Legislator Case Law & Legislation
1429/2007 AI generated

1429/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1429/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1429/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίον όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο προσδιορισμός τους γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά.

Keywords

AI generated
severe illicit drug trafficking drug addiction extraditable offence criminal conduct substance dependency qualified drug trafficking
AI generated
2309/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
1773/2010
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού κατ' επάγγελμα.
1656/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ανδρέα Μοσχανδρέου και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), Φώτιο Καϋμενάκη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1297/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη Αρεοπαγίτες.
2173/2008
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1429 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1429/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Κέρκυρας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παπαδόπουλο, περί αναιρέσεως της 2394/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.2.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 265/2007.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993, με κάθειρξη τουλάχιστο δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται, όποιος αγοράζει, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, κατά δε το άρθρο 8 του ίδιου Νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2161/1993 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 15 εδ.

β' του Ν. 2479/1997, με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) δραχμών τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του παρόντος Νόμου ..............., αν ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του και τέλος, κατά τη διάταξη του εδαφ.

ζ' του ίδιου άρθρου, ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν από τη βαρύτητα της πράξης, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον.

Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, καθώς και της επιβαρυντικής του περίστασης, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίον όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο προσδιορισμός τους γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά.

Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εκ πλαγίου παραβίαση της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν, χωρίς να μεταβάλλεται ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως, ως κακουργήματος, πλημμελήματος η πταίσματος ή το πλαίσιο της ποινής, που προβλέπεται για το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, το δικαστήριο που τον καταδίκασε, δέχεται με ελλειπή ή αντιφατική αιτιολογία πραγματικά περιστατικά που προσδίδουν μείζονα αντικειμενική ή υποκειμενική απαξία στην πράξη ή αποτελούν πρόσθετους όρους της υποκειμενικής του πλευράς, οι οποίοι χαρακτηρίζουν εντονότερα την αντικοινωνική προσωπικότητα του δράστη, καθόσον στην περίπτωση αυτή επηρεάζεται δυσμενώς η κρίση του δικαστηρίου, ως προς το ύψος της επιβλητέας ποινής, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 79 παρ. 1 του ΠΚ, σύμφωνα με την οποία, κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του εγκληματία, για την εκτίμηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ των άλλων και η κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος, η οποία αποτελεί στοιχείο που προσδίδει εντονότερη αντικοινωνική προσωπικότητα στο δράστη και χαρακτηρίζει το επικίνδυνο της προσωπικότητάς του.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 7335/2005 απόφαση του, όπως προκύπτει, από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα γενικώς κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), ότι αποδείχτηκαν τα εξής:

Οι αστυνομικοί, μετά από πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος διακινούσε ναρκωτικά, παρακολούθησαν το επιβατικό αυτοκίνητό του στην Εθνική Οδό ....., κατά την πορεία του με κατεύθυνση την ...... Κατά την αστυνομική έρευνα του αυτοκινήτου του, στο Σταθμό Διοδίων ....., στις 23.07.2003, συνελήφθη να κατέχει και να μεταφέρει δύο (2) κιλά ηρωίνης, συσκευασμένη, σε τέσσερα δέματα των πεντακοσίων γραμμαρίων το καθένα, που είχε τοποθετήσει μέσα σε ένα κουτί παπουτσιών στο δάπεδο του αυτοκινήτου, χωρίς ο ίδιος να αντιδράσει καθόλου (βλ.

ιδιαίτερα κατάθεση μάρτυρα αστυνομικού, Ευσταθίου Φουρλάνου). Τα ναρκωτικά τα κατείχε και τα μετέφερε ο ίδιος για δικό του λογαριασμό, για να τα διαθέσει στη Βόρεια Ελλάδα κι όχι δήθεν, ότι απλώς εκτελούσε τη μεταφορά τους, όπως διότι δήθεν τον απειλούσαν, όπως αόριστα ισχυρίστηκε ο ίδιος. Τέλεσε κατά πραγματική συρροή, τις πράξεις:

α) της παράνομης αγοράς των ναρκωτικών ουσιών, διότι στην περιοχή Αθηνών, στις 23.07.2003, αγόρασε αυτές από άγνωστο άτομο, με άγνωστο τίμημα, χωρίς να απαιτείται, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, να προσδιορίζεται ο αγοραστής και το ύψος του τιμήματος, αλλά αρκεί ότι υπάρχει - ως επί του προκειμένου- συμφωνία περί του τελευταίου, β) της παράνομης κατοχής τους, διότι είχε τη φυσική κατοχή τους και την εξουσία διάθεσης τους, διότι κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά και γ) της παράνομης μεταφοράς τους, διότι πράγματι, όπως απαιτείται, ενήργησε εντός της Ελλάδας τη μετακίνηση τους με δικό του μεταφορικό μέσο.

Τις ανωτέρω πράξεις τέλεσε ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον, από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, για τις οποίες έχει και στο παρελθόν απασχολήσει τις διωκτικές και δικαστικές αρχές και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτών διά των διασυνδέσεών του με εμπόρους ναρκωτικών, τη μεθόδευση και την ευχέρεια δράσης του, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό σταθερού και σημαντικού εισοδήματος από τις πράξεις αυτές, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση των άνω πράξεων προκύπτει σταθερή ροπή του ανωτέρω κατ/νου προς διάπραξη των παραπάνω εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.

Προς δε, οι περιστάσεις, κάτω υπό τις οποίες τέλεσε τις ως άνω πράξεις (μεθόδευση, σχεδιασμός, διασυνδέσεις με κύκλωμα εμπορίας ναρκωτικών) και τα αίτια που τον ώθησαν στη. διάπραξη τους, ήτοι ο εύκολος και άκοπος πλουτισμός, καταμαρτυρούν ότι είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνος". Ακολούθως, τον κήρυξε ένοχο: α) αγοράς, β) κατοχής και γ) μεταφοράς της ανωτέρω ποσότητας ηρωίνης κατά συρροήν, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις ότι ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειαν και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος και αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση, ενόψει του λευκού ποινικού του μητρώου, ότι, μέχρι την τέλεση των πράξεών του αυτών, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, του επέβαλε ποινή καθείρξεως 14 ετών.

Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά στην προσβαλλόμενη απόφαση του, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της αγοράς, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, από δράστη, που δεν ήταν τοξικομανής και τέλεσε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων Χ1 τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς .

με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδάφια στ' & ζ' και 94 παρ. 1 του ΠΚ, 1 παρ. 4 παρ. 1 & 3 Πίνακας Α' αριθ. 5, 5 § 1 περ. β' & ζ' και § 2, και 8 του Ν. 1729/1987, όπως τα άρθρα 5 και 8 αντικ. αντίστοιχα με τα άρθρα 10 και 13 του Ν. 2161/1993 και το άρθρο 8 αντικ. στη συνέχεια με το άρθρο 2 § 15β του Ν. 2479/1997, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο.

Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας επί καταδίκης για αγορά ναρκωτικών, δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται στην απόφαση η ταυτότητα του πωλητή και το ύψος του συμφωνηθέντος τιμήματος, καθόσον τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, για τη θεμελίωση της οποίας αρκεί η συμφωνία για το τίμημα.

Περαιτέρω, αιτιολογείται με πληρότητα η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα τελέσεως των κακουργηματικών πράξεων αγοράς, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, από δράστη που δεν ήταν τοξικομανής και τέλεσε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, αφού θεμελιώνεται η τέλεση των πράξεων αυτών στην υποδομή που είχε διαμορφώσει αυτός (αναιρεσείων) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης τέτοιων πράξεων προς το σκοπό πορισμού εισοδήματος (διασυνδέσεις με εμπόρους ναρκωτικών, μεθόδευση και ευχέρεια στη δράση του), ενώ η συνδρομή στο πρόσωπο του ίδιου (αναιρεσείοντος) της ιδιαίτερης επικινδυνότητας θεμελιώνεται στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τέλεσε τις πράξεις αυτές (μεθόδευση, σχεδιασμός, διασυνδέσεις με κύκλωμα εμπόρων ναρκωτικών) και στα αίτια που τον ώθησαν στη διάπραξη τους (εύκολο και άκοπο πλουτισμό), που καταμαρτυρούν ότι είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνος, δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι ο κατηγορούμενος κατά την τέλεση των ανωτέρω εγκληματικών πράξεων ενήργησε κατ' επάγγελμα, κατά το μέρος που αυτή θεμελιώνεται στην υποδομή που είχε διαμορφώσει αυτός με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως τέτοιων πράξεων προς το σκοπό πορισμού εισοδήματος (διασυνδέσεις με εμπόρους ναρκωτικών, μεθόδευση και ευχέρεια στη δράση του) και αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερον έντιμου βίου.

Αντιθέτως, δεν αιτιολογείται επαρκώς στην προκειμένη περίπτωση η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι στηρίζεται η κατ' επάγγελμα τέλεση των παραπάνω πράξεων στην επανειλημμένη τέλεση τους κατά το παρελθόν από τον αναιρεσείοντα, αφού δεν αρκεί για την ειδική αιτιολόγηση της παραδοχής αυτής το γενικό και αφηρημένο γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, έχει απασχολήσει αυτός και κατά το παρελθόν τις διωκτικές και δικαστικές αρχές για τέτοιες πράξεις, χωρίς να διευκρινίζεται περαιτέρω σε τι συνίσταται η απασχόλησή του αυτή.

Η ανεπαρκής όμως κατά τούτο αιτιολογία της απόφασης, στερείται νομικής σημασίας, ενόψει της θεμελιώσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως των ανωτέρω εγκληματικών πράξεων στην υποδομή που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος κατά την τέλεσή τους, για την οποία υπάρχει πλήρης αιτιολογία. Τέλος, δεν αιτιολογείται επαρκώς στην προκειμένη περίπτωση η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος η άλλη επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τελέσεως των ιδίων ως άνω κακουργηματικών πράξεων, καθόσον δεν αρκεί για την παραδοχή της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως η ύπαρξη υποδομής, αλλ' απαιτείται επανειλημμένη τέλεση των πράξεων τούτων, από την οποία να προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τα εγκλήματα της αγοράς, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα από δράστη ιδιαιτέρως επικίνδυνο, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, καθόσον όμως, με τους λόγους αυτούς πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικώς με την επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τελέσεως των εγκλημάτων αυτών, είναι βάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό, ενόψει δε του ότι η παραδοχή της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως χαρακτηρίζει εντονότερα την αντικοινωνική προσωπικότητα του κατηγορουμένου και επηρεάζει το ύψος της επιβλητέας κατά το άρθρο 79 ΠΚ ποινής μέσα στα πλαίσια αυτής, όπως αυτά καθορίζονται μετά την αναγνώριση σ' αυτόν της εκ του άρθρου 84 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ ελαφρυντικής περιστάσεως, πρέπει να αναιρεθεί και ως προς το αναγκαίως συνεχόμενο με το κεφάλαιο αυτό, κεφάλαιο της ποινής και ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς την υπ' αριθ. 2394/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο της κατά συνήθεια τέλεσης των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών καθώς και ως προς το κεφάλαιο της επιβληθείσας ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 5 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ