Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence and claims not constituting 'things' under Art. 560(5) CPC.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court erred by considering matters not proposed and failing to consider the equity percentage and asset values of the property. The court ruled these arguments inadmissible because the case proceeded under voluntary jurisdiction, precluding the 'ex officio' review of unproposed facts, and because the cited evidence and legal interpretations do not constitute independent 'things' under Article 560(5) of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560(5) of the Code of Civil Procedure; In voluntary jurisdiction proceedings, appeals based on the court considering unproposed matters or failing to consider proposed matters are inadmissible as such matters must have independent existence, excluding mere evidence, legal interpretations, or argumentation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1429 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1429/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Γ. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Καρρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) υπό εκκαθάριση τελούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάσθηκε η τράπεζα με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "MARFIN EGNATIA BANK", που έδρευε στην Αθήνα και εκπροσωπείτο νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" (πρώην "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD"), οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Των προσθέτως υπέρ της "ALPHA BANK" παρεμβαινουσών: Α. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Eurobank FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "Eurobank Financial Planning Services", που εδρεύει στo Mοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις - Μη Δικαιούχου Διαδίκου και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "…, που εδρεύει στο … …και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "… , που εδρεύει στο ….
και εκπροσωπείται νόμιμα και της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ΑLPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Β. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… " και δ.τ. "… ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εταιρείας … - Μη Δικαιούχου Διαδίκου και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "… " …, που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "…. , που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα και της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ΑLPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Χαλιάσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κατερίνης και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου και με τις προτάσεις της, πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 950/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 8-6-2016 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1978/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 4-1-2019 κλήση του αναιρεσείοντος - καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η υπό στοιχ. Β παρεμβαίνουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία αφορά αίτηση του οφειλέτη αναιρεσείοντος για ρύθμιση των χρεών του έναντι των πιστωτριών αυτού Τραπεζών (αναιρεσιβλήτων), κατά το Ν. 3869/ 2010 που εκδικάσθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, εκδόθηκε ερήμην των ήδη αναιρεσιβλήτων "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", "MARFIN EGNATIA BANK", και "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ".
Εφόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν είναι δεκτική κατά νόμο ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκτική ασκήσεως κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως (ΚΠολΔ 552, 553). Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 10721/4-4-2019 και 2621Γ/5-4-2019, 2624Γ/5-4-2019 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητριών του Εφετείου … Μ.
Κ. και Κ. Β. αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 4/1/2019 κλήσης προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 8.11.2019, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει την συζήτηση, στις αναιρεσίβλητες. Κατά την δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για εκείνη της 8/1/2021 και εν συνεχεία για την προκείμενη, της σχετικής εγγραφής στο πινάκιο ισχύουσας ως κλήτευσης όλων των διαδίκων κατ'άρθρο 226 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.
Οι αναιρεσίβλητες όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε έλαβαν μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Συνεπώς, παρά την απουσία τους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ).
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με ιδιαίτερα δικόγραφα που επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα σε όλους τους διαδίκους ασκήθηκαν το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης: α) από την εντολοδόχο και ειδική πληρεξούσια ημεδαπή εταιρία με την επωνυμία "Eurobank FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "…" με έδρα το ….., της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "…" (..),με έδρα το…, που εν επιδικία της μεταβιβάστηκαν συμβατικά από την "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" οι επίδικες απαιτήσεις και β) από την εντολοδόχο και ειδική πληρεξούσια ημεδαπή εταιρία με την επωνυμία ".." της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "…" με έδρα το… …, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "…" (…),με έδρα το…, που εν επιδικία της μεταβιβάστηκαν συμβατικά από την "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" οι επίδικες απαιτήσεις.
Οι ως άνω πρόσθετες παρεμβάσεις έχουν χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτές και νόμιμες κατά τα άρθρα 80-83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και των προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαινουσών να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτές να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης (ΚΠολΔ 246, 573, βλ.
ΑΠ 368/2019), παρά την απουσία κατά τη προκείμενη δικάσιμο της πρώτης εξ αυτών, με αίτημα της οποίας είχε αναβληθεί η υπόθεση κατά την δικάσιμο της 8/1/21 (ΚΠολΔ 754, 576 παρ. 2). Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 § Α1 Ν. 3995/2011, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να την αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή ( ΑΠ 735/2019, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 65/2017).
Ειδικότερα βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη και όχι απλώς παροδική περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του ( ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη.
Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 735/2019), ως τέτοια δε νοούνται εκείνα τα οποία εκ του νόμου (άρθρα 1389 επ., 1486 επ.
ΑΚ) υποχρεούται να διατρέφει (πρβλ ΑΠ 438/2019). H μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο και μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον ( ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (8.6.2016), αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1361/2013, Α.Π. 1266/2011).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη υπ'αριθμ. 6/2016 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη: "Ο αιτών Γ. Α. του Χ., κάτοικος ..., γεννήθηκε στις 27.12.1953, τυγχάνει έως σήμερα άγαμος και άτεκνος και κατοικεί μόνος του σε ιδιόκτητο ισόγειο διαμέρισμα, εμβαδού 90 τ.μ.
περίπου, της επί της οδού … αριθ. … της πόλης της … ευρισκόμενης διώροφης οικοδομής. Είναι άνεργος, καθώς από τα εισφερθέντα στην υπόθεση αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε η επαγγελματική του δραστηριοποίηση, πλην όμως πορίζεται εισοδήματα από την εκμετάλλευση ενός ισογείου καταστήματος ιδιοκτησίας του, εμβαδού 140 τ.μ., που ευρίσκεται στην κεντρική πλατεία της πόλης της … και το οποίο εκμισθώνει, δυνάμει του από 07.07.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης σε συνδυασμό με την από 08.10.2012 τροποποίηση αυτού, αντί μηνιαίου μισθώματος που ανέρχεται από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2012 και κατόπιν της προαναφερθείσας τροποποίησης του μισθωτηρίου συμβολαίου, στο ποσό των 2.400,00 ευρώ, καταβάλλεται την πρώτη ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα και σύμφωνα με σχετικό συμβατικό όρο θα αναπροσαρμοστεί από την 1η.11.2018 κατά ποσοστό 2% επί του προηγουμένως καταβαλλόμενου μισθώματος.
Άλλο εισόδημα από οποιαδήποτε πηγή δεν προέκυψε ότι έχει ο αϊτών. Ο τελευταίος ισχυρίστηκε με την αίτησή του ότι, οι σταθερές μηνιαίες δαπάνες του για την κάλυψη του κόστους διαβίωσής του, ήτοι, "για την κάλυψη των λογαριασμών ΔΕΚΟ, για τη διατροφή του, μετά των εξόδων ένδυσης, τροφής και λοιπά" ανέρχονται στο ποσό των 1.900,00 ευρώ, ποσό το οποίο, πέραν των ευλογών σκέψεων που δημιουργεί περί του ότι, δηλαδή, ο αιτών είναι συνηθισμένος να διάγει από οικονομικής άποψης άνετο βίο αν όχι πολυτελή, κρίνεται άκρως υπερβολικό, αφού το ποσό των 1.900,00 ευρώ, αποτελεί, σήμερα, το μέσο όρο διαβίωσης δύο, τουλάχιστον, τετραμελών οικογενειών και όχι ενός μόνου ατόμου, 5πρυ δεν έχει υποχρέωση διατροφής προστατευόμενών μελών παρά μόνο του εαυτού του.
Με την κρινόμενη εφεσή του ο αιτών-εκκαλών υποστηρίζει το πρώτον ότι πρέπει να συνυπολογιστούν στις παραπάνω δαπάνες του, τόσο οι απαιτούμενες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου, ύψους 1.500,00 ευρώ όσο και οι δαπάνες, που απαιτούνται για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης του αδερφού του, ύψους 500,00 ευρώ, ο οποίος τυγχάνει άνεργος και δεν έχει τη δυνατότητα για το λόγο αυτό, να διατρέφει τον εαυτό του από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του (55 ετών).
Σημειώνεται ότι ο νομοθέτης, χρησιμοποιώντας τον όρο "προστατευόμενα μέλη" θέλησε να συμπεριληφθεί στη ρύθμισή του ένας ευρύτερος κύκλος προσώπων από αυτά, που ορίζονται ως δικαιούχοι διατροφής κατά τις διατάξεις του ΑΚ, λαμβάνοντας προφανώς και ευλόγως υπ' όψιν τις επικρατούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της ελληνικής πραγματικότητας και τις σύγχρονες συνθήκες διαβίωσης της ελληνικής οικογένειας.
Έτσι, ακόμη και για τα αδέρφια ενδέχεται να υπάρξει διατροφή εκ του οφειλέτη, με βάση τις συνθήκες ηλικίας, υγείας, ικανότητας ή δυνατότητας προς εργασία, εισοδημάτων και περιουσίας τους. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1504 ΑΚ, προβλέπεται ότι ο αδερφός ή η αδερφή μπορούν, αν το δικαστήριο το κρίνει εύλογο, να υποχρεωθούν να δίνουν διατροφή σε αδερφό ή αδερφή, αν αυτός που τη ζητεί αδυνατεί να διατρέφει τον εαυτό του για ιδιαίτερους λόγους, ως τέτοιους νοούμενους, μεταξύ άλλων, το νεαρό της ηλικίας και η ύπαρξη βαριάς ασθένειας ή αναπηρίας που έχουν ως αποτέλεσμα την ανυπαίτια εκ μέρους του αδυναμία για εξεύρεση εργασίας (Αθ.
Κρητικού, Ρύθμιση υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. 2012, σελ. 93,186, βλ. I. Βενιέρης/Θ. Κατσάς, ό.π., σελ. 373-374). Από τα εισφερθέντα όμως από τον αιτούντα και ήδη εκκαλούντα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε, εν προκειμένω, η περιουσιακή κατάσταση και η εισοδηματική δυνατότητα του ως άνω "προστατευόμενου μέλους", προκειμένου να εξετασθεί αν αυτοδύναμα μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του ή αν πράγματι η κάλυψη αυτών των αναγκών θα πρέπει στο σύνολό τους να γίνει από τον αιτούντα-οφειλέτη.
Άλλωστε, ο μάρτυρας απόδειξης που εξετάσθηκε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατέθεσε μόνο ότι ο αδερφός του αιτούντος, ηλικίας 55 ετών, δεν εργάζεται και εξ αυτού του λόγου δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του, δίχως να διευκρινίσει επιπρόσθετα τους λόγους για τους οποίους αδυνατεί να εξεύρει εργασία (λχ.
ασθένεια ή αναπηρία), αφού η ηλικία του (55 ετών), σε σύγκριση με ένα άτομο νεαρής ηλικίας, είναι δυνατόν να δυσχεραίνει αυτόν στην ανεύρεση εργασία, δεν τον θέτει όμως εξ ορισμού εκποδών από τον εργασιακό στίβο, ενώ δεν αποδείχθηκαν οι λοιπές βιοτικές του συνθήκες, καθώς και αν διαθέτει κάποιο άλλο εισόδημα ή δική του περιουσία.
Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο αδερφός του αιτούντος βρίσκεται σε ανυπαίτια αδυναμία για εξεύρεση εργασίας, ενόψει ιδιαίτερου λόγου, αλλά και στην τελευταία ακόμη αυτή περίπτωση αν καλύπτει με άλλον τρόπο τα απολύτως αναγκαία για να ζήσει, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του αιτούντος να συμπεριληφθούν οι επιπλέον δαπάνες για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών του αδερφού του στις βιοτικές ανάγκες του ιδίου, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 500,00 ευρώ μηνιαίως.
Εξάλλου, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες, τα οποία θεωρήθηκαν με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης.
Ειδικότερα, (1) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." (πρώτη εφεσίβλητη) διατηρεί απαιτήσεις σε βάρος του αιτούντα προερχόμενες από δύο δανειακές συμβάσεις και συγκεκριμένα: α) από τη με αριθμό 2019653 σύμβαση ρύθμισης οφειλών, με υπόλοιπο οφειλής, κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, ανερχόμενο στο ποσό των 157.232,20 ευρώ (103.058,70 ευρώ για κεφάλαιο και 54.173,50 ευρώ για τόκους), και β) από τη με αριθμό … σύμβαση στεγαστικού δανείου, με υπόλοιπο οφειλής, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, ανερχόμενο στο ποσό των 14.335,78 ευρώ (13.546,20 ευρώ για κεφάλαιο και 789,58 ευρώ για τόκους), και, συνολικά το ποσό των 171.567,98 ευρώ, και, (2) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", ειδική διάδοχος της "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", διατηρεί απαίτηση σε βάρος του αιτούντα, η οποία προέρχεται από τη με αριθμό … σύμβαση χορήγησης δανείου, με ανεξόφλητο υπόλοιπο κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, ανερχόμενο στο ποσό των 51.422,17 ευρώ (46.893,28 ευρώ για κεφάλαιο, 4.350,54 ευρώ για τόκους και 178,35 ευρώ για έξοδα).
Ενόψει των ανωτέρω, οι συνολικές οφειλές του αιτούντος- εκκαλούντος προς τις προαναφερόμενες πιστώτριές του ανέρχονται στο συνολικό ποσό των ευρώ (171.567,98 € + 51.422,17 €=) 223.010,15 ευρώ, ενώ, δεν υφίσταται εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτων του αιτούντα. Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι, λόγω της υπερχρέωσής του από το μεγάλο αριθμό των παραπάνω δανείων και το ύψος των καταβλητέων μηνιαίων δόσεων, που απαιτούνται για την εξυπηρέτησή τους, εξαιτίας και των υψηλών επιτοκίων, που ισχύουν στο χώρο της καταναλωτικής πίστης, περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας εξυπηρέτησης του κύριου όγκου των άνω ληξιπρόθεσμων οφειλών του και ότι η οικονομική του κατάσταση δεν έχει προοπτική βελτίωσης, αλλά βαίνει διαρκώς επιδεινούμενη.
Ως προς τη συνδρομή μόνιμης και διαρκούς πραγματικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις ανωτέρω πιστώτριές του πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω ο αιτών κατοικεί μόνος σε ιδιόκτητο διαμέρισμα, έχει μηνιαίο εισόδημα ύψους 2.400,00 ευρώ, το αναγκαίο για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ποσό ανέρχεται στο ποσό των 500,00 ευρώ, ενώ δεν βαρύνεται με τη διατροφή άλλου προσώπου.
Επιπλέον, τυγχάνει κύριος ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου ποσοστού συνιδιοκτησίας ανήκοντας στην ξαδέλφη του, μιας διώροφης οικοδομής, στο ισόγειο της οποίας ευρίσκεται και το διαμέρισμα στο οποίο διαμένει, κτισμένης σε οικόπεδο έκτασης 260,10 τ.μ, στο πάρκο της περιοχής των …., σε μια από τις πιο αναβαθμισμένες περιοχές της Πόλης της ….
Έχει επίσης στην κυριότητά του ένα οικόπεδο στον παραλιακό οικισμό της …, εμβαδού 87,22 τ.μ, συνορεύον με αιγιαλό, επί του οποίου έχει αναγερθεί από τον πατέρα του ισόγειο κτίσμα εμβαδού 35-40 τ.μ περίπου, ηλεκτροδοτούμενο ήδη από το έτος 1975, την ύπαρξη του οποίου (κτίσματος) δεν ανέφερε ο αϊτών ούτε κατά το στάδιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού ούτε στην αίτησή του.
Το οικόπεδο αυτό δεν έχει ακόμη ρυμοτομηθεί και στην περίπτωση κατά την οποία αυτό συμβεί είτε θα αποζημιωθεί ο αϊτών για την αξία του εν λόγω παραθαλάσσιου οικοπέδου μετά του κτίσματος είτε θα αντικαταστεί το ακίνητο αυτό με άλλο ίδιας αξίας. Επίσης, ο αϊτών έχει στην πλήρη κυριότητά του ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού 140,00 τ.μ.
στην κεντρική πλατεία της Πόλης της …, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα εκμισθώνει αντί μηνιαίου μισθώματος ύψους 2.400,00 ευρώ. Ο αιτών - οφειλέτης για το υπόψη κατάστημα έχει υποβάλλει αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση, θεωρώντας αυτό ως κύρια κατοικία του, αίτημα που κρίνεται απορριπτέο, διότι, ο εφαρμοστέος εν προκειμένω νόμος, επιθυμεί να προστατεύσει από την ρευστοποίηση και εφόσον έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα, την κύρια κατοικία του οφειλέτη, ήτοι, τον αναγκαίο χώρο για την ανθρώπινη διαβίωση και οικογενειακή γαλήνη του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή, την πράγματι χρησιμοποιούμενη κύρια κατοικία ή την δυνητική κύρια κατοικία, δηλαδή αυτή της οποίας δεν γίνεται χρήση ένεκα σοβαρών λόγων (π.χ.
διαμονή του οφειλέτη σε άλλο τόπο για υπηρεσιακούς λόγους), αλλά δύναται να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον, χωρίς να δίνει την δυνατότητα στον οφειλέτη να "βαφτίζει" κατοικία όποιο ακίνητό του επιθυμεί να εξαιρεθεί από την εκποίηση. Στη συγκεκριμένη μάλιστα περίπτωση, πλέον του ανωτέρω ακινήτου, ο αιτών ζητεί την εξαίρεση από την εκποίηση όλης της ακίνητης περιουσίας του αλλά και του με αριθμό κυκλοφορίας ….
ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής… , τύπου…, κυλινδρισμού 1.388 κ.ε.. που αγόρασε καινούριο το έτος 2006 (ημερομηνία 1ης άδειας κυκλοφορίας 08.06.2006). Κατόπιν των ανωτέρω, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών περιήλθε για κάποιο λόγο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριές του, δεδομένου ότι, αφενός μεν, διαθέτει σημαντική μηνιαία οικονομική ρευστότητα χρημάτων, αφετέρου δε, επαρκή ρευστοποιήσιμη περιουσία από την οποία θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των πιστωτριών του σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ, αντίθετα, δεν αποδείχθηκε η αδυναμία άμεσης ρευστοποίησης της προπεριγραφείσας περιουσίας του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14-1-2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 950/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κατερίνης, το οποίο δικάζον την από 16-5-2012 αίτηση του για ρύθμιση των οφειλών του κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι αυτός δεν είχε περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του.
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων δεν δικαιούται της προστασίας του Ν. 3869/2010, διότι δεν περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, διότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν πληρούσαν το στοιχείο του πραγματικού της ανωτέρω εφαρμοστέας διατάξεως, ήτοι της περιέλευσης του οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ώστε να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της διατάξεως αυτής και να υπαχθεί ο αναιρεσείων στο προστατευτικό πλαίσιο του Ν. 3869/2010.
Ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αφού προσδιόρισε αναλυτικά α) το ύψος των δανειακών υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος προς καθένα από τους μετέχοντες στη δίκη αναιρεσίβλητους πιστωτές της, β) το ύψος του μηνιαίου εισοδήματος του από το έτος 2012 (2.400 ευρώ) και εντεύθεν, γ) την κατάσταση της ακίνητης περιουσίας του σημαντικής αξίας και άμεσα ρευστοποιήσιμης, δ) την ηλικία του και την οικογενειακή του κατάσταση, ε) το ύψος των βιοτικών αναγκών του για αξιοπρεπή διαβίωσή του, που προσδιόρισε ρητά στο ποσό 500 ευρώ μηνιαίως και στ) την έλλειψη υποχρεώσεων διατροφής έναντι άλλων προσώπων, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι ο αιτών- αναιρεσείων ο οποίος, κατά τις παραδοχές της, είναι εισοδηματίας, ηλικίας 63 ετών τότε, ανύπανδρος, που δεν έχει υποχρέωση διατροφής άλλων, δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών και είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις, αφού αν αφαιρεθούν από το αναφερόμενο μηνιαίο εισόδημά του, τα έξοδα διαβίωσής του, που ανέρχονται σε 500 ευρώ, με δεδομένο ότι διαμένει σε ιδιόκτητο ακίνητο και δεν βαρύνεται με υποχρεώσεις άλλου προσώπου, δύναται να διαθέσει τουλάχιστον 2000 ευρώ μηνιαίως προς ικανοποίηση των πιστωτών του, όπως και το προϊόν από την (άμεση) ρευστοποίηση της περιουσίας του.
Οι ανέλεγκτες αυτές παραδοχές, με βάση τις οποίες, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη για τον προσδιορισμό της ρευστότητας του αιτούντος το μηναίο εισόδημά του και αφού προσδιόρισε συγκεκριμένα το ύψος των βιοτικών αναγκών του για αξιοπρεπή διαβίωσή του, κατέληξε στο πόρισμα ότι η σχέση ρευστότητας προς τα ληξιπρόθεσμα χρέη του δεν είναι αρνητική και ότι αυτός δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής και συνακόλουθα δεν δικαιούται της προστασίας του Ν. 3869/2010, αρκούσαν για να καταγνωστεί ότι δεν πληρούται στην ένδικη περίπτωση το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, την οποία δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Εξ άλλου, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο, εν προκειμένω, ζήτημα (μη περιέλευση σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών), που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η μη περιέλευση σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών του αιτούντος.
Επομένως αμφότεροι οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι συμφώνως με τα προεκτεθέντα.
Και ναι μεν ο αναιρεσείων προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις περί του ότι α)το εισόδημα του από την εκμίσθωση ακινήτου είναι μικρότερο λόγω φορολογίας, β) οι βιωτικές του ανάγκες είναι μεγαλύτερες, γ) βαρύνεται με ην διατροφή του αδελφού του δ) η ακίνητη περιουσία του δεν απεικονίζεται ορθά σε κάθε περίπτωση δεν είναι άμεσα ρευστοποιήσιμη, και ως εκ τούτου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπό του το στοιχείο της μόνιμης και γενικής αδυναμία πληρωμών, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 3869/2010.
Πλην όμως όλες οι ανωτέρω αναφερόμενες αιτιάσεις, που προβάλλονται και αφορούν τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς του αιτούντος, που όμως δεν έγιναν δεκτοί από το Δικαστήριο της ουσίας, την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα οποία στήριξε το παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στις διατάξεις του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ΚΠολΔ και της αναιρετικής πλημμέλειας της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδείξεων και καλύτερη κατά την άποψη του, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλονται απαράδεκτα.
Περαιτέρω με τη διάταξη του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται, οι ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλομΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625, 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.
Επίσης, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 10/2008). Ούτε αποτελούν "πράγματα" οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλομΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2008). Σημειωτέον ότι ο λόγος κατά το πρώτο σκέλος του ("παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν") δεν ιδρύεται στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, γνήσιες και μη γνήσιες, διότι ισχύει το ανακριτικό σύστημα (ΑΠ 1835/2007, 1844/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί αφενός μεν παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφετέρου δε παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη το ποσοστό συγκυριότητας του επί του αναφερόμενου ακινήτου περιουσιακού του στοιχείου , καθώς και την κατά τη άποψη του αξία των περιουσιακών του στοιχείων Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά το μεν πρώτο σκέλος του γιατί η προκείμενη υπόθεση δικάζεται κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, και κατά το δεύτερο καθόσον σύμφωνα με τα παραπάνω, ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών ούτε οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ.
Μετά από αυτά και ελλείψει ετέρου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 3). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 8 § 6 εδ. β' Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-6-2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1/2016 αίτηση για αναίρεση της 6/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ