Legislator Case Law & Legislation
1428/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment regarding historical public land in Greece.

Case Number 1428/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Property Registration Commission against the Third Instance Court's decision. The Commission argued the disputed land was historically public property, while the opposing party claimed it was private property acquired through specific legal mechanisms. The court ruled that the lower court's factual assessment regarding the land's ownership history was not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appellate courts cannot re-examine the substantive factual findings of the court of first instance regarding property ownership history.

Keywords

AI generated
property ownership historical land public vs private appellate review factual findings civil procedure Greece

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 3 of Law 3693/1957
Article 1 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1428 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1428/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΓΧΩΡΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΚΥΘΗΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ" (άρθρ. 84 ν. 1416/1984 και πδ 272/1985, 138/2004 και 5/2016), που έχει την έδρα του στη Χώρα Κυθήρων, όπως εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ 090360708), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κασιμάτη, που ανακάλεσε την από 4-4-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, διόρισε τον Δημήτριο Λουράντο ως πληρεξούσιο δικηγόρο για από κοινού εκπροσώπηση, και κατέθεσαν από κοινού προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: S. R. T. T. Y. - E. (Σ. Ρ. Τ. Τ. Γ. - Ε.) του S. G. F. B. U. Y. - E. (Σ. Τ. Φ. Μ. Ο. Γ. - Ε.) και της E. P. (Ε. Π.), κατοίκου Παρισίων Γαλλίας και προσωρινά διαμένοντος στο Καψάλι Κυθήρων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Καλλίγερο και Κωνσταντίνο Ντινόπουλο, με δηλώσεις κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσαν από κοινού προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2446/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 329/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-11-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 329/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ασκήθηκε η από 28.3.2017 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΓΧΩΡΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΚΥΘΗΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ", με την οποία εξέθετε ότι το έτος 1817 αμέσως μετά την έναρξη της Αγγλικής Κυριαρχίας ανηγέρθη στο νησί των Κυθήρων λοιμοκαθαρτήριο (γνωστό ως "Λαζαρέτο") με πόρους της κεντρικής και τοπικής κυβέρνησης και εργασίας ντόπιων, σε ακίνητο επιφανείας 1.757,46 τ.μ., κείμενο στο Καψάλι Κυθήρων στον πίσω γιαλό, όπως αποτυπώνεται με τον περιβάλλοντα χώρο του στο συνημμένο στην αγωγή από Δεκεμβρίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.

Μ., στο οποίο περιλαμβάνονται τρία επί μέρους κτίσματα με συνολική επιφάνεια 371,45 τ.μ.. Ότι το λοιμοκαθαρτήριο συνιστούσε ακίνητο που εξυπηρετούσε ειδικό σκοπό, σχετιζόμενο με τη δημόσια υγεία και την προστασία αυτής στη νήσο των Κυθήρων και υπό την ιδιότητά του αυτή ανήκε στην εγχώρια περιουσία της νήσου Κυθήρων, που διαχειρίζεται το ενάγον ΝΠΔΔ, αφού κατασκευάσθηκε στο έδαφος αυτής, με χρήματα του τοπικού ταμείου και της τοπικής κυβέρνησης και παρέμεινε και εξυπηρετούσε αποκλειστικά τον συγκεκριμένο σκοπό για τη νήσο των Κυθήρων, ενώ παράλληλα η συντήρηση και κάλυψη των εξόδων του γινόταν αποκλειστικά από πόρους του τοπικού ταμείου των Κυθήρων.

Ότι, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε στο ακίνητο αυτό δικαίωμα μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, το έτος 1932 φέρεται να μεταβίβασε τούτο (επίδικο ακίνητο) στον Ε. I.. Β., κάτοικο Κυθήρων, με το .../20.2.1932 πωλητήριο συμβόλαιο της διοίκησης δημοσίων κτημάτων, στο οποίο η έκταση του οικοπέδου αναφέρονταν ως 500 περίπου τ.μ., χωρίς ωστόσο το συγκεκριμένο πωλητήριο να μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο Κυθήρων.

Ότι μετέπειτα το επίδικο ακίνητο μετά των κτιρίων του λοιμοκαθαρτηρίου και του περιβάλλοντος αυτού χώρου με το .../29.12.1998 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Φρειδερίκης συζ. Ελευθερίου Στεφανάκη, πωλήθηκε στον εναγόμενο, ο οποίος αγόρασε οικόπεδο εμβαδού 2.540 τ.μ. αντί αναγραφομένου τιμήματος 60.000.000 δραχμών.

Επικαλούμενο δε το ενάγον ΝΠΔΔ ότι ο εναγόμενος ουδέποτε απέκτησε με νόμιμο τίτλο και τρόπο την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, αφού αυτό ανήκει στην εγχώρια περιουσία Κυθήρων, που διαχειρίζεται το ίδιο, ως κτίριο που εξυπηρετούσε ειδικό σκοπό, ως πράγμα εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτο χρησικτησίας, αιτήθηκε, υπό την ιδιότητά του αυτή, να αναγνωρισθεί ότι το ως άνω ακίνητο ανήκει στην Εγχώρια Περιουσία της νήσου Κυθήρων και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και οποιοσδήποτε τρίτος έλκει δικαιώματα από αυτόν να το αποδώσουν στο ενάγον ΝΠΔΔ, διαχειριστή της Εγχώριας Περιουσίας Κυθήρων και Αντικυθήρων.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η 2446/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 329/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με την οποία αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.

Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η υπό κρίση από 23.11.2020 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.". Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Ι. Με τη συνθήκη των Παρισίων του έτους 1815, η Επτάνησος αναγνωρίσθηκε ως ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος καλούμενο "Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων" και περιήλθε υπό την προστασία της Αγγλίας. Το νέο κράτος είχε Γενική Διοίκηση με έδρα την Κέρκυρα και τοπικές κυβερνήσεις σε κάθε νήσο με επικεφαλής "επάρχους" και "επαρχιακά συμβούλια".

Δηλαδή κάθε μία νήσος αποτελούσε, κατά κάποιο τρόπο, αυτοτελή μονάδα ομοσπονδιακού κράτους, η δε δημόσια περιουσία, η οποία ήταν αποχωρισμένη από την Γενική Οικονομία του κράτους, ανήκε κατά κυριότητα σε κάθε νήσο, διοικούμενη από τους επιτόπιους άρχοντες, με υποχρέωση εισφοράς μέρους από τα αντίστοιχα εισοδήματα στο Γενικό Ταμείο της Ιονίου Πολιτείας.

Η περιουσία αυτή κάθε νήσου, διακρινόμενη από την κρατική και ιδιωτική, ονομαζόταν "επιχώρια" ή "εγχώρια" περιουσία. Αυτά προκύπτουν από το "Σύνταγμα του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων" του έτους 1817, με το οποίο είχε παραχωρηθεί στα Ιόνια νησιά πλήρης αυτοδιοίκηση. Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από την ΚΣΤ' Πράξη της 11.8.1834 της Ε' Γερουσίας, που εκδόθηκε σε εφαρμογή του Συντάγματος του 1817 και διέκρινε ρητώς την επιχώρια οικονομία κάθε νήσου από τη Γενική Οικονομία του κράτους, καθόρισε τα έσοδα του επιχωρίου ταμείου και αναγνώρισε την κυριότητα της τοπικής διοικήσεως κάθε νήσου επί των μη ιδιωτικών κτημάτων (άρθρα 5,6 και Προοίμιο αυτής), καθώς επίσης και από την όμοια I' Πράξη της Η' Γερουσίας της 14/26.5.1845, η οποία στο άρθρο 1 περιέλαβε ανάλογη ρύθμιση.

Το καθεστώς αυτό διατηρήθηκε και μετά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα (1846) με το νόμο ΡΝ/1866 "περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας", ο οποίος (άρθρα 10-15) διατήρησε και αναγνώρισε ρητώς τις εγχώριες περιουσίες των Ιονίων νήσων και ανέθεσε απλώς τη διοίκηση τους (άρθρο 11) σε επιτροπή, μέχρις ότου ιδιαίτερος νόμος για κάθε μέσο ρυθμίσει τη διανομή τους "κατά δήμους".

Πράγματι μετά το νόμο αυτό εκδόθηκαν ιδιαίτεροι νόμοι για τα περισσότερα από τα Ιόνια νησιά με βάση τους οποίους οι εγχώριες περιουσίες αυτών διαλύθηκαν και διανεμήθηκαν κατά δήμους και επαρχίες ανάλογα με τον πληθυσμό τους, χωρίς όμως τα επί μέρους στοιχεία των περιουσιών αυτών να περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο.

Έτσι για τη Λευκάδα, Ζάκυνθο, Κεφαλληνία και Κέρκυρα, εκδόθηκαν αντίστοιχα οι νόμοι ΨΞΒ' της 27.12.1878 - ΦΕΚ 2.1879, ΥΙΓ' της 27.5.1871 - ΦΕΚ 24/1871, ΨΓ της 9.11.1878 - ΦΕΚ 64/1878 και ΑΦΓ της 28.5.1887 - ΦΕΚ 142/1887. Ανάλογος όμως νόμος δεν εκδόθηκε για τα Κύθηρα, όπως και για την Ιθάκη και τους Παξούς, ίσως λόγω της περιορισμένης εκτάσεως της εγχώριας περιουσίας των νήσων αυτών.

Επομένως, για τα Κύθηρα, εξακολούθησε υφιστάμενο το παραπάνω νομικό καθεστώς, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το Σύνταγμα της Ιονίου πολιτείας, τις προαναφερθείσες πράξεις της Ε' Γερουσίας του 1834 και της Η' Γερουσίας του 1845 και αναγνωρίσθηκε και διατηρήθηκε, στη συνέχεια με το ν. ΡΝ/1866, η οποία έτσι αποτελεί μία των ελαχίστων περιπτώσεων, όπου διατηρείται αναλλοίωτο το ιδιοκτησιακό καθεστώς της πάλαι ποτέ Ιονίου Πολιτείας.

Η άποψη αυτή ενισχύεται, κατά τρόπο σαφή, από το γεγονός ότι μεταγενέστεροι του ν. ΡΝ/1866 νόμοι, ρύθμισαν ειδικώς τα της διαχειρίσεως της εγχώριας περιουσίας της νήσου Κυθήρων, όπως ο ν. 2355/1920, το ν.δ. 617/1941 και ο ν. 514/1943 , οι οποίοι σε τίποτε δεν αλλοίωσαν το "ιδιοκτησιακό καθεστώς" της εγχώριας περιουσίας των Κυθήρων, και περιορίσθηκαν απλώς στο να ρυθμίζουν κάθε φορά θέματα σχετικά με τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας αυτής, από συγκεκριμένες επιτροπές, με καθορισμό των μελών τους, το ιδιοκτησιακό καθεστώς της οποίας (εγχώριας περιουσίας) θεωρούσαν δεδομένο.

Τελική νομοθετική ρύθμιση για την εγχώρια περιουσία της νήσου Κυθήρων είναι το άρθρο 84 του ν. 1416/1984, σύμφωνα με το οποίο "1. Η "εγχώρια περιουσία των νήσων Κυθήρων και Αντικυθήρων" αποτελεί διακοινοτική περιουσία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης των Κυθήρων και Αντικυθήρων. Η περιουσία αυτή περιλαμβάνει :

α) Όλες τις εκτάσεις των νησιών είτε είναι κοινόχρηστες δασικές ή χορτολιβαδικές, είτε αγροτικά ή αστικά ή άλλης κατηγορίας ακίνητα, που δεν ανήκουν σε ιδιώτες ή βάσει νομίμων τίτλων κτήσης κυριότητας στο δημόσιο, σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή σε κατ'ιδίαν κοινότητες, β) την κινητή και ακίνητη περιουσία των ιερών προσκυνημάτων της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας, της Αγίας Μονής και του Αγίου Ιωάννου του εν "κρημνώ" και των ανηκόντων σ'αυτά παρεκκλησίων και γ) τις νησίδες που βρίσκονται γύρω από τα Κύθηρα. 2.

Η διαχείριση της περιουσίας της προηγούμενης παραγράφου ανήκει αποκλειστικά στην "Επιτροπή Εγχώριας Περιουσίας", που αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με έδρα την Κοινότητα Κυθήρων και υπόκειται στην εποπτεία του κράτους, που υπόκεινται και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης του νησιού. 3. Η επιτροπή όσον αφορά τη διαχείριση της "εγχώριας περιουσίας" έχει, χωρίς εξαίρεση, όλες τις αρμοδιότητες, δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχουν οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, δυνατότητες και απαλλαγές που έχουν οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης για τη διαχείριση της δημοτικής και κοινοτικής περιουσίας, καθώς και όλα τα δικαιώματα, δυνατότητες και απαλλαγές που παρέχει η νομοθεσία στους οργανισμούς αυτούς.

Έχει επίσης όλα τα μέσα έννομης προστασίας της "εγχώριας περιουσίας" που έχει το δημόσιο και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης για την προστασία των δημόσιων, δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων". Σε εκτέλεση του νόμου αυτού εξεδόθη το π.δ.272/1985 "Οργάνωση και αρμοδιότητες του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Επιτροπή Εγχώριας Περιουσίας Κυθήρων και Αντικυθήρων" , που τροποποιήθηκε με το π.δ. 138/2004 "Προσαρμογή διατάξεων του π.δ. 272/1985 σε αυτές, του ν. 2539/1997 κλπ".

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εγχώρια περιουσία των νήσων Κυθήρων και Αντικυθήρων αποτελεί διακοινοτική περιουσία, που ανήκει κατά κυριότητα στο σύνολο των Δήμων και Κοινοτήτων της νήσου (ήδη μόνο στο Δήμο Κυθήρων, που απέμεινε μετά την κατάργηση των λοιπών Κοινοτήτων, κατ'άρθρο 1 παρ. 2 περ. 5.2 Α.4 του ν. 3852/2010) και η Επιτροπή του ν.

ΡΝ/1866, του ν. 2355/1920 κλπ περιορίζεται απλώς στη διαχείριση και προστασία της, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι κανένας από τους νόμους αυτούς δεν προικοδότησε με ίδια περιουσία την εν λόγω Επιτροπή (ΣτΕ 1956/1986). Κατά ρητή πρόβλεψη του παραπάνω άρθρου 84 παρ. 3 του v. 1416/1984, αλλά και κατά λογική ακολουθία όσων προαναφέρθηκαν, για την προστασία της εγχώριας περιουσίας εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις του ν.δ. 31/1968. ..

Κατά την αρχική διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν/δτος αυτού, η ισχύς του οποίου κατ' άρθρο 7 άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημ. της Κυβερνήσεως, δηλ. από 2/12/1968, "Αι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 24 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ως αύται ισχύουν εκάστοτε και οι συναφείς προς αυτάς υπέρ του Δημοσίου διατάξεις, εφαρμόζονται αναλόγως και επί των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, δια την προστασίαν των κτημάτων αυτών".

Αλλά και μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 62 του ν. 1416/1984 η διάταξη έχει ως εξής: "Ως προς τα κτήματα των δήμων και κοινοτήτων εφαρμόζεται η νομοθεσία που ισχύει εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου, εκτός από τα άρθρα 8 έως 20 του αναγκαστικού νόμου 1539/1938 (ΦΕΚ Α' 488)". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του άνω α.ν. "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν.

Παραγραφή δικαιώματος του δημοσίου επί ακινήτου κτήματος, αρξαμένη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμίαν νόμιμον συνέπεια έχει, αν αυτή δεν συνεπληρώθη μέχρι τούδε κατά τους προϊσχύσαντες νόμους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, προκειμένου περί ακινήτων κτημάτων των ΟΤΑ, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και μάλιστα της έκτακτης χρησικτησίας μπορούσε να συμπληρωθεί μόνο μέχρι την έναρξη ισχύος του προαναφερθέντος ν.δ/τος 31/1968, δηλ.

μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου 1968. Κατά συνέπεια επί των ακινήτων αυτών ήταν επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία από εκείνον που τα διεκδικεί, είτε από τις διατάξεις του Ιονίου Αστικού Κώδικα (άρθρα 593, 2092 και 2063 και άρθρα 64 και 65 του ΕισΝ.Α.Κ.), είτε υπό τον ΑΚ (1045) μετά την εισαγωγή του, με την προϋπόθεση ότι ο χρόνος αυτής (30 έτη και 20 έτη αντίστοιχα) είχε συμπληρωθεί μέχρι την 2/12/1968, οπότε άρχισε η ισχύς του ν.δ/τος 31/1968 (ΑΠ 11/2019, ΑΠ 473/2010, ΑΠ 1005/2009).

II. Εξάλλου, από 12.5.1841 στα Ιόνια Νησιά άρχισε να ισχύει ο Ιόνιος Αστικός Κώδικας, ενώ το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο εφαρμοζόταν σε όσες περιπτώσεις δεν ρυθμίζονταν από αυτόν. Κατά την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα (1864) ο Ιόνιος Αστικός Κώδικας διατηρήθηκε σε ισχύ, με τον ως άνω v. PN'/1866 μέχρι και την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (1946), οπότε καταργήθηκε με τα άρθρα 1,3 και 5 του ΕισΝΑΚ.

Ο ως άνω ν. ΡΝ'/1866, με τον οποίο τέθηκε από 1.7.1866 σε ισχύ στην Επτάνησο η ισχύουσα στην λοιπή Ελλάδα νομοθεσία, εισήγαγε στα Ιόνια νησιά και τον από 21.6.1837 νόμο περί προστασίας δημοσίων κτημάτων, με το άρθρο δε 2 αυτού καταργήθηκαν τα έχοντα ίδιο αντικείμενο άρθρα 402 - 409 του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα. Κατά τα άρθρα 2, 13, 14 και 16 του άνω νόμου περί προστασίας δημοσίων κτημάτων, δημόσια κτήματα είναι όλα όσα ανήκουν στην Επικράτεια και όλα τα από ιδιώτες ή Κοινότητες μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα καθιστάμενα αδέσποτα και τα κτήματα των αποθανόντων ακλήρων ή εγκαταλελειμμένα από τους κληρονόμους κτήματα, επί των οποίων δεν υφίστανται άλλες αποδεδειγμένες απαιτήσεις.

Προσέτι, το προορισμένο για την εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού ακίνητο, ανεξαρτήτως του κάθε φορά εφαρμοστέου δικαίου, εθεωρείτο πράγμα εκτός συναλλαγής με αποτέλεσμα κάθε δικαιοπραξία που το περιλάμβανε ως αντικείμενο μεταβιβάσεως εμπραγμάτου δικαιώματος να είναι εξ υπαρχής άκυρη και επί του ακινήτου αυτού να είναι αδύνατη η κτήση κυριότητας ακόμη και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), καθόσον αυτό απαγορεύονταν τόσο από το άρθρο 423 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα και τον v.

ΡΝ'/1866, όσο και μετέπειτα από τον Αστικό Κώδικα, ενώ οι διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας επί δημοσίου ακινήτου με τη συμπλήρωση τριακονταετούς νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από αυτόν που το χρησιδέσποζε, συνυπολογίζοντας στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, μέχρι την 11.9.1915, δεν είχαν εφαρμογή στη νήσο των Κυθήρων κατά τη ως άνω χρονική περίοδο ισχύος του Ιονίου Αστικού Κώδικα και του ν.

ΡΝ'/1866 και έτσι δεν υφίστατο κενό για το συγκεκριμένο ζήτημα, το οποίο να πρέπει να καλυφθεί από τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Αντιθέτως, στον Ιόνιο Αστικό Κώδικα δεν ρυθμίζονταν η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για την απώλεια της ιδιότητας πράγματος ως εκτός συναλλαγής, το κενό δε αυτό καλύπτονταν από τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που επέτρεπαν την αποβολή της ιδιότητας πράγματος ως εκτός συναλλαγής, μεταξύ άλλων και για ακίνητα που εξυπηρετούσαν δημόσιο σκοπό.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 966 και 971 του ΑΚ, ως πράγματα εκτός συναλλαγής θεωρούνται τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών, τα οποία αποβάλλουν την ιδιότητα τους αυτή από τότε που έπαψε ο προορισμός τους για κοινή χρήση ή για δημόσιο, δημοτικό, κοινοτικό σκοπό.

Ο προορισμός αυτός κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 971 ΑΚ, κρίνεται με βάση τη φύση και το χαρακτήρα τους, εάν δε αυτή παύσει εκ των πραγμάτων και εκ των συνθηκών, παύουν να είναι εκτός συναλλαγής, (ΑΠ 322/2019, ΑΠ 169/2017), για την αποβολή δε της ιδιότητας των ακινήτων, ως εξυπηρετούντων δημόσιους σκοπούς., απαιτείται μόνο η εγκατάλειψή τους και η μη ανοικοδόμησή τους σε βαθμό που να μην μπορούν να εξυπηρετήσουν το δημόσιο σκοπό τους (ΑΠ 1178/2006).

Εξάλλου, με βάση το Σύνταγμα του 1817 της Ιονίου Πολιτείας, στα Ιόνια νησιά η περιουσία διακρινόταν σε εγχώριο, στην δημόσια και την ιδιωτική. Το Ελληνικό Δημόσιο ήταν δυνατόν να αποκτήσει κυριότητα επί ακινήτων, με νόμιμο τίτλο κυριότητας, είτε κατά τον Ιόνιο Πολιτικό Κώδικα, είτε με βάση ειδικούς νόμους που ίσχυσαν μετά την ένωση των Ιονίων νήσων με την Ελλάδα, όπως το νόμο περί προστασίας δημοσίων κτημάτων από 21.6.1837, ο οποίος ίσχυσε στα Ιόνια νησιά μετά την έκδοση του ν.

ΡΝ/1866. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι τα κατά την εισαγωγή του νόμου αυτού υπάρχοντα αδέσποτα περιήλθαν ex lege στο Δημόσιο, στο οποίο περιέρχονται και τα εκάστοτε καθιστάμενα αδέσποτα ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες, καθώς και εκείνα των αποβιωσάντων χωρίς διαθήκη και κληρονόμους (ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015, ΑΠ 1478/2000).

III. Επιπροσθέτως η επιχώριος ή εγχώριος περιουσία περιλάμβανε κάθε είδους περιουσία - κυρίως τη γη-, που δεν ανήκε στην ιδιωτική κτήση, ενώ δεν ανήκαν σ' αυτήν τα κτίρια τα οποία είχαν ανεγερθεί από την Κεντρική Κυβέρνηση του Ιονίου Κράτους , για τις δικές της υπηρεσίες και χρησίμευαν για την εξυπηρέτηση δημοσίων σκοπών, σύμφωνα με τη διάκριση του Συντάγματος του 1817 και του 10ου νόμου του Η' Κοινοβουλίου...

Προκειμένου για την Κέρκυρα και κατόπιν αμφισβήτησης με την Εγχώρια Περιουσία Κέρκυρας το θέμα ρυθμίστηκε ρητώς με το ν. ΑΦΔ/1887 και αναγνωρίστηκε η κυριότητα υπέρ του Δημοσίου για τα ακίνητα που χρησίμευσαν για τον αρμοστή, γερουσία, δημόσιες αρχές, βουλευτήριο, κτλ και μεταξύ αυτών και το λοιμοκαθαρτήριο.

Από τα παραπάνω αναγκαίως συνάγεται, ότι στην εγχώριο περιουσία δεν ανήκε όλη η ευρισκόμενη σε κάθε μία από τις νήσους του Ιονίου, μη ιδιωτική κτήση, αλλά μόνο εκείνη, την οποία καθόρισαν οι νόμοι και ιδίως ο ως άνω Νόμος 10ος του 8ου Κοινοβουλίου, ενώ κάθε λοιπή κτήση ανήκε στο Κράτος διαχειριζόμενη από τη Γενική Κυβέρνηση (ΑΠ 61/1898).

Η έναρξη της Βρετανικής προστασίας στα Επτάνησα συνέπεσε με μεγάλες επιδημίες πανώλης, η αντιμετώπιση των οποίων αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που απαιτούσε άμεση επίλυση από τις βρετανικές αρχές. Έτσι, κατά την περίοδο της Βρετανικής Προστασίας η Κυβέρνηση των Ιονίων νήσων αντιμετώπισε από τα πρώτα χρόνια με ιδιαίτερη φροντίδα το ζήτημα της δημόσιας υγείας, κωδικοποιώντας ανάλογα διατάγματα για την υγειονομική προστασία και την τιμωρία των παραβατών των υγειονομικών διατάξεων, επιτυγχάνοντας τελικά με τον τρόπο αυτό κατά το έτος 1838 την κωδικοποίηση σειράς εκδοθέντων αποφάσεων και διαταγών που αφορούσαν τη δημόσια υγεία και τους νόμους της καραντίνας σε πλήρη μορφή υγειονομικού κανονισμού.

Χαρακτηριστικό της μεγάλης σημασίας που απέδιδε η Βρετανική Προστασία στην προστασία της υγείας είναι το γεγονός ότι για πρώτη φορά κατοχυρώθηκε με το Σύνταγμα του έτους 1817 η προστασία της υγείας των πολιτών, ο διορισμός δε του διευθυντή του υγειονομείου γίνονταν απευθείας από το Μέγα Αρμοστή χωρίς την τυπική επικύρωση της Γερουσίας, ενώ ο έλεγχος των υγειονομικών υπηρεσιών τέθηκε υπό τη διοίκηση ανώτερου Βρετανού στρατιωτικού ιατρού.

Κατά την ίδια χρονική περίοδο της Βρετανικής κυριαρχίας στα Επτάνησα, τα Κύθηρα αναβαθμίστηκαν και αναπτύχθηκε η ναυτιλία, καθώς η θέση του νησιού στο μέσο μεταξύ Ανατολής και Δύσης και δεδομένου του περίπλου της Πελοποννήσου κατέστησαν το Καψάλι από τα πιο σημαντικά λιμάνια των Ιονίων Νήσων, στο οποίο προσέγγιζαν καθημερινά πλοιάρια από τις γειτονικές ακτές και πλοία υπό οθωμανική σημαία με κατεύθυνση προς την Πελοπόννησο ή την Κέρκυρα.

Η γειτνίαση των Κυθήρων με την υπό Οθωμανική κυριαρχία Πελοπόννησο και Κρήτη και οι ενδημικές εμφανίσεις της πανώλης και άλλων λοιμωδών νοσημάτων κατέστησαν αναγκαία την ύπαρξη οργανωμένων υποδομών καραντίνας, με συνέπεια η οικοδόμηση ενός λοιμοκαθαρτηρίου (λαζαρέτου) να αποτελέσει απαραίτητη προϋπόθεση της αναβάθμισης του λιμανιού στο Καψάλι και της νήσου των Κυθήρων γενικότερα.

Υπό τις συνθήκες αυτές το έτος 1817 ολοκληρώθηκε η οικοδόμηση του λοιμοκαθαρτήριου Κυθήρων, το οποίο βρίσκεται στο Καψάλι στην τοποθεσία Πίσω Γιαλός στη θέση Λαζαρέτα στην άκρη του δεύτερου ορμίσκου του οικισμού και αποτελεί ένα από τα πρώτα δημόσια κτίρια και ένα από τα σημαντικότερα κτίσματα της εν λόγω περιόδου που ανήγειραν οι Άγγλοι στο νησί, στα πλαίσια του γενικότερου προγράμματος έργων ανάπτυξης σε αυτό, το κόστος δε της οικοδόμησής του, το οποίο προσδιορίσθηκε μέχρι χίλια (1.000) δολάρια καλύφθηκε κατά το μείζον μέρος του από το Δημόσιο Θησαυροφυλάκιο, με τη συνεισφορά κατά το ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) δολαρίων του τοπικού συμβουλίου.

Η Ένωση του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων με το Ελληνικό Βασίλειο (Συνθήκη Λονδίνου 1864) μεταβίβασε τις υγειονομικές υπηρεσίες και τα λοιμοκαθαρτήρια του υπό αγγλική κηδεμονία Ιονικού Κράτους στην κυριότητα των ελληνικών υγειονομικών υπηρεσιών, η δημιουργία δε υγειονομικών κανονισμών και διατάξεων σχετικών με την απομόνωση των αρρώστων και την απολύμανση των εμπορευμάτων κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα αποτέλεσαν μέρος των πρώτων ενεργειών του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους.

Τόσο όμως το λοιμοκαθαρτήριο των Κυθήρων όσο και άλλα λοιμοκαθαρτήρια που λειτουργούσαν στην Ελλάδα, σταδιακά έπαυσαν να χρησιμοποιούνται με την ιδιότητά τους αυτή, καθώς υποχώρησε ο φόβος των επιδημιών, μεταλλάσσοντας την λειτουργία τους ως τόπου στάσης των εμπορευμάτων και των ταξιδιωτών. Έτσι, το συγκεκριμένο λοιμοκαθαρτήριο της νήσου των Κυθήρων κατά τα τελευταία χρόνια της Βρετανικής Προστασίας χρησιμοποιήθηκε ως βάση ανεφοδιασμού των Άγγλων, ενώ παράλληλα λειτούργησε περιστασιακά και ως φυλακή, όταν οι χώροι κράτησης που βρίσκονταν στο Κάστρο της Χώρας δεν επαρκούσαν.

Το λοιμοκαθαρτήριο των Κυθήρων από την οικοδόμησή του εξαιρέθηκε από τις διατάξεις της Εγχωρίου Περιουσίας Κυθήρων και μαζί με το κτίριο της Βρετανικής Διοίκησης στο Κάστρο της Χώρας αποτέλεσε περιουσία της Κυβέρνησης και το έτος 1864 με την Ένωση των Ιονίων Νήσων με το Ελληνικό Βασίλειο μεταβιβάστηκε, κατά τα προαναφερόμενα, στην κυριότητα του Ελληνικού Κράτους.

Το κτίσμα σταδιακά εγκαταλείφθηκε έως το έτος 1932, οπότε με παραχωρητήριο πλήρους ιδιοκτησίας από το Ελληνικό Κράτος και ειδικότερα από τη Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων και Κληροδοτημάτων παραχωρήθηκε σε ιδιώτη και συγκεκριμένα στον Ε. Β. του Ι., ο οποίος από το έτος 1907 είχε ήδη στην κυριότητά του κτήμα που συνόρευε με το συγκρότημα κτισμάτων του λοιμοκαθαρτηρίου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου , στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε , αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020 ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 248/2023, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020).

Οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς , με την 329/2020 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε επί της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΓΧΩΡΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΚΥΘΗΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ" κατά του αναιρεσίβλητου, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων ενώπιον του αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " ...

Το επίδικο ακίνητο, έκτασης 1.757,46 τ.μ., βρίσκεται στη νήσο Κύθηρα, στον οικισμό Καψάλι, τοποθεσία Πίσω Γιαλός, στη θέση Λαζαρέτα, όπως αποτυπώνεται και εμφαίνεται στο από Δεκεμβρίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Μ. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,I,Κ,Λ,Μ,Ν,Ξ,Α και συνορεύει, σύμφωνα με αυτό, βορειοδυτικά επί τεθλασμένης πλευράς ΑΒΓΔΕΖΗΘ συνολικού μήκους 44,91 μέτρων, με δημοτική οδό μεταβλητού πλάτους, βορειοανατολικά σε πλευρά ΘΙΚ συνολικού μήκους 30,90 μέτρων με αγροτική οδό μεταβλητού πλάτους, νοτιοανατολικά σε πλευρά ΚΑ μήκους 19,68 μέτρων με ιδιοκτησία Ε.

Μ. , νότια-νοτιοδυτικά σε πλευρές ΜΑ μήκους 11,80 μέτρων και ΜΝ μήκους 22,22 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Μ. και νοτιοδυτικά σε πλευρά ΝΞΑ συνολικού μήκους 32,20 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. και Ε. Β. και Α. Α.. Επί του ακινήτου αυτού ανεγέρθηκε μετά την έναρξη της Αγγλικής κυριαρχίας (1817) το λοιμοκαθαρτήριο Κυθήρων, το οποίο αποτελείται από συγκρότημα κτιρίων - αιθουσών 6 δωματίων σε σχήμα Π, συνολικής επιφανείας των κτισμένων τμημάτων (115,14 τ.μ., 150,11 τ.μ.

και 106,20 τ.μ. =) 371,45 τ.μ. και μαζί με την εσωτερική αυλή 884,9 τ.μ.. Το λοιμοκαθαρτήριο Κυθήρων θεωρείται το καλύτερα διατηρημένο κτίσμα του είδους στον ελλαδικό χώρο, εντασσόμενο στους θεσμούς υγειονομικής επιτήρησης στα νησιά του Ιονίου την περίοδο των ευρωπαϊκών κυριαρχιών. Τα λοιμοκαθαρτήριο ή λαζαρέτα βρίσκονταν έξω από τα λιμάνια των πόλεων, σε απομονωμένους χώρους ή νησιά, είχαν περίβολο και φρουριακό χαρακτήρα, με σκοπό να εμποδίσουν την έξοδο των προερχόμενων από άλλες χώρες ταξιδιωτών που διέμεναν υποχρεωτικά σε αυτά και την επικοινωνία αυτών με το λιμάνι, την πόλη ή την ενδοχώρα, τη δε διοίκησή τους αναλάμβαναν λαϊκοί ή μοναχοί με την άμεση επίβλεψη των κρατικών αρχών.

Επί βρετανικής προστασίας τα Κύθηρα αναβαθμίστηκαν και το Καψάλι αποτέλεσε ένα από τα πιο σημαντικά λιμάνια των Ιονίων Νήσων, ώστε κρίθηκε απαραίτητη η οικοδόμηση ενός λοιμοκαθαρτηρίου (λαζαρέτου), το οποίο περατώθηκε το 1817, με δαπάνη της κεντρικής κυβέρνησης και εν μέρει του τοπικού συμβουλίου της νήσου, αποτελώντας μέρος του γενικότερου προγράμματος έργων ανάπτυξης στο νησί.

Με την ένωση των Ιονίων νήσων με το Ελληνικό Βασίλειο τα λοιμοκαθαρτήρια μεταβιβάσθηκαν στην κυριότητα των Ελληνικών υγειονομικών υπηρεσιών, η δραστηριότητα των οποίων λόγω της ύφεσης των μεγάλων επιδημιών το 19° αιώνα σταδιακά εμφάνισε μείωση. Το λοιμοκαθαρτήριο Κυθήρων τα τελευταία χρόνια της βρετανικής προστασίας είχε χάσει την αρχική του χρήση, καθώς χρησιμοποιήθηκε ως βάση ανεφοδιασμού των Άγγλων και παράλληλα λειτούργησε περιστασιακά και ως φυλακή, όταν οι χώροι κράτησης που βρίσκονταν στο Κάστρο της Χώρας δεν επαρκούσαν.

Με αυτά τα δεδομένα ως ακίνητο που είχε κατασκευασθεί από την Αγγλική Διοίκηση και ήταν προορισμένο για την εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, εξαιρέθηκε από την εγχώριο περιουσία και πέρασε απευθείας στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου... Είναι άξιο μνείας ότι για το αντίστοιχο "λαζαρέτο" της Κέρκυρας αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ...

με τον σχετικό νόμο ΑΦΔ/1887. Σε κάθε περίπτωση το κτίσμα του λαζαρέτου Κυθήρων με τον περιβάλλοντα χώρο του ως αδέσποτο, δηλαδή μη εξουσιαζόμενο από κανένα κατά την Ένωση της Επτανήσου με το Ελληνικό Βασίλειο, πέρασε απευθείας στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Το συγκεκριμένο ακίνητο έμεινε επί πολλά χρόνια αναξιοποίητο, ήτοι έως το έτος 1932, καθώς δεν αποδείχθηκαν από το ενάγον, το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιονδήποτε τρίτον, πράξεις εξουσίασης σ' αυτό, ώστε έχοντας αποβάλλει τον χαρακτήρα του ως εκτός συναλλαγής, για την εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού και σε κάθε περίπτωση ως αδέσποτο, περιλαμβανόταν στην περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου...

Εξάλλου, το έτος 1932 με το υπ'αριθ. .../20-2-1932 πωλητήριο, το οποίο υπογράφηκε από τον επί των Οικονομικών Υπουργό με την ιδιότητά του ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, η Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων εκποίησε στον Ε. Β. το επίδικο λοιμοκαθαρτήριο με προαύλιο και συνεχόμενο οικόπεδο, συνολικής έκτασης 500 περίπου τ.μ.

και ειδικότερα, όπως αναφέρεται στο πωλητήριο: "κτίριον αποτελούμενον εξ 6 δωματίων μετά προαυλίου και συνεχόμενου οικοπέδου, κείμενο εν τω χωρίω Καψαλίου Κυθήρων, συνορευόμενον ανατολικώς και μεσημβρινώς με άμπελον και αγρό ιδίου αγοραστού, αρκτικώς με οικίαν κληρονόμων Ν.. Γ. και δυτικώς με κοινοτικόν δρόμον", αντί τιμήματος δραχμών 10.000".

Το εκκαλούν με τις έγγραφες προτάσεις του ζητά να επιδειχθεί το πρωτότυπο του άνω τίτλου, όμως ο τίτλος αυτός προσκομίζεται σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο από το πρωτότυπο αυτού από τη Γενική Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών (με στρογγυλή σφραγίδα, επικύρωση με ημερομηνία 31.7.2017 και την υπογραφή της προϊσταμένης αυτής Α.

Α.), ώστε να έχει ισχύ ίση με το πρωτότυπο (άρθρο 11 & 3 του ν. 2690/1999, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν. 4250/2014). Άλλωστε η υποχρέωση υποβολής πρωτοτύπων ή επικυρωμένων αντιγράφων έχει καταργηθεί και στα Δικαστήρια όλων των βαθμών με το άρθρο 1 & 2 του ν. 4259/2014. Κατόπιν αυτών το αίτημα επίδειξης εγγράφων πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, αλλά και ως αλυσιτελές, αφού έχει ήδη ικανοποιηθεί.

Όμως το προαναφερόμενο πωλητήριο ουδέποτε μεταγράφηκε στο οικείο Υποθηκοφυλακείο Κυθήρων, ώστε ο Ε. Β. να μην αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου που αναφερόταν σ'αυτό (του Λαζαρέτου και του περιβάλλοντος αυτού χώρου) με παράγωγο τρόπο. Εξάλλου ο ίδιος με το υπ'αριθ. …/1907 συμβόλαιο συστάσεως ισοβίου προσόδου του συμβολαιογράφου Κυθήρων Π.

Νικηφοράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυθήρων και με το υπ'αριθ. 3/1907 προικοσυμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε ομοίως νόμιμα, είχε αποκτήσει την κυριότητα δύο συνεχόμενων αγροκτημάτων, κείμενων στην επίδικη περιοχή "Πίσω Γιαλός - Αποκλείστρα - Λαζαρέτο Καψαλίου των Κυθήρων", συνολικής επιφανείας 48 περίπου στρεμμάτων, το δεύτερο από τα οποία, όπως περιγράφεται στον τίτλο του, συνορεύει και με "λοιμοκαθαρτήριον".

Από το έτος 1932 ο Ε. I.. Β. χρησιμοποιούσε το επίδικο ακίνητο ως βοηθητικό χώρο της παρακείμενης οικίας του, για τη σταύλιση αιγοπροβάτων του, την εκτροφή κουνελιών και ορνίθων, για την αποθήκευση ζωοτροφών και ελιών, μετά τη συγκομιδή του ελαιοκάρπου από τα παρακείμενα ελαιόφυτα... Στη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου επιτάχθηκε από τις Ιταλικές αρχές κατοχής και χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή για να επανέλθει μετά το τέλος της κατοχής στην κατοχή του Ε.

Β.. Μετά τη μετανάστευση του Ε. Β. στην Αυστραλία το έτος 1951, με τα 9 από τα 11 τέκνα του, τη διαχείριση, εκμετάλλευση και επιτήρηση των περιουσιακών του στοιχείων στα Κύθηρα, μεταξύ των οποίων και του επίδικου "λαζαρέτου", ανέλαβαν οι δύο θυγατέρες του Κ. χήρα Κ.. Μ., το γένος Ε. και Β. ή Μ. Β. και Ά. σύζυγος Κ. Κ., το γένος Ε.

και Β. Β., οι οποίες παρέμειναν στα Κύθηρα, αρχικά για λογαριασμό του πατέρα τους και μετά τον θάνατο του κατά το έτος 1953 για λογαριασμό των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα κατωτέρω. Συγκεκριμένα, οι ως άνω θυγατέρες του Ε. Β. κατά την περίοδο 1953-1960 μίσθωσαν και παραχώρησαν το επίδικο "λαζαρέτο" μαζί με το πατρικό τους σπίτι στον Π.

Β. και τη σύζυγο του Τ., το γένος Κ., οι οποίοι διέμεναν στην κύρια οικία και χρησιμοποιούσαν το επίδικο ακίνητο κατά τον προαναφερόμενο τρόπο για τη σταύλιση προβάτων, την αποθήκευση ζωοτροφών και ελιών.... Από το έτος 1956 μέχρι το έτος 1984 στην ίδια ως άνω περιουσία, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου ακινήτου, εγκαταστάθηκαν ως μισθωτές οι αδελφοί Π., Κ.

και Ε., τέκνα του Ι. Κ., που ήταν αγροκτηνοτρόφοι και χρησιμοποιούσαν το επίδικο "λαζαρέτο" για τον εγκλεισμό αγελάδων και αιγοπροβάτων, την εκτροφή ορνίθων και γενικά το σταύλισμα των ζώων τους, ενώ σε τμήμα των κτισμάτων αυτού αποθήκευαν ζωοτροφές, ελιές και σιτηρά... Μετά την κατά το έτος 1986 ανακήρυξη του "λαζαρέτου" ως διατηρητέου μνημείου, λόγω της ιδιότητάς του ως κτιρίου της αγγλοκρατίας , από τα αξιολογότερα που σώζονται στο Καψάλι Κυθήρων και ως συνδεόμενο άμεσα με ιστορικές μνήμες του νησιού, δυνάμει της με στοιχεία Β1/Φ26/20819/529/18-6-1986 απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού έπαυσε η παραπάνω χρήση του και εκμετάλλευσή του από του κληρονόμους του Ε.

Β., οι οποίοι ωστόσο εξακολούθησαν δια των αναφερομένων ανωτέρω αντιπροσώπων τους να το εποπτεύουν, να το επιβλέπουν, να φυλάσσουν τα όριά του, να προβαίνουν σε καταμετρήσεις του με τη σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, για τη σύνταξη των κατωτέρω αναφερομένων συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχών κληρονομιάς, διανεμητηρίων, πωλητηρίου, καθώς και επίσης για την συμπλήρωση-διόρθωση των κτηματολογικών του στοιχείων.

Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, στις 9-9-1953 ο Ε. Β. απεβίωσε στην Αυστραλία χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Β. ή Μ., το γένος Ι. Π., θετή θυγατέρα Γ. Χ. και από τα έντεκα παιδιά του : 1) Κ. χήρα Κ.. Μ., ... 2) Ά. σύζυγο Κ. Κ.,... 3) Β. ...Β., 4) Ε. συζ. Α. Μ.,... 5) Γ....Β.,6) Ε.... Β., 7) Α. ...Β., 8) Ι.... Β., 9) Κ.

συζ. Α. Φ...., 10) Α. συζ. Δ. Α.... και 11)Π. ... Β.. Στις 10.7.1972 απεβίωσε στην Αυστραλία η Μ. ή Β. χήρα Ε. Β. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου και κατ'ισομοιρίαν από τα παραπάνω τέκνα της, τα οποία με την υπ'αριθ. …/1977 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ευαγγελίας Παυλακάκη-Σεραχίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυθήρων, αποδέχθηκαν για τον εαυτό τους και για λογαριασμό της μητέρας τους, που μεταποβίωσε, την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα τους, συμπεριλαμβανομένης σ'αυτήν και του επιδίκου "λαζαρέτου", καταβάλλοντος τον αναλογούντα για τον καθένα από αυτούς φόρο κληρονομιάς...

Είναι άξιο μνείας ότι μετά την αποδοχή κληρονομιάς από τους συγκληρονόμους η Κ. Μ. επεχείρησε να προβεί σε μεταγραφή του με αρ. .../20-2-1932 πωλητηρίου..., ενέργεια που δεν πραγματοποίησε τελικά λόγω των αυξημένων τελών. Το έτος 1981 οι συγκληρονόμοι προέβησαν σε διανομή της ακίνητης περιουσίας με το υπ'αριθ. 4577/1981 διανεμητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κυθήρων και συγκεκριμένα σε κατάτμηση του όλου ενιαίου ακινήτου σε τρία τμήματα, όπως εμφαίνεται στο συνημμένο στο άνω συμβόλαιο από Νοεμβρίου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π.

Μ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ένα επιφάνειας 5.400 τ.μ., το οποίο περιλαμβάνει το επίδικο. Στη συνέχεια το έτος 1982 οι άνω συγκληρονόμοι προέβησαν σε νεότερη διανομή της ως άνω ακίνητης περιουσίας με το υπ'αριθ. 5037/1982 διανεμητήριο συμβόλαιο της ίδιας άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα και κατέτμησαν περαιτέρω το υπό στοιχεία (5) περιγραφόμενο σ'αυτό παραπάνω ακίνητο επιφανείας 5.400τ.μ., όπως εμφαίνεται στο συνημμένο στο από Δεκεμβρίου 1980 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Λ.

Π. -Ζ., όμως το υπό στοιχείο 1° τμήμα αυτού, επιφανείας 2.540 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, παρέμεινε εκτός διανομής. Λόγω των επιγενόμενων θανάτων και άλλων κληρονόμων του Ε. Β., οι κληρονόμοι αυτών αποδέχθηκαν την κληρονομιά τους, κατά τα κληρονομικά τους μερίδια, στα οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, με τις υπ'αριθ.

…/1984 και …/1997 αντίστοιχες πράξεις δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ευαγγελίας Παυλακάκη - Σεραχίδη, που μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυθήρων. Την 29-12- 1998 οι κατά το χρόνο αυτό 18 επιζώντες κληρονόμοι του Ε. Β. με το υπ'αριθ. .../29-12-1998 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Φρειδερίκης Στεφανάκη - Ανυφαντάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυθήρων, πώλησαν και παραχώρησαν στον εναγόμενο ένα ακίνητο συνολικού εμβαδού 2.540 τ.μ., κείμενο στη νήσο των Κυθήρων, στον οικισμό Καψάλι, στη θέση Λαζαρέτα, όπως αυτό εμφαίνεται με αλφαβητικά γράμματα ΑΒΓΔΖΗΘΑ στο συνημμένο στο άνω συμβόλαιο από Μαΐου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού Α.

Τ. - Φ., το οποίο ακίνητο συνορεύει, σύμφωνα με το άνω τοπογραφικό, βορειοδυτικά με παραλιακή κοινοτική οδό και πέρα απ' αυτήν με θάλασσα, βόρεια με αγροτικό δρόμο, βορειοανατολικά με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με αγροτικό δρόμο, νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Κ. Μ., Ά. Κ. και Ε. Μ. και Α. Α., Ε. Β. και Π. Β. Το ακίνητο αυτό περιλαμβάνει το κτίσμα του λοιμοκαθαρτηρίου, που είχε πωληθεί στον αρχικό δικαιοπάροχο του εναγομένου Ε.

Β. από το Δημόσιο με το .../20-2-1932 πωλητήριο και κατ'επέκταση και το επίδικο ακίνητο (1.757,46 τ.μ.), η δε λοιπή έκταση (2.540 - 1757,46) προέρχεται από το ακίνητο που είχε αποκτήσει ο Ε. Β. με τους αρχικούς του τίτλους ιδιοκτησίας. Στο με αρ. .../20-2-1932 πωλητήριο αναφέρεται ότι το πωληθέν ακίνητο από το Δημόσιο στον αρχικό δικαιοπάροχο Ε.

Β. είναι εμβαδού περίπου 500 τμ, όμως τα κτίσματα του λοιμοκαθαρτηρίου καταλαμβάνουν και την εσωτερική αυλή 884,90τ.μ., όπως προκύπτει από το από Δεκέμβριο του 2007 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού Α. Τ.-Φ., που συνοδεύει τον τίτλο κτήσεως του εναγομένου. Παρά όμως τη διαφορά αυτή της έκτασης μεταξύ του πωλητηρίου συμβολαίου (500 τμ περίπου) με το άνω τοπογραφικό διάγραμμα κτήσεως του εναγομένου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο του απώτερου δικαιοπαρόχου του εναγομένου περικλείονται τα κτίσματα του λοιμοκαθαρτηρίου, με την εσωτερική τους αυλή , όπως προκύπτει από την περιγραφή του άνω πωλητηρίου (κτίριον αποτελούμενον εξ 6 δωματίων μετά προαυλίου και συνεχόμενου οικοπέδου....).

Στην αγωγή ως επίδικο ακίνητο ορίζεται εδαφική έκταση 1.757,46τ.μ., μικρότερη από αυτή που απέκτησε ο εναγόμενος (2.540 τμ), όμως ευρύτερη από το κτίσμα του λαζαρέτου με την αυλή του (884,90 τ.μ.) και κριτήριο για τον καθορισμό αποτέλεσε η ύπαρξη παλιάς ξερολιθιάς, που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που επισυνάπτεται στην αγωγή, γύρω από το κτίσμα του λοιμοκαθαρτηρίου.

Το εκκαλούν με τον τρίτο λόγο της έφεσής του υποβάλλει αίτημα πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διακριβωθεί η ακριβής έκταση που είχε καταλάβει ο δικαιοπάροχος του εναγομένου, όμως η διενέργεια αυτής (που ανάγεται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου)... δεν κρίνεται απαραίτητη, αφού καταρχήν το πωλητήριο αυτό συμβόλαιο, λόγω μη μεταγραφής του , δεν προσπόρισε κυριότητα στον Ε.

Β. και όπως έχει γίνει δεκτό σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας, το κτίσμα του λαζαρέτου (που ενδιαφέρει το ενάγον και είναι αυτό ουσιαστικά το αντικείμενο της παρούσας δίκης) δεν ενέπιπτε στην Εγχώρια περιουσία. Το εδαφικό τμήμα εμβαδού 884,90 τ.μ., ακριβώς όση η έκταση του Λαζαρέτου με την εσωτερική αυλή του, περιλαμβάνεται στο περίγραμμα του ορίου οικισμού Καψαλίου προ του 1923 (βλ.

το προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, το προσκομιζόμενο επίσημο αντίγραφο της υπ'αριθ. πρωτ. 15661/2-9-1969 έκθεσης καθορισμού ορίων οικισμού Καψαλίου, μετά του συνημμένου σκαριφήματος, σε συνδυασμό με την αρ. πρωτ. 456/22-12-1998 βεβαίωση του Προέδρου της τότε Κοινότητας Κυθήρων). Κατά το νεώτερο από Δεκεμβρίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.

Μ., ολόκληρο το επίδικο περιλαμβάνεται πλέον στον οικισμό του Καψαλίου, δεν προκύπτει όμως ότι περιλαμβανόταν στον οικισμό, όπως τα όρια αυτού ίσχυαν πριν το έτος 1923, πριν τη θέσπιση του ν. 3127/2003. Το άνω εδαφικό τμήμα των 884,90 τμ, που περιλαμβάνει το λαζαρέτο και την αυλή του , οι δικαιοπάροχοι του εναγομένου από το έτος 1932 και κατόπιν ο τελευταίος από τις 29.12.1998, νέμονταν αδιαλείπτως, διενεργώντας τις πράξεις νομής που προαναφέρθηκαν - όσον αφορά τους δικαιοπαρόχους του εναγομένου - χωρίς να οχληθούν με οποιονδήποτε τρόπο από το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε από το ίδιο το ενάγον.

Ο ίδιος ο εναγόμενος μετά την αγορά του ακινήτου προέβη σε εκτεταμένες εργασίες και δαπάνες επισκευής, ανακαίνισης, διαμόρφωσης εξωτερικών και εσωτερικών χώρων και εν γένει αναβάθμισης και ανάδειξης του επιδίκου, το οποίο ήταν εγκαταλελειμμένο, δυνάμει της μελέτης αποκατάστασης και επανάχρησης του λοιμοκαθαρτηρίου Κυθήρων, που συνέταξε η αρχιτέκτονας Η.

Ν., η οποία εγκρίθηκε από την 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού. Μετά δε την ανακαίνιση, που έγινε με σεβασμό προς το κτίσμα, χρησιμοποιεί αυτό ως κατοικία επιτρέποντας τις επισκέψεις σ'αυτό. Κατά την κτήση της νομής του λαζαρέτου, κατά την οποία κρίνεται η καλοπιστία του νομέα (ΑΚ 1044), ο απώτερος δικαιοπάροχος του εναγομένου ήταν καλόπιστος, αφού είχε αγοράσει το ακίνητο αυτό από το ίδιο το Δημόσιο, ενώ η παράλειψη της μεταγραφής του πωλητηρίου συμβολαίου δεν σημαίνει κακή πίστη αυτού ή όσων απέκτησαν το λαζαρέτο μεταγενέστερα, όπως και του εναγομένου, με δεδομένο ότι ήταν δυνατή η μεταγραφή του συμβολαίου αυτού και μετά, όπως είχε επιχειρήσει η δικαιοπάροχος του εναγομένου Κ.

Μ.. Η κήρυξη αυτού ως διατηρητέου ή η αλληλογραφία της 1ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων με το ενάγον (επιστολή της 6ης-10-1997 για το ιδιοκτησιακό καθεστώς) δεν σημαίνουν αμφισβήτηση της κυριότητας από το Δημόσιο, ενώ αντίθετα πλήθος δημοσίων υπηρεσιών αναγνώριζαν εμμέσως τους δικαιοπαρόχους του εναγομένου ως ιδιοκτήτες του επιδίκου ακινήτου και μεταξύ άλλων ο Δήμος Κυθήρων, το Υπουργείο Δημοσίων Έργων (Γραφείο Πολεοδομίας Πειραιώς) και η ΔΕΗ (...

υπ'αριθ. …/2-12-1998, …./22-12-1998 βεβαιώσεις της τότε Κοινότητας Κυθήρων , ... υπ'αριθ. πρωτ. …/2-9-1969 έκθεση του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, το …/1978 έγγραφο της ΔΕΗ. ...). Κατόπιν αυτών αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος με την προσμέτρηση της νομής των δικαιοπαρόχων του είχε καταστεί κύριος έναντι του Δημοσίου ως προς το κτίσμα του λαζαρέτου και την αυλή του με ειδική χρησικτησία, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 & 1 περ.

β' του Ν. 3127/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 1042 ΑΚ, αφού συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της άνω διάταξης (εδαφικό τμήμα έως 2.000 τμ., ευρισκόμενο εντός οικισμού κάτω των 2.000 κατοίκων, δεδομένου ότι το Καψάλι με βάση την απογραφή του 1991 είχε 63 κατοίκους ... Τις ίδιες πράξεις νομής όμως ασκούσαν οι δικαιοπάροχοι του εναγομένου και στο ευρύτερο εδαφικό τμήμα των 1.757,46 τ.μ.

από το έτος 1932. Υπό την εκδοχή επομένως ότι το ευρύτερο εδαφικό τμήμα (αφού αφαιρεθούν τα 884,90 τ.μ. του λαζαρέτου) ανήκε στην Εγχώριο Περιουσία και όχι στους δικαιοπαρόχους του εναγομένου (το οποίο δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο) , αυτοί είχαν καταστεί κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία, καθώς αυτή είχε συμπληρωθεί έως την 2/12/1968, την έναρξη ισχύος δηλαδή του ν.δ. 31/1968, που εφαρμόζεται όπως εκτέθηκε για τα ακίνητα της Εγχώριας Περιουσίας, που προστατεύονται με τις διατάξεις περί προστασίας των ΟΤΑ.

Τα ίδια ισχύουν για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για το ίδιο το κτίσμα του λαζαρέτου για την περίπτωση που αυτό δεν είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο. Δηλαδή και αν θεωρηθεί ότι το λαζαρέτο με την Ένωση των Κυθήρων με το Ελληνικό Βασίλειο δεν περιήλθε στο Δημόσιο και περιλαμβανόταν στην Εγχώριο περιουσία της νήσου, όπως ισχυρίζεται το ενάγον, οι δικαιοπάροχοι του εναγομένου ασκούσαν σ'αυτό (όπως σε ολόκληρο το επίδικο) τις προαναφερόμενες πράξεις νομής από την ημέρα που απέκτησε αυτό ο απώτερος δικαιοπάροχος τους (1932), αρχικά με βάση τις διατάξεις του Ιονίου Αστικού Κώδικα και κατόπιν υπό τον ΑΚ, έως την έναρξη ισχύος του ν.δ. 31/1968 (1932-1946 και κατόπιν 1946-2.12.1968, 22 έτη) ώστε είχαν καταστεί κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία και κατ'επέκταση ο εναγόμενος, ο οποίος τους διαδέχθηκε στη νομή.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, αφού αποδείχθηκε ότι το τμήμα του επιδίκου ακινήτου με το λοιμοκαθαρτήριο δεν περιλαμβανόταν στην εγχώρια περιουσία και σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος είχε καταστεί κύριος ολόκληρου του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, με βάση τον ισχυρισμό που είχε υποβάλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε στον παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις του, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί ως και κατ'ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του ίδιου. Ειδικότερα, το Εφετείο για να καταλήξει στο ως άνω συμπέρασμα διέλαβε στις παραδοχές του: 1) ότι στο επίδικο ακίνητο, συνολικής έκτασης 1.757,46 τμ, που βρίσκεται στη νήσο Κύθηρα, στον οικισμό Καψάλι, τοποθεσία Πίσω Γιαλός, στη θέση Λαζαρέτα αναγέρθηκε μετά την έναρξη της Αγγλικής κυριαρχίας (1817) το λοιμοκαθαρτήριο Κυθήρων και αποτελείται από συγκρότημα κτιρίων - αιθουσών 6 δωματίων σε σχήμα Π, συνολικής επιφανείας των κτισμένων τμημάτων 371,45 τ.μ.

και μαζί με την εσωτερική αυλή 884,9 τ.μ. 2) ότι επί βρετανικής προστασίας τα Κύθηρα αναβαθμίστηκαν και το Καψάλι αποτέλεσε ένα από τα πιο σημαντικά λιμάνια των Ιονίων Νήσων, ώστε κρίθηκε απαραίτητη η οικοδόμηση ενός λοιμοκαθαρτηρίου (λαζαρέτου), όπως συνέβη και σε άλλες νήσους στην Ελλάδα, με σκοπό να εμποδιστεί η έξοδος των προερχόμενων από άλλες χώρες ταξιδιωτών που διέμεναν υποχρεωτικά σε αυτό και η επικοινωνία τους με το λιμάνι, την πόλη ή την ενδοχώρα, προς αντιμετώπιση των επιδημιών που είχαν εμφανισθεί στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, πράγματι δε η κατασκευή του εν λόγω λοιμοκαθαρτηρίου περατώθηκε το 1817, με δαπάνη της κεντρικής κυβέρνησης και εν μέρει του τοπικού συμβουλίου της νήσου, αποτελώντας μέρος του γενικότερου προγράμματος έργων ανάπτυξης στο νησί, 3) ότι με την ένωση των Ιονίων νήσων με το Ελληνικό Βασίλειο τα λοιμοκαθαρτήρια μεταβιβάσθηκαν στην κυριότητα των Ελληνικών υγειονομικών υπηρεσιών, η δραστηριότητα των οποίων λόγω της ύφεσης των μεγάλων επιδημιών το 19° αιώνα σταδιακά εμφάνισε μείωση, με αποτέλεσμα το λοιμοκαθαρτήριο Κυθήρων τα τελευταία χρόνια της βρετανικής προστασίας να έχει απολέσει την αρχική του χρήση, αποτελώντας πλέον βάση ανεφοδιασμού των Άγγλων και λειτουργώντας παράλληλα και περιστασιακά ως φυλακή, όταν οι χώροι κράτησης που βρίσκονταν στο Κάστρο της Χώρας δεν επαρκούσαν, 4) ότι το λοιμοκαθαρτήριο ως ακίνητο που είχε κατασκευασθεί από την Αγγλική Διοίκηση και ήταν προορισμένο για την εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, εξαιρέθηκε από τις διατάξεις της Εγχώριας Περιουσίας των Κυθήρων και αποτέλεσε περιουσία της Κυβέρνησης , και το έτος 1964 με την Ένωση των Ιονίων Νήσων με το Ελληνικό Βασίλειο μεταβιβάστηκε, κατά τα προαναφερόμενα, στην κυριότητα του Ελληνικού Κράτους, 5) ότι το συγκεκριμένο ακίνητο έμεινε επί πολλά έτη αναξιοποίητο και εγκαταλελειμμένο έως το έτος 1932, καθόσον δεν αποδείχθηκαν πράξεις εξουσίασης σε αυτό ούτε από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Επιτροπή Εγχώριας Περιουσίας Κυθήρων και Αντικυθήρων", ούτε από το Ελληνικό Δημόσιο ούτε από οποιονδήποτε τρίτο, οπότε αυτό, έχοντας αποβάλλει τον χαρακτήρα του ως εκτός συναλλαγής, για την εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού και σε κάθε περίπτωση ως αδέσποτο, περιλαμβανόταν στην περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο με το .../20-2-1932 πωλητήριο, που υπογράφηκε από τον επί των Οικονομικών Υπουργό με την ιδιότητά του ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, εκποιήθηκε σε ιδιώτη και συγκεκριμένα στον Ε.

Β. του Ι., ο οποίος από το έτος 1907 είχε ήδη στην κυριότητά του κτήμα που συνόρευε με το συγκρότημα κτισμάτων του λοιμοκαθαρτηρίου, 6) ότι, επειδή το ως άνω πωλητήριο ουδέποτε μεταγράφηκε στο οικείο Υποθηκοφυλακείο Κυθήρων, ο Ε. Β. δεν απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου που αναφερόταν σε αυτό (του λαζαρέτου και του περιβάλλοντος αυτού χώρου) με παράγωγο τρόπο, αλλά από το έτος 1932 ο ίδιος χρησιμοποιούσε το επίδικο ακίνητο ως βοηθητικό χώρο της παρακείμενης οικίας του για τη σταύλιση αιγοπροβάτων του, την εκτροφή κουνελιών και ορνίθων, για την αποθήκευση ζωοτροφών και ελιών, μετά τη συγκομιδή του ελαιοκάρπου από τα παρακείμενα ελαιόφυτα, μετά δε το τέλος της κατοχής από τις Ιταλικές αρχές, οι οποίες το είχαν επιτάξει κατά τη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου και το χρησιμοποιούσαν ως φυλακή, επανήλθε στην κατοχή του Ε.

Β., μετά δε τη μετανάστευση αυτού στην Αυστραλία το έτος 1951, με τα 9 από τα 11 τέκνα του, το επίδικο λαζαρέτο διαχειρίζονταν και εκμεταλλεύονταν, μεταξύ και άλλων περιουσιακών στοιχείων του Ε. Β., οι δύο θυγατέρες του Κ. χήρα Κ.. Μ., το γένος Ε. και Β. ή Μ. Β. και Ά. σύζυγος Κ. Κ., το γένος Ε. και Β. Β., οι οποίες παρέμειναν στα Κύθηρα, αρχικά για λογαριασμό του πατέρα τους και μετά τον θάνατο του κατά το έτος 1953 για λογαριασμό των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, με την εκμίσθωσή του κατά την περίοδο 1953-1984 σε κατονομαζόμενους τρίτους, οι οποίοι διέμεναν στην κύρια οικία και το χρησιμοποιούσαν το επίδικο ακίνητο κατά τον προαναφερόμενο τρόπο για τη σταύλιση ζώων (αγελάδων, αιγοπροβάτων), εκτροφή ορνίθων, αποθήκευση ζωοτροφών, ελιών και σιτηρών, 7) ότι μετά την κατά το έτος 1986 ανακήρυξη του "λαζαρέτου" ως "διατηρητέου μνημείου, λόγω της ιδιότητάς του ως κτιρίου της αγγλοκρατίας, από τα αξιολογότερα που σώζονται στο Καψάλι Κυθήρων" με την Β1/Φ26/20819/529/18-6-1986 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού έπαυσε η παραπάνω χρήση του και εκμετάλλευσή του από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Ε.

Β., αλλά και της συζύγου του Μ. ή Β. Β., η οποία αποβίωσε στις 10.7.1972 στην Αυστραλία, οι οποίοι ωστόσο εξακολούθησαν δια των αναφερομένων ανωτέρω αντιπροσώπων τους να το εποπτεύουν, να το επιβλέπουν, να φυλάσσουν τα όριά του, να προβαίνουν σε καταμετρήσεις του με τη σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, για τη σύνταξη των αναλυτικά αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχών κληρονομιάς, διανεμητηρίων, πωλητηρίου, την καταβολή των αναλογούντων φόρων κληρονομιάς, καθώς και επίσης για την συμπλήρωση-διόρθωση των κτηματολογικών του στοιχείων, ενώ επιχειρήθηκε και μεταγραφή του ως άνω .../20-2-1932 πωλητηρίου, ενέργεια που δεν πραγματοποίησε τελικά λόγω των αυξημένων τελών, 8) ότι μετά την διανομή της ακίνητης περιουσίας του Ε.

Β. μεταξύ των συγκληρονόμων του κατά τα έτη 1981 και 1982 με τα νόμιμα μεταγραμμένα …/1981 και …/1982 διανεμητήρια συμβόλαια κατατμήθηκε αρχικά το ενιαίο ακίνητο που ανήκε στην ιδιοκτησία του, σε τρία τμήματα, το ένα εκ των οποίων επιφάνειας 5.400 τ.μ., μεταγενέστερα δε κατατμήθηκε και το τμήμα αυτό, πλην όμως ένα τμήμα του επιφανείας 2.540 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, παρέμεινε εκτός διανομής και μεταβιβάστηκε με το νόμιμα μεταγραμμένο .../29-12-1998 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Φρειδερίκης Στεφανάκη - Ανυφαντάκη, από τους 18 επιζώντες κατά το χρόνο εκείνο συγκληρονόμους του Ε.

Β., στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο S. R. T. T., σύμφωνα δε με την περιγραφή του στο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο, σε αυτό περιλαμβάνονται, αναμφιβόλως, τόσο τα κτίσματα του λοιμοκαθαρτηρίου με την εσωτερική τους αυλή και το προαύλιο, που είχαν πωληθεί στον αρχικό δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου Ε. Β. από το Δημόσιο με το .../20-2-1932 πωλητήριο όσο και κατ' επέκταση και το επίδικο ακίνητο (1.757,46 τ.μ.), η δε λοιπή έκταση (2.540 - 1757,46) προέρχεται από το ακίνητο που είχε αποκτήσει ο Ε.

Β. με τους αρχικούς του τίτλους ιδιοκτησίας, 9) ότι το άνω εδαφικό τμήμα των 884,90 τμ, που περιλαμβάνει το λαζαρέτο και την αυλή του, οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσίβλητου από το έτος 1932 μέχρι τη μεταβίβασή του στον αναιρεσίβλητο στις 29.12.1998, νέμονταν αδιαλείπτως διενεργώντας τις πράξεις νομής που προαναφέρθηκαν χωρίς να οχληθούν με οποιονδήποτε τρόπο από το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε από το ίδιο το αναιρεσείον, τη νομή δε αυτή συνέχισε μετά την αγορά του ακινήτου ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος προέβη με σεβασμό προς το κτίσμα σε εκτεταμένες εργασίες και δαπάνες επισκευής, ανακαίνισης, διαμόρφωσης εξωτερικών και εσωτερικών χώρων και εν γένει αναβάθμισης και ανάδειξης του επιδίκου, το οποίο ήταν εγκαταλελειμμένο, κατόπιν εγκρίσεως από την 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, μετά δε την ανακαίνιση, το χρησιμοποιεί ως κατοικία επιτρέποντας τις επισκέψεις σε αυτό, 10) ότι η εγχώρια περιουσία των νήσων Κυθήρων και Αντικυθήρων αποτελεί διακοινοτική περιουσία, που ανήκει κατά κυριότητα στο σύνολο των Δήμων και Κοινοτήτων της νήσου (ήδη μόνο στο Δήμο Κυθήρων) και η Επιτροπή του ν.

ΡΝ'/1866, του ν. 2355/1920 κλπ , ήτοι στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζεται απλώς στη διαχείριση και προστασία της εγχώριας περιουσίας για την οποία κατά ρητή πρόβλεψη του παραπάνω άρθρου 84 παρ. 3 του ν. 1416/1984, αλλά και κατά λογική ακολουθία όσων προαναφέρθηκαν, για την προστασία της εγχώριας περιουσίας εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις του ν.δ. 31/1968, 11) ότι ακόμα και υπό την εκδοχή ότι το λαζαρέτο με την Ένωση των Κυθήρων με το Ελληνικό Βασίλειο δεν περιήλθε στο Δημόσιο και περιλαμβανόταν στην Εγχώριο περιουσία της νήσου, αλλά και ότι το ευρύτερο εδαφικό τμήμα (αφού αφαιρεθούν τα 884,90 τ.μ.

του λαζαρέτου) δεν ανήκε στους δικαιοπαρόχους του αναιρεσίβλητου αλλά ανήκε στην Εγχώριο Περιουσία των Κυθήρων , εφόσον αυτή, σύμφωνα με την παραπάνω παραδοχή, ήταν και παραμένει ανέκαθεν διακοινοτική περιουσία που ανήκει στον Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης της νήσου, μη εξομοιούμενη ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς που τη διέπει και την προστασία της με το Ελληνικό Δημόσιο, για την προστασία της, εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις περί προστασίας της περιουσίας των ΟΤΑ, και όχι με τις διατάξεις προστασίας των ακινήτων του Δημοσίου, οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσίβλητου, ασκώντας σε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο και στο περιλαμβανόμενο σε αυτό λαζαρέτο τις προαναφερόμενες πράξεις νομής από την ημέρα που απέκτησε αυτό ο απώτερος δικαιοπάροχος τους (1932), αρχικά με βάση τις διατάξεις του Ιονίου Αστικού Κώδικα και κατόπιν υπό τον ΑΚ, έως την έναρξη ισχύος του ν.δ. 31/1968 που εφαρμόζεται για τα ακίνητα της Εγχώριας Περιουσίας, που προστατεύονται με τις διατάξεις περί προστασίας των ΟΤΑ (1932-1946 και κατόπιν 1946-2.12.1968) ήτοι επί είκοσι δύο (22) έτη, είχαν καταστεί κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία και κατ' επέκταση ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος τους διαδέχθηκε στη νομή έχει καταστεί κύριος ολόκληρου του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και 12) ότι σε κάθε περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με την προσμέτρηση της νομής των δικαιοπαρόχων του είχε καταστεί κύριος έναντι του Δημοσίου ως προς το κτίσμα του λαζαρέτου και την αυλή του με ειδική χρησικτησία, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 περ.

β' του Ν. 3127/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 1042 ΑΚ, αφού συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της άνω διάταξης (εδαφικό τμήμα έως 2.000 τμ., ευρισκόμενο εντός οικισμού κάτω των 2.000 κατοίκων, δεδομένου ότι το Καψάλι με βάση την απογραφή του 1991 είχε 63 κατοίκους, καλή πίστη κατά την κτήση της νομής του λαζαρέτου, κατά την οποία κρίνεται η καλοπιστία του νομέα (ΑΚ 1044), από τον απώτερο δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου .

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, αποφαινόμενο εν τέλει ότι το τμήμα του επιδίκου ακινήτου με το λοιμοκαθαρτήριο ουδέποτε περιλαμβανόταν στην εγχώρια περιουσία και σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος είχε καταστεί κύριος ολόκληρου του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2, 6 και 9 του Συντάγματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων του έτος 1817, των άρθρων 5, 6 και του προοιμίου της ΚΣΤ'/1834 πράξης της Ε' Γερουσίας, του άρθρου 1 της Ι'/1845 πράξης της Η' Γερουσίας, των άρθρων 2-15 του ν.

ΡΝ'/1866, των διατάξεων του νόμου ΑΦΔ/1887, του ν. 2755/1920, του ν.δ. 617/1941, του ν. 514/1943, το άρθρο 84 ν. 1416/1984, το άρθρο 16 παρ. 7α ν. 2946/2001, των διατάξεων των π.δ. 272/1985, 138/2004 και 5/2016 , του άρθρου 18 ν. της 21-6/10.7.1837, των άρθρων 1 και 7 του ν.δ. 31/1968, τις διατάξεις των άρθρων 513, 2053, 2063 και 2092 του Ιονίου ΑΚ περί έκτακτης χρησικτησίας και προστασίας των δημοσίων κτημάτων κατά τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα και περί κτητικής παραγραφής προκειμένου περί ακινήτων κτημάτων των ΟΤΑ, τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1042, 1044, 1051 και 1060 του ΑΚ περί έκτακτης χρησικτησίας και τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ.

β' του ν. 3127/2003 περί ειδικής χρησικτησίας επί ακινήτων του Δημοσίου, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού του συλλογισμού για την εφαρμογή των διατάξεων περί του ότι καταρχήν το επίδικο ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται και το λοιμοκαθαρτήριο (λαζαρέτο), ουδέποτε ανήκε στην Εγχώρια περιουσία της νήσου των Κυθήρων, έχοντας εξαιρεθεί από αυτήν , καθόσον κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του αναφέρεται ότι το ανεγερθέν από την Αγγλική διοίκηση λοιμοκαθαρτήριο, όντας προορισμένο για εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού, ήτοι προς προστασία της δημόσιας υγείας ανήκε στην δημόσια περιουσία του υπό Βρετανική προστασία Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων και μετά την Ένωση των Ιονίων Νήσων με την Ελλάδα το έτος 1864 περιήλθε απευθείας στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του επτανησιακού δημοσίου, όπως ακριβώς συνέβη και για το αντίστοιχο λοιμοκαθαρτήριο της νήσου Κέρκυρας με ρητή αναφορά περί του ζητήματος αυτού στο σχετικό νόμο ΑΦΔ/1887 και ότι αυτό, παραμένοντας έκτοτε επί πολλά χρόνια αναξιοποίητο, ήτοι έως το έτος 1932, απέβαλλε τον χαρακτήρα του ως εκτός συναλλαγής, για την εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, ανήκοντας πλέον ex lege, στην ιδιωτική περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, και ότι σε κάθε περίπτωση το κτίσμα του λαζαρέτου Κυθήρων με τον περιβάλλοντα χώρο του ως αδέσποτο, δηλαδή μη εξουσιαζόμενο από κανένα κατά την Ένωση της Επτανήσου με το Ελληνικό Βασίλειο, περιήλθε απευθείας στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Επιπλέον, το Εφετείο ορθά έκρινε με αυτά που δέχθηκε: α) ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του συνολικού ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται και το λοιμοκαθαρτήριο (λαζαρέτο), με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο ίδιος αγόρασε μείζονα έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη από τους αληθείς κυρίους αυτής συγκληρονόμους του Ε.

Β. και της μεταποβιώσασας συζύγου του Μ. ή Β. Β., δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου .../29-12-1998 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Φρειδερίκης Στεφανάκη - Ανυφαντάκη, και έκτοτε ασκούσε επί αυτής τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, προσμετρώντας στον χρόνο νομής του ιδίου και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του με βάση τις πράξεις που εκτέθηκαν παραπάνω, τις οποίες ασκούσαν με διάνοια κυρίου τόσο οι άμεσοι δικαιοπάροχοί του, όσο και ο απώτερος δικαιοπάροχος του Ε.

Β., στον οποίο μεταβιβάστηκε από το Ελληνικό Δημόσιο με το μη μεταγεγραμμένο .../20-2-1932 πωλητήριο, κύριο ήδη από το έτος 1907 όμορου με το συγκρότημα κτισμάτων του λοιμοκαθαρτηρίου κτήματος, από το έτος 1932, αρχικά με βάση τις διατάξεις του Ιονίου Αστικού Κώδικα και κατόπιν υπό τον ΑΚ, β) ότι σε κάθε περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με την προσμέτρηση της νομής των δικαιοπαρόχων του είχε καταστεί κύριος έναντι του Δημοσίου ως προς το κτίσμα του λαζαρέτου και την αυλή του με ειδική χρησικτησία, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 περ.

β' του Ν. 3127/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 1042 AK και γ) ότι (επικουρικά) ακόμη και υπό την εκδοχή ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην Εγχώριο Περιουσία, γεγονός που ρητώς επισημαίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν αποδείχθηκε, ο αναιρεσίβλητος είχε αποκτήσει με τα ίδια προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, με την προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, εφόσον αυτή είχε συμπληρωθεί μέχρι 2.12.1968, ήτοι την έναρξη εφαρμογής του ν.δ. 31/1968, που εφαρμόζεται για τα ακίνητα της Εγχώριας Περιουσίας, που προστατεύονται με τις διατάξεις περί προστασίας των ΟΤΑ.

Τέλος με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 16 και 21 ν. της 21-6/10.7.1837, τον ν. ΔΞΗ/1912, του άρθρου 21 ν.δ. της 22-4/16.5.1926 και του άρθρου 4 α.ν. 1539/1938, περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η εγχώρια περιουσία των νήσων Κυθήρων και Αντικυθήρων αποτελεί διακοινοτική περιουσία ανήκουσα στην κυριότητα των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης και, κατά τα παραπάνω, προστατεύεται με τις διατάξεις περί προστασίας των ΟΤΑ.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά την εκτίμησή του, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενο ότι το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και τη μη εφαρμογή εκείνων που, κατά την άποψή του, ήταν εφαρμοστέες, οδηγήθηκε, κατά τις αιτιάσεις του, σε λανθασμένες παραδοχές είναι αβάσιμος: 1) κατά το πρώτο σκέλος του με το οποίο το αναιρεσείον αιτιάται ότι επί του επιδίκου ακινήτου ουδέποτε απέκτησε κυριότητα το υπό Βρετανική Προστασία Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων, ώστε μετά την Ένωση των Ιονίων Νήσων με την Ελλάδα (1864) να περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του επτανησιακού δημοσίου, αλλά αντιθέτως ότι αυτό ανήκε ανέκαθεν στην εγχώρια περιουσία Κυθήρων, 2) κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του, με τα οποία το αναιρεσείον αιτιάται ότι κατά ορθή ερμηνευτική παραδοχή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί ότι η Εγχώρια Περιουσία Κυθήρων είναι αυτοτελές και αυθύπαρκτο Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο διαθέτει ίδια περιουσία προστατευόμενη με το ίδιο νομοθετικό πλαίσιο που προστατεύεται και το Ελληνικό Δημόσιο και όχι διακοινοτική περιουσία που ανήκει κατά κυριότητα στο σύνολο των Δήμων και Κοινοτήτων της νήσου (ήδη μόνο στο Δήμο Κυθήρων), όπως έκρινε το Εφετείο, η οποία προστατεύεται σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο προστασίας των Ο.Τ.Α., ώστε η απαγόρευση κτήσης των ακινήτων της , συνεπώς και του επιδίκου ακινήτου δια κτητικής παραγραφής (έκτακτης χρησικτησίας), να ισχύει από 2.12.1968 ημερομηνία έναρξης της ισχύος του ως άνω ν.δ.31/1968, 3) κατά το τέταρτο σκέλος του, με το οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι και υπό την εκδοχή ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην Εγχώρια Περιουσία, οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου είχαν καταστεί κύριοι του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας , η οποία συμπληρώθηκε μέχρι 2.12.1968, ήτοι κατά την έναρξη ισχύος του ν.δ. 31/1968που εφαρμόζεται και για τα ακίνητα της Εγχώριας Περιουσίας που προστατεύονται με τις διατάξεις περί προστασίας των ΟΤΑ, ενώ με την ορθή ερμηνευτική εφαρμογή των ως άνω διατάξεων το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί, κατά τα προαναφερόμενα, ότι τα ακίνητα της Εγχώριας Περιουσίας προστατεύονται από τις διατάξεις περί προστασίας των ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου, οπότε η επί του επιδίκου ακινήτου έκτακτη χρησικτησία έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι 11.9.1915, 4) κατά το πέμπτο σκέλος του με το οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, με την αιτίαση αρχικά ότι αυτές δεν εφαρμόζονται επί των ακινήτων της Εγχώριας Περιουσίας, η οποία στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθώς το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε ανήκε σε αυτήν, αλλά στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του επτανησιακού δημοσίου.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι η επίδικη έκταση ουδέποτε ανήκε στην εγχώρια περιουσία της νήσου των Κυθήρων, αλλά στη δημόσια περιουσία του υπό Βρετανική προστασία Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων νήσων και ως εκ τούτου από το έτος 1984 περιήλθε απευθείας στην κυριότητα του διαδόχου αυτού Ελληνικού Δημοσίου με την Ένωση των Ιονίων Νήσων με το Ελληνικό Βασίλειο , και έχοντας αποβάλλει τον χαρακτήρα του ως πράγματος εκτός συναλλαγής, αλλά σε κάθε περίπτωση και ως αδέσποτο, παραμένοντας επί πολλά έτη αναξιοποίητο και εγκαταλελειμμένο μέχρι το έτος 1932, οπότε μεταβιβάστηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στον ιδιώτη Ε.

Β., οι συγκληρονόμοι του οποίου, αληθείς κύριοι του επιδίκου ακινήτου, το μεταβίβασαν στον αναιρεσίβλητο, που απέκτησε την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του επί αυτού το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε αρχικά στην εγχώριο περιουσία της νήσου των Κυθήρων, κατά τα προαναφερόμενα, αλλά και έναντι του Δημοσίου με τα προσόντα της ειδικής έκτακτης χρησικτησίας, συντρεχόντων στην προκειμένη περίπτωση των προϋποθέσεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι κατά τα λοιπά οι ίδιοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 23.11.2020 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Επιτροπή Εγχώριας Περιουσίας Κυθήρων και Αντικυθήρων για αναίρεση της 329/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Επισημαίνεται ότι η νομική υπηρεσία του εκκαλούντος δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ώστε δεν έχει εφαρμογή και η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 του ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης. (ΑΠ 760/2021, ΑΠ 920/2019, ΑΠ 1492/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.11.2020 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Επιτροπή Εγχώριας Περιουσίας Κυθήρων και Αντικυθήρων για αναίρεση της 329/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ