Legislator Case Law & Legislation
1429/2012 AI generated

1429/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1429/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Aπριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1429/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν ειδικές αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα (Α.Π. 181/2011, Α.Π. 1362/2007, Α.Π. 1226/2007).

Keywords

AI generated
medical treatment spinal injury expulsion despite health conditions further medical assessment contrary to medical advice psychiatric reassessment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1429 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1429/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Aπριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Γεωργιάδη.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζ. Δ. Κ., το γένος Δ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Διαλυνά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και λοιπών που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, και που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39139/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2373/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 14-1-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 12-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 299, 330 εδ. β`, 914 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, σε περίπτωση προκλήσεως σωματικής βλάβης από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης του παθόντος προϋποθέτει:

α) σχέση προστήσεως, β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της σωματικής βλάβης και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτελέσεως της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση προστήσεως υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών, κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.

Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο άλλωστε ο κύριος της υποθέσεως, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων.

Ειδικότερα, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε νοσηλευτικό ίδρυμα, αρκεί, για τον χαρακτηρισμό του τελευταίου ως προστήσαντος, η εκ μέρους του παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον ιατρό, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών) δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από το άρθρο 24 του α.

ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν ειδικές αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα (Α.Π. 181/2011, Α.Π. 1362/2007, Α.Π. 1226/2007).

Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου η κρίση για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγτως δεκτά συνιστούν την έννοια της πρόστησης (Α.Π. 639/1996). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 1964/1991 "Κύρωση σύμβασης μεταξύ του Δημοσίου- Ιδρύματος Παπαγεωργίου", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2618/1998: "Ιδρύεται νομικό πρόσωπο Ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου" και με έδρα τη Θεσσαλονίκη, το οποίο απολαύει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις της παρούσας σύμβασης" (παρ. 1). "Το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου είναι κοινωφελές και δεν μπορεί να μετατραπεί σε κερδοσκοπική επιχείρηση που έχει σκοπό το κέρδος.

Τα πάσης φύσεως έσοδα του θα διατίθενται για την κάλυψη των λειτουργικών του δαπανών, τη συντήρηση, ανανέωση και εκσυγχρονισμό του ιατρικού και λοιπού εξοπλισμού του. Τυχόν πλεόνασμα θα διατίθεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Το Νοσοκομείο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, ο οποίος ασκεί και τις αρμοδιότητες του Α.Ν. 2039/1939" (παρ. 2).

Με το άρθρο 27 του Ν. 2737/1999 προστέθηκε στο άρθρο 14 του Ν. 1964/1991 παράγραφος 5, με τα εδάφια α' έως ζ' της οποίας ορίζονται τα εξής: "Στο Γ.Π.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ μπορεί να εγκαθίστανται και να λειτουργούν Τμήματα και Μονάδες Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. που στελεχώνονται με ιατρικό και λοιπό προσωπικό που υπηρετεί σ' αυτά ή με προσωπικό άλλων νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ.

που μεταφέρεται στα τμήματα αυτά, μετά από αίτηση τους. Η εγκατάσταση γίνεται με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας που εκδίδονται εντός έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος μετά από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Γ.Π.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ και γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Νοσοκομείου που υπάγεται το Τμήμα ή η Μονάδα ή το προσωπικό καθώς και του Συντονιστικού Συμβουλίου του Συγκροτήματος Θεσσαλονίκης.

Τα Τμήματα και οι Μονάδες εντάσσονται στον αντίστοιχο τομέα του Γ.Π.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ και αποτελούν Τμήματά του. Το ιατρικό και λοιπό προσωπικό που υπηρετεί στα τμήματα αυτά εξακολουθεί να κατέχει τις θέσεις του στο Νοσοκομείο στο οποίο υπάγεται οργανικά. Το ιατρικό και λοιπό προσωπικό θεωρείται ότι βρίσκεται σε οργανική θέση με το Γ.

Π. Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ και υπάγεται στη δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμόδιων οργάνων του. Προσωπικό που υπηρετεί σε τμήμα που έχει εγκατασταθεί στο Γ.Π.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ μπορεί μετά πάροδο πενταετίας από την απόφαση της εγκατάστασης να επιστρέψει στο Νοσοκομείο όπου υπάρχει η οργανική του θέση μετά από αίτηση του.

Οι τακτικές αποδοχές μισθοδοσίας του ανωτέρω προσωπικού εξακολουθούν να καταβάλλονται από το νοσοκομείο που προέρχεται. Η αποζημίωση για πρόσθετες αμοιβές του παραπάνω προσωπικού, για εφημερίες, εργασία εξαιρέσιμων ημερών, νυχτερινών ωρών, υπηρεσιακή απασχόληση προς συμπλήρωση του υποχρεωτικού ωραρίου, καθώς και για υπερωριακή ή εποχιακών απασχόληση κάλυψη έκτακτων προς υπηρεσιακών την ίδια αναγκών καθορίζεται με την ίδια διαδικασία που ακολουθείται και για τα νοσοκομεία του ΕΣΥ και καταβάλλεται από το Γ.Π.Ν.

του ΠAΠAΓEΩPΓΙOY". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα εξής: Το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ αποτελεί, κατά το συστατικό του νόμο, αμιγές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, πλην των προβλεπομένων στον ίδιο ως άνω νόμο εξαιρέσεων, στο απασχολούμενο δε από αυτό ιατρικό προσωπικό μπορεί να ενταχθούν με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας ιατροί του Ε.Σ.Υ., οι οποίοι, ναι μεν εξακολουθούν να κατέχουν τις θέσεις τους στα νοσοκομεία (ΝΠΔΔ) , στα οποία υπάγονται οργανικά, αφού δύνανται να επανέλθουν σ' αυτά μετά πάροδο πενταετίας, πλην όμως από την ένταξή τους στο ιατρικό προσωπικό του Γ.Π.Ν.

ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ τελούν πλέον σε οργανική σχέση μ' αυτό, υπαγόμενοι στη δικαιοδοσία και στον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του. Κατά την παροχή συνεπώς των ιατρικών υπηρεσιών τους στο τελευταίο, το οποίο έχει εξαιρεθεί από το ΕΣΥ (άρθρο 13 παρ.11 του ν. 2889/2001), δεν εκπληρώνουν δημόσια υπηρεσία ή υπηρεσία ν.

π. δ. δ., ώστε να ανακύπτει ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου έναντι του παθόντος κατά τις διατάξεις των άρθρων 85, 86 του Υπαλληλικού Κώδικα και 105, 106 Εισ.ΝΑΚ, αλλά υπηρεσία του ν.π.ι.δ., το οποίο, εφόσον προκύπτει ότι παρέχει στον ιατρό γενικές οδηγίες ως προς τον τρόπο και χρόνο της παροχής των υπηρεσιών του, θεωρείται ότι "προέστησε" αυτόν στην υπηρεσία του κατά την έννοια του άρθρου 922 του Α.Κ.

και ευθύνεται έναντι του παθόντος για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του ιατρού κατά την παροχή των υπηρεσιών του στο νοσοκομείο. Το γεγονός ότι ο ιατρός εξακολουθεί να κατέχει την οργανική θέση του στο δημόσιο νοσοκομείο από το οποίο προέρχεται και να λαμβάνει από αυτό τις τακτικές αποδοχές του δεν αποτελούν στοιχεία που καθορίζουν τη συνδέουσα αυτόν με το νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ σχέση και δεν αποκλείουν την μεταξύ τους σχέση πρόστησης, αφού, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, αυτή μπορεί να υφίσταται όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση όχι μόνο των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων του πρώτου, αλλά και των κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του, και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.

Στην προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής: "Αρχομένου του μηνός Μαρτίου 2000 η ενάγουσα, η οποία αντιμετώπιζε, ήδη από του Νοεμβρίου 1999, έντονους πόνους στη σπονδυλική της στήλη, επισκέφθηκε τα εξωτερικά ιατρεία ορθοπαιδικής της κλινικής του "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΥ" νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και εξετάσθηκε από τον προαναφερόμενο ιατρό, που υπηρετούσε ακόμη εκεί και ο οποίος διέγνωσε ότι αυτή πάσχει από εκφυλιστική σπονδιολίσθηση των 03-04 και 04-05 σπονδύλων, της συνέστησε δε, προς αντιμετώπιση του προβλήματος, την υποβολή της σε χειρουργική επέμβαση, την οποία προσφέρθηκε να ενεργήσει ο ίδιος στο νοσοκομείο του εναγομένου, στο οποίο επρόκειτο σε άμεσο χρόνο να μεταταχθεί.

Πράγματι η ενάγουσα εισήχθη, στις 19-4-2000, στο νοσοκομείο του εναγομένου, προκειμένου να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, που θα τη διενεργούσε ο ίδιος ιατρός, ο οποίος είχε ήδη μεταχθεί εκεί και υπηρετούσε πλέον, ως επιμελητής Α', στην κατά τα άνω ορθοπεδική κλινική, που είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο του εναγομένου από το δημόσιο νοσοκομείο "ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ" της Θεσσαλονίκης.

Αρχικά αυτή υποβλήθηκε στον απαιτούμενο προεγχειρητικό έλεγχο, καθώς και σε αξονική και μαγνητική τομογραφία οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης (ΟΜΣΣ), η οποία και επιβεβαίωσε την αρχική εκτίμηση για την κατάσταση της, Ακολούθως, στις 21. 4. 2000, ημέρα Παρασκευή, η ενάγουσα εισήχθη στο χειρουργείο και υποβλήθηκε στην προγραμματισθείσα επέμβαση και, συγκεκριμένα, σε πεταλεκτομή και αφαίρεση του δίσκου μεταξύ των oσφυϊκών σπονδύλων 03-04 και, ακολούθως, σε σπονδυλοδεσία τους, ήτοι τοποθέτηση διασωματικών κλωβών (cages), καθώς επίσης και σε οπίσθια σπονδυλοδεσία αυτών με τους σπονδύλους 04- 05 (οστεοσύνθεση με διαυχενικές βίδες), του ως άνω ιατρού μη ενεργήσαντος πεταλεκτομή και των εν λόγω σπονδύλων και τοποθέτηση διασωματικών κλωβών και σε αυτούς, επειδή έκρινε ότι δεν ήταν επιβεβλημένη η προληπτικού τύπου επέμβαση και σε αυτό το διάστημα, καθόσον η σπονδυλολίσθηση των σπονδύλων 04-05 ήταν μικρότερου βαθμού από αυτή των σπονδύλων 03-04 και ότι η επέμβαση που διενήργησε αρκούσε για την αποκατάσταση της βλάβης της εναγούσης, κρίση την οποία επιβεβαιώνει ως ιατρικώς ορθή και ο κατά τα άνω πραγματoγνώμων.

Μετά διενέργεια της επεμβάσεως, η οποία oλοκληρώθηκε τις μεταμεσημβρινές ώρες της ιδίας ημέρας και την ανάνηψη της εναγούσης διαπιστώθηκε επιδείνωση της νευρολογικής της εικόνας στα κάτω άκρα, τα οποία παρουσίαζαν σχεδόν πλήρη αδυναμία κινήσεως τους. Εμφάνισε, δηλονότι, η ενάγουσα συμπτώματα "ιππουριδικής συνδρομής", που είναι η πλέον σοβαρή γνωστή στη διεθνή επιστήμη και ιατρική πρακτική επιπλοκή στις παρομοίου τύπου, ήτοι σπονδυλικής στήλης, χειρουργικές εμβάσεις.

Ο θεράπων, ως άνω, ιατρός της εναγούσης διέγνωσε αμέσως ότι επρόκειτο περί της κατά τα άνω επιπλοκής, έκρινε όμως ότι αυτή οφείλετο σε " σοκ του νευρικού ιστού" ή σε "οξεία αποστέρηση αιμάτωσης" και, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, χορήγησε στην ενάγουσα αποιδηματική φαρμακευτική αγωγή, η οποία, αρχικά, έφερε κάποια θετικά αποτελέσματα και η ενάγουσα εμφάνισε σημεία ελαφράς βελτιώσεως, ιδιαίτερα στην κίνηση των μηρών, κατάσταση όμως η οποία παρέμεινε στάσιμη, χωρίς βελτίωση της νευρολογικής της εικόνας.

Τις πρωινές ώρες της επομένης της άνω επεμβάσεως ημέρας, ήτοι αυτής του Σαββάτου (22-4-2000), ο άνω ιατρός εξέτασε και πάλι την ενάγουσα και συνέστησε τη συνέχιση της ιδίας φαρμακευτικής αγωγής, χωρίς όμως και να μεταβληθεί η στάσιμη εικόνα της καταστάσεως της και κατά το επόμενο διάστημα, μέχρι και των πρωινών ωρών της Δευτέρας, 24-4-2000, οπότε ο θεράπων, ως άνω, ιατρός της επανήλθε σε εξέταση της και, ακολούθως, την υπέβαλε αμέσως σε νέα μαγνητική τομογραφία, κατά την οποία, και σύμφωνα με το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο πόρισμα της, διαπιστώθηκε "εκφύλιση του μεταξύ σπονδύλων 04- 05 δίσκου, δευτέρου βαθμού πρόσθια ολίσθηση του 04 σπονδύλου επί του 05 με συνοδό κεντρική κήλη του δίσκου χωρίς πιεστικά φαινόμενα, με το κανάλι ωστόσο να στενεύει πολύ λόγω και της πρόσθιας μετατοπίσεως του λίπους που βρίσκεται πίσω από το (νωτιαίο) σάκο και της κλίσης που πήρε η σπονδυλική στήλη στο επίπεδο αυτό".

Κατ' ακολουθίαν της διαγνώσεως αυτής η ενάγουσα εισήχθη επειγόντως στο χειρουργείο και υποβλήθηκε σε νέα, από τον ίδιο ιατρό, χειρουργική επέμβαση, κατά την οποία η πεταλεκτομή επεκτάθηκε και στους σπονδύλους 04-05 με τοποθέτηση διασωματικών κλωβών και στο μεταξύ τους διάστημα, ώστε ν' αποσυμφορηθεί ο νωτιαίος σάκος και οι ρίζες στο μεταξύ των σπονδύλων 03 - 04 διάστημα.

Μετά και τη νέα αυτή επέμβαση η ενάγουσα παρέμεινε νοσηλευόμενη στην ορθοπεδική κλινική του εναγομένου νοσοκομείου για χρονικό διάστημα δύο μηνών και συγκεκριμένα μέχρι τις 19-6-2000, παρουσιάζοντας ορθοκυστικές διαταραχές λόγω σπαστικότητος των σφιγκτήρων, στη βάδιση και παραπάρεση, υποβλήθηκε δε σε εντατική φυσιοθεραπεία και κατά την έξοδο της ήταν ικανή να ορθοστατήσει και να βαδίσει με βοήθεια, ενώ παράλληλα υποβάλλετο σε διαλείποντες καθημερινούς καθετηριασμούς για εκκένωση της ουροδόχου κύστεως και σε υποβοηθούμενες κενώσεις του εντέρου.

Ήδη, η κλινική εικόνα της εναγούσης συμβαδίζει με χρόνια μερική βλάβη των 04-05 ριζών δεξιά και χρόνια μερική βλάβη των 11-4 ριζών αμφοτερόπλευρα με ελάχιστη πιθανότητα αποκαταστάσεως. Πρόδηλο είναι, μετά ταύτα, ότι η ενάγουσα περιήλθε σε κατάσταση ατόμου με ειδικές ανάγκες, για το λόγο δε αυτό, άλλωστε, με αποφάσεις του ΙΚΑ Θεσσαλονίκης, δηλονότι ασφαλιστικού φορέα, κρίθηκε ανάπηρη, αρχικά σε ποσοστό 80% για το διάστημα από 26-6-2000 έως 30-5- 2005 και, ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 17880/2005 απόφαση του ιδίου, σε ποσοστό 67% για διάστημα 1-7-2005 έως 1-7-2007.

Δηλονότι, αντί της ιάσεως εκ του προαναφερθέντος προβλήματος της υγείας της και αποκαταστάσεως της κινητικής ικανότητος, στην οποία ευλόγως απέβλεψε η ενάγουσα με την, κατόπιν των συστάσεων και οδηγιών του ως άνω ιατρού, υποβολή της στην κατά τα άνω χειρουργική επέμβαση, τελικά υπέστη, κατ' ακολουθίαν της επεμβάσεως ταύτης, μόνιμη και βαρεία σωματική βλάβη, που την κατέστησε ανάπηρη.

Ήδη, με βάση τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η προκληθείσα στην ενάγουσα σωματική βλάβη οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά του θεράποντος ιατρού της Π. Χ., ο οποίος με την ιδιότητα του ορθοπεδικού χειρουργού παρέλειψε να ενεργήσει σύμφωνα με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο από την ιατρική επιστήμη καθήκον μερίμνης και επιμελείας.

Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, η ιππουριδική συνδρομή, την οποία εμφάνισε η ενάγουσα αμέσως μετά την πρώτη επέμβαση, στην οποία υποβλήθηκε από τον κατά τα άνω ιατρό, είναι γνωστή στη επιστήμη και διεθνή ιατρική πρακτική, ως αποτελούσα την πλέον σοβαρή, από την άποψη των δυσμενών συνεπειών που μπορεί να έχει για τον ασθενή, μετεγχειρητική επιπλοκή των επί της σπονδυλικής στήλης χειρουργικών επεμβάσεων.

Ως εκ της σoβαρότητάς της δε απαιτεί από τον χειρούργο - θεράποντα ιατρό του ασθενούς εγρήγορση, συνεχή παρακολούθηση και άμεσες ενέργειες προς αντιμετώπιση της, αφού οποιαδήποτε καθυστέρηση οδηγεί σε βαρύτατες και μη αναστρέψιμες νευρολογικές βλάβες. Προς τούτο είναι ιδιαιτέρως χαρακτηριστικά τα αναφερόμενα στην κατά τα άνω πραγματογνωμοσύνη από τον πραγματογνώμονα ιατρό, κατά τον οποίο: "Η παρουσία ιππουριδικής συνδρομής είναι κατάσταση που πρέπει να σημάνει συναγερμό στο χειρουργό της σπονδυλικής στήλης.

Στην προκειμένη περίπτωση ο θεράπων της εναγούσης ιατρός διέγνωσε αμέσως μετά την ανάνηψη της ότι στην ασθενή του υπήρξε η επιπλοκή αυτή, αρκέσθηκε όμως στη χορήγηση αποιδηματικής φαρμακευτικής αγωγής, χωρίς να επιδείξει την εγρήγορση, την οποία, εν όψει των γνώσεων του, των ικανοτήτων και της πολυετούς ιατρικής του εμπειρίας όφειλε να επιδείξει.

Ειδικότερα, ενώ διαπίστωσε κατά την εξέταση της την πρωία του Σαββάτου, ήτοι της επομένης της επεμβάσεως ημέρας, ότι παρά την, κατ' ακολουθίαν της αποιδηματικής φαρμακευτικής αγωγής, αρχική ελαφρά βελτίωση της καταστάσεως της ασθενούς του, αυτή εξακολουθούσε να παραμένει στάσιμη, χωρίς βελτίωση της νευρολογικής της εικόνας, πράγμα που αρκούσε να τον οδηγήσει στη διαπίστωση ότι η αρχική του κρίση, περί του ότι η νευροαπραξία των κάτω άκρων της εναγούσης οφείλετο σε σοκ του νευρικού ιστού ή ανυπαρξία αιματώσεως, κατ' ακολουθίαν της οποίας και την υπέβαλε στην κατά τα άνω φαρμακευτική αγωγή, δεν υπήρξε ασφαλής, εν τούτοις δεν προήλθε σε καμία ενέργεια, ώστε να εντοπισθεί σε άμεσο χρόνο, με απεικονιστική μέθοδο (αξονική ή μαγνητική τομογραφία), το προκαλέσαν την ιππουριδική συνδρομή αίτιο και να επιμεληθεί το ταχύτερο της άρσεως του, προκειμένου ν' αποτραπούν μόνιμες νευρολογικές βλάβες της εναγούσης, αλλ' αντίθετα εγκατέλειψε την παρακολούθηση της από των πρωϊνών ωρών του Σαββάτου έως και των πρωϊνών ωρών της Δευτέρας, οπότε προήλθε εσπευσμένως και στην υποβολή της εναγούσης σε μαγνητική τομογραφία και άμεση εισαγωγή της στο χειρουργείο, ενέργειες όμως στις οποίες, επιμελώς φερόμενος και τηρών το ιατρικό του καθήκον, έπρεπε να προβεί, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, πολύ ενωρίτερα, με συνέπεια, ένεκεν αντιδράσεως η καθυστερημένης της του, παρατεταμένη πίεση στο νωτιαίο σάκο της εναγούσης να οδηγήσει στις, κατά τα άνω, σοβαρές και μη αναστρέψιμες νευρολογικές της βλάβες ...

Δηλονότι, τελικά, ο κατά άνω ιατρός αντιμετώπισε χωρίς την επιβαλλομένη από το ιατρικό του καθήκον προσοχή τη σοβαρή μετεγχειρητική κατάσταση της εναγούσης και αν και, λόγω της μη ποσώς αμφισβητηθείσης εμπειρίας και των εξειδικευμένων ιατρικών του γνώσεων, ήταν σε θέση και εκ των περιστάσεων μπορούσε να ενεργήσει άμεσα και χωρίς αναβολή, εν τούτοις, αμελώς φερόμενος, καθυστέρησε τις προσήκουσες, ως άνω, για την περίπτωση της εναγούσης ιατρικές πράξεις, με αποτέλεσμα, ένεκεν ακριβώς της καθυστερημένης δραστηριοποιήσεώς του, να εγκατασταθούν στην ενάγουσα μόνιμες νευρολογικές βλάβες, οι οποίες, τελούσες σε άμεση και αιτιώδη συνάφεια με την αμελή (αδικοπρακτική) συμπεριφορά του, οδήγησαν στην κατά τα άνω περιγραφόμενη βαρεία σωματική της βλάβη ...

Εξ άλλου, η παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά εκδηλώθηκε κατά την άσκηση των ιατρικών καθηκόντων και υπηρεσιών που προσέφερε ο ως άνω ιατρός στο εναγόμενο νοσοκομείο, στο ιατρικό προσωπικό του οποίου ήταν ήδη, από προγενεστέρου χρόνου, νομίμως ενταγμένος, ευρισκόμενος έκτοτε, στην οργανική σχέση με αυτό, υπαγόμενος στη δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμόδιων οργάνων Επομένως, κατά την πρόκληση της βαρείας σωματικής βλάβης στην ενάγουσα, ως αποτέλεσμα της παρανόμου και υπαιτίου συμπεριφοράς του, δεν ασκούσε δημοσία υπηρεσία, ούτε εκτελούσε υπηρεσιακά καθήκοντα ανατεθέντα σ' αυτόν από το Γενικό Νοσοκομείο "ΙΠΠΟΚΡΆΤΕΙΟ" της Θεσσαλονίκης, στο οποίο διατηρούσε την οργανική του θέση ως ιατρός του Ε.Σ.Υ., ώστε να μην ευθύνεται προσωπικά έναντι της ζημιωθείσης εναγούσης, αφού, σύμφωνα επίσης με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το ανεύθυνο των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων των Ν.

Π. Δ. Δ έναντι των τρίτων για τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους, κατά τα άρθρα 85 και 86 του Υπαλληλικού Κώδικα (και η ευθύνη αυτών έναντι του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ για τις αποζημιώσεις στις οποίες υποβλήθηκαν έναντι τρίτων), προϋποθέτει η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των υπαλλήλων να έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους ή επ' ευκαιρία αυτών, προϋπόθεση που εν προκειμένω δεν συντρέχει.

Περαιτέρω, η ως άνω ένταξη του προαναφερομένου ιατρού στο ιατρικό προσωπικό του εναγομένου νοσοκομείου, η οργανική σχέση του μ' αυτό και η υπαγωγή του στη δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του, θεμελιώνει και τη σχέση προστήσεως, στα πλαίσια της οποίας το εναγόμενο (προστήσαν) ανέθεσε στον άνω ιατρό (προστηθέντα) την εκτέλεση ιατρικών υπηρεσιών και καθηκόντων προς διεκπεραίωση των υποθέσεων του και εξυπηρέτηση του σκοπού του, καθορίζοντας τον τόπο, το χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας του.

Εν προκειμένω δε το εναγόμενο, δια των αρμοδίων οργάνων του, ανέθεσε στον ιατρό αυτό τη διενέργεια της χειρουργικής επεμβάσεως στην ενάγουσα και την παρακολούθηση της μετεγχειρητικής της πορείας, παρέχοντάς του οδηγίες γενικού περιεχομένου ως προς τον τόπο, το χρόνο και τους όρους εργασίας του, οι οποίες και αρκούν για να θεμελιώσουν την κατ' άρθρο 922 του Α.Κ.

σχέση προστήσεως, δεδομένου ότι ο προστηθείς είναι πρόσωπο με εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις και, επομένως, ο έλεγχος από μέρους του προστήσαντος εναγομένου δεν ήταν απαραίτητο, και δεν μπορούσε άλλωστε, να εκτείνεται και στον τρόπο ενεργείας (επιλογή θεραπευτικών ενεργειών, του διαγνωστικών μεθόδων, φαρμακευτικών αγωγών κ.λ.π.).

Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα απέβλεψε αληθώς στην πραγματοποίηση προαναφερθείσης χειρουργικής της επεμβάσεως από τον συγκεκριμένο, ως άνω, ιατρό και, προδήλως, ρύθμισε καταλλήλως τα της εισαγωγής της στο νοσοκομείο του εναγομένου, ώστε να συμπέσει με την εφημερία του, δεν μεταβάλλει ποσώς τα πράγματα, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εναγόμενο, δεν μεταβάλλει, δηλονότι, την ενάγουσα σε προσωπική ασθενή του ως άνω ιατρού, αφού πρόκειται για ασθενή του εναγομένου νοσοκομείου, στο οποίο εισήχθη προς αντιμετώπιση του προβλήματος της κατά τη συνήθη διαδικασία εισαγωγής των ασθενών σε αυτό, πράγμα μη αμφισβητούμενο και, ακολούθως, υποβλήθηκε στην κατά τα άνω επέμβαση στα χειρουργεία του, σε χρόνο που όρισε η αρμοδία διεύθυνση του, με το νοσηλευτικό προσωπικό που το ίδιο απασχολεί και με ιατρικά υλικά που αυτό προμήθευσε τον ενεργήσαντα την επέμβαση χειρούργο ιατρό.

Υπό τις παραδοχές αυτές το εναγόμενο υποχρεούται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 914 και 922 του Α.Κ. ν' αποκαταστήσει τη ζημία που η ενάγουσα υπέστη από την κατά τα άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος από αυτό ιατρού (σε ολόκληρο μετά του τελευταίου), συμπεριλαμβανομένης και της χρηματικής ικανοποιήσεως της λόγω ηθικής βλάβης".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι ο ιατρός Π. Χ., ο οποίος μετατάχθηκε με Υπουργική απόφαση και σε εφαρμογή του ν. 1964/1991 από το δημόσιο νοσοκομείο "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", στο οποίο υπηρετούσε, στο νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, που αποτελεί ν.π.ι.δ., κατά τον κρίσιμο χρόνο που επελήφθη της νοσηλείας της εναγούσης είχε ενταχθεί στο ιατρικό προσωπικό του εναγομένου νοσοκομείου, βρισκόταν σε οργανική σχέση με αυτό, υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, στον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των οργάνων του και παρείχε τις ιατρικές υπηρεσίες του σε εκτέλεση των καθηκόντων που αυτό του ανέθεσε και για την εξυπηρέτηση του σκοπού του, υποκείμενος στις γενικές οδηγίες του ως προς τον τόπο, χρόνο και λοιπούς όρους της εργασίας του και ότι εντεύθεν η συνδέουσα τον ιατρό με το εναγόμενο νοσοκομείο σχέση είναι εκείνη της προστήσεως κατά την έννοια του άρθρου 922 του Α.Κ.: 1) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 922 του Α.Κ., ούτε ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5 εδ.

α' έως ζ' του Ν. 1964/1991 και 26 και 27 του Ν. 2737/1999, αφού τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα καθιδρύουν πράγματι σχέση πρόστησης κατά την έννοια του άρθρου 922 του Α.Κ. και εντεύθεν αντικειμενική ευθύνη του εναγόμενου νοσοκομείου για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου ιατρού, την οποία δεν αποκλείουν ούτε η κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου διατήρηση από τον υπαίτιο ιατρό της οργανικής θέσης του στο δημόσιο νοσοκομείο "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" από το οποίο μετατάχθηκε ούτε η καταβολή των τακτικών του αποδοχών από το τελευταίο ούτε ο χαρακτήρας του εναγομένου ως κοινωφελούς ιδρύματος, αφού κρίσιμο εν προκειμένω είναι η, κατά την ανέλεγκτη παραδοχή του Εφετείου, παροχή από τον εναγόμενο ιατρό των υπηρεσιών του στο εναγόμενο νοσοκομείο, που έχει αυτοτελή νομική υπόσταση και λειτουργεί ως ν.π.ι.δ., κατ' ανάθεση του τελευταίου, για την εξυπηρέτηση του κοινωφελούς σκοπού του, ανεξάρτητα αν αυτός συμπίπτει με τον σκοπό που επιδιώκουν και υπηρετούν και τα δημόσια νοσοκομεία, και υπό τις γενικές οδηγίες του ως προς τον τόπο, χρόνο και λοιπούς όρους της εργασίας του.

Ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος, 2) διέλαβε (το Εφετείο) σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σχετικώς με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου ιατρού, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 330, 914 και 24 του Α.Ν. 1565/1939.

Ειδικότερα, είναι σαφής και επαρκής η αιτιολογία, ότι η σωματική βλάβη της εναγούσης οφείλεται στην μη καταβολή από τον ιατρό της επιβαλλόμενης από τις συναλλαγές σε τέτοιου είδους επεμβάσεις επιμέλειας, συνισταμένης στο ότι αυτός, ενώ κατά την εξέταση της ασθενούς το πρωΐ του Σαββάτου, επομένη της χειρουργικής επέμβασης, διαπίστωσε ότι δεν είχε αποδώσει η αποιδηματική φαρμακευτική αγωγή που ακολούθησε και η κατάσταση της ασθενούς παρέμεινε στην ίδια κατάσταση, από έλλειψη της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας παρέλειψε να διενεργήσει αξονική ή μαγνητική τομογραφία στην ασθενή για τη διαπίστωση της αιτίας που προκάλεσε την ιππουριδική συνδρομή και να επιμεληθεί το ταχύτερο για την άρση αυτής, προκειμένου να αποτραπούν μόνιμες νευρολογικές βλάβες της ασθενούς, αλλά προέβη σε μαγνητική τομογραφία της ασθενούς τις πρωϊνές ώρες της Δευτέρας, όταν πλέον η παρατεταμένη πίεση στο νωτιαίο σάκο της ασθενούς είχε οδηγήσει σε σοβαρές και μη αναστρέψιμες βλάβες, οι οποίες θα αποτρέπονταν αν ο ιατρός ενεργούσε ως άνω εντός του Σαββατοκύριακου, το αποτέλεσμα δε αυτό, αν και όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ο εναγόμενος καταβάλλοντας την επιβαλλόμενη σε τέτοιους είδους επεμβάσεις επιμέλεια, δεν το προέβλεψε.

Σε άλλη περαιτέρω εξειδίκευση της αμελούς συμπεριφοράς του εναγόμενου ιατρού δεν υπήρχε ανάγκη να προβεί το Εφετείο. Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠλοΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την αμέλεια που δέχθηκε ότι επέδειξε ο εναγόμενος ιατρός, είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 10 α' του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 10 α' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο ιατρός Π.

Χ. δεν ενήργησε ως δημόσιος υπάλληλος, αλλά ενήργησε προς όφελος του αναιρεσείοντος νοσοκομείου, παρά τον νόμο αφενός έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την ενάγουσα και αφετέρου δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, κατά μεν το πρώτο σκέλος του, διότι, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, προτάθηκαν μ' αυτήν τα πράγματα που έλαβε υπόψη του το Εφετείο, κατά δε το δεύτερο σκέλος του, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε το Εφετείο από τις καταθέσεις των μαρτύρων, την έκθεση της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διέταξε το δικαστήριο και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-1-2011 αίτηση του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2373/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ