Legislator Case Law & Legislation
1429/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence assessment and vague legal error claims.

Case Number 1429/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to retry the appeal of the Thessaloniki Court of Appeal. The appellants argued the lower court erred by failing to recognize the property as public land, thereby violating the statute on extinguishing third-party rights. The court found the appeal inadmissible because the first ground relied solely on evidence evaluation, while the second was too vague to identify a specific judicial error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561 §1 and 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it relies exclusively on the assessment of evidence or if the alleged error is not sufficiently specific to allow review of the lower court's substantive decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evidence assessment vague legal error Code of Civil Procedure property rights extinguishment

Cited Legislation

AI generated
Article 561 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 12 §7 of Law 1337/1983
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1429 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1429/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Χ1, 2α. Χ2-Α, 2β. Χ2-Β, κατοίκων ... ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Χ2, 3α. Χ3-Α, κατοίκου ..., 3β. Χ3-Β, κατοίκου ..., 3γ. Χ3-Γ, κατοίκου ..., 4. Χ4, κατοίκου ..., 5. Χ5, κατοίκου ..., 6α. Χ6-Α, κατοίκου ..., 6β. Χ6-Β, κατοίκου ..., 6γ. Χ6-Γ, κατοίκου ..., 7. Χ7, κατοίκου ..., 8α. Χ8-Α, κατοίκου ..., 8β. Χ8-Β, κατοίκου ..., 8γ. Χ8-Γ, κατοίκου ..., 9. Χ9, κατοίκου ..., 10. Χ10, κατοίκου ..., 11α. Χ11-Α, κατοίκου ..., 11β. Χ11-Β, κατοίκου ..., 11γ. Χ11-Γ, κατοίκου ..., 11δ. Χ11-Δ, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσαγκαλίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 23-9-2008 δήλωσή του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3α. Ψ3-Α, 3β. Ψ3-Β, 3γ. Ψ3-Γ, κατοίκων (των 1, 2, 3α. 3β, 3γ) ..., 4. Ψ4, κατοίκου ..., 5. Ψ5, 6. Ψ6, κατοίκων (των 5,6) ..., 7. Ψ-7, κατοίκου ..., 8. Ψ-8, κατοίκου ..., 9. Ψ-9, κατοίκου ..., 10. Ψ10, κατοίκου ..., 11. Ψ11, κατοίκου ..., 12. Ψ12, κατοίκου ..., 13. Ψ13, κατοίκου ..., 14. Ψ14, κατοίκου ..., 15. Ψ15, κατοίκου ..., 16. Ψ16, κατοίκου ... και 17. Ψ17, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζέρβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο ο οποίος δήλωσε ότι η 2η αναιρεσίβλητη (Ψ2) απεβίωσε στις 27-8-2007 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της: α) Ψ2-Α, β) Ψ2-Β και γ) Ψ2-Γ, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν και από τους δύο ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-6-2002 και 10-9-2003 αγωγές των διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7508/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3192/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12-4-2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 859/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 19-6-2007 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 27-2-2007 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καπερώνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότεαρ, στις 6-6-2005 και 25-8-2007 επήλθε στη Θεσσαλονίκη ο θάνατος του δεύτερου αναιρεσείοντα Χ2 και της δεύτερης αναιρεσίβλητης Ψ2, αντίστοιχα. Οι εγγύτεροι αυτών συγγενείς και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους Χ2-Α και Χ2-Β -τέκνα του δεύτερου αναιρεσείοντα-, καθώς και Ψ2-Α, Ψ2-Β και Ψ2-Γ -τέκνα της δεύτερης αναιρεσίβλητης-, αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τους αντιδίκους τους, με προφορική δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, που καταχωρίστηκαν στα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου της 7-3-2007, -μετά την οποία εκδόθηκε η 859/2007 απόφαση με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για το σ' αυτή ειδικότερα διαλαμβανόμενο λόγο, καθώς και στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου, γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο των άμεσων δικαιοπαρόχων τους και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914, -όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914, στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση σ' αυτές δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.

Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 1-2-1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου πιο πάνω νόμου (147/1914), η ελληνική νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.ΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του Α.Κ., κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν.147/1914, "δημόσιοι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ.

και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημόσιων γαιών (εραζΐι - εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος έγγραφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς όχι δικαίωμα κυριότητας αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ)-που ισοδυναμεί με διηνεκή μίσθωση, αφού αντικείμενό του είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους-, αποτελεί δε το ταπί απλό αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό.

Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος ιδιώτης καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης και είτε κατέχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν κατέχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν - ιδιώτη - δωρεάν νέος τίτλος.

Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δζεμαγήλ Αχίρ 1275 (ήδη έτος 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σαμπάν 1276 και των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1293 ή 7.2.1921 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61, 71 και 78), προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκατάστασης είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή (εξουσίαση), αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια του κτήματος.

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών, ενώ οι υπόλοιπες μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται τα δάση και οι μη αφιερωμένες στην κοινή χρήση βοσκήσιμες εκτάσεις, που ονομάζονταν εμλάκι μιριγέ ή εμλάκι χουμουγιούν, εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου - ταπίου - (Ολ.

ΑΠ 411/1963 και 409/1963). Περαιτέρω, με το διάταγμα 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν.1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20.5.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπόλοιπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο ν.2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ.

τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν.4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.

Το παραπάνω δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης μετά το θάνατο του εξουσιάζοντας μετέβαινε, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, στα τέκνα του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 54 του προαναφερόμενου Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" και εκείνες των νόμων 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 (11.7), 6 Πανδ. (29.2), 12 Πανδ. (38.16), 3.616 (2.19), Θεμ.

φ. 3 (3.19) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, το οποίο ίσχυε, κατά τους νόμους αυτούς, και επί Τουρκοκρατίας, στην Ελλάδα, ως προς τους χριστιανούς υπηκόους του Οθωμανικού Κράτους, δυνάμει σουλτανικών φιρμανιών, μετά δε την απελευθέρωση της Βόρειας Ελλάδος από το τουρκικό ζυγό, εξακολούθησε να ισχύει σ' αυτήν, όπως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 2 του ν.147/1914 και του άρθρου 7 του ν.

ΔΡΑΔ/1913, ο οποίος, κατά το άρθρο 16 αυτού, εφαρμόστηκε στις Νέες Χώρες αναδρομικά από 6-10-1912. Ενόψει αυτών, εφόσον, μετά το θάνατο του ασκούντα δικαίωμα εξουσίασης σε δημόσιο ακίνητο τα τέκνα αυτού υπεισήλθαν στην κληρονομιά του και συνέχισαν να ασκούν το δικαίωμα αυτό, μετά από δεκαετή αδιαμφισβήτητη κατοχή αυτού που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ή του κληρονομηθέντα μέχρι τις 20-5-1917, γίνονταν κύριοι του εν λόγω ακινήτου τα τέκνα αυτού, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 49 του ν. 2052/1920 και των άρθρων 101-104 του Διατάγματος της 11/12-1-1929, κατά τις οποίες κρίνεται και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, η κτήση της κυριότητας αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ (ΑΠ 582/1998, ΑΠ 446/1992).

Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη (του άρθρου 54) του νόμου περί "γαιών", σε συνδυασμό της με εκείνες των άρθρων 5, 8, 9 και 15 του νόμου περί ταπίων (της 26 Σεφφέρ 1278), - όπως το άρθρο 15 τροποποιήθηκε μεταγενέστερα-, προκύπτει, επίσης, ότι οι συγγενείς του θανόντα εξουσιαστή έχουν δικαίωμα να τους παραχωρηθεί από το Δημόσιο κατά προτίμηση το εξουσιαζόμενο εδαφικό τμήμα.

Η παραχώρηση αυτή είναι αυτοτελής, το αποκτώμενο δε με βάση αυτή δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) είναι νέο και δεν αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου. Εξάλλου, κατά μεν τις διατάξεις, επίσης, των ν. 10, πανδ. (29.2), Βασ, 10 (35.14) του προϊσχύσαντος Β. Ρ. Δ. η υπεισέλευση του κληρονόμου σε μέρος της κληρονομίας ισχύει για ολόκληρη την κληρονομιά, της οποίας γίνεται αυτός συγκοινωνός με τους λοιπούς κληρονόμους, κατά δε τις διατάξεις των ν. 3 Κωδ. 7.34, ν. 42 πανδ. 41.2, ν. 7 παρ. 5, πανδ. 10.3, ν. 28 πανδ. 10,3 του ίδιου πιο πάνω δικαίου, οι οποίες, κατά τα άρθρα 50 και 43 του Εισ.Ν.ΑΚ, εφαρμόζονται και στην κοινωνία μεταξύ συγκυρίων ή συγκληρονόμων, που δημιουργήθηκε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) και συνεχίζεται και μετά από αυτή, καθώς και τις αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται η αρχή, ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκοινωνών κατά το λόγο της μερίδας, του καθενός και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκοινωνούς, είτε ρητά, είτε σιωπηρά με πράξεις που υποδηλώνουν τέτοια απόφαση, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ως κύριος, για δικό του λογαριασμό, περάσει δε από τη γνωστοποίηση αυτή η κατά νόμο απαιτούμενη προθεσμία της εν λόγω (αποσβεστικής ή κτητικής) παραγραφής.

Η πιο πάνω αρχή προϋποθέτει την ύπαρξη κοινωνίας δικαιώματος, κατά το χρόνο που άρχισε να νέμεται αποκλειστικά και μόνο στο δικό του όνομα, ως κύριος, εκείνος κατά του οποίου προτείνεται η σχετική ένσταση ή ο άμεσος δικαιοπάροχός του. Δεν απαιτείται, όμως, γνωστοποίηση, όταν οι λοιποί συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός, ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα και ότι νέμεται αυτό αποκλειστικά για δικό του και μόνο λογαριασμό, όπως αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη δωρεά, διανομή ή .πώληση μεταξύ των συγκοινωνών (Ολ.

ΑΠ 485/1982). Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, του ΑΑ (αδέλφια) κατείχαν και εξουσίαζαν από το έτος 1907 ένα καλλιεργήσιμο αγρό, εκτάσεως τεσσάρων (4) τουρκικών στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση ...

του άλλοτε χωριού ... και νυν Δήμου ..., όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο αντίγραφο σε επίσημη μετάφραση από την τουρκική στην ελληνική γλώσσα του Β' Φορολογικού-Καθολικού (Εσάλ) του χωρίου ... του έτους 1907 (1323 κατά το τουρκικό ημερολόγιο τότε), το οποίο φυλάσσεται στην Υπηρεσία του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας, αλλά και δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους - και ήδη αναιρεσείοντες-.

Στο εν λόγω Φορολογικό Βιβλίο, ως εξουσιαστές αναγράφονται μόνον οι ανωτέρω, ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, γιοί του ΑΑ. Αυτοί, από το έτος 1907 έως και 20.5.1917 συνεχώς και αδιαλείπτως κατείχαν τον τότε αγρό αυτό, τον οποίον και καλλιεργούσαν με σιτάρια, κριθάρια και με ό,τι άλλο ήταν αναγκαίο και δυνατό να αποφέρει καρπούς προς εξοικονόμηση πόρων της ζωής τους.

Έτσι, ως εξουσιαστές, αυτοί επί 10 συνεχή έτη, χωρίς αμφισβήτηση, το δικαίωμα εξουσιάσεως αυτών, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσης, μετατράπηκε σε δικαίωμα συγκυριότητας αρχικά κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου, του 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Ελληνικό Δημόσιο κατά αδιαίρετη συγκυριότητα, και ακολούθως, δυνάμει των άρθρων 101-104 του κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 4229/1929 (άρθρο 2) εκδοθέντος Διατάγματος της 11/12.11.1929, περιήλθε, χωρίς να απαιτείται μεταγραφή, και το 1/5 εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητας του Δημοσίου, σ' αυτού, οπότε κατέστησαν συγκύριοι τούτου αποκλειστικώς αυτοί και μόνο.

Ο ισχυρισμός δε των εκκαλούντων - και ήδη αναιρεσειόντων - με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς τους, ότι οι ανωτέρω μνημονευόμενοι στο Τουρκικό Φορολογικό - Καθολικό ως εξουσιαστές, απέκτησαν το δικαίωμα εξουσιάσεως επί του αγρού αυτού των 4 στρεμμάτων ή 6.925 μ2 με κληρονομική διαδοχή από τον μέχρι το έτος 1901 εξουσιαστή αυτού πατέρα τους ΑΑ, που πέθανε το έτος αυτό (1901), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, κατά το άρθρο 54 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών και το άρθρο 8 των οδηγιών για τα έγγραφα ταπία της 7 Σαμπάν, και περαιτέρω ότι και η δικαιοπάροχος αυτών (εκκαλούντων - εναγομένων), θυγατέρα επίσης του θανόντος το 1901 ΑΑ, ΣΤ, ως συγκληρονόμος εκείνου, ήταν κατά το άνω αναφερθέν Φορολογικό Βιβλίο και συνεξουσιάστρια στον αγρό αυτό αυτοδικαίως, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, διότι:

Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, με το άρθρο 54 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5, 8, 9 και 15 του νόμου περί ταπίων (οδηγιών για τα έγγραφα ταπία) ορίζεται ότι στους συγγενείς του αποθανόντος εξουσιαστή δεν περιέρχεται αυτοδικαίως, λόγω κληρονομίας, το δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης αυτού (θανόντος εξουσιαστή), αλλά αυτοί έχουν δικαίωμα (ως μη έχοντες ανά χείρας τίτλους) να ζητήσουν, εντός εξαμήνου προθεσμίας, να τους παραχωρηθεί το ως τότε εξουσιαζόμενο ακίνητο κατά προτίμηση (δηλ.

έχουν μόνο δικαίωμα προτιμήσεως και όχι κληρονομικό δικαίωμα στο εξουσιαζόμενο). Το γεγονός ότι στο προαναφερθέν αντίγραφο Φορολογικού - Καθολικού Βιβλίου του έτους 1907, αναγράφεται στην ένδειξη ιδιοκτήτης, ΒΒ και ΓΓ και ΔΔ και ΕΕ, γιοί του ΑΑ δεν σημαίνει ούτε ότι οι σ' αυτό κατονομαζόμενοι ως εξουσιαστές, απέκτησαν το εξουσιαζόμενο εκ κληρονομίας από τον θανόντα το 1901 πατέρα τους ΑΑ, αλλά ούτε, πολύ περισσότερο ότι εξυπακούεται πώς με τη λέξη γιοί του ΑΑ περιλαμβάνεται ως συνεξουσιάστρια αυτοδικαίως, εκ κληρονομίας, και η θυγατέρα του ΑΑ, ΣΤ, δικαιοπάροχος των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων που δεν μνημονεύεται.

Το επιχείρημα αυτό των εκκαλούντων είναι αντίθετο προς τις ανωτέρω διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών και ταπίων. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι οι άνω μνημονευόμενοι, ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ του ΑΑ, οι οποίοι έγιναν συγκύριοι, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα ανωτέρω, περί το έτος 1921, όπως συνομολογούν και οι εναγόμενοι διένειμαν άτυπα τον αγρό αυτό των τεσσάρων τουρκικών στρεμμάτων, ήτοι 6.920 μ2 περίπου και στον εξ αυτών ΓΓ του ΑΑ απώτερο δικαιοπάροχο όλων των εν προκειμένω εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων περιήλθε, με τη συναίνεση όλων τμήμα 2.400 μ2, διότι συνυπολόγισαν και ένα επί πλέον μερίδιο της μητέρας τους ΖΖ χήρας ΑΑ, την οποία γηροκόμησε ο ΓΓ, εξ ενός περίπου στρέμματος (1.000 μ2), γεγονός που επίσης δεν αμφισβητείται (261 Κ.Πολ.Δ.).

Έκτοτε, ο ΓΓ, κατείχε και ενέμετο το διαιρετό αυτό τμήμα, των 2.400 μ2, που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων ..., δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας του αδελφού του ΕΕ, βόρεια και νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας ..., όπως εμφαίνεται στο από μηνός Νοεμβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού ...

με στοιχεία ΒΓΔΕΖΗΒ. Ειδικότερα από το 1921 και μέχρι την 24η Φεβρουαρίου του έτους 1946, που πέθανε, το καλλιεργούσε, ως αγρό, με διάφορα αγροτικά προϊόντα (σιτάρι, κριθάρι κ.α.). Μετά τον επισυμβάντα την 24.2.1946 θάνατό του στη νομή και κατοχή του αγρού αυτού υπεισήλθαν οι αποδεχθέντες και μεταγράψαντες την πράξη αποδοχής της επαχθείσας σ' αυτούς κληρονομίας του, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, οι οποίοι δια του εξ αυτών, συγκληρονόμου επίσης Ψ1, τον καλλιεργούσαν έως το έτος 1982, που η περιοχή αυτή οικοπεδοποιήθηκε, όπως και πριν με σιτηρά, καθώς και τα εγγόνια του, ως εξ αδιαθέτου επίσης κληρονόμοι του, μετά από επισυμβάντες εν τω μεταξύ θανάτους της συζύγου του και κάποιων εκ των παιδιών του, καταστάντες εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του επιδίκου εκ 2,400 μ2, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επ' αυτού.

Απεναντίας, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνύεται ότι η δικαιοπάροχος των εναγομένων ΣΤ, θυγατέρα του ΑΑ, η οποία, κατά τα άνω δεκτά γενόμενα, είχε αποκτήσει δικαίωμα εξουσιάσεως επί όλου του αγρού των τεσσάρων (4) τουρκικών στρεμμάτων (6,920 μ2 περίπου) και κατέστη συγκυρία, αιτία θανάτου του πατέρα της, μετά την 20.5.1917 επί των 4/5 εξ αδιαιρέτου με τους προδιαληφθέντες αδελφούς αυτής, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

Ούτε αποδεικνύεται ότι συμμετείχε στη γενόμενη διανομή του αγρού αυτού, μεταξύ των αδελφών της, το έτος 1921. Αλλά και περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι αυτή κατείχε και ενέμετο με διάνοια κυρίας και καλή πίστη μέχρι το θάνατό της (1925) και εν συνεχεία οι κληρονόμοι της κάποιο τμήμα του διανεμηθέντος (όλου) αγρού, είτε αυτοπροσώπως, είτε δι' αντιπροσώπου.

Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι με την 29/1931 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Θεσσαλονίκης της παραχωρήθηκε ατομικός κλήρος τριών αγροτεμαχίων εμβαδού 14.511 τ.μ., κατά την οριστική διανομή του Αγροκτήματος ΣΑΑΚ ... Πατριαρχικού και εκδόθηκε προς τούτο το 105751/15.5.1957 οριστικό παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας.

Άρα, ύστερα απ' αυτά, αποκλειστικώς συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του τμήματος αυτού των 2.400 Μ2, είναι οι ενάγοντες κατά τα αναφερόμενα στις αγωγές και μη αμφισβητούμενα ποσοστά. Το απαλλοτριωθέν με την υπ' αριθμ. 54 μεμονωμένη Πράξη Εφαρμογής της Πολεοδομικής μελέτης του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ..., η οποία Πράξη Εφαρμογής κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 29/6848/Π.Ε./664/15-7-1997 απόφαση του Νομάρχη Θεσ/νίκης και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης (στον τόμο 1950, με αριθμό ...), ήτοι έκταση 1.385 Μ2 περίπου (1,384,24 Μ2), κείμενο στη θέση "..." η "..." του Δήμου ..., με αριθμό κτηματογράφησης ..., συνορεύον βόρεια και νότια με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με παλαιό ρέμμα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία ...

και δυτικά με τμήμα ιδιοκτησίας του ΓΓ και ήδη των εναγόντων, ανήκει κατά κυριότητα στους ενάγοντες, περιελθόν σ' αυτούς, αιτία θανάτου του απωτέρου δικαιοπαρόχου αυτών και κυρίου αυτού ΓΓ, μετά από αποδοχή και μεταγραφή της δηλώσεως αποδοχής του κληρονομικού τους μεριδίου (που δεν αμφισβητείται). Τούτο ενισχύεται και από το σκεπτικό της άνω αποφάσεως του Νομάρχη Θεσ/νίκης, που κύρωσε την 54 Πράξη Εφαρμογής και απέρριψε μεν την ένσταση του Ψ1, σχετικά με την αναγραφή ως φερόμενων ιδιοκτητών των εναγομένων, για τυπικούς όμως λόγους, με την επισήμανση ότι αρμόδια για να κρίνουν τα δικαιώματα κυριότητας είναι τα πολιτικά δικαστήρια ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και άλλες που δεν ενδιαφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά το ανήκον στον καθένα εξ αδιαιρέτου ποσοστό στο τελευταίο, αντίστοιχα. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ένδικων αναγνωριστικών κυριότητας ακινήτου αγωγών των αναιρεσιβλήτων. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων ΑΑ, αρχικός εξουσιαστής καλλιεργούμενου αγρού, εμβαδού τεσσάρων (4) τουρκικών στρεμμάτων (δηλαδή 6920 τετρ.

μέτρων περίπου), τμήμα του οποίου αποτελεί το και ήδη επίδικο ακίνητο, πέθανε το έτος 1901, ότι οι γιοι του ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ κατείχαν και εξουσίαζαν τον εν λόγω αγρό ω μοναδικοί εξουσιαστές του από το έτος 1907 (και εφεξής συνεχώς μέχρι το έτος 1921), όπως ρητά αναγράφονται οι τελευταίοι στο Β' Φορολογικό-Καθολικό βιβλίο (Εσάλ) του χωριού ...

του έτους 1907 (1323, κατά το τουρκικό τότε ημερολόγιο), - φυλασσόμενο στην Υπηρεσία του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας, - ιδίω ονόματι, με βάση το στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 54 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών δικαίωμα παραχώρησης σ' αυτούς του έως τότε εξουσιαζόμενου αγρού κατά προτίμηση και όχι αυτοδικαίως με βάση το κληρονομικό τους δικαίωμα στην κληρονομία του θανόντα πατέρα τους, ότι η μνεία στο προαναφερόμενο Φορολογικό βιβλίο των πιο πάνω συνεξουσιαστών "ως γιων του ΑΑ" δεν αποδεικνύει, ότι η κόρη του ΣΤ, απώτερη δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, η οποία, άλλωστε, δεν μνημονεύεται στο Β' Φορολογικό - Καθολικό βιβλίο, υπήρξε συνεξουσιάστρια του παραπάνω αγρού αυτοδικαίως ως κληρονόμος του θανόντα πατέρα της, ότι οι γιοι του ΑΑ (ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ) περί το έτος 1921 διένειμαν άτυπα τον αγρό που μέχρι τότε συνεξουσίαζαν και στον απ' αυτούς ΓΓ, απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, περιήλθε, με τη συναίνεση όλων, τμήμα 2400 τετρ.

μέτρων "διότι συνυπολόγισαν και ένα επί πλέον μερίδιο της μητέρας τους ΖΖ χήρας ΑΑ, την οποία γηροκόμησε ο ΓΓ, εξ ενός περίπου στρέμματος (1000 Μ2) γεγονός που επίσης δεν αμφισβητείται (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ.)", ότι η πιο πάνω ΣΤ, η οποία δεν υπήρξε εξουσιάστρια του όλου αγρού, δεν απέκτησε τη συγκυριότητα του τελευταίου "αιτία θανάτου του πατέρα της μετά τις 20-5-1917 επί των 4/5 εξ αδιαιρέτου του αγρού με τους αδελφούς της", δεν έλαβε η ίδια μέρος στην άτυπη διανομή του έτους 1921 και, τέλος, δεν νεμήθηκε "με διάνοια κυρίας και καλή πίστη μέχρι το θάνατό της (1925) και εν συνεχεία οι κληρονόμοι της κάποιο τμήμα του διανεμηθέντος (όλου) αγρού είτε αυτοπροσώπως, είτε δι' αντιπροσώπου".

Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι μοναδικοί εξουσιαστές του αρχικού αργού ήταν τα άρρενα τέκνα του ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, τα οποία εξουσίαζαν τον αγρό όχι ως κληρονόμοι του ΑΑ, αλλά ιδίω δικαιώματι, περαιτέρω δε, αντιφατικά, ότι ο ΓΓ έλαβε μεγαλύτερο μερίδιο από τα άλλα αδέλφια του, εξ ενός στρέμματος περίπου, γιατί αυτά υπολόγισαν και το μερίδιο της μητέρας τους ΖΖ χας ΑΑ, η οποία, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη, ως χήρα του ΑΑ, ήταν κληρονόμος του και το μερίδιό της έλαβε ο ΓΓ, ο οποίος τη γηροκόμησε, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε, ότι η ΖΖ χα ΑΑ υπήρξε κληρονόμος του συζύγου της και διέθετε - κληρονομικό - μερίδιο στον, πιο πάνω αγρό, αλλά, εντελώς πλεοναστικά δέχθηκε, προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι στον εξουσιαστή ΓΓ δόθηκε από τους συνεξουσιαστές αδελφούς του, οι οποίοι μόνο συμμετείχαν στην άτυπη διανομή του έτους 1921 "ιδίω και όχι κληρονομικώ δικαίω" και "με τη συναίνεση όλων" ένα επιπλέον στρέμμα απ' ό,τι αυτός είχε δικαίωμα να λάβει από το κοινό, αλλά μη κληρονομιαίο, ακίνητο, ως αμοιβή του για την από μέρους του γηροκόμηση της μητέρας του ΖΖ χας ΑΑ, ενόσω ζούσε (και πάντως πριν από το έτος 1921), πλεοναστική αιτιολογία, η οποία δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εφόσον δεν αφορά το παραγωγικό της συγκυριότητας της απώτερης δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων ΣΤ περιστατικό στο μεγαλύτερο αγρό των τεσσάρων (4) τουρκικών στρεμμάτων, δηλαδή τη συμμετοχή της, ως συγκληρονόμου του πατέρα της ΑΑ, στην άτυπη διανομή του έτους 1921.

Έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν η αιτούμενη διάγνωση είναι κατάλληλο μέσο άρσης της υφιστάμενης αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπής του προκαλούμενου κινδύνου από αυτή στο συμφέρον του ενάγοντα (ΑΠ 1192/1997). Εξάλλου, σύμφωνα με πάγια αρχή του διοικητικού δικαίου, η ατομική διοικητική πράξη από την έναρξη της ισχύος της έως την ακύρωσή της με δικαστική απόφαση ή την ανάκληση ή κατάργησή της ή γενικά την παύση της ισχύος της με οποιονδήποτε τρόπο παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα της ανεξάρτητα από το αν έχει νομική πλημμέλεια.

Αυτό ισχύει και αν ακόμη η πράξη παραβιάζει την αρχή της νομιμότητας και έχει ελάττωμα, το οποίο σε περίπτωση προσβολής της με το προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα μπορεί, να επιφέρει την ακύρωσή της (Σ.Ε. 2711/1983, 1544/1992). Εξαιτίας του εν λόγω τεκμηρίου της νομιμότητας της διοικητικής πράξης τα διοικητικά όργανα δεν μπορούν να θεωρήσουν την πράξη ως άκυρη ή ανίσχυρη πριν από την ανάκληση ή ακύρωση ή κατάργησή της και αν ακόμη έχει ασκηθεί ένδικο βοήθημα για την ακύρωσή της.

Τα πολιτικά δικαστήρια όμως όταν δικάζουν ιδιωτικές διαφορές, που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, έχουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 του Κ.Πολ.Δικ., το δικαίωμα να προβαίνουν σε παρεμπίπτουσα έρευνα του κύρους και της νομιμότητας της διοικητικής πράξης και πρίνων ανάκληση, ακύρωση η κατάργηση της διοικητικής πράξης και πριν από την ανάκληση, ακύρωση ή κατάργησή της.

Σύμφωνα, επίσης, με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2, εδάφ. α' του Συντάγματος: "Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχτεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης ...".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι είναι επιτρεπτή, με διάταξη νόμου, η θέσπιση γενικών και αντικειμενικών περιορισμών της ιδιοκτησίας, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης, προς εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, εφόσον αυτοί δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας αναιρώντας ή αποδυναμώνοντάς το σε μεγάλο βαθμό, είναι δε αναγκαίοι για την επίτευξη του σκοπούμενου αποτελέσματος (Ολ.

ΑΠ 896/85, 1/1982) και β) ότι επιτρέπεται η οριστική στέρηση ή αφαίρεση της ιδιοκτησίας (με μετάθεση ολική της κυριότητας του πράγματος σε άλλο πρόσωπο ή δημιουργία άλλου εμπράγματου δικαιώματος) με πράξη της πολιτείας μόνο αν επιβάλλεται προς θεραπεία δημόσιας ωφέλειας, εφόσον προηγηθεί της κατάληψης καταβολή πλήρους αποζημίωσης που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 (παρ. 2-4) του Συντάγματος: 2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης ... 3.

Για να αναγνωριστεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως νόμος ορίζει. 4.

Νόμος μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής που χαρακτηρίζεται ως οικιστική στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμισή της σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι ή από κτίρια της περιοχής αυτής.

Σε εκτέλεση και εφαρμογή των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (των άρθρων 17 §§ 1και 2 και 24 §§ 2-4) εκδόθηκαν, αρχικά μεν, ο ν.947/1979 και, στη συνέχεια, ο ν. 1337/1983 "Επέκταση των Πολεοδομικών σχεδίων κλπ", με τον οποίο θεσμοθετείται νέα διαδικασία (διαφέρουσα από τη ρυμοτομία των ν.δ. της 17.7.1923 και 797/71) συνολικής διαχείρισης των ακινήτων της οικιστικής περιοχής προς πραγμάτωση των συνταγματικών σκοπών με την υποχρέωση των ιδιοκτητών να διαθέσουν χωρίς αποζημίωση μέρος του ακινήτου τους ή με υποχρεωτική συμμετοχή αυτών με ολόκληρο το ακίνητό τους έναντι αντιπαροχής άλλου ακινήτου (ή διαιρεμένης ιδιοκτησίας) ίσης αξίας (Ολ.ΑΠ 19/2002).

Ήδη οι διατάξεις του ν. 1337/1983, μαζί με άλλες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που ίσχυαν στις 13-6-1997 (έναρξη ισχύος του ν. 2508/1997 "Βιώσιμη οικιστική ανάπτυξη των πόλεων και οικισμών της χώρας και άλλες διατάξεις") περιλήφθηκαν στην κωδικοποίηση του π.δ. της 14/27-7-1999 "Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας" (Κ.Β.Π.Ν.).

Ειδικότερα, στο άρθρο 12 του Ν. 1337/1983, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, που περιλαμβάνεται στο άρθρο 48 του Κ.Β.Π.Ν., ορίζονται μεταξύ άλλων και τα εξής: Στην παρ.1, ότι η εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης πραγματοποιείται με τη σύνταξη πράξεων εφαρμογής ..., στην παρ. 4, ότι η πράξη εφαρμογής συνοδεύεται από κτηματογραφικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα εφαρμογής που περιλαμβάνουν τα σ' αυτή οριζόμενα στοιχεία, στην παρ. 5 καθορίζεται η διαδικασία σύνταξης της πράξης, εφαρμογής και καθιερώνεται δικαίωμα των, φερόμενων ιδιοκτητών, μετά από πρόσκληση, προς γνώση της πράξης εφαρμογής και προς άσκηση ενστάσεων κατ' αυτής και, τέλος, στην παρ. 7 ορίζεται ο τρόπος κύρωσης και οι συνέπειες της πράξης εφαρμογής μετά την κύρωση και τη μεταγραφή της.

Ειδικότερα στην παρ. 7, υπό στοιχείο μεν α', ορίζεται, ότι η πράξη εφαρμογής κυρώνεται με απόφαση του νομάρχη ... και μεταγράφεται στο οικείο υποθηκοφυλακείο, από δε τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής επέρχονται όλες οι αναφερόμενες στην πράξη αυτή μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από αυτές για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση, ενώ υπό στοιχείο ε' ορίζεται, επίσης, ότι η πράξη εφαρμογής, μετά την κύρωσή της, γίνεται οριστική και αμετάκλητη και οι διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς σε γη και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, που βεβαιώνονται με απόφαση των αρμόδιων δικαστηρίων, μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση.

Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Η διαδικασία χωροταξίας και πολεοδομίας που προβλέπεται από το ν. 1337/1983 και τις συναφείς διατάξεις, ήδη από τον Κ.Β.Π.Ν., είναι διαφορετική από εκείνη του ν.δ. της 17-7-1923 και διέπεται από τις θεσπισμένες γι' αυτή νέες διατάξεις, 2) το περιεχόμενο της πράξης εφαρμογής και των στοιχείων που τη συνοδεύουν (κτηματογραφικό διάγραμμα και πίνακας), καθώς και η διαδικασία σύνταξή της, καθορίζεται από τις ίδιες διατάξεις που προβλέπουν την προβολή ενστάσεων από τους φερόμενους ιδιοκτήτες σχετικά με τις αντιρρήσεις τους κατά της πράξης, 3) η κύρωση της πράξης εφαρμογής γίνεται με απόφαση του νομάρχη και η μεταγραφή αυτής επιφέρει τις αναγκαίες για την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου εμπράγματες μεταβολές στα ακίνητα της περιοχής, ώστε αποτελεί πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας από τους δικαιούχους και 4) ότι η πράξη εφαρμογής μετά την κύρωσή της γίνεται οριστική και αμετάκλητη και δεν υπόκειται σε ανάκληση ή ανασύνταξη ακόμα και για λόγους νομιμότητας (με το καθεστώς που ίσχυε πριν από την τροποποίηση της περίπτωσης ε' της §7 του άρθρου 12 ν. 1337/1983 από την §1 του άρθρου 11 του ν. 3212/2003 "Άδεια δόμησης, πολεοδομικές και άλλες διατάξεις θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων", όπως ήδη ισχύει από τις 24-12-2003).

Σε τέτοια ανάκληση ή ανασύνταξη δεν υπόκειται ούτε και στην περίπτωση κατά την οποία, με απόφαση των αρμόδιων δικαστηρίων, βεβαιώνονται διαφορές ως προς την εισφορά σε γη ή ως προς το μέγεθος των ιδιοκτησιών, οπότε ο νόμος προβλέπει τη μετατροπή των διαφορών αυτών σε χρηματική αποζημίωση. Οι ρυθμίσεις αυτές είναι συνταγματικώς θεμιτές, γιατί δικαιολογούνται από την ανάγκη της ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών διαφορών και αποφυγής της μελλοντικής αμφισβήτησης του νέου ιδιοκτησιακού καθεστώτος της περιοχής, όπως διαμορφώθηκε με την πράξη εφαρμογής, αλλά και από την ανάγκη προστασίας των εμπράγματων δικαιωμάτων, που αποκτώνται καλόπιστα με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής (Ολ.ΣτΕ 1730/2000, ΑΠ 1226/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, πρότειναν την ένσταση της έλλειψης έννομου συμφέροντος των αντιδίκων τους προς άσκηση των ένδικων αναγνωριστικών κυριότητας ακινήτου αγωγών τους, για το λόγο ότι το επίδικο ακίνητο είχε περιληφθεί πριν από την άσκηση των αγωγών αυτών στο σχέδιο πόλεως με την εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης του Δήμου ...

και μάλιστα απαλλοτριώθηκε, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως χώρος πρασίνου, ενώ προς αποζημίωση αποδόθηκε με την πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης σ' αυτούς - αναιρεσείοντες - άλλο οικόπεδο σε άλλη θέση του ίδιου πιο πάνω Δήμου. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες, με τον αμέσως πιο πάνω λόγο της έφεσής τους ισχυρίστηκαν τα εξής:

"Ήμασταν ιδιοκτήτες, ενός ακινήτου 1.385 τμ- που αποτελούσε τμήμα του μείζονος αγροτεμαχίου εκτάσεως 6.925 τμ περίπου. Μετά την επέκταση του σχεδίου πόλεως και την εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης, σε αντικατάσταση της παραπάνω ιδιοκτησίας μας, μας παραχωρήθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ.5 εδ.α' του ν. 1512/1985 το 1/6 εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμόν 02Ν ακινήτου του Γ ...

Ο.Τ. Συγκεκριμένα με την υπ' αριθμόν πρωτ. 29/6848/ΠΕ/664/15.7.1997 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στο τόμο 1950 και αριθμό ..., την οποία προσκομίσαμε και επικαλεστήκαμε στη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, κυρώθηκε η με αριθμό 54 μεμονωμένη πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου Δήμου ..., όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ.

πρωτ 29/ΠΕ/30767/2677/15.11.199, σχερ.29/ΠΕ/30275/2630 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία κυρώθηκε η με αριθμό 54/46 πράξη τροποποίησής της με αριθμό 54 πράξης εφαρμογής, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, και σε αντικατάσταση του ακινήτου των 1.385 τμ, αποδόθηκε σ' εμάς ανάλογο ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο υπ' αριθμόν 02Ν οικόπεδο του Γ ...

ΟΤ (κωδικός αριθμός κτημ/σης ...), εκτάσεως 6.280,11 τμ). Το συνολικό ποσοστό που αποδόθηκε μόνον σε εμάς τους εναγομένους-εκκαλούντες αντιστοιχεί στο οικόπεδο των 1.385 τμ που απαλλοτριώθηκε. Το αρχικό αυτό οικόπεδο έχει χαρακτηρισθεί ως κοινόχρηστο και θα χρησιμοποιηθεί από το Δήμο ... ως χώρος πρασίνου. Έτσι αποδόθηκε ως νέα ιδιοκτησία:

Στον Χ1 ποσοστό 3,96%, στον Χ2, Χ3, Χ5 και Χ4 από 0,99% στο καθένα, στους Χ4, Χ7, Χ8-Α, Χ9, Χ10, από 1,32% στον καθένα, στην Χ11-Α 0,25%, στον Χ11-Β, Χ11-Γ και Χ11-Δ από 0,36% στον καθένα. Συνακόλουθα, οι αγωγές των εκκαλούντων με τις οποίες αιτούνται την αναγνώριση της κυριότητάς τους επί του αρχικού ακινήτου το οποίο εισφέρθηκε στην επέκταση του σχεδίου του Δήμου ...

είναι νόμω αβάσιμες και απορριπτέες, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, διότι σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.7 εδ.γ' που ορίζει ότι "η μεταβολή ακινήτων σύμφωνα με την παρ.3 και την πράξη εφαρμογής συνεπάγεται την άμεση απόσβεση κάθε εμπράγματου δικαιώματος τρίτου και που υφίσταται στα μεταβαλλόμενα ακίνητα", έχει αποσβεσθεί οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα σχετικά με το ακίνητο που αναφέρεται στις αγωγές των εφεσίβλητων, αφού, το ακίνητο αυτό απαλλοτριώθηκε, κατέστη κοινόχρηστο και έτσι αποσβέσθηκε επί αυτού οποιοδήποτε δικαίωμά τους και ελλείπει το έννομο συμφέρον που απαιτείται από το άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ.

Σήμερα ο αγρός που περιγράφεται στις αγωγές και την αναγνώριση της κυριότητας του οποίου αιτούνται οι εφεσίβλητοι, ανήκει στο Δήμο ..., είναι κοινόχρηστος χώρος και προορίζεται για χώρος πρασίνου". Από την παραδεκτή (άρθρο 561 §2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με τη με αριθμό Πρωτ. 29/6848/ΠΕ664/15-7-1997 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης κυρώθηκε η με αριθμό 54 μεμονωμένη πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου Δήμου ...

στις πολεοδομικές ενότητες 5 και 10 και του Διαδημοτικού Κέντρου, αντίστοιχα, με εξαίρεση την κύρωση ορισμένων οικοδομικών τετραγώνων, που σ' αυτή ρητά αναφέρονται. Η πιο πάνω πράξη και η κυρωτική απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης.

Εξάλλου, με τη με αριθμό Πρωτ. 29/ΠΕ/21575/1719/22-9-1999 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης εγκρίθηκε "η με αριθμό 54/34 τροποποίηση της αμέσως πιο πάνω με αριθμό 54 πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης των πολεοδομικών ενοτήτων 1, 2, 3, 5 και 10 και του διαδημοτικού κέντρου ... ν. Θεσσαλονίκης, στο ΟΤ Γ. ... -Ιδιοκτησία: ...".

Η εν λόγω πράξη τροποποίησης αφορά στο επίδικο ακίνητο, το οποίο είχε λάβει, στα πλαίσια σύνταξης της πολεοδομικής μελέτης της πράξης εφαρμογής, τον κωδικό αριθμό κτηματογράφησης ... . Στη με αριθμό 5 παράγραφο της επίμαχης τροποποιητικής απόφασης, ρητά διευκρινίζεται ότι η με αριθμό 29/ΠΕ/6848/664/15-7-1997 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης με την οποία κυρώθηκε η αρχική με αριθμό 54 μεμονωμένη πράξη εφαρμογής μεταγράφηκε στον τόμο 1950 και με αύξοντα αριθμό ...

του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης. Στη δεύτερη σελίδα της ίδιας τροποποιητικής απόφασης ρητά διαλαμβάνεται ότι: "α) Ακυρώνουμε την με αριθμό 54 (αρχική) πράξη εφαρμογής (μετά την κύρωση και μεταγραφή της) και συγκεκριμένα όλες τις εγγραφές της στήλης 2 (όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, μητρώνυμο, αριθμός συμβολαίου, συμβολαιογράφος) του πίνακα για την παραπάνω ιδιοκτησία ...

και β) συμπληρώνουμε τις εγγραφές της στήλης 2 (με τα ίδια στοιχεία), που αντιστοιχούν στην ιδιοκτησία αυτή του Χ1 ως εξής ...". Ακολούθησε όμως και δεύτερη τροποποίηση της με αριθμό 54 μεμονωμένης πράξεως εφαρμογής με τη με αριθμό Πρωτ. 29/ΠΕ/30767/2677/σχετ.29/ΠΕ/30275/2630/15-11-1999 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης με αύξοντα αριθμό 54/1946.

Στην τρίτη σελίδα της τελευταίας διαλαμβάνεται, ότι: "α) Ακυρώνουμε την με αριθμό 54 πράξη εφαρμογής και συγκεκριμένα όλες τις εγγραφές του πίνακα για την παραπάνω ιδιοκτησία (... του ΟΤ Γ ... των σελίδων 17 και 18 του πίνακα της με αριθμό 54 πράξης εφαρμογής) και β) συμπληρώνουμε τις εγγραφές των στηλών που αντιστοιχούν στην ιδιοκτησία αυτή των Χ3, Χ2, Χ4 και Χ5 με ποσοστό συνιδιοκτησίας 6,25% στον καθένα, όπως ακριβώς εμφανίζεται στην σελίδα 17/46 του πίνακα της πράξης εφαρμογής που συνοδεύει την παρούσα".

Την τελευταία τροποποιητική της αρχικής πράξης εφαρμογής νομαρχιακή απόφαση με αριθμό Πρωτ. 54/46 επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με το εφετήριο, για την από μέρους τους προβολή της επίμαχης ένστασης έλλειψης έννομου συμφέροντος των αντιδίκων τους προς άσκηση των ένδικων αγωγών, -αλλά και ήδη επικαλούνται με το αναιρετήριο-.

Ενόψει, επομένως, του ότι η τροποποιητική αυτή απόφαση συντάχθηκε μετά την κύρωση και μεταγραφή της αρχικής πράξης εφαρμογής της οικείας πολεοδομικής μελέτης, ενώ με το τότε ισχύον νομοθετικό καθεστώς (πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3212/2003) απαγορευόταν για οποιονδήποτε λόγο (ακόμα και για λόγους νομιμότητας) η ανάκληση, ανασύνταξη ή διόρθωση της αρχικής πράξης εφαρμογής μετά την κύρωση και μεταγραφή της, το Εφετείο κρίνοντας, στα πλαίσια της παρεμπίπτουσας έρευνας του κύρους και της νομιμότητάς της, μη νόμιμη την παραπάνω τροποποιητική απόφαση και μη αποφαινόμενο ρητά σε σχέση με τη θεμελιούμενη στην τελευταία ένσταση έλλειψης έννομου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων προς άσκηση των ένδικων αναγνωριστικών κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγών τους, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, γι' αυτό και ο σχετικός αντίθετος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Οι δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του και τρίτος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι: "Το απαλλοτριωθέν με την υπ' αριθμ. 54 μεμονωμένη Πράξη Εφαρμογής της Πολεοδομικής μελέτης του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ..., η οποία Πράξη Εφαρμογής κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 26/6848/ΠΕ/664/17-7-1997 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης (στον τόμο 1950, με αριθμό ...), ήτοι έκταση 1.385 τμ περίπου (1.384,24 τμ), κείμενο στη θέση ...

ή ... του Δήμου ..., με αριθμό κτηματογράφησης ..., συνορεύον βόρεια και νότια με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με παλαιό ρέμμα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία ... και δυτικά με τμήμα ιδιοκτησίας του ΓΓ και ήδη των εναγόντων, ανήκει κατά κυριότητα στους ενάγοντες, περιελθόν σ' αυτούς, αιτία θανάτου του απωτέρου δικαιοπαρόχου αυτών και κυρίου αυτού ΓΓ, μετά από αποδοχή και μεταγραφή της δηλώσεως αποδοχής του κληρονομικού τους μεριδίου (που δεν αμφισβητείται).

Τούτο ενισχύεται και από το σκεπτικό της άνω αποφάσεως του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που κύρωσε την 54 πράξη εφαρμογής και απέρριψε μεν την ένσταση του Ψ1, σχετικά με την αναγραφή ως φερομένων ιδιοκτητών των εναγομένων, για τυπικούς όμως λόγους, με την επισήμανση ότι αρμόδια για να κρίνουν τα δικαιώματα κυριότητας είναι τα πολιτικά δικαστήρια.

Άλλωστε η απαλλοτρίωση αφορά πράγμα και όχι δικαιώματα των προσώπων αυτού (δηλ. τους δικαιούχους αποζημιώσεων ή άλλου ακινήτου κλπ)....", αντί να δεχθεί, ότι το επίδικο ακίνητο που απαλλοτριώθηκε με βάση τη με αριθμό 54 πράξη εφαρμογής "έχει καταστεί κοινόχρηστο και θα χρησιμοποιηθεί από το Δήμο ... ως χώρος πρασίνου", συνακόλουθα δε, έχει αποσβεστεί το ένδικο σ' αυτό δικαίωμα συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων, παραβίασε εκ πλαγίου και ευθέως τη διάταξη του άρθρου 12 §7 εδάφ.γ' του ν. 1337/1983, σύμφωνα με την οποία "η μεταβολή ακινήτων σύμφωνα με την §3 του άρθρου αυτού και την πράξη εφαρμογής, συνεπάγεται την άμεση απόσβεση κάθε εμπράγματου δικαιώματος τρίτου που υπήρχε στα μεταβαλλόμενα ακίνητα", είναι απορριπτέος, ο πρώτος μεν απ' αυτούς ως απαράδεκτος, εφόσον ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ.), ο δεύτερος δε προεχόντως ως αόριστος, αφού, μολονότι παρατίθεται σ' αυτόν η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και οι απόψεις των αναιρεσειόντων σε σχέση με την έννοια της εν λόγω διάταξης, καθώς και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν εξειδικεύεται στον ίδιο το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή αν η παραβίαση της επίμαχης διάταξης οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν η αιτίαση που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-4-2005 αίτηση του Χ1, κ.ά. για αναίρεση της 3192/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ