1429/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1429/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1429 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1429/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ", με διακριτικό τίτλο "ΟΑΕΔ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Θλιβέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μπαμπατζιμόπουλο, που ανακάλεσε την από 17-11-2016 δήλωσή του για παράσταση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2013 ανακοπή 583 ΚΠολΔ και αρνητική αναγνωριστική αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η απόφαση 10430/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-12-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 12-2-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Κλαδογένη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.4του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο ορίζει, ότι στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας και γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος υπήγαγε σε αυτά.
Κατά δε το άρθρο 2 ιδίου Κώδικος τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις, υπαγόμενες σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, επιτρεπομένης μόνο της παρεμπίπτουσας εξέτασης ανακυπτόντων ζητημάτων. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και επομένως ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 4 Κ.Πολ.Δικ.
αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση, που κρίθηκε από το δικαστήριο, δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 Κ.Πολ.Δικ. Εξ άλλου, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 2, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.
Από τις πράξεις των διοικητικών αρχών, διοικητικές διαφορές ουσίας δεν προκαλεί κατά την έννοια του άρθρου 94 του Συντάγματος κάθε μία από τις πράξεις αυτές που φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα μονομερούς διοικητικής πράξεως, από την οποία παράγονται έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνον εκείνη, η οποία, στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν την δημόσια διοικητική δράση, επιδιώκει δημόσιο σκοπό.
Οι λοιπές μονομερείς πράξεις της Διοικήσεως, όσες δηλαδή είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων ιδιωτικού δικαίου, δημιουργούν διαφορές που ανήκουν στην γενική, σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 94), δικαιοδοσία που έχουν τα πολιτικά δικαστήρια στις περιπτώσεις προσβολής ιδιωτικών δικαιωμάτων.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 73 ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) ρυθμίζει λεπτομερώς την άσκηση από τον θιγόμενο ιδιώτη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων ανακοπής τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη διοικητικής εκτελέσεως. Με το άρθρο 1 του ν. 1406/1983 έχουν υπαχθεί στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται στην παρ. 2 εδ.
ια’ του ιδίου άρθρου και αυτές, που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας, που αφορά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι στην περίπτωση, κατά την οποία ο τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 Κ.Ε.Δ.Ε., που αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτελέσεως, ενσωματώνει ιδιωτική απαίτηση του Δημοσίου, ακόμη και για τις παρεπόμενες αυτής απαιτήσεις του ιδίου ή και των νομικών προσώπων στα οποία έχει επεκταθεί η εφαρμογή του Κ.Ε.Δ.Ε.,η διαφορά, που δημιουργείται με την άσκηση της από την διάταξη του άρθρου 73 ίδιου Κώδικα απορρεούσης ανακοπής από τον θιγόμενο ιδιώτη, φέρει τα στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, η φύση της οποίας δεν μεταβάλλεται με την παρεμβολή της διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της διοικήσεως και την είσπραξη της απαιτήσεως από το Δημόσιο Ταμείο.
Επομένως δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής έχουν σύμφωνα με τα ανωτέρω, και μετά την ισχύ του ν. 1406/1983 τα πολιτικά δικαστήρια (Α.Ε.Δ. 2/1993, Α.Ε.Δ.8/1989, Α.Π. 1320/2002). Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 5 παρ. 5 του π.δ. 1/1990 "Προστασία εργαζομένων επί αφερεγγυότητας εργοδότη" ορίζονται τα εξής: "1.
Σκοπός "του λογαριασμού προστασίας εργαζομένων από την αφερεγγυότητα του εργοδότη", είναι η πληρωμή ανεξόφλητων, λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη, αποδοχών μέχρι τριών (3) μηνών, που προέρχονται από σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας και εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών, που προηγείται της υποβολής της αιτήσεως ή της δηλώσεως για κήρυξη της πτώχευσης, εφόσον εκδοθεί απόφαση που κηρύσσει τον εργοδότη σε πτώχευση, ή διαπιστωθεί ότι η επιχείρηση έκλεισε οριστικά και ότι λόγω ανεπάρκειας του ενεργητικού δεν δικαιολογείται η έναρξη διαδικασίας πτωχεύσεως ή από τη δημοσίευση της προβλεπόμενης, από τη νομοθεσία ιδιωτικής ασφάλισης, υπουργικής απόφασης περί ασφαλιστικής εκκαθάρισης, ή από τη δημοσίευση της απόφασης, με την οποία τίθεται σε εκκαθάριση ο εργοδότης,"άρθρο 5 παρ. 5.
Με την πληρωμή των ανεξόφλητων αποδοχών ο Ο.Α.Ε.Δ. υποκαθίσταται αυτοδικαίως στα αντίστοιχα δικαιώματα των εργαζομένων". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 154 ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας),, όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο για την ένδικη διαφορά χρόνο, σε περίπτωση συντάξεως από τον σύνδικο της πτωχεύσεως πίνακα διανομής του εκπλειστηριάσματος καθώς και κάθε ποσού που εισέπραξε καθ’ οιονδήποτε τρόπο για λογαριασμό της πτωχεύσεως, οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας κατατάσσονται στην τρίτη σειρά των γενικών προνομίων.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη ανακοπή του εκθέτει, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, τα εξής: Με την υπ’ αριθμ. 24.677/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ορίσθηκε σύνδικος της πτωχεύσεως της εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και κατόπιν δικών που διεξήγαγε υπό την ιδιότητα του αυτή, συγκεντρώθηκε προς διανομή, στους πτωχευτικούς πιστωτές το ποσό" των 211.015,08 ευρώ.
Με τις υπ’ αριθμ. ...-5-2006 και ...-11-2006 πράξεις της Εισηγήτριας της πτωχεύσεως, ο καθ’ ού "Ο.Α.Ε.Δ." (ήδη αναιρεσείων) αναγνωρίσθηκε πιστωτής του συνολικού ποσού των 91.613,27 ευρώ. Επίσης, η ως άνω Εισηγήτρια όρισε ότι η διανομή των χρημάτων στους πιστωτές θα πραγματοποιηθεί στο γραφείο του συνδίκου, κατά τις ημερομηνίες 14-6-2006, 16-6-2006 και 22-12-2006.
Περιλήψεις των πράξεων της Εισηγήτριας δημοσιεύθηκαν νομίμως με την επιμέλεια του ιδίου (ανακόπτοντος), πλην όμως δεν εμφανίσθηκε εκπρόσωπος του καθ’ ού η ανακοπή για την είσπραξη του προναφερομένου χρηματικού ποσού των 91.613,27 ευρώ. Μετά από επανειλημμένες τηλεφωνικές επικοινωνίες του με υπαλλήλους του "Ο.Α.Ε.Δ.", τρεις επιστολές του, μία εξώδικη δήλωση του, το διοικητικό συμβούλιο του "Ο.Α.Ε.Δ." απεφάνθη, ότι έπρεπε να καταθέσει το οφειλόμενο ποσό των 91.613,27 ευρώ σε συγκεκριμένο λογαριασμό αυτού ("Ο.Α.Ε.Δ.") στην ...
Τράπεζα, προσαυξημένο όμως κατά το ποσό των 37.187,80 ευρώ λόγω τόκων υπερημερίας, κατά το διαρρεύσαν, από τις ορισθείσες ημερομηνίες καταβολής των χρημάτων στους πτωχευτικούς πιστωτές, χρονικό διάστημα. Μετά την προς αυτόν επίδοση της σχετικής αποφάσεως κατέθεσε στον υποδειχθέντα τραπεζικό λογαριασμό το προειρημένο ποσό των 91.613,27 ευρώ, όχι όμως και τους αιτηθέντες τόκους και έτσι το Δ.Σ.
του "Ο.Α.Ε.Δ." εξέδωσε πράξη βεβαιώσεως οφειλής ποσού 37.187,80 ευρώ, επί τη βάσει της οποίας εξεδόθησαν σε βάρος του από την .../23-4-2013 ατομική ταμειακή βεβαίωση και η υπ’ αριθμ. ...25-4-2013 ατομική ειδοποίηση χρεών για το ίδιο ποσό. Αιτείται δε κατόπιν αυτού ο ανακόπτων με την ένδικη ανακοπή του, να ακυρωθούν οι εκδοθείσες σε βάρος του, ως άνω, πράξεις βεβαίωσης οφειλής, ατομική ταμειακή βεβαίωση και ατομική ειδοποίηση χρεών.
Επικουρικώς δε ασκεί με το ίδιο δικόγραφο αρνητική αναγνωριστική αγωγή με αίτημα να αναγνωρισθεί, ότι δεν οφείλει το επίδικο ποσόν των τόκων. Ο καθ’ ού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείων "Ο.Α.Ε.Δ.", που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, κατά την εκδίκαση της ανακοπής προέβαλε την ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας ισχυριζόμενος ότι η απαίτηση του, προερχόμενη από υποκατάσταση του, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 5 του Π.Δ. 1/1990, στις καταβληθείσες εκ μέρους του απαιτήσεις των εργαζομένων στην πτωχεύσασα εταιρεία με την επωνυμία "...
Ο.Ε.", από μη καταβληθείσες αποδοχές και ασφαλιστικές εισφορές, συνολικού ύψους 33.984,952 δρχ. (99.735,73 ευρώ), είναι δημοσίου δικαίου, διότι η δράση του αποβλέπει στην πραγμάτωση δημοσίου σκοπού, ήτοι στην προστασία των εργαζομένων από την αφερεγγυότητα του εργοδότη και επομένως δημοσίου δικαίου είναι και η επίδικη παρεπόμενη απαίτηση των τόκων υπερημερίας, υπαγόμενη στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος που προβάλλεται ήδη με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, ως πλημμέλεια κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που έκρινε αντιθέτως, τυγχάνει αβάσιμος. Τούτο δε διότι από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ανακοπής αλλά και του αντίστοιχου λόγου αναιρέσεως προκύπτει, ότι οι απαιτήσεις των εργαζομένων κατά της πτωχευσάσης εταιρείας αφορούσαν μισθούς και ασφαλιστικές εισφορές που αποτελούν αντικείμενο διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, για τις απαιτήσεις τους δε αυτές, σε περίπτωση αναγγελίας τους, θα κατετάσσοντο στο σχετικό πίνακα στην Τρίτη σειρά των γενικών προνομίων σύμφωνα με το άρθρο 154 του Πτωχευτικού Κωδικός.
Εφόσον δε ο αναιρεσείων κατέβαλε στους εργαζομένους τα ποσά των εν λόγω απαιτήσεων τους, υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως, σύμφωνα με την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 5 του π.δ. 1/1990, στην αντίστοιχη ιδιωτική χρηματική απαίτηση τούτων και συνακολούθως στην παρεπόμενη απαίτηση τους για τους οφειλόμενους επί των καταβληθέντων ποσών τόκους.
Κατά συνέπεια", η διαφορά που δημιουργήθηκε με την άσκηση της από την διάταξη του άρθρου 73 του Κ.Ε.Δ.Ε. ένδικης ανακοπής φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, η φύση της οποίας δεν μεταβάλλεται με την παρεμβολή της διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα του αναιρεσείοντος και με την επιδίωξη εισπράξεως της απαιτήσεως από την Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία.
Επομένως, δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής έχουν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τα πολιτικά δικαστήρια, και ως εκ τούτου το δίκασαν δικαστήριο που έκρινε, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, ότι είχε δικαιοδοσία και χώρησε στην εκδίκαση της ανακοπής, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 4 Κ.Πολ.Δ.
και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 340, 342 του Α.Κ., ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής καθίσταται υπερήμερος, και οφείλει , επί χρηματικής οφειλής, τους αντιστοίχους τόκους, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του από τον δανειστή. Ωστόσο αυτός δεν καθίσταται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.
Η υπαιτιότητα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιώσεως του δανειστή, αλλ’ αντιθέτως, η έλλειψη αυτής θεμελιώνει καταλυτική της αγωγικής αξιώσεως ένσταση, την οποία οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο οφειλέτης, οπότε θα θεωρηθεί, ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσεως της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επελεύσεως της.
Περαιτέρω, απόσβεση της ενοχής επέρχεται και με την δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής, η οποία, όπως προκύπτει από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 427, 431 Α.Κ. αποτελεί δικαίωμα του οφειλέτη, ισοδυναμεί δε με καταβολή και είναι επιτρεπτή, επαγόμενη το ως άνω αποτέλεσμα, όταν συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στον νόμο περιπτώσεις, δηλαδή όταν ο δανειστής έγινε υπερήμερος κατά τις διατάξεις των άρθρων 349 επ.
Α. Κ. ή όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την παροχή του για λόγο που αφορά το πρόσωπο του δανειστή ή εξ αιτίας εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του (Α.Π. 1325/2014, 684/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε με την προσβαλλομένη και τελεσίδικη καταστάσα απόφαση του τα ακόλουθα: "Ο ανακόπτων, δυνάμει της αριθμ. 24.677/1998 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ορίσθηκε οριστικός σύνδικος της πτώχευσης της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...
Ο.Ε.". Με τις υπ’ αριθμ. ...-05- 2006 και ...-11-2006 πράξεις της Εισηγήτριας των πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες εκδόθηκαν κατόπιν υποβολής σχετικών αιτήσεων εκ μέρους του ανακόπτοντος, ως συνδίκου, αναγνωρίσθηκε ο πρώτος καθού "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" πιστωτής στην εν λόγω πτώχευση, για το συνολικό ποσό των 91.613,27 ευρώ (συγκεκριμένα, για το ποσό των 76.163,40 ευρώ με την πρώτη πράξη και για το ποσό των 15.449,87 ευρώ με τη δεύτερη πράξη).
Η διανομή των ανωτέρω ποσών ορίσθηκε να γίνει αντίστοιχα στις 16-06-2006 (για το ποσό των 76.163,40 ευρώ) και στις 22-12-2006 (για το ποσό των 15.449,87 ευρώ) στο γραφείο του συνδίκου (ανακόπτοντος) στη Θεσσαλονίκη. Επιπλέον, περιλήψεις των εν λόγω πράξεων δημοσιεύθηκαν με μέριμνα του τελευταίου στα υπ’ αριθμ. ...19-05-2006 και .../01-12-2006 τεύχη του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών.
Ωστόσο, κατά τις παραπάνω ημερομηνίες κανένας εξουσιοδοτηθείς υπάλληλος του πρώτου καθού "Ο.Α.Ε.Δ." δεν προσήλθε για να εισπράξει το ως άνω συνολικό ποσό των 91.613,27 ευρώ. Μετά την πάροδο των ανωτέρω ημερομηνιών ο ανακόπτων ως σύνδικος της πτώχευσης απευθύνθηκε στη Νομική Υπηρεσία του πρώτου καθού, προκειμένου να ενημερωθεί για τον τρόπο με τον οποίο θα απέδιδε τα χρήματα στον τελευταίο, καθόσον υπήρχε, όπως πληροφορήθηκε από τους σε αυτόν ("Ο.Α.Ε.Δ.") εργαζόμενους, διχογνωμία ως προς το εάν αυτά έπρεπε να κατατεθούν σε τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου ή σε Δημόσια Οικονομική Εφορία.
Στην προσπάθεια του να πληροφορηθεί τον τρόπο της έγκυρης εκ μέρους του απόδοσης του ως άνω ποσού, επικοινώνησε τηλεφωνικά και με το νομικό σύμβουλο του πρώτου καθού. Μάλιστα, στις 26-06-2007 απέστειλε στον οργανισμό την από 20-06-2007 συστημένη επιστολή του [απηύθυνε αυτήν στη νομική υπηρεσία του οργανισμού, παραθέτοντας και την ένδειξη "υπόψιν κ.
Κ. (πρόκειται για το νομικό σύμβουλο του οργανισμού)], δυνάμει της οποίας εξέθεσε το ως άνω σχετικό με τις απαιτήσεις του πρώτου καθού ιστορικό και κάλεσε τον τελευταίο να παραλάβει, δια νομίμως εξουσιοδοτηθέντος υπαλλήλου του, το παραπάνω ποσό, χωρίς ωστόσο να υπάρξει ανταπόκριση στην εν λόγω πρόσκληση του.
Στις 17-07-2007, ήτοι λίγες ημέρες μετά τη λήψη της παραπάνω επιστολής, συνεδρίασε το διοικητικό συμβούλιο του πρώτου καθού για το ζήτημα της είσπραξης του ως άνω χρηματικού ποσού της πτωχευτικής περιουσίας, που αποτέλεσε και ένα εκ των θεμάτων της συνεδρίασης, ενόψει της προηγηθείσας επιστολής του ανακόπτοντος συνδίκου.
Ο νομικός του σύμβουλος, επικαλούμενος την εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 106 παρ.4 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού (Ν.2362/1995) με αριθμό ...-...26- 02-1997 (ΦΕΚ Β’ 120) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, βάσει της οποίας η είσπραξη των εσόδων του "Ο.Α.Ε.Δ." ανατέθηκε στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, εισηγήθηκε να συνταχθεί πράξη βεβαίωσης οφειλής για το ποσό των 91.613,27 ευρώ και να αποσταλεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., προκειμένου ο καθού Οργανισμός να εισπράξει το ποσό αυτό από το σύνδικο της πτώχευσης.
Η εν λόγω εισήγηση του έγινε δεκτή, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2354/2007 αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου, ωστόσο, παρά την έκδοση της τελευταίας αφενός καμία πράξη βεβαίωσης οφειλής δεν συνετάγη και δεν απεστάλη στη αρμόδια Δ.Ο.Υ. και αφετέρου το περιεχόμενο αυτής (αποφάσεως) ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στον ανακόπτοντα ως σύνδικο της πτώχευσης.
Στις 15-03-2009, ο ανακόπτων σύνδικος της πτώχευσης απηύθυνε στον πρώτο καθού νέα επιστολή, δυνάμει της οποίας, μνημονεύοντας το ιστορικό που εξέθετε στην ως άνω προγενέστερη επιστολή του, καθώς επίσης και την αποστολή αυτής, τον κάλεσε εκ νέου να αναλάβει το ποσό για το οποίο αναγνωρίστηκε πιστωτής στην πτώχευση.
Ενόψει του ότι καμία εξέλιξη δεν έλαβε και πάλι χώρα αναφορικά με το ζήτημα της απόδοσης των χρημάτων, ο ανακόπτων ως σύνδικος της πτώχευσης, στις 26-01-2010 επικοινώνησε τηλεφωνικά με το νομικό σύμβουλο του πρώτου καθού και απέστειλε σε αυτόν, μέσω συσκευής τηλεομοιοτυπίας, την από 25-01-2010 επιστολή του, με την οποία τον κάλεσε να του γνωστοποιήσει το πρόσωπο που νομιμοποιείται στην είσπραξη του ποσού των 91.613,27 ευρώ και τη διαδικασία με τη οποία πρέπει να γίνει η κατάθεση του εν λόγω ποσού, επεξηγώντας ότι οι εν λόγω πληροφορίες ήταν απαραίτητες για τον ίδιο, προκειμένου να ενημερώσει το φάκελο της πτώχευσης και την Εισηγήτρια Δικαστή.
Ως συνημμένα στην εν λόγω επιστολή του έγγραφα απεστάλησαν και οι προαναφερόμενες δύο προγενέστερες επιστολές του. Μετά τη λήψη του ανωτέρω από 25-01-2010 εγγράφου, ο πρώτος καθού, δια του νομικού του συμβούλου, ενημέρωσε το σύνδικο της πτώχευσης ότι αρμόδια για το ζήτημα της είσπραξης του ως άνω ποσού ήταν η Ε.
Σ., δικηγόρος της Νομικής Υπηρεσίας του Οργανισμού. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν η εν λόγω δικηγόρος και ο ανακόπτων σύνδικος της πτώχευσης, η πρώτη προέτρεψε τον τελευταίο, προκειμένου να λάβει χώρα επίλυση του ζητήματος της απόδοσης των χρημάτων (από τον) καθού στον Οργανισμό, να αποστείλει εξώδικη πρόσκληση σε αυτόν (συγκεκριμένα στη νομική υπηρεσία του), κοινοποιούμενη με δικαστικό επιμελητή.
Η αυτή δικηγόρος προέτρεψε επίσης τον ανακόπτοντα ως σύνδικο της πτώχευσης να μην αναφέρει στη σχετική εξώδικη δήλωση του την εκ μέρους του αποστολή των προγενέστερων τριών επιστολών του, καθώς επίσης και τις τηλεφωνικές επικοινωνίες του με το νομικό σύμβουλο του Οργανισμού. Συμμορφούμενος στις υποδείξεις της ως άνω δικηγόρου ο ανακόπτων σύνδικος απέστειλε στη νομική υπηρεσία του "Ο.Α.Ε.Δ." την από 23-02-2010 πρόσκληση του δυνάμει της οποίας, αναφερόμενος μόνο στην τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία, την οποία είχε με την ανωτέρω δικηγόρο, ζήτησε και πάλι να τον ενημερώσουν για τον τρόπο με τον οποίο μπορούσε να αποδώσει το προαναφερόμενο ποσό.
Ωστόσο, καίτοι ο ανακόπτων σύνδικος ενήργησε με βάση τις υποδείξεις του πρώτου καθού, στις 23-03-2010, με αφορμή τη λήψη της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης, συνεδρίασε το διοικητικό συμβούλιο του καθού Οργανισμού, παρουσία και του νομικού συμβούλου του και εγκρίνοντας ομόφωνα τη σχετική εισήγηση του τελευταίου, έλαβε τη με αριθμό 1336/2010 απόφαση του, αναφορικά με το ζήτημα της είσπραξης της αξίωσης του από την πτωχευτική περιουσία.
Ειδικότερα, δυνάμει της εν λόγω αποφάσεως, ο πρώτος καθού ενέκρινε ομόφωνα να λάβει χώρα η απόδοση του ανωτέρω ποσού εκ μέρους του συνδίκου της πτώχευσης με σχετική κατάθεση του στο με αριθμό ... λογαριασμό ταμειακής διαχείρισης που τηρείται (εκ μέρους του "Ο.Α.Ε.Δ.") στην ... Τράπεζα της Ελλάδος. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στο σκεπτικό της σχετικής εισηγήσεως, η οποία και όπως προαναφέρθηκε έγινε δεκτή από το διοικητικό συμβούλιο, αναφορά γίνεται μόνο στην από 23-02-2010 μνημονευόμενη ανωτέρω εξώδικη πρόσκληση του ανακόπτοντος συνδίκου και όχι στις λοιπές επιστολές αυτού, ωσάν να αποτέλεσε η εν λόγω εξώδικη πρόσκληση τη μοναδική όχληση αυτού για το ζήτημα της αποδόσεως της απαίτησης του πρώτου καθού οργανισμού από την πτωχευτική περιουσία.
Σε απάντηση της ανωτέρω αποφάσεως, ο ανακόπτων σύνδικος της πτώχευσης κατέθεσε στις 14-06-2010 ενώπιον του διοικητή και προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του καθού Οργανισμού την από 09-06-2010 αίτηση του, δυνάμει της οποίας αφενός ζήτησε την ανάκληση της υπ’ αριθμ. 1336/2010 αποφάσεως του και αφετέρου γνωστοποίησε σε αυτόν (διοικητή) την εκ μέρους του κατάθεση του ποσού των 91.613,27 ευρώ στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../18-05-2010 γραμμάτιου είσπραξης της "...ς Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.", που εκδόθηκε για την εν λόγω κατάθεση.
Για τη θεμελίωση της σχετικής αιτήσεως του, ο ανακόπτων σύνδικος της πτώχευσης αναφέρθηκε σε όλες τις προσπάθειες που έκανε κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2006 έως 2010 να πληροφορηθεί τη διαδικασία απόδοσης του ποσού των 91.613,27 ευρώ, κατά το οποίο ο καθού Οργανισμός αναγνωρίσθηκε πιστωτής στην πτώχευση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...
Ο.Ε.", επισημαίνοντας επιπλέον αφενός ότι ο καθού Οργανισμός, δια της νομικής του υπηρεσίας, αποδέκτης των σχετικών επιστολών του "κώφευσε" στις σχετικές οχλήσεις του και αφετέρου ότι η μη αναφορά στην από 23-02-2010 εξώδικη πρόσκληση του των προγενέστερων επιστολών του, έγινε καθ’ υπόδειξη της δικηγόρου Ε.
Σ., ενώ ο ίδιος συμμορφώθηκε στις παραινέσεις της τελευταίας, πρωτίστως διότι πρόθεση του ήταν "όχι να εκθέσει οιοδήποτε υπάλληλο ή συνάδελφο του δικηγόρο", αλλά να επιλυθεί οριστικά το ζήτημα της εκ μέρους του αποδόσεως του ως άνω ποσού. Ωστόσο, πέραν του ζητήματος της εισπράξεως του εν λόγω ποσού, το διοικητικό συμβούλιο του καθού Οργανισμού με την 50/20-11- 2012 απόφαση του ενέκρινε και εισήγηση του νομικού συμβούλου περί καταλογισμού στον ανακόπτοντα σύνδικο τόκων υπερημερίας, συνολικού ποσού 37.187,80 ευρώ, καθόσον εκτιμήθηκε ότι ο τελευταίος όφειλε να αποδώσει το ποσό των 91.613,27 ευρώ, ήδη από το έτος 2006 και ειδικότερα από τους ανωτέρω χρόνους διανομής του ενεργητικού της πτώχευσης (συγκεκριμένα το ποσό των 76.163,40 ευρώ από 12-05-2006 και το ποσό των 15.449,87 ευρώ από 23-11-2006, με αποτέλεσμα τη γέννηση τόκων υπερημερίας ποσού 31.664,15 και 5.449,87 ευρώ αντίστοιχα).
Η παραπάνω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του καθού Οργανισμού επιδόθηκε μάλιστα στον ανακόπτοντα σύνδικο στις 27-04-2010, με πρόσκληση της δικηγόρου Ε. Σ. περί αποδόσεως του ανωτέρω συνολικού ποσού των 128.801,07 ευρώ (91.613,27 ευρώ ως κεφάλαιο + 37.187,80 ευρώ ως τόκους). Την άνω απόφαση μετά της σχετικής από 7-2-2013 κατάστασης εισπρακτέων εσόδων του καθού ΟΑΕΔ απέστειλε ο τελευταίος στην αρμόδια του ανακόπτοντος Δ.Ο.Υ.
προκειμένου να προβεί στη βεβαίωση και την είσπραξη του άνω ποσού για λογαριασμό του (ΟΑΕΔ). Κατόπιν τούτων, ο προϊστάμενος της ... συνέταξε τον υπ’ αριθμ. ... χρηματικό κατάλογο σε βάρος του ανακόπτοντα και στη συνέχεια διενεργήθηκε η εν στενή εννοία βεβαίωση του ως άνω ποσού σε βάρος του ανακόπτοντος, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../23-4-2013 ταμειακής βεβαίωσης της άνω ..., απεστάλη δε στον ανακόπτοντα και η με αριθμό ...25-04-2013 ατομική ειδοποίηση χρεών από την ίδια Δ.Ο.Υ.
Ωστόσο είναι προφανής η ολιγωρία του ιδίου του καθού Οργανισμού, αναφορικά με την είσπραξη του ποσού των 91.613,27 ευρώ, καθόσον η σχετική με αριθμό 2354/2007 απόφαση του ουδέποτε υλοποιήθηκε (ουδέποτε έγινε βεβαίωση στη Δ.Ο.Υ. του εν λόγω ποσού - βλ. το με αριθμό ...-07- 2010 υπηρεσιακό σημείωμα του "ΟΑΕΔ") και πρωτίστως ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στον ανακόπτοντα.
Εξάλλου, ο καθού Οργανισμός δια της νομικής του υπηρεσίας ήταν αρμόδιος αφενός να αποσαφηνίσει στο ανακόπτοντα σύνδικο τον τρόπο απόδοσης των χρημάτων και αφετέρου να ελέγξει την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας. Εξάλλου, για πρώτη φορά ο καθού Οργανισμός επρόκειτο να λάβει χρήματα από διανομή στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας και ως εκ τούτου, η σχετική εκκρεμότητα που υφίστατο δεν ήταν ήσσονος σημασίας, δυνάμενη να ξεχασθεί ακόμη και από έναν επιμελή επαγγελματία.
Αναμφίβολα, ο ανακόπτων παρά τη συνέπεια που επέδειξε στο πλαίσιο των καθηκόντων που η ανωτέρω ιδιότητα του ενείχε, βρέθηκε αδικαιολόγητα στη δυσάρεστη θέση του υπόχρεου, επιβαρυνόμενος με τόκους υπερημερίας ύψους 37.187,80 ευρώ, καίτοι ο ίδιος ουδέποτε υπήρξε υπερήμερος, όπως εκ των ανωτέρω προκύπτει, απέναντι στον καθού Οργανισμό, αλλά αντιθέτως ήταν εξαρχής πρόθυμος να αποδώσει τα χρήματα.
Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι το ύψος του ποσού, το οποίο ο ανακόπτων ως σύνδικος της πτώχευσης όφειλε να αποδώσει και εν γένει η τυπικότητα που έπρεπε να χαρακτηρίζει τις ενέργειες στις οποίες προέβαινε, στο πλαίσιο των σχετικών καθηκόντων του, καθιστούσε επιβεβλημένο για αυτόν τον έλεγχο της ορθότητας των διαδικασιών που ακολουθούσε.
Τα όσα ισχυρίζεται ο πρώτος καθού Οργανισμός περί δυνατότητας του συνδίκου να προβεί σε κατάθεση του οφειλόμενου ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό του Οργανισμού απορριπτέα κρίνονται ως αβάσιμα, αφενός διότι ουδείς τον ενημέρωσε για τα επιμέρους στοιχεία ενός τέτοιου λογαριασμού και αφετέρου διότι η τυπικότητα της πτωχευτικής διαδικασίας και οι ευθύνες που ελλοχεύουν για το σύνδικο, σε περίπτωση λάθους του, καθιστούσαν ιδιαίτερα επισφαλή για αυτόν την εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης του, αυτοβούλως με κατάθεση, χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή εξουσιοδοτηθέντος υπαλλήλου του αναγγελθέντος στην πτώχευση Οργανισμού (σημειώνεται ότι όπως αποδείχθηκε με σχετική διάταξη της Εισηγήτριας των πτωχεύσεων είχε κλείσει ο πτωχευτικός λογαριασμός, και έγινε ανάληψη του ανωτέρω ποσού των 91.613,27 ευρώ σε προσωπικό λογαριασμό του συνδίκου, ο οποίος είχε σε κάθε περίπτωση ενδιαφέρον να ολοκληρωθεί η διανομή, να κλείσει η πτώχευση και να λάβει την οριστική αντιμισθία του).
Ομοίως, υπαιτιότητα του ανακόπτοντα συνδίκου δεν μπορεί να συναχθεί ούτε εκ του ότι δεν προέβη σε κατάθεση του ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων καθόσον η εν λόγω δυνατότητα σε καμία περίπτωση δεν συνιστούσε υποχρέωση του, ικανή να τον καταστήσει υπερήμερο οφειλέτη ο ίδιος δε, πίστευε καλόπιστα ότι θα λάβει εντέλει μία υπεύθυνη απάντηση για τον τρόπο απόδοσης των χρημάτων.
Εξάλλου, ακόμη και για τον ίδιο τον πρώτο καθού (Ο.Α.Ε.Δ.) δεν ήταν απολύτως αποσαφηνισμένο το ζήτημα της διαδικασίας είσπραξης της σχετικής απαίτησης του, καθόσον καίτοι αρχικώς όπως προαναφέρθηκε, έκανε λόγο για απόδοση αυτού, μέσω της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., εν συνεχεία αξίωσε την καταβολή του στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην "...
Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.". Επιπλέον, τα ως άνω αποδειχθέντα, κατέδειξαν με απόλυτη σαφήνεια ότι ευθύνη του ανακόπτοντος συνδίκου της πτώχευσης για υπερημερία σε καμία περίπτωση δεν υφίστατο, αφού δικαιολογημένα ο ίδιος δεν γνώριζε την ακριβή διαδικασία απόδοσης του ποσού της διανομής, καθόσον ακόμη και για τη νομική υπηρεσία του καθού Οργανισμού, όπως προεκτέθηκε, το ζήτημα δεν ήταν αποσαφηνισμένο...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το δίκασαν δικαστήριο δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την υπ’ αριθμ. .../23-4-2013 ταμειακή βεβαίωση της Α’ ..., με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος του ανακόπτοντος το ποσό των 37.187,80 ευρώ. Έτσι κρίνοντας το δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 340, 342, 427 του Α.Κ., καθόσον, υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, δεν υπήρξε υπερημερία του ανακόπτοντος αναιρεσιβλήτου ως προς την καταβολή του οφειλομένου στον αναιρεσείοντα χρηματικού ποσού, συνεπαγόμενη την υποχρέωση του προς καταβολή των αντιστοίχων τόκων, αφού η μη έγκαιρη καταβολή του εν λόγω ποσού δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ιδίου αλλά του αναιρεσείοντος, ο οποίος παρά τις επανειλημμένες , προφορικές και έγγραφες ειδοποιήσεις αυτού, δεν προέβη στις αναγκαίες ενέργειες για την είσπραξη του ως άνω ποσού.
Ούτε επίσης στοιχειοθετείται, με βάση τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, ευθύνη του αναιρεσιβλήτου εκ της μη δημόσιας κατάθεσης εκ μέρους του, οφειλομένου χρηματικού ποσού, το μεν διότι η δημοσία κατάθεση αποτελούσε δικαίωμα του, το δε διότι δεν συνέτρεχε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως με ασφάλεια της παροχής, εξαιτίας αβεβαιότητος ή άλλου λόγου αφορώντας το πρόσωπο του δικαιούχου.
Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγω παραβιάσεως των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, με εσφαλμένη ερμηνεία τους αλλά και εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτές των γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών, τυγχάνει αβάσιμος.
Επισημαίνεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση αυτεπάγγελτης έρευνας του προβαλλόμενου με τις προτάσεις αναιρετικού λόγου, και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, εφαρμοστέου, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 του 4335/2015, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, λόγω του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εφόσον δεν υπάρχει σχετική πρόταση του εισηγητή.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, μειωμένων όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/57, της υπ’ αριθμ. 134423/28-12-1992 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 28 παρ. 5 του ν. 2579/98, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Δεκεμβρίου 2014 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" για αναίρεση της 10430/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ