμφότεροι δε, ανευρέθηκαν κείμενοι στο πρανές, εκτός του καταστραφέντος ολοσχερώς οχήματος από το οποίο εξήλθαν βιαίως, από το σπασμένο εμπρόσθιο παρμπρίζ, λόγω της ανατροπής του οχήματος. Αποκλειστικά υπαίτιος του προκείμενου ατυχήματος ήταν ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του ανωτέρω ΙΧΦ οχήματος, καθώς δεν κατέβαλε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, που όφειλε ως οδηγός και μπορούσε να καταβάλει, όπως θα έπραττε οποιοσδήποτε άλλος μέσος οδηγός, ευρισκόμενος υπό παρόμοιες συνθήκες.

Συγκεκριμένα, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του (άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2696/1999), αλλά υπό την επίδραση οινοπνεύματος (άρθρο 42 παρ. 1 ν. 2696/1999), καθ' όσον από τις σχετικές μετρήσεις που έλαβαν χώρα μετά το ένδικο ατύχημα, στις 05.01.2018, με τη μέθοδο της ανίχνευσης αλκοόλ με αιμοληψία από τον πρώτο εναγόμενο, η οποία διενεργήθηκε περί τις 19.00, ήτοι περί τις 2 ώρες μετά το επίδικο ατύχημα, προέκυψε ποσοστό οινοπνεύματος 0,56 g/l, με όριο τα 0,50 g/l, δεν είχε διαρκώς τον έλεγχο του αυτοκινήτου του (άρθρο 13 παρ. 2 ν. 2696/1999), ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί με ασφάλεια και επιτυχία όλους τους απαιτούμενους χειρισμούς και κινούταν με ταχύτητα, τουλάχιστον 120 χλμ/ώρα, όπως παραδέχεται και ο πρώτος εναγόμενος στο έγγραφο υπόμνημα εξηγήσεων του στο πλαίσιο της προδικασίας της ποινικής δίωξής που ασκήθηκε σε βάρος του, η οποία υπερέβαινε κατά 20 χλμ/ώρα- την επιτρεπόμενη ανώτατη ταχύτητά για το όχημα που οδηγούσε, με συνέπεια να απωλέσει, χωρίς την ύπαρξη κάποιου εμποδίου ή άλλου οχήματος, τον έλεγχο του σχήματός του που είχε την εκτιθέμενη ως άνω κατάληξη.

Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η συνεπιβάτης του οχήματος Π. Γ. του Γ., απώλεσε τη ζωή της εξαιτίας αιμορραγικής καταπληξίας λόγω του πολυτραυματισμού της (βλ. τη με αριθμ. 3477/17.02.2018 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή, Π. Μ.), καθόσον σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση η θανούσα έφερε κακώσεις και κατάγματα στο σώμα, τραυματικές ρήξεις των πνευμόνων και του ήπατος, ενώ διαπιστώθηκε παρουσία αιμοθώρακα και έξαιμου εγκεφαλικού, θυρεοειδικού και νεφρικού παρεγχύματος.

Αποδεικνύεται εξάλλου, ότι τόσο ο οδηγός όσο και η συνοδηγός του ανωτέρω οχήματος, κατά την επέλευση αυτού, δεν έφεραν ζώνες ασφαλείας, όπως τούτο συνάγεται, με βάση τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, από το γεγονός ότι αμφότεροι ανευρέθηκαν κείμενοι στο έδαφος, εκτός και πλησίον του οχήματος, από το οποίο και εξήλθαν βιαίως από το εμπρόσθιο παρμπρίζ.

Ο θανάσιμος όμως, τραυματισμός της συνεπιβαίνουσας, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδεικνύεται ότι συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι αυτή δεν έφερε ζώνη ασφαλείας, καθόσον, αυτός θα επερχόταν και παρά τη χρήση ζώνης ασφαλείας. Η κρίση αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι το ζημιογόνο όχημα ανατράπηκε δύο φορές και υπέστη καθίζηση της οροφής του στην πλευρά όπου καθόταν η συνοδηγός, συνεπεία της πρόσκρουσης αυτού με την οροφή στο έδαφος κατά την ανατροπή του, στοιχεία που συνηγορούν αντικειμενικά στη μείωση της αποτελεσματικότητας της ζώνης ασφαλείας, δοθέντος ότι η ζώνη ασφαλείας προστατεύει το χρήστη αυτής ως επί το πλείστον σε μετωπικές συγκρούσεις ως προς το διαμήκη άξονα του οχήματος, ανακόπτοντας τη συνέχιση, λόγω της αδράνειας, της κίνησης του σώματος του επιβάτη και την πρόσκρουση αυτού σε μέρη του οχήματος, παρά τη βίαιη ανακοπή της κίνησης του οχήματος επί του οποίου επιβαίνει αυτός, όχι όμως και σε ανατροπές οχημάτων που επάγονται κινήσεις των επιβατών εντός τού οχήματος σε σχέση με τον κατακόρυφο άξονα τού οχήματος.

Ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα και με τα προρρηθέντα το όχημα πριν καταλήξει σε όρθια θέση στο πρανές, διέγραψε ανεξέλεγκτη πορεία μήκους περί τα 81,50 μ. εκτός του οδοστρώματος, κατά τη διάρκεια της οποίας ανατράπηκε, πραγματοποιώντας πλήρεις περιστροφές, τουλάχιστον δύο φορές (βλ. σελ. 5 της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Κ.

Σ. Κ., πραγματογνώμονα - σύμβουλο μηχανικό, που διενεργήθηκε στο πλαίσιο ποινικής προδικασίας ύστερα από εντολή του Υπαρχ. Τμήματος Τροχαίας Αυτοκινητοδρόμων ΠΑΘΕ Θεσσαλονίκης, Ξ. Χ.) με το βάρος των ανατροπών να συγκεντρώνεται ως επί το πλείστον στην πλευρά της συνεπιβαίνουσας - θανούσας, όπως τούτο αβίαστα συνάγεται και από τις φωτογραφίες του οχήματος, που δείχνουν εμφανή παραμόρφωση της οροφής του οχήματος στην πλευρά της συνοδηγού με καθίζηση αυτής (της οροφής) προς τη θέση του συνοδηγού, η δε θανούσα, όπως τούτο συνάγεται και από το γεγονός ότι βρέθηκε εκτός οχήματος πλησίον, όμως αυτού (βλ.

σχετικό σχεδιάγραμμα της τροχαίας), αποδεικνύεται ότι υπέστη καταπόνηση από τις ανατροπές αυτές, ευρισκόμενη εντός του οχήματος, προτού εξέλθει βιαίως αυτού. Ως συνέπεια των ανατροπών αυτών η θανούσα προσέκρουσε βιαίως με την κεφαλή της αλλά και με το υπόλοιπο σώμα της στα παραμορφωμένα τοιχώματα της καμπίνας τού οχήματος και ιδίως της οροφής, με συνέπεια να υποστεί, διάχυτη υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου, παρασπονδυλική αιμορραγία, οφειλόμενη σε κατάγματα μερικής απόσπασης μεταξύ 5ου και 6ου αυχενικού σπονδύλου, αιμορραγία στο θώρακα και δη στο δεξιό ημιθωράκιο, εξαιτίας πολλαπλών καταγμάτων των πλευρών και πολλαπλές ρήξεις ήπατος, εκ των οποίων και επήλθε ο θάνατός της.

Το γεγονός άλλωστε, ότι ο πρώτος εναγόμενος - οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, επιβίωσε του επίδικου ατυχήματος, δεν οφείλεται σε χρήση ζώνης ασφαλείας από μέρους του, αφού και αυτός δεν έφερε τέτοια, εξερχόμενος και αυτός βιαίως από το όχημα, όπως και η θανούσα, αλλά στο ότι η αριστερή πλευρά του οχήματος, όπου καθόταν ο ίδιος, ως οδηγός, πέρα από την πρόσκρουση και το σύρσιμο στη μεταλλική μπάρα, δεν επιβαρύνθηκε το ίδιο με τη δεξιά πλευρά από τις ανατροπές του οχήματος, όπως τούτο επίσης συνάγεται και από την επισκόπηση των φωτογραφιών του οχήματος, σύμφωνα με τις οποίες δε διαπιστώνεται η ίδια παραμόρφωση της οροφής στην αριστερή πλευρά του οχήματος.

Αποδεικνύεται επίσης, ότι ο πρώτος εναγόμενος κατά το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν, από το έτος 2015, κατόπιν σχετικής σύμβασης δανεισμού μισθωτού, που υπέγραψαν ο ανωτέρω, η εργοδότρια εταιρία "..." και η δεύτερη εναγόμενη της κύριας αγωγής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην τελευταία, ως επαγγελματίας οδηγός μικρών φορτηγών, με αντικείμενο εργασίας τη μεταφορά αντικειμένων - δεμάτων, με το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης. Στο πλαίσιο της παροχής της ανωτέρω εργασίας, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος διατηρούσε το κλειδί του ανωτέρω οχήματος, με συνέπεια να έχει πρόσβαση σε αυτό ανά πάσα στιγμή, χωρίς να χρειάζεται να ενημερώνει την εταιρία, πλην όμως, αυτή η ευχέρεια περιοριζόταν μόνο για χρήση που σχετιζόταν με την παροχή εργασίας και όχι για ικανοποίηση προσωπικών και κοινωνικών αναγκών του πρώτου εναγόμενου.

Παρόλα αυτά ό ανωτέρω χρησιμοποίησε στην προκειμένη περίπτωση το ΙΧΦ της δεύτερης εναγόμενης κατά κατάχρηση των εντολών της τελευταίας, για την ικανοποίηση προσωπικών του αναγκών, ήτοι τη μετάβασή του, μαζί με την Π. Γ. του Γ. με την οποία διατηρούσε σχέση, από τη Θεσσαλονίκη στην πόλη της Κατερίνης σε ημέρα αργίας, στις 25.12.2017, στο πατρικό του, για να γιορτάσει τα Χριστούγεννα μαζί τη μητέρα του και τα παιδιά του.

Την ως άνω συμπεριφορά, εξάλλου, που επέδειξε τη συγκεκριμένη ημέρα ο πρώτος εναγόμενος, δηλαδή τη χρησιμοποίηση του εταιρικού φορτηγού όχι για εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι της ιδιοκτήτριας, δεύτερης εναγόμενης, όπου και εργαζόταν, γνώριζε και η σύντροφός του και συνεπιβαίνουσα, Π.

Γ. του Γ., αλλά παρόλα αυτά προέβη και η ίδια στη χρήση αυτού. Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί η κύρια αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης, ως προστήσασας τον πρώτο εναγόμενο στην οδήγηση του ζημιογόνου οχήματος, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της παραδεκτά προβληθείσας ένστασης της δεύτερης εναγόμενης, η οποία επαναφέρεται προς απόκρουση της αγωγής και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε κατά κατάχρηση των εντολών που είχε λάβει από την ίδια και η ζημιωθείσα, συνεπιβάτης το γνώριζε αυτό, με συνέπεια να μην υπάρχει ευθύνη της ανωτέρω (δεύτερης εναγόμενης) από τη σχέση πρόστησης.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδεικνύεται ότι η επιβάτης του ζημιογόνου οχήματος, Π. Γ. του Γ., είχε αντιληφθεί, κατά την επιβίβασή της σε αυτό, για την επιστροφή τους από την Κατερίνη στη Θεσσαλονίκη, ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε καταναλώσει, κατά το εορταστικό γεύμα, τέτοια ποσότητα αλκοόλ που να τον καθιστούσε μη ικανό για ασφαλή οδήγηση.

Μόνο το γεγονός ότι γευμάτιζε μαζί με τον πρώτο εναγόμενο δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει την ανωτέρω γνώση από την πλευρά της επιβαίνουσας. Ως εκ τούτου, με βάση τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, αμφότερες, οι παραδεκτά προβληθείσες από την τρίτη εναγόμενη και νόμιμες, στηριζόμενες στο άρθρο 300 ΑΚ, ενστάσεις περί συνυπαιτιότητας της θανούσας ως προς την επέλευση του θανάτου της, για το λόγο ότι δεν έφερε ζώνη ασφαλείας και ότι επιβιβάστηκε στο όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, μολονότι γνώριζε ότι αυτός ήταν μειωμένης ικανότητας για οδήγηση λόγω κατανάλωσης αλκοόλ, τις οποίες η εναγόμενη και εκκαλούσα επαναφέρει με τους αντίστοιχους λόγους τής ανωτέρω έφεσης που άσκησε κατά των εναγόντων της ανωτέρω κύριας αγωγής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση συνυπαιτιότητας της συνεπιβαίνουσας Π. Γ. στην πρόκληση του τραυματισμού της, επειδή δεν έκανε χρήση της ζώνης ασφαλείας και δέχθηκε να επιβιβασθεί σε αυτοκίνητο, του οποίου ο οδηγός βρίσκονταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ερεύνησε τις εφέσεις όλων των διαδίκων και απέρριψε αυτές ως αβάσιμες.

Με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, το Εφετείο παραβίασε ευθέως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) κατά την υπαγωγή των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών στην νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας και εκ πλαγίου (με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες) τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 914 του Α.Κ.

και 12 παρ. 5 του Ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε εσφαλμένως, ενώ διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Συγκεκριμένα, αν και δέχεται ότι η θανούσα συνεπιβάτης Π. Γ. δεν έκανε χρήση της ζώνης ασφαλείας του αυτοκινήτου και ότι ο τραυματισμός της προήλθε από την πρόσκρουση της κεφαλής της και του υπολοίπου σώματός της στα παραμορφωμένα τοιχώματα της καμπίνας του αυτοκινήτου και, ιδίως, της οροφής αυτού, δεν αιτιολογεί για ποιόν λόγο η χρήση της ζώνης ασφαλείας δεν θα απέτρεπε την βίαιη πρόσκρουση των υπολοίπων μερών του σώματός της, τα πολλαπλά κατάγματα των πλευρών της και την ρήξη του ήπατος, σωματικές βλάβες οι οποίες, άλλωστε, συνετέλεσαν στον θανάσιμο τραυματισμό της.

Επίσης, ενώ δέχθηκε ότι το ζημιογόνο όχημα ανατράπηκε δύο φορές και υπέστη καθίζηση της οροφής του στην πλευρά, στην οποία κάθονταν η συνοδηγός, συνεπεία της προσκρούσεως αυτού με την οροφή στο έδαφος κατά την ανατροπή του και ότι τα στοιχεία αυτά συνηγορούν αντικειμενικώς στην μείωση της αποτελεσματικότητας της ζώνης ασφαλείας, εν τούτοις, στην συνέχεια δέχθηκε αντιφατικώς και χωρίς επαρκή αιτιολογία ότι ο θανάσιμος τραυματισμός της συνοδηγού θα επέρχονταν ακόμη και αν αυτή χρησιμοποιούσε την ζώνη ασφαλείας.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και δέχθηκε ότι η ανωτέρω θανούσα, έχουσα ερωτική σχέση με τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, μετέβη με αυτόν στην περιοχή της Κατερίνης για εορταστικό γεύμα Χριστουγέννων, στο οποίο παρακάθησε και ευλόγως διαπίστωσε την κατανάλωση οινοπνεύματος από αυτόν καθ' όλη την διάρκειά του, όμως, έκρινε ότι το γεγονός ότι αυτή παραβρέθηκε στο εν λόγω εορταστικό γεγονός, δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι γνώριζε και την κατανάλωση οινοπνεύματος από τον σύντροφό της και επιβιβάσθηκε στο ζημιογόνο αυτοκίνητο, παραθέτοντας ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη την γνώση της ότι ο τελευταίος κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος βρίσκονταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος.

Κατά συνέπειαν, ο πρώτος και ο τρίτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατόπιν αυτών παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου της αναιρέσεως, που αφορά την παραμόρφωση του περιεχομένου της ιατροδικαστικής εκθέσεως, την μη λήψη υπ' όψιν των φωτογραφιών της ποινικής δικογραφίας και την ευθεία παραβίαση των άρθρων 300 και 330 του Α.Κ., γιατί η αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του.

Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για την θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικώς ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για την θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς την διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικώς με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 18/1998, Α.Π. 1430/2022, Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 778/2022).

Από την διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει και τον συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, για την θεμελίωση της υποχρεώσεως για αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται παράνομη συμπεριφορά προσώπου, η οποία συνίσταται σε παράνομη ενέργειά του ή παράλειψη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευόμενου από τον νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου ή ηθική βλάβη αυτού, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτήν συνάφεια.

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για την ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, προστηθείς είναι το πρόσωπο, στο οποίο κάποιο άλλο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό), που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει, με την βούλησή του, διαρκώς ή ευκαιριακώς, υπηρεσίες διεκπεραιώσεως των υποθέσεών του ή προωθήσεως και, γενικότερα, εξυπηρετήσεως, των οποιωνδήποτε επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του, εφόσον ο προστηθείς ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξαρτήσεως, που επιτρέπει, όμως, μια γενική εποπτεία (Α.Π. 472/2022, Α.Π. 1/2022, Α.Π. 1094/2013).

Η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως προϋποθέτει η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος να εκδηλώθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του ανατέθηκε ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του. Η τελευταία (κατάχρηση υπηρεσίας) υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων, που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία του, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβασιν των καθηκόντων του, που διέπουν την μεταξύ τους σχέση, εφ' όσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σ' αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας, ήτοι της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεώς του, η οποία δεν θα μπορούσε διαφορετικά να υπάρξει (Α.Π. 472/2022, Α.Π. 1/2022, Α.Π. 1440/2014, Α.Π. 1888/2013, Α.Π. 1462/2013, Α.Π. 1396/2011).

Δηλαδή, πρέπει να κατέστη δυνατή η τέλεση της αδικοπραξίας ακριβώς εξαιτίας της σχέσεως, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο προστήσας, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσεως προς τον προστηθέντα, με την χρησιμοποίηση τους για άλλον σκοπό από εκείνον, για τον οποίον του ανατέθηκαν (Α.Π. 472/2022, Α.Π. 1/2022, Α.Π. 1888/2013, Α.Π. 1856/2013, Α.Π. 337/2010) και ο ζημιωθείς τρίτος δεν γνώριζε την κατάχρηση, ούτε όφειλε να την γνωρίζει (Α.Π. 472/2022, Α.Π. 1/2022, Α.Π. 552/2013, Α.Π. 959/2004, Α.Π. 799/2001).

Είναι δε αδιάφορο, αν η ανωτέρω σχέση, στην οποία βασίζεται η πρόστηση, είναι νόμιμη ή παράνομη ή αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι (Α.Π. 472/2022). Αντιθέτως, ο προστήσας δεν ενέχεται έναντι του ζημιωθέντος προς αποζημίωση αυτού, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους ή ξένους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στην βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει μεν τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται, όμως, σε αίτια ανεξάρτητα από αυτήν και, συγκεκριμένα, σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (Α.Π. 1/2022, Α.Π. 1621/2018, Α.Π. 355/2013, Α.Π. 368/2011).

Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσεως μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσεως του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγον αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (Ολ. Α.Π. 20/2009, Α.Π. 1/2022). Με τις ανωτέρω προϋποθέσεις θεμελιώνεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες, τις οποίες προκάλεσε παρανόμως και υπαιτίως ο προστηθείς, με τον οποίον ευθύνεται εις ολόκληρον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 του Α.Κ. (Α.Π. 472/2022, Α.Π. 1/2022, Α.Π. 698/2012), εφόσον αυτός, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα του από αυτόν προστηθέντος (Α.Π. 1/2022, Α.Π. 844/2008).

Εκείνος που ζημιώθηκε από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς αποζημίωση έναντι του προστήσαντος, φέρει το βάρος να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει την συνδρομή των προϋποθέσεων ευθύνης αυτού από το άρθρο 922 του Α.Κ., δηλαδή: α) την ύπαρξη σχέσεως προστήσεως, κατά την ανωτέρω έννοια, μεταξύ του ζημιώσαντος αυτόν και του εναγομένου προσώπου, τον οποίο φέρει ως προστήσαντα, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του Α.Κ.

και γ) ότι η ενέργεια του προστηθέντος έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (Α.Π. 1/2022, Α.Π. 1440/2014, Α.Π. 1856/2013, Α.Π. 1224/2008, Α.Π. 1507/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 1-10-2018 επίδικη παρεμπίπτουσα αγωγή της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία εξέθεσε ότι δυνάμει ασφαλιστηρίου συμβολαίου είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο αυτοκίνητο της παρεμπιπτόντως εναγομένης εταιρείας.

Ότι μεταξύ των όρων αυτού προβλέπονταν και ότι εξαιρούνταν από την ασφάλιση οι ζημιές, που προκαλούνται από οδηγό, ο οποίος κατά τον χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Ότι στις 25-12-2017 ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος Γ. Τ., προστηθείς από την παρεμπιπτόντως εναγομένη στην οδήγησή του, οδηγώντας το εν λόγω αυτοκίνητο και ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, προκάλεσε τροχαίο ατύχημα, συνεπεία του οποίου προκλήθηκαν σωματικές βλάβες στην συνεπιβαίνουσα σε αυτό Π.

Γ., ως μόνης ενεργού αιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός της. Ότι οι συγγενείς της τελευταίας άσκησαν και εναντίον της (παρεμπιπτόντως ενάγουσας) την από 3-1-2018 αγωγή τους, την οποία ενσωμάτωσε στο δικόγραφο της παρεμπίπτουσας αγωγής της, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, ήτοι της ίδιας και των παρεμπιπτόντως εναγομένων, να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα στο δικόγραφο χρηματικά ποσά και ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο εναγόμενος - παρεμπιπτόντως εναγόμενος Γ.

Τ. τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, αφού στο αίμα του ποσοστό αλκοόλης τουλάχιστον 0,56(, ενώ το όριο είναι 0,50(. Με βάση τα εκτιθέμενα, η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι αόριστη, καθόσον, με δεδομένο ότι, αφού η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος Γ. Τ. οφείλεται σε προσωπικούς λόγους, άσχετους με την σχέση του με την παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρεία, ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου αυτοκινήτου, απαιτείτο να εκτίθεται στην παρεμπίπτουσα αγωγή η υπαιτιότητα της τελευταίας για την μέθη του προστηθέντος οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και η πρόστηση αυτού στην οδήγησή του παρά την κατάστασή του, στοιχεία τα οποία, όμως, δεν εκτίθενται στην παρεμπίπτουσα αγωγή, με αποτέλεσμα αυτή να είναι αόριστη, λόγω της παραθέσεως στο δικόγραφό της των προαναφερθέντων στοιχείων, όσον αφορά την παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρεία, ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αόριστη την παρεμπίπτουσα αγωγή, δεν υπέπεσε αληθώς στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και γι' αυτό ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως κρίνεται απορριπτέος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά τους προαναφερθέντες αναιρετικούς λόγους. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, αφενός μεν, να καταδικασθούν οι πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματος της τελευταίας, αφετέρου δε, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της έκτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματος της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 15-12-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 380/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος αυτής κατά το οποίο στρέφεται κατά των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 380/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

Καταδικάζει τους πέντε πρώτους των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000€). Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της έκτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ