Legislator Case Law & Legislation
1428/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against small claims court decision due to procedural defects and inadmissible arguments.

Case Number 1428/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the final judgment of the Kroupia Peace Court regarding a car repair and parts sale dispute. The appellant argued the lower court failed to consider her claims and lacked sufficient reasoning, but the Court found these arguments contradictory and legally insufficient. Consequently, the appeal was dismissed, the security deposit was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 466 et seq. of the Code of Civil Procedure; Articles 495 and 560 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a small claims decision is inadmissible if the grounds are contradictory, fail to constitute independent claims, or rely on negative assertions rather than substantive arguments.

Keywords

AI generated
small claims procedure appeal admissibility contradictory arguments inadmissible appeal legal costs award procedural defects negative assertions

Cited Legislation

AI generated
Articles 466 et seq. of the Code of Civil Procedure
Articles 495 and 560 of the Code of Civil Procedure
Article 42 of Law 3994/2011
Articles 176, 183, 189 and 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1428 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1428/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Δ. του Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Β. Χ. με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Ζ. του Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Χαλβατζιδόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/9/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας.

Εκδόθηκε η 43/2018 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/7/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5-7-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά τις ειδικές διατάξεις των μικροδιαφορών (άρθρα 466 επ. ΚΠολΔ), 43/2018 ανέκκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, η οποία δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την από 27-9-2015 αγωγή του αναιρεσίβλητου, περί καταβολής του οφειλόμενου χρηματικού ποσού από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση επισκευής των υλικών ζημιών του αναφερόμενου αυτοκινήτου της αναιρεσείουσας και πώλησης των απαιτούμενων προς αποκατάστασή τους ανταλλακτικών. Η αίτηση αναίρεσης, κατατεθείσα στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου την 11-7-2018, ήτοι εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της ως άνω απόφασης (12-6-2018, σύμφωνα με τη σχετική σημείωση πάνω στο επιδοθέν αντίγραφο αυτής της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Χ. Π.), ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 ν. 3994/2011 (που ισχύει από 25.7.2011), "αν το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία τους δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 471", δηλαδή οι διατάξεις του δέκατου τρίτου κεφαλαίου του ΚΠολΔ με τον τίτλο "Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές".

Στις υποθέσεις αυτές το ειρηνοδικείο δικάζει κατά την τακτική διαδικασία, τροποποιούμενη από τις ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές (άρθρα 466 έως 471 ΚΠολΔ), η απόφαση δε που εκδίδει είναι, σύμφωνα με το άρθρο 512 ΚΠολΔ, ανέκκλητη. Κατά της απόφασης αυτής μπορεί να ασκηθεί αναίρεση, για τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους, εκτός, σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη, εκείνον του αρ. 1, ήτοι της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και των διδαγμάτων κοινής πείρας.

Στο ειρηνοδικείο, όταν δικάζει υπόθεση που υπάγεται στη διαδικασία των μικροδιαφορών, δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων (άρθρο 315 παρ. 3 ΚΠολΔ), εάν, όμως, ο διάδικος επιλέξει να καταθέσει προτάσεις, πρέπει αυτές να κατατεθούν το αργότερο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (άρθρο 468 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, η συζήτηση έως την οριστική απόφαση θεωρείται ένα σύνολο, ώστε οτιδήποτε προταθεί ή αποδειχθεί έως το τέλος της συζήτησης θεωρείται, ότι έχει προταθεί και αποδειχθεί εμπρόθεσμα (άρθρο 470 ΚΠολΔ).

Έτσι, μέχρι το πέρας της συζήτησης υπάρχει δυνατότητα προβολής από τους διαδίκους ισχυρισμών, χωρίς να θεωρούνται εκπρόθεσμοι.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 256 παρ. 1 περ. δ' και 259 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τα πρακτικά που συντάσσονται για την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχουν, εκτός των άλλων, όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως τους ισχυρισμούς, αιτήσεις και δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές.

Το διαδικαστικό έγγραφο των πρακτικών, ως συστατικός τύπος της επ' ακροατηρίου συζήτησης, εξοπλίζεται με την αποδεικτική δύναμη που έχουν σχετικώς τα δημόσια έγγραφα ως προς τις πράξεις και τα γεγονότα που έγιναν ενώπιον του συντάκτη του δημοσίου εγγράφου, δηλαδή αποτελεί πλήρη απόδειξη για την προφορική συζήτηση και το περιεχόμενό της, η τήρηση των διατυπώσεων της οποίας, μπορεί να αποδειχθεί μόνο με αυτά.

Από όλα τα ανωτέρω, συνάγονται τα ακόλουθα: Στο ειρηνοδικείο, όταν δικάζει μικροδιαφορά, επειδή δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι πρέπει να προτείνουν και να αναπτύξουν τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και μέχρι το τέλος αυτής.

Η πρόταση και ανάπτυξη των ισχυρισμών καταχωρείται με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, στα πρακτικά της συνεδρίασης από τα οποία και μόνο αποδεικνύεται πλήρως. Εάν ο διάδικος κατέθεσε προτάσεις, δεν είναι μεν απαραίτητη η προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών, όμως η πρόταση αυτών κατά τη συζήτηση και καταχώρηση στα πρακτικά, δεν μπορεί να παραληφθεί.

Ισχυρισμοί που δεν έχουν προταθεί προφορικά στη συζήτηση και καταχωρηθεί στα πρακτικά, δεν είναι παραδεκτοί, ανεξάρτητα αν αναφέρονται στις προτάσεις του διαδίκου. Έτσι, η πρόταση κάποιου ισχυρισμού αποδεικνύεται μόνο από την καταχώρησή του στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτού, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 536/2017, ΑΠ 72/2016, ΑΠ 98/2015).

Τέλος, κατά το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 του ίδιου Κώδικα. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 493/2015), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005). Απαραίτητη προϋπόθεση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου είναι, ο μη ληφθείς υπόψη αυτοτελής ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά (ΑΠ 623/2011, ΑΠ 319/2008, ΑΠ 2192/2007). Οι απαράδεκτα προταθέντες ισχυρισμοί, εξομοιώνονται προς τους μη προταθέντες και δεν ιδρύουν τον, εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, αφού το δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1193/2018, ΑΠ 1275/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος αυτού, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του την προταθείσα από αυτήν ένσταση ολοσχερούς εξόφλησης, με δόση αντί καταβολής, της αξίωσης του αναιρεσίβλητου, που έγινε με την έγγραφη, από 22-6-2015, εκχώρηση σ' εκείνον της απαίτησής της για αποζημίωση κατά της οφειλέτριας αυτή,ς ασφαλιστικής εταιρείας ΜΙΝΕΤΑ.

Επίσης, με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την ίδια ως άνω πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το εκδώσαν αυτήν Ειρηνοδικείο, δεν έλαβε υπόψη του τις ενστάσεις αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας κατά ποσοστό 95%, του ίδιου του αναιρεσίβλητου, στις δαπάνες που αυτός προέβη και τις αξιώσεις του έναντι της αναιρεσείουσας.

Οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι. Τούτο διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), και ειδικότερα των, ταυτάριθμων με την προσβαλλόμενη απόφαση, πρακτικών συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, που συντάχθηκαν κατά τη συζήτηση της ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο ένδικης αγωγής στις 28-3-2018, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, ως εναγόμενη, παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Β.

Χ. και προέβαλε, για την άμυνα αυτής, πριν την εξέταση των μαρτύρων, την ένσταση αναρμοδιότητας του δικαστηρίου και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, όπως, επίσης, υπέβαλε και αίτημα αναστολής της εκδίκασης της υπόθεσης μέχρι να τελεσιδικήσει μήνυση που είχε καταθέσει, αρνήθηκε δε τις ποσότητες και τιμές των στην αγωγή αναφερόμενων ανταλλακτικών και τις αμοιβές των εργασιών, ως υπερβολικές και μη συμφωνηθείσες.

Τις ως άνω δύο ενστάσεις (εξόφλησης της απαίτησης και συνυπαιτιότητας, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας αποτελεί άρνηση της αγωγής), οι οποίες διαλαμβάνονται στους κρινόμενους αναιρετικούς λόγους, δεν πρότεινε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο η αναιρεσείουσα, ούτε αυτοί καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία, σημειώνεται ότι τηρήθηκαν με τη μέθοδο της φωνοληψίας (μαγνητοφώνηση και απομαγνητοφώνηση).

Η αναιρεσείουσα κατέθεσε στην έδρα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης τις από 20-3-2018 προτάσεις της, σύμφωνα με τη σχετική επισημείωση της Γραμματέα του Δικαστηρίου, στις οποίες προτείνει και αναπτύσσει αυτούς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της, όμως, αφού πρόκειται για δίκη μικροδιαφοράς και η κατάθεση προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, η παράλειψη της προφορικής πρότασης των άνω ισχυρισμών κατά τη συζήτηση και η μη καταχώρηση αυτών στα πρακτικά της συνεδρίασης, συνεπάγεται το απαράδεκτο της πρότασής τους.

Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του και να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, το Ειρηνοδικείο δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη με τους ανωτέρω λόγους της αναίρεσης πλημμέλεια. Ο λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και προβλέπεται στο άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, είναι αντίστοιχος με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα.

Ο λόγος αυτός, που αναφέρεται στην έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη (ΑΠ 1042/2017).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, όπως διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου και με βάση τα οποία τούτο, ως αναγκαία, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη νόμιμης βάσης ή την αντίστοιχη έλλειψή της, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Ιδρύεται, δε, ο από τις ανωτέρω διατάξεις αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο μέρος του τρίτου αναιρετικού λόγου, προσβάλει την απόφαση με την αιτίαση από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την προβληθείσα από αυτήν ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από τον αναιρεσίβλητο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Κρωπίας, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι και μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Ο ενάγων διατηρεί ατομική επιχείρηση στον Γέρακα Αττικής, με αντικείμενο δραστηριότητας, την παροχή υπηρεσιών επισκευής και συντήρησης και εμπορία αυτοκινήτων και ανταλλακτικών.

Στα πλαίσια της ως άνω δραστηριότητάς του κατήρτισε, κατά τον μήνα Ιούνιο 2015, με τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της συζύγου του, πρώτης εναγομένης, προφορική συμφωνία, με την οποία ανέλαβε την επισκευή του με αριθμό κυκλοφορίας …. Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής "DAIMLER CHRYSLER" τύπου "Α150", ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, το οποίο είχε υποστεί φθορές στο εμπρόσθιο και αριστερό μέρος του, λόγω της εμπλοκής του σε τροχαίο συμβάν, πωλώντας του ταυτόχρονα τα ανταλλακτικά που θα απαιτούνταν για την ολοκλήρωση του έργου.

Κατά την κατάρτιση της συμφωνίας, ο δεύτερος εναγόμενος προσκόμισε στον ενάγοντα την από 28-5-2015 υπεύθυνη δήλωσή του περί ατυχήματος, από την οποία προέκυπτε ότι το ως άνω όχημα είχε εμπλακεί κατά την 25-5-2015, σε τροχαίο συμβάν, χωρίς υπαιτιότητα του οδηγού του, δεύτερου εναγομένου, από το οποίο υπέστη ζημίες στο εμπρόσθιο μέρος του (βλ.

υπεύθυνη δήλωση προσκομισθείσα και από τις δύο πλευρές), ενώ περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή του ενάγοντος για το ένδικο έργο θα καλυπτόταν από την ασφαλιστική αποζημίωση. Ο ενάγων εκτέλεσε το αναληφθέν έργο της επισκευής του αυτοκινήτου, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό ανταλλακτικά της εμπορίας του.

Ειδικότερα: ..... Για την κατάρτιση της ως άνω συμφωνίας περί επισκευής του εμπρόσθιου και αριστερού μέρους του αυτοκινήτου, καταθέτουν μετά λόγου γνώσεως, οι μάρτυρες του ενάγοντος Ρ. Ζ., γιος του ενάγοντος, φανοποιός, Χ. Χ., τεχνίτης - βαφέας, εργαζόμενος στην επιχείρηση του ενάγοντος και Γ. Κ., φανοποιός, στις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίοι παρίσταντο κατά την κατάρτισή της και έχουν ιδία αντίληψη του περιεχομένου της, οι καταθέσεις δε αυτές δεν αναιρούνται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, οι οποίοι όσα κατέθεσαν τα γνωρίζουν από το δεύτερο εναγόμενο και δεν έχουν ιδία αντίληψη.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι για την ικανοποίηση της ως άνω απαίτησης του ενάγοντος και δυνάμει του από 22-6-2015 συμφωνητικού, η πρώτη εναγομένη εκχώρησε σε αυτόν την απαίτησή της για αποζημίωση από το ένδικο ατύχημα, κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλειών", μέχρι ποσού ίσου με την αξία δαπανών επισκευής του αυτοκινήτου και παρέλαβε τούτο την 22-6-2015.

Πλην όμως, η ως άνω ασφαλιστική εταιρία δεν προέβη στην ικανοποίηση της εκχωρηθείσας απαίτησης, αρχικά με την αιτιολογία ότι οι ζημίες που αποκαταστάθηκαν δεν προκλήθηκαν κατά την 25-5-2015, αλλά σε προγενέστερο τροχαίο συμβάν που έλαβε χώρα την 17-3-2015, κατά το οποίο το αυτοκίνητο είχε επίσης πληγεί στο εμπρόσθιο μέρος του, στη συνέχεια δε λόγω διαφωνίας της ως προς το ύψος της απαίτησης (βλ.

την από 7-9-2015 εξώδικη γνωστοποίηση της ασφαλιστικής εταιρίας προς τον ενάγοντα και την προσκομιζόμενη από τους εναγόμενους από 17-5-2016 επιστολή της ίδιας ως άνω ασφαλιστικής προς την πρώτη εναγομένη από την οποία προκύπτει ότι εντέλει προσφέρθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 1.087 ευρώ, που δεν έγινε δεκτό).

Κατόπιν αυτού και δεδομένου ότι ο ενάγων δεν κατέστη δυνατό να ικανοποιηθεί από την απαίτηση που του εκχωρήθηκε, υφίσταται υποχρέωση της πρώτης εναγομένης από την ως άνω σύμβαση, καταβολής της αμοιβής και της αξίας των χρησιμοποιηθέντων ανταλλακτικών, συνολικού ποσού 2.179,53 (=917,58+1.801,95) ευρώ (βλ. άρθ. 421, 455 ΑΚ).

Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης της επίδικης αξίωσης του ενάγοντος, για τον λόγο ότι δεν υπήρξε καμία συμφωνία για εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών και την αμοιβή, ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος από ουσιαστική άποψη>>.

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, το Ειρηνοδικείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς την απόρριψη της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματός του από τον αναιρεσίβλητο. Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση αυτή, για την οποία έκρινε ότι στοιχεία, τα οποία επικαλείται η ενιστάμενη αναιρεσείουσα για τη θεμελίωσή της, είναι η μη ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την εκτέλεση των εργασιών επισκευής του οχήματός της από τον αναιρεσίβλητο και η μη συμφωνία περί του ποσού της αμοιβής του για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών αυτού.

Την ανωτέρω κρίση δικαιολογούν οι σαφείς παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσίβλητος, στα πλαίσια της δραστηριότητάς του στην επισκευή και συντήρηση αυτοκινήτων, κατάρτισε προφορικά με τον Β. Χ., σύζυγο της αναιρεσείουσας, που την εκπροσωπούσε, σύμβαση με την οποία ανέλαβε την επισκευή του αναφερόμενου οχήματός της, το οποίο είχε υποστεί τις συγκεκριμένες υλικές ζημίες σε αυτοκινητικό ατύχημα, με τα απαιτούμενα ανταλλακτικά που ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) θα χορηγούσε για την αποκατάστασή τους και ότι εκτέλεσε το έργο που είχε αναλάβει, στηρίζοντας τη σχηματισθείσα περί της κατάρτισης της σύμβασης αυτής κρίση του, κυρίως στις καταθέσεις των αναφερόμενων μαρτύρων, που αξιολόγησε και έκρινε πειστικές.

Έτσι, το Ειρηνοδικείο, έκρινε ως αβάσιμα τα πραγματικά περιστατικά στα οποία, σύμφωνα με την εκτίμηση του περιεχόμενου των προτάσεών της, στήριζε η αναιρεσείουσα την προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος. Ελεγχόμενη δε η προβαλλόμενη πλημμέλεια περί της έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασής του, με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά και όχι με όσα, επιπλέον αυτών, διαφορετικά πραγματικά περιστατικά επικαλείται στον οικείο αναιρετικό λόγο ως θεμελιωτικά της ένστασής της η αναιρεσείουσα, κρίνεται αβάσιμη.

Άλλωστε, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από τον αναιρεσίβλητο, κατά το μέρος που θεμελιώνεται στο προβαλλόμενο γεγονός ότι δεν υπήρξε καμία συμφωνία για εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών και την αμοιβή, είναι, σύμφωνα με όσα κατωτέρω εκτίθενται, μη νόμιμη, εφόσον η αναιρεσείουσα αρνείται την ύπαρξη του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή και συνεπώς η παράλειψη του Ειρηνοδικείου να διαλάβει αιτιολογίες γι' αυτόν, δεν ιδρύει τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο, ο οποίος ήταν απορριπτέος, με βάση την ορθή ως άνω αιτιολογία (άρθρο 578 ΚΠολΔ), αντί της κατ' ουσίαν απόρριψής του.

Επομένως, το Δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς την απόρριψη της ως άνω ένστασης και ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, μέχρι την άσκηση αυτού, ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν δικαιολογούν επαρκώς την άσκησή του, αλλά την καθιστούν μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 1484/2014, ΑΠ 238/2011, ΑΠ 1248/2011, ΑΠ 9/2010), ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας, αφού τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και η οποία διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, ώστε δημιουργήθηκε, και μάλιστα ευλόγως, στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη άσκησής του, οπότε η μεταβολή από το δικαιούχο της στάσης του και η μεταγενέστερη άσκηση απ' αυτόν του δικαιώματος, έχει ως αποτέλεσμα να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 291/2018, ΑΠ 1723/2017), ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που αυτή (η άσκηση) εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος (ΑΠ 1924/2017).

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, και από τη ρητή διατύπωσή της, είναι προφανές ότι για την εφαρμογή αυτής και τη θεμελίωση της σχετικής ένστασης του εναγομένου, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, η ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος (και συνακόλουθα η κατ' αρχήν παραδοχή αυτού, όπως ισχύει για όλες τις ενστάσεις), του οποίου, όμως, η άσκηση (και μόνο) υπερβαίνει "προφανώς" στη συγκεκριμένη περίπτωση τα όρια που επιβάλλουν τα σ' αυτήν αναφερόμενα αντικειμενικά κριτήρια (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 602/2017).

Επομένως, ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί ολικώς ή εν μέρει τον δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης τον δικαιώματος (ΑΠ 291/2018). Έτσι, δεν είναι νόμιμος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όταν ουσιαστικά τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος, αλλά κωλύουν τη γέννηση ή καταλύουν το δικαίωμα, ώστε να πλήττουν αυτή την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι ασκείται καταχρηστικά, καθόσον στην περίπτωση αυτή ο ισχυριζόμενος τ' ανωτέρω αρνείται απλά ή αιτιολογημένα την ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από τον αντίδικό του (ΑΠ 144/2019, ΑΠ 1884/2013, ΑΠ 1158/2011, ΑΠ 1119/2007), αφού η άρνηση αυτή του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, δεν καταλείπει έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ που προϋποθέτει παραδοχή της ύπαρξης αυτού (ΑΠ 144/2019).

Εξάλλου, από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν για τη θεμελίωση ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο, από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτά προβληθεί, υπό την προϋπόθεση ότι, με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 602/2017, ΑΠ 2177/2014, ΑΠ 74/2011, ΑΠ 1703/2008), γιατί διαφορετικά δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 και του ταυτόσημου 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1408/2010).

Συνεπώς, εάν το δικαστήριο παραλείπει να συνεκτιμήσει ένα ή περισσότερα περιστατικά των οποίων έγινε παραδεκτή επίκληση για τη θεμελίωση ενός τέτοιου ισχυρισμού, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από την τελευταία διάταξη λόγο αναίρεσης (ΑΠ 2192/2007, ΑΠ 1846/2005, ΑΠ 38/2004). Εάν όμως και με τα επί μέρους περιστατικά που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, οπότε ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη αυτών υπόψη δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο (ΑΠ 1854/2007).

Τέλος, ο κατά το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη από το Ειρηνοδικείο πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν στοιχειοθετείται, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), έστω και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 1386/2015) ακόμη και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 54/2017, ΑΠ 591/2016).

Επίσης, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, ο οποίος δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 57/2019, ΑΠ 1636/2017). Με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριζε η αναιρεσείουσα την προβληθείσα από αυτήν ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.

Ειδικότερα, διατείνεται ότι την ένσταση αυτή θεμελίωνε και στα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 1) ότι "ουδέποτε συμφωνήσαμε (με τον αναιρεσίβλητο) να λάβει τα ποσά της αγωγής ή άλλα, ούτε να εκτελέσει τις εργασίες που αναφέρει" και ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους και συγκεκριμένα α) να ενημερώσει την ασφαλιστική εταιρεία ΜΙΝΕΤΑ για τις δύο συγκρούσεις του αυτοκινήτου, στις 17-3-2005 και 25-5-2005, β) να αποδεχθεί πρώτα τις ζημίες η ασφαλιστική εταιρεία ΜΙΝΕΤΑ και μετά να προβεί στην επισκευή τους, γ) για να επισκευάσει τις εργασίες θα πρέπει να προηγηθεί η έγγραφη αναγνώριση της υπαιτιότητας από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου Γ.

Α., δ) να υπάρξει δήλωση της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας για την πληρωμή των ζημιών, ε) να ενημερώσει την αναιρεσείουσα σε περίπτωση εμπλοκής με την ασφαλιστική εταιρεία ώστε να κατατεθεί αγωγή, 2) ότι συμφώνησε ως προς τις ζημίες και τη δαπάνη τους με κάποιον πραγματογνώμονα και όχι με την ασφαλιστική εταιρεία.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Ειρηνοδικείο, προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από τον αναιρεσίβλητο, και η πρότασή της καταχωρήθηκε επιγραμματικά στα πρακτικά συνεδριάσεως, ανέπτυξε δε αυτήν στις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση, περιλαμβάνοντας στα στοιχεία στήριξης αυτής και τα επικαλούμενα στον ως άνω αναιρετικό λόγο.

Όμως, τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά θεμελίωσης της προβαλλόμενης ως άνω ένστασης, στην πραγματικότητα προβάλλονται όχι προς αντίκρουση του τρόπου άσκησης του δικαιώματος από τον αναιρεσίβλητο, αλλά ως αιτιολογημένη άρνηση αυτού, αποδίδοντας ότι συνεπεία αυτής της περιγραφόμενης συμπεριφοράς του τελευταίου και μη τήρησης των συμφωνιών που επικαλείται, δεν δημιουργήθηκε το αγωγικό δικαίωμα.

Άλλωστε, τα περιστατικά αυτά πρότεινε η αναιρεσείουσα ως περιεχόμενο του κατά τα ανωτέρω ισχυρισμού της περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου στη δημιουργία της απαίτησής του. Υπό το περιεχόμενο τούτο, μη αποδεχόμενη η αναιρεσείουσα την ύπαρξη του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ο ισχυρισμός της περί καταχρηστικής άσκησης αυτού, στηριζόμενος στα επικαλούμενα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, παρίσταται μη νόμιμος.

Έτσι, το Ειρηνοδικείο, παραλείποντας, κατά τα ισχυριζόμενα από την αναιρεσείουσα, να λάβει υπόψη του τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν θεμελιώνουν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη με τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο πλημμέλεια, και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε μεν υπόψη του τα προταθέντα από την αναιρεσείουσα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τουλάχιστον εκείνα που αφορούν τους επικαλούμενους όρους της συμφωνίας τους, όπως, όμως, σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν διαφορετικά στοιχεία από εκείνα που επικαλέστηκε για τη θεμελίωση της σχετικής ένστασης η αναιρεσείουσα.

Τούτο προκύπτει από το ότι ως προς τους όρους της σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, το Ειρηνοδικείο δέχθηκε ευθέως την κατάρτιση συμφωνίας για την επισκευή των υλικών ζημιών του οχήματος στα συγκεκριμένα μέρη, χωρίς να περιέχονται σ' αυτήν οι επικαλούμενοι από την αναιρεσείουσα ειδικότεροι όροι που πρέπει να προηγηθούν και μάλιστα με τη συμφωνία ότι αν δεν τηρηθούν οι όροι αυτοί δεν θα δικαιούται ο αναιρεσίβλητος καταβολής της αμοιβής, στηριζόμενο σε καταθέσεις προσώπων που ήταν παρόντα κατά τη σύναψή της και τις αξιολόγησε πλέον πειστικές.

Από την προσβαλλόμενη σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα της ενημέρωσης της ασφαλιστικής εταιρείας για το ζημιογόνο ατύχημα που είχε προηγηθεί στις 17-3-2005 και δέχθηκε ότι πράγματι είχε υπάρξει αυτή η ενημέρωση, αφού ως αιτία μη καταβολής της αμοιβής του αναιρεσίβλητου από την ασφαλιστική εταιρεία, αρχικά προτάθηκε από αυτήν ο ισχυρισμός ότι οι ζημίες αυτές είχαν προκληθεί σ' αυτό το προγενέστερο ατύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί το αυτοκίνητο.

Από τα εκτιθέμενα, δε, στην απόφαση, γεγονότα, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος συζητούσε και διαπραγματεύονταν την καταβολή του ποσού της ένδικης απαίτησής του, με την ασφαλιστική εταιρεία, δηλαδή με πρόσωπα στα οποία αυτή είχε αναθέσει τη διευθέτηση των υποχρεώσεών της από τη συγκεκριμένη ασφαλιστική σύμβαση για τις εκ του ασφαλιστικού συμβάντος ζημίες του οχήματος της αναιρεσείουσας.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Ελλείψεις του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).

Η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση, ότι στερείται νόμιμης βάσης καθόσον περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τους ισχυρισμούς που προέβαλε για το ότι οι τιμές των ανταλλακτικών που ο αναιρεσίβλητος ανέγραφε στην αγωγή του ότι χρησιμοποίησε για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών του αυτοκινήτου της, ήταν υπερβολικές και δεν είχαν συμφωνηθεί και ότι για την απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού είχε προσκομίσει ασφαλή αποδεικτικά στοιχεία, του ίδιου του αναιρεσίβλητου από μεταγενέστερες επισκευές, της εταιρίας κατασκευής του αυτοκινήτου και άλλων καταστημάτων πώλησης ίδιων ανταλλακτικών, αλλά και της αξίας των εργασιών αποκατάστασης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας δεν αφορούν ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα, κατά την προεκτεθείσα έννοια του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αφού, οι ως άνω ισχυρισμοί για τους οποίους προβάλλονται, δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς της αγωγής, η δε αναιρεσείουσα, υπό την επίφαση της αποδιδόμενης πλημμέλειας, προσβάλει την ουσιαστική κρίση του Ειρηνοδικείου σχετικά με την κατά το Δικαστήριο αποδειχθείσα αξία των ανταλλακτικών που χρησιμοποιήθηκαν, την αμοιβή της εργασίας και την απόδειξη του περιεχόμενου της σύμβασης.

Λόγοι αναίρεσης που αντιφάσκουν μεταξύ τους είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κάποιο συγκεκριμένο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό τον οποίο παραδεκτά έχει προτείνει, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, και συγχρόνως, προβάλλεται ότι, το δικαστήριο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογία ως προς το συγκεκριμένο ισχυρισμό, δηλαδή πλημμέλεια από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον στην τελευταία περίπτωση, αποτελεί προϋπόθεση η λήψη υπόψη και εξέταση του ισχυρισμού αυτού (ΑΠ 91/2007, ΑΠ 984/2007, ΑΠ 79/2006, ΑΠ 980/2005, ΑΠ 1747/2005).

Το απαράδεκτο αυτό ισχύει και στην περίπτωση που ο ένας ισχυρισμός προτείνεται επικουρικά έναντι του άλλου, οπότε ο προτασσόμενος λόγος ερευνάται, ο δε επόμενος αντιφατικός απορρίπτεται (ΑΠ 755/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο μέρος του πρώτου και το δεύτερο μέρος του δεύτερου των λόγων της αναίρεσης, αποδίδει, αντίστοιχα, στην προσβαλλόμενη απόφαση τις, εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις ότι στερείται νόμιμης βάσης καθόσον:

α) αναφορικά με την ένσταση εξόφλησης διότι <<σε κάθε περίπτωση οι αιτιολογίες της απόφασης είναι τουλάχιστον αόριστες και ανεπαρκείς, δεδομένου ότι αν και εγώ πρότεινα πραγματικά γεγονότα, τα οποία οδηγούσαν σε αποδοχή της ένστασης εξόφλησης και επομένως απόρριψη της αγωγικής αξίωσης να πληρώσω 2.719 ευρώ για επισκευές, το Ειρηνοδικείο ουδόλως αιτιολογεί γιατί δεν αποδέχεται την ένσταση εξόφλησης δια της εκχωρήσεως της απαίτησής μου>> αναπτύσσει δε ακολούθως την κατ' αυτήν ανεπάρκεια των αιτιολογιών, β) <<γιατί πάνω στα κρίσιμα αυτά θέματα (των δύο παραπάνω ενστάσεων και ισχυρισμών μου) δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες όπως θα έπρεπε, δηλαδή δεν αναφέρει γιατί ο ενάγων δεν ευθύνεται αποκλειστικά ή επικουρικά κατά το προταθέν ή άλλο ποσοστό για ίδιο πταίσμα του>>, αναπτύσσοντας ακολούθως τα στοιχεία στα οποία στηρίζει την ένσταση συνυπαιτιότητας.

Επίσης, με το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Ειρηνοδικείο με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της ότι οι τιμές των χρησιμοποιηθέντων για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών του αυτοκινήτου ανταλλακτικών και η αμοιβή των εργασιών αποκατάστασης, που ζητεί ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του είναι υπερβολικά και δεν είχαν συμφωνηθεί με τη σύμβασή τους, γεγονός που προκύπτει από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, αποδίδοντας, επίσης, πλημμέλεια εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Οι ανωτέρω λόγοι της αναίρεσης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, καθόσον είναι εντελώς αντιφατικοί έναντι των προηγηθέντων με το πρώτο μέρος καθενός εξ αυτών των λόγων. Ειδικότερα, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω, με το ήδη εξετασθέν πρώτο μέρος του πρώτου και πρώτο μέρος του δεύτερου λόγων της αναίρεσης, αποδίδεται ότι το Ειρηνοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τους ίδιους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, περί εξόφλησης της απαίτησης και με το πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς τους ισχυρισμούς της περί της αξίας των ανταλλακτικών και της αμοιβής εργασίας.

Οι προτεινόμενοι ήδη αναιρετικοί λόγοι, προβάλλουν, εντελώς αντιφατικά με τους προηγηθέντες, οι δύο πρώτοι ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς από το Ειρηνοδικείο η κρίση του για τα ίδια ζητήματα, για τα οποία επικαλούνταν ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και ο τρίτος ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα πράγματα που αφορά, για τα οποία διατύπωνε παράπονο ότι η απόφαση εξέτασε αυτά, πλην δεν περιείχε επαρκείς αιτιολογίες.

Όμως, δεν είναι νοητό το Ειρηνοδικείο να μην έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το ένα μέρος των λόγων αυτών και παράλληλα να μην αιτιολόγησε ή να μην αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη των ίδιων ισχυρισμών, όπως διατείνεται με το έτερο μέρος τούτων. Σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω ερευνώμενοι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, κατά το πρώτο μέρος τους που αφορά τους ισχυρισμούς περί εξόφλησης της απαίτησης και συνυπαιτιότητας, είναι αβάσιμοι, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί δεν είχαν προταθεί νόμιμα, και το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να λάβει αυτούς υπόψη, ώστε με την επικαλούμενη παράλειψη επαρκούς αιτιολογίας να μπορεί να ιδρυθεί ο λόγος από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο δε τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος και διότι οι αιτιάσεις που τον στηρίζουν δεν αποτελούν πράγμα, κατά την έννοια του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ώστε να ιδρύεται ο λόγος αυτός, αφού δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς της αγωγής για τις ποσότητες των ανταλλακτικών, την έκταση των εργασιών αποκατάστασης των υλικών ζημιών και το ύψος των απαιτούμενων για τις ανωτέρω αιτίες χρηματικών ποσών.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 5-7-2018 αίτηση για αναίρεση της 43/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-7-2018 αίτηση της Α. Δ. του Φ. για αναίρεση της 43/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ