Supreme Court dismisses appeal on evidence review, upholding lower court's assessment of documentary proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athenian Court of Appeal's decision regarding a personality rights infringement case. The appellant argued that the lower court failed to consider specific prior judgments submitted as evidence, while the respondent maintained the lower court properly evaluated all submitted documents. The court ruled that the lower court had indeed considered these documents, citing a general reference to all legally submitted evidence in its reasoning, thereby rejecting the claim of non-consideration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57 and 59 of the Civil Code; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the appealed decision provides a general reference to the evidence submitted by the parties, as long as no reasonable doubt exists regarding its consideration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1429 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1429/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βασιλείου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2558/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/3/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του δικαιούται να αξιώσει: α)την άρση της προσβολής, β)την παράλειψή της στο μέλλον, γ)αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ) και δ)χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, για την προαναφερθείσα αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται, επιπλέον, σχετική υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των
ως άνω διατάξεων, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας κάποιου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής.
Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας προσώπου μπορεί να προέλθει και από κάποια από τις ποινικά κολάσιμες πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο, είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.
Έτσι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιων τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονός που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή η την υπόληψη του. Ως ισχυρισμός θεωρείται ανακοίνωση που προέρχεται εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή από μετάδοση εκ τρίτου προσώπου ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης.
Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται, συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαθύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ.
Περαιτέρω. κατά το άρθρο 367 παρ.1περ α'-δ' του ΠΚ, το άδικο των προβλεπομένων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρου 367 ΠΚ) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. του ΑΚ. Επομένως, με την κατά τα άνω άρση του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής (ΑΠ 1976/2014). Όμως ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωση του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν κατά προβολή σχετικής αντιστάσεως από τον προσβληθέντα. (ΑΠ 1573/2005) συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης του άρθρου 363 Π Κ ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. (ΑΠ 632/2015, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 1455/14).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ7/2006, 4/2005). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς οε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή .όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι, κατά νόμο το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016 ΑΠ 2119/2014).
Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο τέταρτο, πέμπτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η " προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 ΑΚ 361, 362, 363, 367 ΠΚ, απέρριψε την κατά του αναιρεσίβλητου ασκηθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα (από 25-10-13) αγωγή του, με την οποία αυτός (αναιρεσείων) ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος του διαπραχθείσα από τον αναιρεσίβλητο αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση) δεχθείσα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου αφενός την ουσιαστική βασιμότητα της προσβληθείσης από τον αναιρεσίβλητο (εναγόμενο), από το άρθρο 367 παρ. 1 εδαφ. Γ’ του ΠΚ ενστάσεως (ύπαρξη δικαιολογημένου συμφέροντος) και αφετέρου την αβασιμότητα της προς κατάλυση της τελευταίας (ενστάσεως από το άρθρο 367 παρ. 2α ΠΚ προταθείσης απ' αυτόν (αναιρεσείοντα) αντενστάσεως (ύπαρξη σκοπού εξυβρίσεως) παρόλο που τα ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά επέβαλλαν την αντίθετη, τόσο επί της ενστάσεως όσο και επί της αντενστάσεως κρίση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, μετ' εκτίμηση των προσκομεισθείσων αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα παραπάνω κρίσιμα για την έκβαση της δίκης, ζητήματα τα ακόλουθα: "Στις 14-2-2008 έλαβε χώρα η ετήσια εκδήλωση του Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας μας, μεταξύ δε των ομιλητών των εκδήλωσης ήταν και ο εναγόμενος τέως Πρωθυπουργός της Ελλάδος (από 18-1-1996 έως 10-3-2004), ο οποίος ανέπτυξε το θέμα "Σκέψεις για μια προοδευτική διακυβέρνηση».
Στα πλαίσια της ανωτέρω ομιλίας του ο εναγόμενος ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: «... "Πρόσφατα η ειδησεογραφία ανέφερε ότι δικηγόρος συνδικαλιστικών οργανώσεων είχε αναλάβει με εργολαβική αμοιβή την δικαστική επιδίωξη της μονιμοποίησης εργαζομένων. Το θέμα ρυθμίστηκε νομοθετικά χωρίς να υπάρξουν δικαστικές ενέργειες.
Παρ’ όλα αυτά ζήτησε με εξώδικα και αγωγές την καταβολή της αμοιβής του. Αναφέρω το γεγονός ως ένα δείγμα της προσαρμοστικής ηθικής που επικρατεί σε ορισμένους χώρους. Το συνδικάτο συστήνει το νομικό σύμβουλο του ως δικηγόρο και δεν ενοχλείται που αυτός συμφωνεί εργολαβικές αμοιβές. Εν συνεχεία ο νομικός σύμβουλος απαιτεί αμοιβές που δεν δικαιούται γιατί υπολογίζει στην αδιαφορία ή δυστυχώς και στη συνεργασία της συνδικαλιστικής οργάνωσης».
Της ομιλίας του εναγομένου είχαν προηγηθεί δημοσιεύματα των εφημερίδων "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" με τίτλο "Τα δύο πρόσωπα ενός εργατολόγου, συμβούλου της ΓΣΕΕ - Τι οδήγησε στη διακοπή συνεργασίας με τον κ. Χ. Ν." (βλ. ηλεκτρονική έκδοση αυτής με ημερομηνία 13-1-2018 EΘΝΟΣ" με τίτλο "Διαμάχη στη ΓΣΕΕ για Ν." (βλ. ηλεκτρονική έκδοση αυτής με ημερομηνία 24-1- 2008) και "ΤΟ ΒΗΜΑ" με τίτλο "Τρεις φορές στο στόχαστρο - Χ..
Ν. - Φωνή βοώντος - Ο "πατερούλης" όλων των συμβασιούχων" (βλ. ηλεκτρονική έκδοση αυτής με ημερομηνία 27-1-2008). Τα ανωτέρω δημοσιεύματα περιείχαν εκτενείς αναφορές στο πρόσωπο του ενάγοντος, ο οποίος είχε διατελέσει νομικός σύμβουλος της ΓΣΕΕ από το έτος 2002 έως τις 23-1-2008, οπότε υπέβαλε την παραίτησή του από τη θέση αυτή, ειδικότερα δε, αναφέρονταν με επικριτικά σχόλια στο γεγονός ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ο τελευταίος είχε χειριστεί σωρεία υποθέσεων συμβασιούχων του Δημοσίου, οι οποίοι επιδίωκαν τη μονιμοποίηση τους.
Εξάλλου αποδεικνύεται ότι κατά το χρονικό διάστημα 2002 - 2004, που διατελούσε νομικός σύμβουλος της ΓΣΕΕ, ο ενάγων είχε αναλάβει μεγάλο αριθμό υποθέσεων με το ανωτέρω αντικείμενο, ασκώντας προς τούτο ομαδικές αγωγές ενώπιων των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων, αφού είχε συνάψει προηγουμένως με καθέναν από τους εντολείς του εργολαβικό δίκης, σύμφωνα με το οποίο η δικηγορική αμοιβή του οριζόταν ως εξής: "Για μεν τις πάσης φύσεως διαφορές αποδοχών (δώρα, επιδόματα) ποσοστό 20% επί του μικτού ποσού που θα ωφεληθεί η/ο εντολέας μας, για δε την μετατροπή της σύμβασής της/του σε αορίστου χρόνου το ποσό που αντιστοιχεί στις πλήρεις ακαθάριστες αποδοχές ενός μήνα για μισθό τακτικού προσωπικού της ειδικότητάς της/του.
Η αμοιβή δε αυτή οφείλεται ταυτόχρονα με την είσπραξη των διεκδικούμενων ποσών για το πρώτο ζήτημα και αμέσως μετά την ένταξή της/του στο τακτικό προσωπικό για το δεύτερο. Οι αμοιβές δε αυτές οφείλονται με οποιονδήποτε τρόπο και αν ολοκληρωθούν οι παραπάνω υποθέσεις, δηλαδή είτε με έκδοση δικαστικής απόφασης είτε με εξώδικο συμβιβασμό είτε ύστερα από επιτυχή έκβαση όμοιας υπόθεσης είτε με ειδική νομοθετική ρύθμιση είτε με ΣΣΕ, Κανονισμό Εργασίας κ.ά." Επακολούθησε η έκδοση του υπ' αριθ. 164/2004 Προεδρικού Διατάγματος με σκοπό την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, όσον αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/EK του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, με το οποίο Π.Δ.
ρυθμίστηκε το θέμα των συμβασιούχων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, χωρίς να παραστεί ανάγκη εκδίκασης των ως άνω ομαδικών αγωγών, με συνέπεια ορισμένοι από τους εντολείς του ενάγοντος να αρνηθούν την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής του, την οποία ο τελευταίος διεκδίκησε με την επίδοση εξωδίκων και την άσκηση κατ' αυτών σχετικών αγωγών ενώπιον των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων χειριζόταν υποθέσεις εργατικού δικαίου από την έναρξη της δικηγορικής σταδιοδρομίας του και συγκεκριμένα από το έτος 1982, ωστόσο κατά τη διάρκεια της θητείας του ως νομικού συμβούλου της ΓΣΕΕ και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα 2002-2004 παρείχε τις δικηγορικές υπηρεσίες του σε εκατοντάδες συμβασιούχους του Δημοσίου, οι οποίοι επιδίωκαν τη μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου.
Το γεγονός τούτο συνδέεται αναπόσπαστα με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, την οποία είχαν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν οι ενδιαφερόμενοι από την ως άνω συνδικαλιστική οργάνωση, η οποία ουδέποτε ασχολήθηκε με το ζήτημα του τρόπου αμοιβής του νομικού συμβούλου της για τις δικηγορικές υπηρεσίες που παρείχε στους συμβασιούχους - εντολείς του, ακόμη και μετά την έκδοση του Π.Δ. 164/2004 και τις έντονες διαμαρτυρίες μερίδας τούτων.
Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα προκύπτει ότι η επίμαχη περικοπή της ομιλίας του εναγομένου αναφερόταν σε γεγονότα αληθή, τα οποία είχαν προηγουμένως απασχολήσει τον ημερήσιο τύπο, όπως αναφέρθηκε, ενώ με τη. φράση "απαιτεί αμοιβές που δεν δικαιούται'' σκοπό είχε να αναδείξει την ηθική διάσταση του θέματος και ειδικότερα την, κατά τη γνώμη του, ηθική απαξία της συμπεριφοράς του ενάγοντος να απαιτεί αμοιβές από τους εντολείς του μετά τη νομοθετική ρύθμιση που επήλθε με το Π.Δ. 164/2004 και όχι να ισχυριστεί εν γνώσει του ψευδώς ότι οι απαιτήσεις του ενάγοντος ήταν νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον ο τελευταίος δικαιούνταν αμοιβής με βάση τα μεταξύ αυτού και των εντολέων του καταρτισθέντα εργολαβικά δίκης, όπως συνομολογεί άλλωστε ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του.
Η ως άνω πρόθεση του εναγομένου σαφώς προκύπτει και από το ίδιο το κείμενο της ομιλίας του, καθόσον μετά την επίμαχη περικοπή ανέφερε αυτός τα εξής: "Η ηθική συμπεριφορά έχει ιδιαίτερη σημασία για την προοδευτική διακυβέρνηση. Η παραδοσιακή Αριστερά έχει καλλιεργήσει την αντίληψη μιας πολιτικής, την οποία ενδιαφέρουν οι στόχοι και όχι τα μέσα.
Ο καθένας ό, τι και αν κάνει μπορεί να δηλώνει αριστερός. Αλλά ο προοδευτικός πολίτης και η προοδευτική διακυβέρνηση, επειδή επιζητούν την αλλαγή, πρέπει να δίνουν το παράδειγμα τι είναι αυτή η αλλαγή. Η προοδευτική πολιτική μπορεί να μην είναι προϊόν μιας ηθικής αντίληψης, αλλά εμπεριέχει ηθικά προστάγματα και απαιτεί την κοινωνική ευθύνη.
Γι' αυτό και στηρίζει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία, τον έλεγχο, καταδικάζει εγωκεντρισμούς, την εκμετάλλευση θέσεων, την αδιαφορία και την περιφρόνηση προς τους πολίτες, τους κλειστούς κύκλους εξουσίας ή τη μεθοδευμένη πληροφόρηση. Η ποιοτική διαφορά ως προς τη συντηρητική παράταξη προκύπτει και από τη στάση της σε τέτοια ζητήματα." Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Περαιτέρω, ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια της ομιλίας του δεν κατονόμασε τον ενάγοντα, ωστόσο ήταν σαφές ότι αναφερόταν στο πρόσωπο του, επειδή τις προηγούμενες ημέρες το θέμα των συμβασιούχων είχε απασχολήσει τον ημερήσιο τύπο με εκτενή δημοσιεύματα τα οποία αναφέρονταν ονομαστικά στον τελευταίο. Ως εκ τούτου, κατά τον κρίσιμο χρόνο (14-2-2008), ο ενάγων ήταν πρόσωπο που παρουσίαζε ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο, συνεπώς η ασκηθείσα από τον εναγόμενο οξεία σε βάρος του κριτική ήταν ανεκτή στα πλαίσια των άρθρων 14 παρ. 1 του Συντάγματος και 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, πήγαζε δε από το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του τελευταίου, ως τέως Πρωθυπουργού της χώρας και βουλευτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, για το ζήτημα των συμβασιούχων που αφορούσε χιλιάδες εργαζομένων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (βλ.
ΑΠ 1251/2015, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ 1085/2014, ΑΠ 628/2014 και ΑΠ 456/2014). Εξάλλου, από τον τρόπο που εκδηλώθηκε το ως άνω δικαιολογημένο ενδιαφέρον του εναγομένου, ο οποίος εκφράστηκε κατά τρόπο που δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο και τα επιβαλλόμενα όρια της ευπρέπειας, καθώς και από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, ο οποίος κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής του ενάγοντος, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.
Συνεπώς, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 εδ. γ'ΠΚ περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, ισχυρισμός ο οποίος παραδεκτά είχε προβληθεί από τον εναγόμενο με τις πρωτόδικες προτάσεις του και επαναφέρεται από αυτόν με την υπό κρίση έφεσή του, ενώ αντιθέτως δεν κρίνεται εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ εδ. β' ΠΚ περί σκοπού εξύβρισης, ισχυρισμός ο οποίος παραδεκτά είχε προβληθεί από τον ενάγοντα καθ' υποφορά με την αγωγή του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 40.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, κρίνοντας ότι η συμπεριφορά του εναγομένου στοιχειοθετεί το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του ενάγοντος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρονται ,στη μείζονα σκέψη και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, συνεπώς πρέπει να εξαφανιστεί, γενομένης δεκτής της υπό κρίση έφεσης ως κατ' ουσίαν βάσιμης».
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασης δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους παραπάνω λόγους πλημμέλειας καθόσον, με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των, προαναφερθεισών, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων απέρριψε την κατά του αναιρεσίβλητου ασκηθείσα και επί των εν λόγω διατάξεων θεμελειωθείσα (από 25-10-13) αγωγή του αναιρεσείοντος δεχθείσα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα).
α) Ότι η επιδειχθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου-αναιρεσίβλητου δεν πληροί την αντικειμενική υπόσταση της συκοφαντικής δυσφημήσεως ενόψει του ότι "η επίμαχη περικοπή της ομιλίας του εναγομένου αναφερόταν σε γεγονότα αληθή, τα οποία είχαν προηγουμένως απασχολήσει τον ημερήσιο τύπο, όπως αναφέρθηκε, ενώ με τη φράση "απαιτεί αμοιβές, που δεν δικαιούται'' σκοπό είχε να αναδείξει την ηθική διάσταση, του θέματος και ειδικότερα την, κατά τη γνώμη του, ηθική απαξία της συμπεριφοράς του ενάγοντος να απαιτεί αμοιβές από τους εντολείς του μετά τη νομοθετική ρύθμιση που επήλθε με το Π.Δ. 164/2004 και όχι να ισχυριστεί εν γνώσει του ψευδώς ότι οι απαιτήσεις του ενάγοντος ήταν νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον ο τελευταίος δικαιούνταν αμοιβής με βάση τα μεταξύ αυτού και των εντολέων του καταρτισθέντα εργολαβικά δίκης, όπως συνομολογεί άλλωστε ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την υπό κρίση έφεση του».
β) ότι συντρέχει η κατ' ένσταση υποβληθείσα από τον αναιρεσίβλητο περίπτωση άρσεως του άδικου χαρακτήρος της επιδειχθείσας απ' αυτού, ως άνω συμπεριφοράς του συνισταμένης στην ύπαρξη δικαιολογουμένου ενδιαφέροντος ενόψει του ότι "ο ενάγων (αναιρεσείων κατά τον κρίσιμο χρόνο (14-2-2008) ήταν πρόσωπο που παρουσίαζε ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο, επειδή τις προηγούμενες ημέρες το θέμα των συμβασιούχων είχε απασχολήσει τον ημερήσιο τύπο με εκτενή δημοσιεύματα τα οποία αναφερόταν ονομαστικά στον τελευταίο (ενάγοντα) και συνεπώς η ασκηθείσα από τον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) οξεία σε βάρος του κριτική ήταν ανεκτή στα πλαίσια των άρθρων 14 παρ. 1 του Συντάγματος και 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, πήγαζε δε από το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του τελευταίου, ως τέως Πρωθυπουργού της χώρας και βουλευτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, για το ζήτημα των συμβασιούχων που αφορούσε χιλιάδες εργαζομένων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ΑΠ 1251/2015, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ 1085/2014, ΑΠ 628/2014 και 456/2014...
και γ) ότι δεν καταφάσκονται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της προς κατάλυση της παραπάνω (από το άρθρο 367 παρ 1 ΠΚ) ενστάσεως προταθείσης αντενστάσεως του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ περί υπάρξεως ειδικού σκοπού... ενόψει του ότι "από τον τρόπο που εκδηλώθηκε το ως άνω δικαιολογημένο ενδιαφέρον του εναγομένου, ο οποίος εκφράστηκε κατά τρόπο που δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο και τα επιβαλλόμενα όρια της ευπρέπειας, καθώς και από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, ο οποίος κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής του ενάγοντος, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού».
Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανέλεγκτως γινομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό το αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προσβαλλόμενες με του πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έβδομο, όγδοο και ένατο αναιρετικούς λόγους από το άρθ. 559 παρ. 1 ΚπολΔ ως άνω αιτιάσεις οι οποίες για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως βάσιμες. Ο από το άρθρο 559 παρ 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προταθήκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε, τυπικό η ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 249/2017, ΑΠ 37/2008 ΑΠ 2102/2007).
Με του έκτο και ενδέκατο λόγους της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 παρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα κατατεθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους θεμελιωτικούς του ασκηθέντος με την εδική αγωγή δικαιώματος ισχυρισμούς αφενός περί συκοφαντικής δυσφήμησης του από την προαναφερεθσεισα περικοπή της ομιλίας, του αναιρεσίβλητου καθώς και δικαιολογημένου ενδιαφέροντος αυτού (αναιρεσίβλητου) η οποία να αναιρέσει την επιδειχθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του εξαιτίας της υπάρξεως ειδικού σκοπού εξυβρίσεως. Και αφετέρου "περί αναλήψεως από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) υποθέσεων ........ δημοσίων σχολείων επί πολλά έτη και πριν ακόμη την εκ μέρους του (μου) ανάληψη καθηκόντων ως δικηγόρου της ΓΣΕΕ...».
Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ιδίων από τις παραδοχές αυτές ότι α) "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων χειριζόταν υποθέσεις εργατικού δικαίου από την έναρξη της δικηγορικής σταδιοδρομίας του και συγκεκριμένα από το έτος 1982, ωστόσο κατά τη διάρκεια της θητείας του ως νομικού συμβούλου της ΓΣΕΕ και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα 2002-2004 παρείχε τις δικηγορικές υπηρεσίες του σε εκατοντάδες συμβασιούχους του Δημοσίου, οι οποίοι επιδίωκαν τη μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Το γεγονός τούτο συνδέεται αναπόσπαστα με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, την οποία είχαν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν οι ενδιαφερόμενοι από την ως άνω συνδικαλιστική οργάνωση, η οποία ουδέποτε ασχολήθηκε με το ζήτημα του τρόπου αμοιβής του νομικού συμβούλου της για τις δικηγορικές υπηρεσίες που παρείχε στους συμβασιούχους - εντολείς του, ακόμη και μετά την έκδοση του ΠΔ 164/2004 και τις έντονες διαμαρτυρίες μερίδας τούτων».
Β) Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης... γ) "η οξεία σε βάρος του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) κριτική του αναιρεσίβλητου ήταν ανεκτή... πηγάζουσα από το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του τελευταίου ως τέως πρωθυπουργού και βουλευτή για το ζήτημα των συνταξιούχων.... Και δ) "δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης ο οποίος κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής του ενάγοντος..." προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη και τους προταθέντες ως άνω ισχυρισμούς αλλά τους απέρριψε με τις παραπάνω αυτές παραδοχές.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αμφίβολο, (Ολ. Α.Π. 2/2008) ή, κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π. 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το αρθρ.559 περ. 11 γ' αναιρετικός λόγος (ΑΠ 577/2015, ΑΠ 87, 483, 495, 1461/13).
Με δέκατο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, τα προς απόδειξη, της κατά του αναιρεσίβλητου ασκηθείσης αποζημίωσης, μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομισθέντα από το ίδιο έγγραφα και ειδικότερα τις 3581/2014, 4060/2015 και 422/2016 αμετάκλητες αποφάσεις του Πολ.Πρωτ.
Αθηνών (η πρώτη) και του Εφετείου Αθηνών (οι λοιπές). Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η τελευταία έλαβε υπόψη και τις παραπάνω αποφάσεις με την γενική αναφορά».... Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι..." από την οποία, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί του ότι (και) οι εν λόγω αποφάσεις έχουν ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, η δια του ερευνομένου λόγου προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι. από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκληση της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το αριθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1127/13).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2018 και με αριθ. καταθ. 248/2018 αίτηση αναιρέσεως της 2558/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου στα δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ