Legislator Case Law & Legislation
1429/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to untimely appeal and lack of legal interest.

Case Number 1429/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision regarding a landlord-tenant dispute. The appellants argued for the admissibility of their appeal, but the Court found the appeal procedurally defective because it was filed late and the lower court had already substantively rejected the counter-appeal. Consequently, the Court ruled that the appeal lacked legal interest and was inadmissible under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 532, 533, 578 of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if filed out of time or if the lower court has already substantively rejected the counter-appeal, rendering the appeal legally interestless.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Landlord Tenant Dispute Procedural Admissibility Untimely Appeal Legal Interest Supreme Court Appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 577 of the Civil Procedure Code
Article 532 of the Civil Procedure Code
Article 533 of the Civil Procedure Code
Article 578 of the Civil Procedure Code
Article 73 of the Civil Procedure Code
Article 495 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 22 of Law 3693/1957
Article 206 of Law 4389/2016

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 456/2013
Supreme Court Case 640/2015
Supreme Court Case 1479/2013
Supreme Court Case 12/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1429 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1429/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Μ. του Α. και 2) Θ. Μ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Πλάκα.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντιγόνη Καρατζολίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4577/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1100/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12-7-2017 (αρ. κατ. 155/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1100/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως δε αν η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά της νόμιμες διατυπώσεις (532 ΚΠολΔ). Αντικείμενο της έρευνας, κατά το στάδιο αυτό, αποτελεί το εκκλητό ή μη της εκκαλούμενης απόφασης, η νομιμοποίηση του εκκαλούντος και του εφεσίβλητου, η κατάθεση του δικογράφου στον αρμόδιο γραμματέα, η νομότυπη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης και η ενέργεια όλων των άνω διατυπώσεων εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 ΚΠολΔ.

Αν λείπει μία από τις άνω προϋποθέσεις και ιδίως αν η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την συμπλήρωση της οριζόμενης από το άρθρο 518 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, αν η υπόθεση δικάζεται με την τακτική διαδικασία και για την ταυτότητα του νομικού λόγου μετά τη συμπλήρωση της οριζόμενης από το άρθρο 652 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των 15 ημερών, αν η υπόθεση δικάζεται με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 456/2013, πρβλ.επίσης ΑΠ 350/2017).

Κρίσιμος χρόνος για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού είναι ο χρόνος άσκησης της έφεσης με την κατάθεση της κατ' άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, αναφορικά με το διαχρονικό δίκαιο, το άρθρο 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ ορίζει ότι "το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση...".

Κατά δε το άρθρο 652 παρ. 1 ΚΠολΔ όπως τούτο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016, ορίζεται ότι "η προθεσμία της έφεσης είναι 15 ημέρες, αν εκείνος που δικαιούται να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο διαμένει στην Ελλάδα...".

Περαιτέρω, η αναιρεσίβλητη εταιρεία συστήθηκε αρχικά με την επωνυμία ..., με το άρθρο 13 του Ν. 2636/1998, με σκοπό τη διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού - EOT. Κατά δε το άρθρο 1 του ΑΝ 1565/1950 που κυρώθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1624/ 1951, ο EOT αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου - ΝΠΔΔ, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους (Υπουργείο Πολιτισμού).

Στη συνέχεια, η αναιρεσίβλητη, με το άρθρο 9 παρ. 4 του Ν. 2837/2000 μετονομάσθηκε σε ... (ΑΠ 1649/2007). Ακολούθως, με το άρθρο 2 παρ. 1 περ. δ' του Ν. 3270/2004 μετονομάσθηκε σε .... Τέλος, με την με το άρθρο 1 της Δ6Α 1162069 ΚΥΑ ΕΞ/28-11-2011 μετονομάσθηκε σε ... - ΕΤ.Α.Δ ΑΕ, επωνυμία, με την οποία παρίσταται σήμερα (ΣτΕ 4883/2014, ΣτΕ 1589/2007). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 2636/1998 η αναιρεσίβλητη εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως αυτός κάθε φορά ισχύει, πλην αν ορίζεται διαφορετικά.

Ειδικότερα, ο σκοπός της αναιρεσίβλητης είναι η διοίκηση, η διασφάλιση και η αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του EOT και δικαιούται να ενεργεί κάθε πράξη διαχείρισης και διάθεσης για δικό της λογαριασμό και στο όνομά της. Ως περιουσία του EOT, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται τα κάθε είδους κινητά ή ακίνητα πράγματα, που τελούν υπό τη διαχείρισή του και βρίσκονται στην εκμετάλλευσή του με οποιαδήποτε μορφή.

Για την επίτευξη του άνω σκοπού της η αναιρεσίβλητη μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε πράξη ή δραστηριότητα και ιδίως...γ) να εκμισθώνει τα περιουσιακά στοιχεία ή τις επιχειρηματικές μονάδες του EOT... Η αναιρεσίβλητη εταιρεία επίσης, απολαμβάνει των προνομίων του EOT (άρθρ. 19 Ν. 2636/ 1998), προβλέπεται δε η κατάρτιση εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας, καθώς επίσης και κανονισμοί σχετικά με τους όρους και τις διαδικασίες των πράξεων διαχείρισης, μεταξύ των οποίων οι διαδικασίες εκμισθώσεων και γενικά παραχωρήσεων της χρήσης ενοχικού δικαιώματος σε περιουσιακά στοιχεία του EOT κατ' άρθρ. 18 και 20 του Ν. 2636/1998 (ΑΠ 1649/2007, ΑΕΔ 10/2003).

Περαιτέρω, με το άρθρο 188 του Ν. 4389/2016 "Εφαρμοστικός Μνημονίου κ.λπ...." και ειδικότερα, κατά την παράγραφο 1 περίπτωση γ' αυτής, ορίζεται ότι η αναιρεσίβλητη θεωρείται άμεση θυγατρική εταιρεία της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και χάριν συντόμευσης ..., κατά δε το άρθρο 206 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Η εταιρεία (...) και οι άμεσες θυγατρικές της (εκτός από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και το ΤΑΙΠΕΔ) απολαμβάνουν όλων των διοικητικών, οικονομικών, φορολογικών, δικαστικών, ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου προνομίων και ατελειών του Δημοσίου πλην του ΦΠΑ...". Επίσης, σύμφωνα με το τελευταίο άρθρο 240 του ως άνω νόμου 4389/2016 ορίζεται ότι "...η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης" (ΦΕΚ Α'94/27-5-2016).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 1579/2013, ΑΠ 371/2008).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο - δικονομικό απαράδεκτο, με το να απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, μετά την πάροδο της 15ήμερης προθεσμίας του άρθρου 652 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε τότε, την από 15-5-2015 (αρ.

κατ. 18-5-2015) έφεσή τους κατά της υπ' αριθμ. 4577/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επιδόθηκε σ' αυτούς στις 20-4-2015, αν και η έφεσή τους, με βάση το νομοθετικό καθεστώς, που ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης αυτής, στις 17-1-2017, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ήταν εμπρόθεσμη, ως ασκηθείσα εντός της 30ήμερης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 10 του από 26.6/10-7-1944 διατάγματος περί δικών Δημοσίου, τα προνόμια του οποίου απολαμβάνει η αναιρεσίβλητη, κατ' άρθρ. 206 του Ν. 4389/2016 και με βάση την Αρχή της Ισότητας η ανωτέρω παραγραφή ισχύει και για τους αντιδίκους της αναιρεσίβλητης και ήδη αναιρεσείοντες.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, με την επωνυμία ... - ΑΕ, άσκησε κατά των ήδη αναιρεσειόντων την από 25-10-2013 (αρ. κατ. 27722/2013) αγωγή, η οποία εισήχθη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία, ότι με την αγωγή αυτή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι, στο πλαίσιο της άσκησης της διοίκησης και διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας του EOT, στην οποία περιλαμβάνεται και ο τουριστικός λιμένας της Θεσσαλονίκης, κατάρτισε με τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες με την από 9-5-2002 αίτηση-δήλωση ελλιμενισμού, που έγινε αποδεκτή από αυτήν, σύμβαση ελλιμενισμού του σκάφους, με το όνομα ..., συνιδιοκτησίας των εναγομένων, κατά ποσοστό 70% εξ αδιαιρέτου του πρώτου τούτων και 30% εξ αδιαιρέτου του δεύτερου τούτων, στη μαρίνα Θεσσαλονίκης για αόριστο χρονικό διάστημα και ότι, παρά τον ακώλυτο ελλιμενισμό του σκάφους κατά το χρονικό διάστημα από τις 9-6-2002 μέχρι τις 12-2-2009 και τη χρήση των λοιπών υπηρεσιών ελλιμενισμού (παροχής ύδατος και ηλεκτρικού ρεύματος), καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα και πλαγιοδέτησης, για τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα και την έκδοση, κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, των μηνιαίων τιμολογίων, για τα τέλη ελλιμενισμού του σκάφους, που επίσης είχαν επισυναφθεί αναλυτικά στην αγωγή, συνολικής αξίας 61.050,44 ευρώ, οι εναγόμενοι κατέβαλαν στην ενάγουσα τμηματικά μόνο το ποσό των 9.350,02 ευρώ, που καταλογίστηκε στα αρχαιότερα τιμολόγια και τους συμβατικούς τους τόκους και ότι αυτοί συνεχίζουν να της οφείλουν τα τέλη ελλιμενισμού και των πρόσθετων υπηρεσιών του χρονικού διαστήματος από την 1-5-2003 μέχρι τις 12-2-2009, συνολικού ποσού 51.700,42 ευρώ, κατά τα αναλυτικά ποσά χρέους για κάθε μήνα.

Το ποσό αυτό η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζητούσε να υποχρεωθούν να της καταβάλουν οι εναγόμενοι - συνιδιοκτήτες του σκάφους κατά την αναλογία της μερίδος τους με το νόμιμο τόκο, κυρίως με βάση την ενδοσυμβατική τους ευθύνη, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4577/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη κατά την κύρια βάση της, δέχτηκε, ότι η σύμβαση ελλιμενισμού αποτελεί σύμβαση μίσθωσης και δίκασε την αγωγή με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ.

σε συνδ. 591 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ακολούθως, δέχτηκε κατ' ουσίαν την ένσταση πενταετούς παραγραφής του άρθρου 250 αρ. 16 του ΑΚ, την οποία είχαν προβάλει οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες και στη συνέχεια, έκρινε ότι οι αγωγικές αξιώσεις για το χρονικό διάστημα από 1-5-2003 έως 31-12-2004 έχουν παραγραφεί. Κατόπιν τούτου υποχρέωσε τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας τους επί του σκάφους, να καταβάλουν στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ο 1ος τούτων το ποσό των 27.028,08 ευρώ και ο 2ος τούτων το ποσό των 11.583,46 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τη δήλη ημέρα, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο διατακτικό της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 4-5-2015 (αρ. κατ. 1636/2015) έφεση, με πρόσθετους λόγους διά των από 16-1-2017 προτάσεών της (άρθρ. 654 ΚΠολΔ όπως ίσχυε τότε) και οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 15-5-2015 (αρ. κατ. 1768/2015) έφεσή τους, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχτηκε τυπικά, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ... - ΑΕ, ενώ επίσης, απέρριψε και την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής.

Επίσης, το Εφετείο δέχτηκε ότι η εκπρόθεσμη ως άνω έφεση δεν συντρέχει λόγος να μετατραπεί σε αντέφεση, διότι δεν αναφερόταν στα ίδια κεφάλαια της έφεσης της ... - ΑΕ, ούτε και σε αναγκαία με αυτά συνεχόμενα κεφάλαια. Ειδικότερα, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από σύντομη νομική ανάλυση, δέχτηκε τα ακόλουθα, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή: "Το επιτρεπτό και η προθεσμία των ένδικων εφέσεων, προσδιορίζεται από την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών κατά την οποία εκδικάστηκε, η οποία είναι και αυτή που κατά νόμο έπρεπε να τηρηθεί, καθόσον όπως προαναφέρθηκε, οι επίδικες αξιώσεις προέρχονται από σύμβαση ελλιμενισμού σκαφών, η οποία είναι σύμβαση μίσθωσης ακινήτου και ως εκ τούτου, έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 652 ΚΠολΔ, όπως τότε ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης (30.3.2015).

Η εν λόγω απόφαση, επιδόθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας στους εναγομένους στις 20.4.2015, όπως προκύπτει από τις με αριθμ. 4226Γ και ….7Γ/20.4.2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ. Α., οπότε από 20.4.2015 τρέχει η 15νθήμερη προθεσμία της έφεσης τόσο για την ενάγουσα, όσο και για τους εναγομένους, που είναι όλοι κάτοικοι Ελλάδος.

Η με το άνω στοιχείο "α" έφεση της ενάγουσας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα την 5.5.2015 με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εντός της προθεσμίας των 15 ημερών, αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1, 518 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, όπως οι άνω διατάξεις ίσχυαν πριν το ν. 4335/2015).

Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ωστόσο, όσον αφορά τη με το στοιχείο "β" έφεση των εναγομένων, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 18.5.2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1768/18.5.2015) είναι εκπρόθεσμη, αφού ασκήθηκε μετά την άνω προθεσμία των 15 ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης.

Ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των εναγομένων, ότι στην ένδικη διαφορά ισχύει για την άσκηση της έφεσης, η προθεσμία που ισχύει και για το Δημόσιο κατά το άρθρο 10 του Ν.Δ. 26.6/10-7-1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ., γιατί η ενάγουσα εταιρεία που ιδρύθηκε με το Ν. 2636/1998 λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και σκοπό έχει τη διοίκηση, διαχείρηση και αξιοποίηση της περιουσίας του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (EOT), είναι νόμω αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί η ενάγουσα λειτουργεί μεν χάριν του δημοσίου συμφέροντος, διέπεται όμως από τις διατάξεις της ιδιωτικής οικονομίας (άρθρ. 12 παρ. 2 του Ν. 2636/1998) με σκοπό μεταξύ άλλων τη διοίκηση και διαχείριση, αξιοποίηση και εκμετάλλευση των ακινήτων που της έχουν παραχωρηθεί και οι συμβάσεις που συνάπτει με ιδιώτες στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας προς εκπλήρωση του σκοπού της, αποτελούν συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου...

Επομένως η έφεση των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ. 532 ΚΠολΔ), χωρίς να συντρέχει περίπτωση να μετατραπεί κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 523 παρ. 3 ΚΠολΔ σε αντέφεση, καθόσον η έφεση τούτη δεν αναφέρεται στα κεφάλαια της απόφασης που έχουν εκκληθεί με την έφεση της ενάγουσας, ούτε σε αναγκαία με αυτά συνεχόμενα κεφάλαια...".

Με το να καταλήξει το Εφετείο στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και συνεπώς, δεν παραβίασε το δικονομικό απαράδεκτο. Ειδικότερα, από την τελευταία σελίδα της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 4577/2015 απόφασης του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει, ότι αυτή δημοσιεύτηκε στις 30-3-2015 και όπως δέχεται η προσβαλλόμενη (βλ.

σελ. 4 αυτής), αλλά και συνομολογείται από τους διαδίκους, επιδόθηκε στους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες στις 20-4-2015 (βλ. για τη μη αμφισβήτηση της ημερομηνίας επίδοσης, στη σελ. 9 του αναιρετηρίου και στη σελ. 24 των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου). Η υπόθεση, όπως έχει προαναφερθεί, εκδικάστηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί, διότι η σύμβαση ελλιμενισμού είναι σύμβαση μίσθωσης, με την επισήμανση, ότι το Εφετείο κατέληξε στην παραδοχή αυτή, απορρίπτοντας τον 1ο λόγο της έφεσης της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης ... - ΑΕ, με τον οποίο αυτή υποστήριζε, ότι τα τέλη ελλιμενισμού αποτελούν συμβατικό αντάλλαγμα και όχι μίσθωμα και συνεπώς θα έπρεπε η υπόθεση να εκδικαστεί με την τακτική διαδικασία.

Επισημαίνεται επίσης, ότι η παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, διότι το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της σύμβασης ελλιμενισμού και της φύσης των τελών ελλιμενισμού δεν προσβάλλεται από την αναιρεσίβλητη ... - ΑΕ με αντίθετη αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, η προθεσμία της έφεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 652 παρ. 1 ΚΠολΔ (όπως τούτο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015) ήταν 15 ημέρες.

Η διάταξη αυτή ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης (30-3-2015) και εφαρμόζεται για την έρευνα του εμπρόθεσμου της άσκησης της έφεσης (άρθρα 518 παρ. 1 σε συνδ. 24 παρ. 1 Εισ.Ν.ΚΠολΔ). Η προθεσμία αυτή άρχιζε από την επομένη ημέρα της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, δηλαδή στις 21-4-2015 και συμπληρώθηκε στις 5-5-2015, ενώ η έφεση των εναγομένων -αναιρεσειόντων κατατέθηκε στις 18-5-2015, όπως τούτο προκύπτει από την τελευταία σελίδα αυτής, που επισκοπείται παραδεκτά κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης.

Συνεπώς, η έφεση των αναιρεσειόντων ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Επομένως, το Εφετείο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα δεν παραβίασε τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 518 και 532 ΚΠολΔ και συνεπώς, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Επισημαίνεται ότι οι αναιρεσείοντες αιτιώνται περαιτέρω με τον ερευνώμενο 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ότι η έφεσή τους είναι εμπρόθεσμη με βάση το νομοθετικό καθεστώς, που ίσχυε κατά το χρόνο της συζήτησης αυτής ενώπιον του Εφετείου, στις 17-1-2017, με την ειδικότερη επίκληση, ότι η ... - ΑΕ ως θυγατρική εταιρεία της ..., σύμφωνα με το άρθρο 188 του Ν. 4389/2016 (που ισχύει από 27-5-2016), απολαμβάνει των προνομίων του Δημοσίου, όπως προβλέπει το άρθρο 206 του ίδιου νόμου και ειδικότερα, της 30ήμερης προθεσμίας για την άσκηση έφεσης από το Δημόσιο του άρθρου 10 του από 26.6/10-7-1944 διατάγματος περί δικών Δημοσίου και ότι η προθεσμία αυτή, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας των διαδίκων, ισχύει και για τον αντίδικο του Δημοσίου, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση και για τους αναιρεσείοντες, ως αντιδίκους της ... - ΑΕ. Οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες σημειωτέον, προβάλλονται κατ' αρχήν παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρ. 562 αρ. 2 περ. α' ΚΠολΔ, εφόσον οι αναιρεσείοντες - εκκαλούντες, πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τις παραδοχές αυτής, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αλυσιτελείς, διότι ο Ν. 4389/2016 δημοσιεύτηκε στις 27-5-2016 και ισχύει, κατ' άρθρ. 240 αυτού, για το μέλλον, εφόσον η διάταξη του άρθρου 206 αυτού δεν ορίζει το αντίθετο, σύμφωνα με την αρχή της μη αναδρομικότητας των νόμων, που προβλέπει το άρθρο 2 του ΑΚ (Ολ.ΑΠ 810/1980, ΑΠ 421/2009).

Συνεπώς, ο νόμος αυτός δεν ίσχυε κατά το χρόνο της άσκησης της έφεσης με την κατάθεσή της (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), στις 18-5-2015, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για την συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού της έφεσης, κατά τον οποίο ίσχυε η 15ήμερη προθεσμία άσκησης της έφεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 652 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, στις 30-3-2015, κατ' άρθρ. 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, ούτε μπορεί να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής του Ν. 4389/2016 στην ένδικη υπόθεση, κατά την οποία η εκκαλουμένη απόφαση έχει επιδοθεί στους αναιρεσείοντες - εναγομένους και στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 1, 532 και 652 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ας σημειωθεί επίσης, ότι οι αναιρεσείοντες αλυσιτελώς επικαλούνται την ΑΠ 1379/2013, με την οποία εφαρμόστηκε ο μεταγενέστερος νόμος, που ίσχυε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εκείνης στο Εφετείο, κρίνοντας επί διαφορετικού ζητήματος της δίκης και συγκεκριμένα περί υλικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και όχι περί του εκπροθέσμου της έφεσης, που ερευνάται στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, κατόπιν αυτών ο 1ος αναιρετικός λόγος για την παρά το νόμο παραβίαση δικονομικού απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 523 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και η μία από αυτές είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή, ενώ η άλλη, του εφεσιβλήτου στην πρώτη, εκπρόθεσμη, η τελευταία ισχύει ως αντέφεση, χωρίς να απαιτείται ειδικό αίτημα, γιατί η αντέφεση, που οδηγεί στο αυτό αποτέλεσμα με την εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση του διαδίκου, δεν έχει ανάγκη αιτήματος διαφορετικού της έφεσης (ΑΠ 342/2009, πρβλ.

επίσης, ΑΠ 214/2000). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 523 παρ. 1 και 532 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση, η οποία έχει εκδικαστεί με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 591 παρ. 2 ΚΠολΔ) σε συνδ. με τη διάταξη του άρθρου 654 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν τον Ν. 4335/2015, ο εφεσίβλητος μπορεί και αφού παρέλθει η προθεσμία της έφεσης και ακόμη και αν αποδέχθηκε την εκκαλουμένη απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση κατ' αυτής, να ασκήσει και με τις προτάσεις αντέφεση, η οποία είναι παραδεκτή, τότε μόνον, όταν με αυτήν προσβάλλονται τα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης, που έχουν πληγεί με την έφεση, καθώς και εκείνα που συνέχονται αναγκαίως με αυτά.

Και τούτο, διότι από τη διάταξη του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 522 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η άσκηση της αντέφεσης για να είναι παραδεκτή πρέπει να βρίσκεται εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η υπόθεση στο σύνολό της, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια.

Ως "κεφάλαιο" κατά την έννοια του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε και κατά την έννοια του άρθρου 520 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα σε σχέση με τους πρόσθετους λόγους έφεσης, που είναι ταυτόσημες διατάξεις, δεδομένου ότι εισήχθησαν στον ΚΠολΔ με το ίδιο άρθρο 40 (παράγραφοι 3 και 5) του ΝΔ 958/1971 και αποσκοπούν στην περιστολή της ανεπίτρεπτης διεύρυνσης του αντικειμένου της έκκλητης δίκης (ΑΠ 1061/2015) και στην αποτροπή του αιφνιδιασμού του αντιδίκου, είτε εκ μέρους του εκκαλούντος με την άσκηση προσθέτων λόγων έφεσης, είτε εκ μέρους του εφεσιβλήτου με την άσκηση αντέφεσης, νοείται η οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε για το ορισμένο και παραδεκτό (ή) και την βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος προς παροχή έννομης προστασίας, που εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης (ΑΠ 132/2004), διαφοροποιούμενο από τα λοιπά, είτε ως προς το αίτημα, είτε προς την ιστορική του βάση, είτε ως προς αμφοτέρους τους παράγοντες, που το οριοθετούν (ΑΠ 978/2014, ΑΠ 671/2003).

Εξάλλου, αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης, που εφεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια, είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή, αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα, που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος αντίθετων ή απλώς ασύμβατων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα εκκληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 684/2013, ΑΠ 697/2012).

Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι Α) με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι η "δήθεν" εκπρόθεσμη έφεσή τους δεν ισχύει ως αντέφεση, κατ' άρθρ. 523 παρ. 1 ΚΠολΔ παρά το νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, διότι αντικείμενο αμφοτέρων των συνεκδικαζομένων εφέσεων ήταν το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή το ύψος του ανταλλάγματος, που δήθεν, κατά την άποψη της αναιρεσίβλητης, όφειλαν οι αναιρεσείοντες - συνιδιοκτήτες του σκάφους από τη σύμβαση ελλιμενισμού του, άλλως Β) οι λόγοι της αντέφεσής τους, δηλαδή η ύπαρξη και οι όροι της σύμβασης ελλιμενισμού και το ύψος της τιμολόγησης των τελών ελλιμενισμού συνέχονταν αναγκαίως με τα εκκληθέντα με την έφεση της αναιρεσίβλητης ... - ΑΕ κεφάλαια της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το ερευνώμενο με τον 2ο αναιρετικό λόγο νομικό ζήτημα, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά την απόρριψη της έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων - εναγομένων ως εκπρόθεσμης, δίκασε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης - ενάγουσας ... - ΑΕ και αντικρούοντας τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, τους οποίους, αυτοί είχαν προβάλει υπό τη μορφή της αιτιολογημένης άρνησης της εναντίον τους αγωγής, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του: "...H ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" (...

Α.Ε.) ασκεί τη διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση των επιχειρηματικών μονάδων του "Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού" (EOT) βάσει των ν. 2636/1998, ν. 2837/2000, ν. 3270/2004 και ν. 3943/2011. Ως επιχειρηματικές μονάδες του EOT, νοούνται μεταξύ άλλων, οι μονάδες των τουριστικών λιμένων, οι οποίες ανήκουν κατά κυριότητα στον EOT, ή τελούν υπό τη διοίκηση και διαχείριση αυτού, ή έχουν μισθωθεί από αυτόν ή βρίσκονται στη εκμετάλλευσή του με οποιαδήποτε άλλη νομική μορφή.

Μεταξύ των λιμένων αυτών συμπεριλαμβάνεται και ο τουριστικός λιμένας Θεσσαλονίκης, το δε υποκατάστημα με την επωνυμία "..." έχει ως ειδικό σκοπό την εκμετάλλευση τόσο της θαλάσσιας ζώνης όσο και της χερσαίας ζώνης του λιμένα δυνάμει των διατάξεων του ν. 2160/1993. Με την από 9-5-2002 έγγραφη αίτηση-δήλωση ελλιμενισμού, οι εναγόμενοι ζήτησαν από την εναγομένη με την τότε επωνυμία της "..." τη διάθεση χώρου για τον ελλιμενισμό του σκάφους τους με το όνομα "...", ιδιοκτησίας κατά 70% εξ αδιαιρέτου του πρώτου εξ αυτών και κατά 30% εξ αδιαιρέτου του δευτέρου εξ αυτών, από 9.5.2002 και για αόριστο χρονικό διάστημα, δηλώνοντας ότι συμφωνούν ανεπιφύλακτα με τους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπει ο γενικός κανονισμός λειτουργίας Μαρίνων EOT (ΦΕΚ 265/Β11-5-81, 200/Β17-4-86, 312/Β22-6-87) και υποβάλλοντας μαζί με το δηλωτικό ελλιμενισμού και τα λοιπά απαιτούμενα ναυτιλιακά έγγραφα του σκάφους.

Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή από τον Διευθυντή της μαρίνας Θεσσαλονίκης και έτσι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ελλιμενισμού του άνω υπό ελληνική σημαία επαγγελματικού τουριστικού επιβατηγού σκάφους (χαρακτηρισμένο ως Ε/Γ-Τ/Ρ Passenger, Professional Pleasure Ship) χωρητικότητας 160 ατόμων, ήτοι άνω των 50 ατόμων, με το όνομα "..." (...), με αριθμό νηολογίου ….4, λιμένα νηολόγησης τη …., μήκος ολικό 25,20 μ.

και μήκος νηολόγησης 23,15 μ., πλάτος νηολόγησης 6,75 μ. και βάθος νηολόγησης 2,20 μ., ολική χωρητικότητα 71,89 κόρων και καθαρή χωρητικότητα 31,27 κόρων, (βλ. το από 11-7-1998 έγγραφο εθνικότητας του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, το με αριθμ. πιστοποιητικού ….0/2000 πρωτόκολλο γενικής επιθεώρησης μικρού Ε/Γ πλοίου και το με αριθμ.

πιστοποιητικού …..Μ/2008 πρωτόκολλο επιθεώρησης επιβατικού πλοίου), στο χώρο της μαρίνας …, από τις 9-5-2002 και για αόριστο χρονικό διάστημα. Ειδικότερα συμφωνήθηκε να παραχωρήσει η ενάγουσα το δικαίωμα ελλιμενισμού του άνω σκάφους των εναγομένων καθώς και το δικαίωμα χρήσης των παρεχομένων διευκολύνσεων στο χώρο της μαρίνας, έναντι τελών ελλιμενισμού, που καθορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες αποφάσεις του Υπουργείου Ανάπτυξης, καταβλητέων μέχρι το τέλος εκάστου ημερολογιακού μήνα ελλιμενισμού, ενώ τους εναγομένους θα βάρυνε και το παρεχόμενο προς το ελλιμενιζόμενος σκάφος τους νερό καθώς και η τηλεφωνική και ηλεκτρική σύνδεση.

Η άνω αίτηση - δήλωση ελλιμενισμού έχει γραφεί σε ειδικό έντυπο της ενάγουσας με την τότε επωνυμία της, στο οποίο δεν υφίσταται ειδικό πλαίσιο προς συμπλήρωση αριθμ. πρωτοκόλλου, αναφέρονται δε σ' αυτήν τα στοιχεία του άνω σκάφους, τα στοιχεία του πρώτου εναγομένου ως πλοιοκτήτη, του ΑΦΜ αυτού, της ΔΟΥ στην οποία ανήκει, το τηλέφωνο αυτού που τότε άρχιζε από "0", αντί "2" που αρχίζει σήμερα και στο τέλος φέρει την υπογραφή του.

Οι εναγόμενοι παρότι δεν αμφισβητούν ότι το σκάφος τους ελλιμενίζεται στη μαρίνα?... από 9.5.2002 με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του παρόντος αμφισβητούν τη γνησιότητα της υπογραφής του πρώτου εξ αυτών επί του άνω από 9.5.2002 εντύπου αίτησης-δήλωσης ελλιμενισμού, πλην όμως το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτή είναι γνήσια και εντελώς παρελκυστικά αρνούνται τη γνησιότητα αυτής.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την από 11.5.2015 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου ..., που διενεργήθηκε μετά από εντολή των εναγομένων μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο οποίος αποφάνθηκε ότι η υπογραφή στο άνω έγγραφο δεν έχει τεθεί από τον πρώτο των εναγομένων, σε βαθμό όμως υψηλής πιθανολόγησης γιατί η εξέταση του εν λόγω εγγράφου έγινε από φωτοτυπία, όπως ρητά αναγράφεται, ούτε από την κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων (αδελφής του πρώτου), ότι η υπογραφή σ' αυτό δεν είναι του αδελφού της, εμμένοντας στο ότι αυτό δεν φέρει αριθμό πρωτοκόλλου, πλην όμως πλαίσιο για συμπλήρωση αριθμού πρωτοκόλλου δεν έφερε ούτε και το προγενέστερο από 11.9.2001 δηλωτικό ελλιμενισμού, που υπέβαλε προς την ενάγουσα ο πρώτος των εναγομένων με το οποίο ζητούσε ελλιμενισμό του ίδιου σκάφους για 15-20 ημέρες.

Συνηγορούν δε στην παραπάνω παραδοχή και τα εξής γεγονότα από τα οποία συνάγεται συμπερασματικά η γνησιότητα της υπογραφής στο εν λόγω έγγραφο: α) πριν την άσκηση της κρινόμενης αγωγής η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 54888/2010 αγωγή της ζητώντας να της καταβάλουν οι εναγόμενοι για το ίδιο με το επίδικο παραπάνω χρονικό διάστημα τέλη ελλιμενισμού και πρόσθετων υπηρεσιών για το επίδικο σκάφος, κατά τη συζήτηση δε της αγωγής αυτής, -που τελικά απορρίφθηκε ως αόριστη με την υπ' αριθμ. 9758/2013 απόφαση του άνω Δικαστηρίου-, οι εναγόμενοι ομολόγησαν ότι η επίδικη σύμβαση ελλιμενισμού ξεκίνησε την 9.5.2002, χωρίς να αμφισβητήσουν την γνησιότητα της υπογραφής του πρώτου εξ αυτών που υπάρχει στο από 9.5.2002 έντυπο αιτήσεως-δηλώσεως ελλιμενισμού, το οποίο είχε προσκομισθεί με επίκληση από την ενάγουσα με τις από 25.1.2013 προτάσεις της, β) από το έτος 2002 έως τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, οι εναγόμενοι με επιστολές τους προς τις προηγούμενες διοικήσεις της ενάγουσας, δεν αμφισβήτησαν ποτέ το χρόνο ελλιμενισμού του σκάφους των, την εκ μέρους τους χρήση της μαρίνας Θεσσαλονίκης, το νόμιμο των τιμολογίων για τα τέλη ελλιμενισμού που εξέδιδε κάθε φορά η ενάγουσα, παρά μόνο όταν η τελευταία προσέφυγε στα Δικαστήρια έκαναν λόγο περί εσφαλμένης τιμολόγησης αυτών και βέβαια ουδέποτε στις επιστολές τους έγινε μνεία περί μη ύπαρξης αίτησης -δήλωσης ελλιμενισμού του σκάφους των, γ) οι εναγόμενοι παρότι αμφισβητούν ότι ο πρώτος υπέγραψε την από 9.5.2002 αίτηση δήλωση ελλιμενισμού, δεν επικαλούνται πότε άρχισε η σύμβαση ελλιμενισμού του σκάφους τους, οπότε γεννήθηκε η υποχρέωση των για καταβολή τελών ελλιμενισμού, ενόψει ότι υπάρχουν εκ μέρους τους καταβολές από το έτος 2003, ενώ με την από 15.5.2009 εξώδικη δήλωσή τους προς την ενάγουσα, επικαλούνται ότι μεταξύ τους "υφίσταται ενεργός σύμβαση ελλιμενισμού" και δ) αλυσιτελώς οι εναγόμενοι αρνούνται την άνω υπογραφή, καθώς σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων, που εφαρμόζεται σε όλους τους τουριστικούς λιμένες, ανεξάρτητα από το φορέα διαχείρισης αυτών (δημόσιο ή ιδιωτικό) και από το χρόνο λειτουργίας τους, ο οποίος περιέχεται στην υπ' αριθμ.

Τ/9803/5.9. 2009 κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης - Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β' 1323/16.9.2003), υπόχρεος προς καταβολή δικαιωμάτων ελλιμενισμού είναι "ο πλοιοκτήτης, ή ο νόμιμος εκπρόσωπος, ή ο χρήστης τους σκάφους, ο οποίος ευθύνεται και εις ολόκληρο με τον πλοιοκτήτη ως πρωτοφειλέτης" (άρθρ. 2 παρ. 4) και οι εναγόμενοι φέρουν τόσο την ιδιότητα του πλοιοκτήτη όσο και του χρήστη του σκάφους των.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι η άνω σύμβαση ελλιμενισμού δεν ήταν αορίστου, αλλά ορισμένου χρόνου και ότι από 9,5.2002 μέχρι 12.2.2009 που έκαναν χρήση της μαρίνας … καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων πολλαπλές προφορικές συμβάσεις ελλιμενισμού, από τα τέλη Απριλίου μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου εκάστου έτους, οπότε και το πλοίο βρισκόταν στη μαρίνα …, είναι παντελώς αβάσιμος, καθόσον δεν συνάδει με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής με τη λειτουργία τέτοιας έκτασης μαρίνας, όπως η μαρίνα της …, στην οποία ελλιμενίζονται περί τα 242 σκάφη και την οποία εκμεταλλεύεται εταιρία με μέτοχο το Δημόσιο, οι συμβάσεις ελλιμενισμού να είναι προφορικές.

Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του άνω Γενικού Κανονισμού Λειτουργίας Λιμένων, η παραχώρηση εκ μέρους του φορέα διαχείρισης τουριστικού λιμένα, του δικαιώματος ελλιμενισμού σκάφους, αποκτάται μόνο μετά από έγγραφη έγκριση του φορέα διαχείρισης, εφόσον έχουν συμπληρωθεί τα προς τούτα απαραίτητα έγγραφα.

Το πλοίο αυτό είναι ξύλινο παραδοσιακό ιστιοφόρο με μηχανή ντήζελ, που έχει ναυπηγηθεί το έτος 1935 στη Σάμο και λειτουργεί ως καφετέρια εν πλω κατά τους θερινούς μήνες, διεξάγοντας τοπικούς περιηγητικούς πλόες εντός του …. κόλπου. Το ανωτέρω πλοίο έχει χαρακτηριστεί από το Υπουργείο Πολιτισμού ως "κινητό μνημείο" με την υπουργική απόφαση ΥΠΠΟ (ΔΙΛΑΠ/Γ/4556πε/15783/21-3-2003, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 449/τ.

B'/15-4-03 σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3028/2002 γιατί, σύμφωνα με την αιτιολογία της ανωτέρω απόφασης, είναι συνδεδεμένο με τις ναυτικές επιχειρήσεις που διεξήχθησαν στην Ανατολική Μεσόγειο κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και επομένως πρόκειται για σκάφος με σημαντική και αποδεδειγμένη ιστορική αξία.

Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, η ενάγουσα από 9.5.2002 παρέσχε στους εναγομένους θέση ελλιμενισμού για το σκάφος τους το οποίο έκανε ακώλυτη χρήση της Μαρίνας …., καθώς και των πρόσθετων παροχών ύδατος και ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ για τα χρονικά διαστήματα από τις 4-6-2005 μέχρι και τις 25-9-2005 και από τις 20-7-2008 μέχρι τις 24-9-2008, αιτήθηκε και του παρασχέθηκε πρόσθετη υπηρεσία πλαγιοδέτησης.

Σύμφωνα με τις περιλαμβανόμενες στις αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης με αριθμούς Τ/7537/2002 (ΦΕΚ 1468/ 8/21-11-2002), Τ/14381/2003 (ΦΕΚ 1800/8/4-12-2003) και 1633/ 2007 (ΦΕΚ 174/8/9-2-2007) ισχύουσες διατάξεις προσδιορισμού των τιμολογίων ελλιμενισμού, τα μηνιαία τέλη ελλιμενισμού επαγγελματικού επιβατηγού σκάφους άνω των 50 επιβατών μήκους 25,20 μ., όπως το πλοίο συνιδιοκτησίας των εναγομένων, στον τουριστικό λιμένα μαρίνας Θεσσαλονίκης, ανέρχονταν για τα έτη 2002 και 2003 στο ποσό των 625 ευρώ, για τα έτη 2004, 2005 και 2006 στο ποσό των 650 ευρώ για το έτος 2007 στο ποσό των 725 ευρώ, για το έτος 2008 στο ποσό των 760,53 ευρώ και για το έτος 2009 στο ποσό των 783,35 ευρώ.

Επίσης, με βάση τις ίδιες ως άνω υπουργικές αποφάσεις, α) η ετήσια χρέωση κατανάλωσης ύδατος για σκάφος της φύσης και του μεγέθους του επιδίκου ανερχόταν σε 200 κυβικά προς την τιμή χρέωσης εκάστου κυβικού από την ΕΥΑΘ που για τα έτη 2004, 2005 και 2006 ήταν 0,79 ευρώ/κυβικό και επομένως στο ποσό των (200 χ 0,79 =) 158 ευρώ και για τα έτη 2007 και 2008 ήταν 1,17 ευρώ/κυβικό και επομένως στο ποσό των (200 χ 1,17-) 234 ευρώ, β) η χρέωση των παγίων τελών για κάθε ημέρα τηλεφωνικής και ηλεκτρικής σύνδεσης του ελλιμενιζόμενου σκάφους ανερχόταν για τα έτη 2004, 2005 και 2006 στο ποσό των 0,60 ευρώ/ημέρα και για τα έτη 2007 και 2008 στο ποσό των 0,80 ευρώ/ημέρα, ενώ η χρέωση της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος γινόταν βάσει των ενδείξεων του μετρητή της ηλεκτρικής παροχής προς την τιμή χρέωσης εκάστης κιλοβατώρας της ΔΕΗ που ανερχόταν για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα στο ποσό των 0,12 ευρώ/KW και γ) η ημερήσια χρέωση της πλαγιοδέτησης του σκάφους ανερχόταν για το έτος 2005 στο ποσό των 17,33 ευρώ και για το έτος 2008 στο ποσό των 20,28 ευρώ.

Να σημειωθεί, ότι για τον καθορισμό των τιμολογίων ελλιμενισμού λαμβάνονται ιδίως υπόψη το μέγεθος των σκαφών σε μέτρα ολικού μήκους ή πλάτους, η διάρκεια του ελλιμενισμού, η εποχή ελλιμενισμού, η κατηγορία των σκαφών και οι λοιπές παρεχόμενες από τον τουριστικό λιμένα εξυπηρετήσεις σύμφωνα με το επενδυτικό σχέδιο του φορέα διαχείρισης (άρθρ. 31α παρ. 5 του ν. 2160/1993), ενώ οι ειδικοί κανονισμοί και τα τιμολόγια των τουριστικών λιμένων καταρτίζονται από τους φορείς διαχείρισης και υποβάλλονται στο Υπουργείο Ανάπτυξης για έγκριση (άρθρ. 31α παρ. 8 του Ν. 2169/1993, όπως προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρ. 38 του ν. 3105/2003 και τροποποιήθηκε με την παρ. 2 άρθρ. 5 του ν. 3270/2004)...

Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω ισχυουσών διατάξεων, η ενάγουσα εταιρία εξέδωσε κατά το χρονικό διάστημα από τις 9-5-2002 και μέχρι τις 12-2-2009 για το επίδικο σκάφος τα παρακάτω τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που αφορούσαν τα αναφερόμενα σε αυτά τέλη ελλιμενισμού και πρόσθετων υπηρεσιών των παρακάτω ποσών:..., δηλαδή, τιμολόγια συνολικού ποσού 59.078,97 ευρώ.

Στα ανωτέρω τιμολόγια δεν υπάρχει διπλοχρέωση της ίδιας υπηρεσίας για το ίδιο χρονικό διάστημα, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι εναγόμενοι, αλλά μόνο πρόσθετη χρέωση της υπηρεσίας πλαγιοδέτησης για τα χρονικά διαστήματα που αυτή ζητήθηκε. Τα τιμολόγια αυτά αποστέλλονταν κάθε μήνα ταχυδρομικά με απλή επιστολή στους εναγομένους ως συνημμένα σε διαβιβαστικό έγγραφο του Προϊσταμένου του Υποκαταστήματος της Μαρίνας … της ενάγουσας εταιρίας και μάλιστα σε κάποιες από τις επιστολές αυτές αναγραφόταν και το υπόλοιπο της συνολικής οφειλής των εναγομένων, χωρίς όμως να προκύπτουν οι ακριβείς ημερομηνίες παραλαβής τους από τους εναγομένους.

Οι εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη των άνω τιμολογίων που προσκομίζονται από την ενάγουσα, όπως προσκομίζεται και η ετήσια καρτέλα πελάτη από το ηλεκτρονικά τηρούμενο αρχείο του υποκαταστήματός της στη Θεσσαλονίκη, ούτε αρνήθηκαν τις οχλήσεις στις οποίες προέβαινε η ενάγουσα προς αυτούς να καταβάλουν τα ως άνω προσδιορισμένα τέλη ελλιμενισμού.

Η ίδια η μάρτυράς τους, αδελφή του πρώτου εξ αυτών, εξεταζόμενη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σε ερώτηση εάν ο εκπρόσωπος της μαρίνας Θεσσαλονίκης τους οχλούσε για την οφειλή τους, κατέθεσε επί λέξει "πάντα μας έλεγε, γι' αυτό είχαμε δώσει κάποια χρήματα έναντι, κάποιες φορές, όσες είχαμε, για νερό, για ΔΕΗ...", δικαιολόγησε δεν τη μη εξόφληση αυτών στην οικονομική αδυναμία των εναγομένων.

Έναντι δε των οφειλομένων τελών ελλιμενισμού και πρόσθετων υπηρεσιών, οι εναγόμενοι κατέβαλαν:..., δηλαδή κατέβαλαν συνολικό ποσό 9.100,02 ευρώ. Το ποσό αυτό καταλογίστηκε από την ενάγουσα κατ' άρθρο 422 ΑΚ, α) κατά το μέρος των 7.378,55 ευρώ στα ποσά των αρχαιότερων τιμολογίων, με αποτέλεσμα να εξοφληθούν ολικά τα ένδεκα πρώτα προαναφερόμενα τιμολόγια και να καταβληθεί ποσό 577,90 ευρώ έναντι του υπό στοιχείο "12" με αριθ.

…2/29-5-2003 τιμολογίου ποσού 655,11 ευρώ, από το οποίο απομένει οφειλόμενο ποσό 77,21 ευρώ και β) κατά το μέρος του ποσού 1.721,47 ευρώ στους τόκους υπερημερίας των τιμολογίων αυτών από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα ελλιμενισμού μέχρι την ημέρα καταβολής των αντίστοιχων ποσών, εκδοθέντων, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, των παρακάτω τιμολογίων τόκων υπερημερίας της ενάγουσας 1) υπ' αριθ …1/25-2-2003 ποσού 48,90 ευρώ, 2) υπ' αριθ.

…4/25-8-2003 ποσού 137,30 ευρώ, 3) υπ' αριθ. …6/12-10-2004 ποσού 137,23 ευρώ, 4) υπ' αριθ. …7/31-8-2005 ποσού 188,49 ευρώ, 5) υπ' αριθ. …8/10-9-2005 ποσού 335,20 ευρώ, 6) υπ' αριθ, …8/10-8-2006 ποσού 457,58 ευρώ και 7) υπ' αριθ. …7/14-7-2008 ποσού 416,77 ευρώ. Κατά συνέπεια, για το χρονικό διάστημα από Μάιο του έτους 2003 μέχρι τις 12-2-2009, εξακολουθούν να οφείλονται τέλη ελλιμενισμού και πρόσθετων υπηρεσιών ποσού 77,21 ευρώ από το ανωτέρω υπό στοιχείο 12 τιμολόγιο υπ' αριθ.

…2/29-5-2003 και ποσού 51.623,21 ευρώ από τα λοιπά ανωτέρω υπό στοιχεία 13 έως 84 τιμολόγια, ήτοι συνολικού ποσού (51.623,21 + 77,21 =) 51.700,42 ευρώ. Στις 12.2.2009 η παραπάνω σύμβαση λύθηκε, μετά από καταγγελία αυτής από την ενάγουσα, εξαιτίας της μη καταβολής των τελών ελλιμενισμού από τους εναγομένους, δόθηκε μάλιστα στους τελευταίους με το υπ' αριθμ.

…./5/5/2009 έγγραφο της ενάγουσας προθεσμία να απομακρύνουν το σκάφος τους από τη Μαρίνα ….. μέχρι την 11.5.2009. Απαντώντας στο έγγραφο τούτο, ο πρώτος εναγόμενος, με τις από 8.5.2009 και 15.5.2009 εξώδικες δηλώσεις του προς την ενάγουσα, που κοινοποιήθηκαν στην τελευταία στις 14.5.2009 και 27.5.2009 αντίστοιχα (βλ. υπ' αριθ. …7Ε/14.4.2009 και …6Ε/27.5.2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Τ., αντίστοιχα), αφού αναγνώρισε ως ενεργό τη σύμβαση ελλιμενισμού που κατάρτισε με την ενάγουσα, -όπως προαναφέρθηκε- ισχυρίστηκε ότι η χρέωσή του για το άνω χρονικό διάστημα με τέλη ελλιμενισμού συνολικού ποσού 52.700 ευρώ πλέον τόκων είναι υπερβολική και ότι θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη η οικογενειακή και οικονομική κατάστασή του καθώς και το γεγονός ότι το άνω σκάφος έχει χαρακτηριστεί κινητό μουσείο και ότι επίκειται νομοθετική ρύθμιση φροντίδας του σκάφους.

Είναι γεγονός ότι οι εναγόμενοι απευθύνθηκαν σε όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες και υπουργεία και ζήτησαν την απαλλαγή του πλοίου ως κινητού μνημείου από τα τέλη ελλιμενισμού του, πλην όμως δεν εκδόθηκε ποτέ κάποια απόφαση από οποιοδήποτε αρμόδιο φορέα που να τους απαλλάσσει από τα τέλη αυτά. Χαρακτηριστική είναι η από 30.8.2010 επιστολή του πρώτου των εναγομένων, προς Υπουργό Πολιτισμού, Υφυπουργό Τουρισμού, Γεν.

Γραμματέα Υπουργείου Πολιτισμού με την οποία επικαλούμενος την ιστορικότητα του σκάφους, το οποίο εκμεταλλευόταν εμπορικά ζητούσε την παρέμβαση των άνω υπουργών ώστε να δοθεί ατέλεια ελλιμενισμού σ' αυτό και να παραγραφεί το υπάρχον χρέος προς την ενάγουσα, ενώ παραπονούνταν ότι η ενάγουσα κοστολόγησε λαθεμένα τα τέλη ελλιμενισμού.

Όμως λαθεμένη κοστολόγηση των τελών ελλιμενισμού δεν υπάρχει, αφού αυτή βασίζεται σε νόμιμα τιμολόγια που εκδόθηκαν σε εφαρμογή κανονιστικών διατάξεων με ισχύ νόμου, την οποία εφαρμογή στην ουσία αρνούνται αδόκιμα οι εναγόμενοι. Ο επιπρόσθετος όψιμος -ενόψει της δίκης- ισχυρισμός αυτών ότι το επίδικο σκάφος έπρεπε να τιμολογείται όχι με το γενικό τιμολόγιο πλοίων άνω των 50 επιβατών, αλλά με το ειδικό τιμολόγιο ελλιμενισμού για τα χαρακτηριζόμενα ως επαγγελματικά-τουριστικά σκάφη του ν. 2743/1999 αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον το επίδικο σκάφος δεν έχει χαρακτηριστεί διοικητικά ως επαγγελματικό κατά το ν. 2743/1999, αφετέρου για την εφαρμογή του επικαλούμενου τιμολογίου απαιτείται σύμβαση ελλιμενισμού ορισμένου χρόνου που δεν ξεπερνά τις 20 συνεχόμενες ημέρες.

Άλλωστε όπως προκύπτει από τη με αριθμ. 2111/19.4.2008 βεβαίωση του Κεντρικού Λιμεναρχείου Θεσσαλονίκης, την οποία προσκομίζουν οι εναγόμενοι, το σκάφος αυτών είναι "αναγνωρισμένο ως ελληνικό - επιβατηγό - τουριστικό). Όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι το σκάφος τους αρκετούς μήνες κάθε έτους βρισκόταν στο ναυπηγείο της εταιρίας "...." επί της οδού ..., λόγω των αυξημένων αναγκών συντήρησής του εξαιτίας της ξύλινης κατασκευής του και της παλαιότητάς του και όχι στην μαρίνα της Θεσσαλονίκης, όπως επίσης και ότι στις 25-12-2005 υπέστη εκτεταμένες ζημίες από πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο ναυπηγείο όπου βρισκόταν με συνέπεια να αργήσει να επανέλθει στη μαρίνα και επομένως δεν θα έπρεπε να χρεώνεται με τέλη ελλιμενισμού για τους μήνες αυτούς, ομοίως είναι απορριπτέος γιατί σύμφωνα με το άρθρο 8.9 του Γενικού Κανονισμού Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων "εάν το σκάφος πρόκειται να αναχωρήσει οριστικά από τον τουριστικό λιμένα, ο ιδιοκτήτης, κυβερνήτης ή ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, υποχρεούται να το δηλώσει εγγράφως και εγκαίρως στο φορέα διαχείρισης, άλλως ο φορέας διαχείρισης δεν φέρει ευθύνη για τη χρέωση του σκάφους μέχρι να ενημερωθεί εγγράφως για την οριστική αναχώρηση αυτού" και στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται αλλά ούτε και προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ενημέρωσαν οποτεδήποτε εγγράφως την ενάγουσα σχετικά με την αναχώρηση του πλοίου από το θαλάσσιο χώρο της μαρίνας και μάλιστα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε η ενάγουσα να απολέσει το δικαίωμα είσπραξης των αντίστοιχων τελών ελλιμενισμού.

Επομένως ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υπολόγισε την οφειλή των εναγομένων στην ενάγουσα στο άνω ποσό...". Ακολούθως το Εφετείο μετά από νομική ανάλυση των διατάξεων των άρθρων 250 αρ. 16, 251 και 253 του ΑΚ απαντώντας στην ένσταση πενταετούς παραγραφής, που είχαν προβάλει οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες δέχτηκε επίσης τα ακόλουθα: "...Στην ένδικη διαφορά από την 1.1.2004 που άρχισε η παραγραφή για τα τέλη ελλιμενισμού (μισθώματα) χρονικού διαστήματος από την 1-5-2003 μέχρι τις 31-12-2003 συνολικού ποσού 4.827,27 ευρώ και από την 1-1-2005, οπότε και άρχισε η παραγραφή για τα τέλη ελλιμενισμού χρονικού διαστήματος από την 1-1-2004 μέχρι τις 31-12-2004 συνολικού ποσού 8.261,60 ευρώ και μέχρι τις 31-12-2010 που ασκήθηκε η προηγούμενη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 54888/2010 αγωγή της ενάγουσας, η οποία διέκοψε την παραγραφή των επίδικων αξιώσεων κατ' άρθρα 261 και 263 παρ. 2 ΑΚ, ασκήθηκε δε η κρινόμενη αγωγή εντός εξαμήνου από την απόρριψή της, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και ως εκ τούτου οι αξιώσεις καταβολής των τελών ελλιμενισμού και λοιπών πρόσθετων υπηρεσιών που θεωρούνται μισθώματα, του χρονικού διαστήματος από την 1-5-2003 μέχρι τις 31-12-2004 συνολικού ποσού (4.827,27 + 8.261,60 =) 13.088,87 ευρώ έχουν υποπέσει σε πενταετή παραγραφή σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, δεκτής γενομένης εν μέρει και ως ουσία βάσιμης της νόμιμης ένστασης πενταετούς παραγραφής, που πρόβαλαν οι εναγόμενοι.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και έκανε δεκτή εν μέρει την ένσταση παραγραφής ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο πρώτος και δεύτερος λόγος έφεσης με τους οποίους η ενάγουσα αιτιάται ότι εσφαλμένα η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε βάσιμη την ένσταση παραγραφής αφού θεώρησε τα τέλη ελλιμενισμού και τις κοινόχρηστες δαπάνες ως μίσθωμα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον όπως προαναφέρθηκε η σύμβαση ελλιμενισμού είναι σύμβαση μίσθωσης ακινήτου και τα τέλη ελλιμενισμού και οι κοινόχρηστες δαπάνες πληρωμής ύδατος και ρεύματος που κατά τη σύμβαση βαρύνουν τους εναγομένους, εξομοιώνονται με μισθώματα και ως εκ τούτου, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθμ. 16 ΑΚ.

Όσον αφορά την αντένσταση της ενάγουσας περί διακοπής της άνω παραγραφής (άρθρ. 260 ΑΚ) λόγω της εκ μέρους των εναγομένων αναγνώρισης της επίδικης οφειλής, η οποία σιωπηρά απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είναι επίσης αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον για τη θεμελίωσή της η ενάγουσα επικαλείται το γεγονός ότι οι εναγόμενοι λάμβαναν καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης ελλιμενισμού, τα σχετικά με τα τέλη ελλιμενισμού τιμολόγια και τις επιστολές όχλησης κάθε μήνα, ανεπιφύλακτα, χωρίς να διαμαρτυρηθούν, πλην όμως η σιωπή του οφειλέτη ή η παράλειψή του προς απόκρουση σχετικής με το χρέος όχλησης του δανειστή δεν ενέχει αναγνώριση...

Για την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ διακοπή της παραγραφής απαιτείται ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στο δανειστή από την οποία να προκύπτει ότι ο οφειλέτης βρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του δανειστή θεωρεί αυτήν ότι υπάρχει, ώστε να μην είναι αναγκαία η άσκηση της σχετικής αγωγής και τέτοια πραγματική συμπεριφορά, πριν τη συμπλήρωση της παραγραφής, των εναγομένων έναντι της ενάγουσας, δεν αποδείχθηκε.

Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, η ενάγουσα διατηρεί νόμιμη αξίωση καταβολής τελών ελλιμενισμού και πρόσθετων υπηρεσιών από την επίδικη σύμβαση ελλιμενισμού για το ανωτέρω σκάφος, που αφορούν το χρονικό διάστημα από την 1-1-2005 μέχρι τις 12-2-2009, συνολικού ποσού (51.700,42 - 13.088,87 =) 38.611.55 ευρώ, σε βάρος των εναγομένων κατά το ποσοστό της συγκυριότητας καθενός εξ αυτών επί του σκάφους και συγκεκριμένα, κατά του πρώτου εναγομένου κατά ποσό (38.611,55 χ 70% =) 27.028,08 ευρώ και κατά του δεύτερου εναγομένου κατά ποσό (38.611,55 χ 30% =) 11.583,46 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους μηνιαίο ποσό από το τέλος εκάστου μήνα -ελλιμενισμού και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ενόψει του ότι τα τέλη ελλιμενισμού ήταν καταβλητέα την άνω δήλη ημέρα, επιπλέον δε η ενάγουσα απέστελνε κάθε μήνα τιμολόγια χρέωσης και ενημέρωνε τους εναγομένους με επιστολές της για την οφειλή των κατά μήνα υπάρχει δε ρητή πρόβλεψη στον άνω Γενικό Κανονισμό Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων ότι η μη εμπρόθεσμη εξόφληση των δικαιωμάτων ελλιμενισμού επιβαρύνεται με νόμιμους τόκους υπερημερίας, ανεξάρτητα από άλλες κυρώσεις (άρθρ. 9).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που ομοίως έκρινε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν στην ενάγουσα το άνω ποσό ο καθένας, νομιμότοκα όπως προαναφέρθηκε, κάνοντας μερικά δεκτή την κρινόμενη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε. Κατά συνέπεια των παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η έφεση της ενάγουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με το να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα κεφάλαια της από 15-5-2015 έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων δεν αφορούσαν τα κεφάλαια της από 4-5-2015 έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης, ούτε ότι συνέχονταν αναγκαίως με αυτά και ότι συνεπώς η εκπρόθεσμη έφεση των αναιρεσειόντων δεν μπορεί να ισχύσει ούτε ως αντέφεση κατ' άρθρ. 523 ΚΠολΔ, έσφαλε, κατ' αρχήν.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η έφεση της αναιρεσίβλητης ...-ΑΕ, την οποία το Εφετείο ερεύνησε και απέρριψε κατ' ουσίαν, έπληττε την πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα διότι, κατά την άποψή της, τα δικαιώματα ελλιμενισμού και των λοιπών υπηρεσιών του σκάφους συνιστούσαν συμβατικό αντάλλαγμα για τις προαναφερόμενες υπηρεσίες και ότι η σύμβαση ελλιμενισμού και των λοιπών παρεχομένων υπηρεσιών δεν υπάγεται στην έννοια της σύμβασης μίσθωσης (1ος λόγος της έφεσης της ...-ΑΕ), ότι για το λόγο αυτό οι ένδικες αξιώσεις αυτής δεν έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 16 ΑΚ (2ος λόγος της έφεσης) και ότι τέλος, εσφαλμένα απορρίφθηκε το αγωγικό της αίτημα για να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή (3ος λόγος της έφεσης της αναιρεσίβλητης ...-ΑΕ).

Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 15-5-2015 (εκπρόθεσμης) έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων προκύπτει, ότι αυτοί ζητούσαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης για τους παρακάτω λόγους έφεσης: Α) διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα αξιολόγησε την από 9-5-2002 έγγραφη αίτηση ελλιμενισμού, επί της οποίας αμφισβήτησαν την γνησιότητα της υπογραφής του 1ου εκκαλούντα - 1ου εναγομένου και ήδη 1ου αναιρεσείοντα, η οποία ασκούσε ουσιώδη επιρροή στο χρόνο κατάρτισης της σύμβασης ελλιμενισμού και αντίστοιχα στο ύψος της οφειλής τους (1ος λόγος έφεσης των αναιρεσειόντων), Β) διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε, για την εξεύρεση του ύψους των χρεώσεων, το τιμολόγιο ελλιμενισμού μεγάλων σκαφών, ενώ θα έπρεπε να εφαρμοστεί το τιμολόγιο για μικρά σκάφη, Γ) διότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίζονταν κατ' έτος προφορικές ξεχωριστές συμβάσεις ορισμένου χρόνου και όχι μια σύμβαση ελλιμενισμού αορίστου χρόνου (3ος λόγος έφεσης), Δ) διότι εσφαλμένα χρεώθηκε με τέλη ελλιμενισμού το ξύλινο σκάφος τους, που θεωρείται "μνημείο", κατά τους μήνες, που αυτό βρισκόταν εκτός μαρίνας (4ος λόγος έφεσης), Ε) διότι η χρέωση των τελών ελλιμενισμού θα έπρεπε να υπολογιστεί, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 1 περ.

β' του Ν. 2743/1999 (5ος λόγος έφεσης), ΣΤ) διότι εσφαλμένα επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας από το τέλος κάθε μήνα (6ος λόγος έφεσης), Ζ) διότι δεν καταρτίστηκε νέα σύμβαση ελλιμενισμού για το χρονικό διάστημα 1-1-2007 έως 12-2-2009 και εσφαλμένα χρεώθηκαν με αντίστοιχα τέλη ελλιμενισμού (7ος λόγος έφεσης) και Η) διότι επικουρικά, εάν θα έπρεπε να ερευνηθεί η επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η αποδοτέα από τους εναγομένους - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες ωφέλεια ανερχόταν μηνιαίως σε 372 ευρώ (8ος λόγος της έφεσης των αναιρέσειόντων).

Επομένως, από την αντιπαραβολή των λόγων και των δύο εφέσεων προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη ...-ΑΕ έπληττε τη νομική μορφή των τελών ελλιμενισμού υποστηρίζοντας ειδικότερα, ότι τα τέλη ελλιμενισμού αποτελούν συμβατικό αντάλλαγμα και δεν συνιστούν μίσθωμα, ότι για το λόγο αυτό η αγωγή θα έπρεπε να εκδικαστεί με την τακτική διαδικασία και ότι, συνεπώς δεν ίσχυε η πενταετής παραγραφή των αξιώσεών της, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 250 αρ. 16 ΑΚ και συνακόλουθα θα έπρεπε η αγωγή της να γίνει δεκτή ως προς το σύνολο του αιτούμενου ποσού των τελών ελλιμενισμού.

Από την πλευρά τους οι ήδη αναιρεσείοντες αμφισβήτησαν τον χρόνο έναρξης της σύμβασης (9-5-2002) και τη διάρκεια αυτής και υποστήριζαν, ότι καταρτίστηκαν προφορικές ξεχωριστές συμβάσεις ελλιμενισμού ορισμένου χρόνου και όχι μια σύμβαση αορίστου χρόνου, καθώς επίσης, το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού της σε βάρος τους τιμολόγησης των τελών ελλιμενισμού, που ζητούσαν να μειωθούν.

Επομένως, αντικείμενο και των δύο εφέσεων ήταν τα τέλη ελλιμενισμού, που όφειλαν οι αναιρεσείοντες από τη σύμβαση ελλιμενισμού, που είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων.

Συνεπώς, η εκπρόθεσμη έφεση των αναιρεσειόντων αφορούσε το ίδιο κεφάλαιο της έφεσης της αναιρεσίβλητης (τέλη ελλιμενισμού), ενώ, σε κάθε περίπτωση και οι δύο εφέσεις είχαν αντικείμενο, που προέρχεται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία (ύψος τελών ελλιμενισμού από τη μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση). Κατά συνέπεια η εκπρόθεσμη έφεση των αναιρεσειόντων βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης της αναιρεσίβλητης, διότι αφορά τα ίδια κεφάλαια αυτής, άλλως τα συνεχόμενα αναγκαίως με αυτά. Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται και από το γεγονός, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και απέρριψε ως απαράδεκτη την εκπρόθεσμη έφεση, κατά την ουσιαστική έρευνα της αντίθετης έφεσης της αναιρεσίβλητης, επί της ουσίας ερεύνησε και όλους τους λόγους της εκπρόθεσμης έφεσης, οι οποίοι είχαν προταθεί ως αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής της αναιρεσίβλητης ... - ΑΕ, με τις από 27-10-2014 προτάσεις των τότε εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, που παραδεκτά επίσης επισκοπούνται ως διαδικαστικά έγγραφα της δίκης για τις ανάγκες του ερευνώμενου 2ου αναιρετικού λόγου.

Συνεπώς, η εκπρόθεσμη έφεση των ήδη αναιρεσειόντων - εναγομένων θα έπρεπε να ισχύσει ως αντέφεση ασκηθείσα διά των προτάσεων (άρθρ. 654 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν τον Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση κατ' άρθρ. 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι ίσχυε επίσης κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, στις 30-3-2015). Κατά συνέπεια το Εφετείο, με το να απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης την από 15-5-2015 (αρ. κατ. 1768/2015) έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, παραβίασε κατ' αρχήν τις διατάξεις των άρθρων 523 παρ. 1 σε συνδ. 654 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επειδή, όμως, το Εφετείο για να απορρίψει κατ' ουσίαν και την έφεση της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας εξέτασε όλους τους λόγους της, ως αντέφεσης ισχύουσας, εκπρόθεσμης έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων - εναγομένων, που είχαν προταθεί κατά τα ανωτέρω, ως αρνητικοί αγωγικοί ισχυρισμοί.

Συνεπώς, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη του την αντέφεση των αναιρεσειόντων, την οποία ερεύνησε κατ' ουσίαν. Εξάλλου, στη συνέχεια, με το να επικυρώσει την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 4577/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και συνακόλουθα, ο 2ος αναιρετικός λόγος προβάλλεται αλυσιτελώς και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως, ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι οι εσφαλμένες αιτιολογίες της απόφασης, στηρίζουν εκ του πράγματος ορθό διατακτικό. Επομένως, ελλείπει το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων, για να ασκηθεί ο σχετικός 2ος αναιρετικός λόγος, το οποίο ερευνάται αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρ. 73 ΚΠολΔ σε κάθε στάση της δίκης και άρα και ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 640/2015).

Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αίτησης αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει, ύστερα από την αντικατάσταση με τις ανωτέρω ορθές αιτιολογίες του εσφαλμένου κατά τα ανωτέρω αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζει όμως ορθό διατακτικό, αναφορικά με το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης περί της ως αντέφεσης ισχύουσας εκπρόθεσμης έφεσης, το οποίο ερευνήθηκε και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει, κατ' άρθρ. 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 12/2011), να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα μειωμένα κατ' άρθρ. 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που απολαμβάνει των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 206 του Ν. 4389/2016, το οποίο ισχύει, όπως έχει ήδη εκτεθεί, από 27-5-2016 και συνεπώς, εφαρμόζεται στην παρούσα αναιρετική δίκη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-7-2017 (αρ. κατ. 155/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1100/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία μισθωτικών διαφορών). Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα μειωμένα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ