Appeal dismissed for inadmissibility due to vague grounds and procedural defects regarding absent parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by P. Z. against the Second Instance Court of Larissa. The appellant argued that the lower court erred in admitting witness testimony for a contract exceeding 5,900 euros and in evaluating facts contrary to evidence. The court rejected these grounds as inadmissible because they were vague, failed to specify which legal principles were violated, and incorrectly conflated procedural rules with substantive law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) and 576(3)(b) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if grounds are vague or fail to distinguish between procedural and substantive law violations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1428 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1428/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Ζ., χας Α. Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Ακριτίδη.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Ν. Γ. του Α., 2)Δ. Γ. του Α., 3)Π. συζύγου Μ., το γένος Α. Γ., κατοίκων .... Οι 1ος και 3η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Παπαπέτρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ο 2ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 155/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-4-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 8-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Κατά την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου (που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του ν.4139/20-3-2013), αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (Α.Π. 94/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι, πλην του δευτέρου (Δ.
Α. Γ.), εκπροσωπήθηκαν από τον προς τούτο ειδικώς εξουσιοδοτηθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαπέτρου, ο οποίος κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Όμως, ως προς τον απολιπόμενο δεύτερο αναιρεσίβλητο δεν αποδεικνύεται η κλήτευσή του, είτε με την προσκομιδή της οικείας εκθέσεως επιδόσεως, είτε της αιτήσεως αναιρέσεως, με την επ' αυτής επισημείωση του κατά το άρθρο 193 παρ. 3 ΚΠολΔικ διενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή.
Εφόσον όμως δεν αποδεικνύεται η κλήτευση του εν λόγω απολιπόμενου αναιρεσίβλητου, ο οποίος συνδέεται με τους παριστάμενους αναιρεσίβλητους με το δεσμό της απλής αμοδικίας (άρθρ. 74 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά σε αγωγή περί κλήρου των νόμιμων μεριδούχων αναιρεσίβλητων-εναγόντων, για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας τους, πρέπει, κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ.
να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς τον εν λόγω απολιπόμενο διάδικο (2ο των αναιρεσιβλήτων), να προχωρήσει αυτή (συζήτηση), ως προς τους νομίμως παρισταμένους διαδίκους.- Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (Ολ.
Α.Π. 5/2008) και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν. Όμως, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει τον από τον αριθμό 1 εδ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (Α.Π.1025/2014).
Όμως, για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (Α.Π. 1467/2008).
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, με τον οποίο προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η αιτίαση ότι το Εφετείο "εκδήλως εσφαλμένως κατά νόμον και καθ' υποσκελισμόν των διδαγμάτων της κοινής πείρας ήχθη στην ελεγκτέα πρωτόδικη κρίση, υιοθετήσασα όλως αναιτιολογήτως δύο καίριες πραγματολογικές παραδοχές, ήτοι υιοθετήσασα ότι:
α. άπαντα δήθεν τα χρηματικά ποσά που ελάμβαναν οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, υιοί του θανόντος συζύγου αυτής (αναιρεσείουσας), ως πληρεξούσιοί του, δυνάμει των αναλυτικώς αναφερομένων στις προτάσεις της συμβολαιογραφικών εντολών του κληρονομουμένου προς αυτούς, αποδίδονταν τελικώς στον σύζυγό της και πατέρα τους και β.
το προικώο ακίνητο, με το οποίο επροίκησε ο εκλιπών την τρίτη αναιρεσίβλητη- θυγατέρα του, εν τέλει επωλήθη εις τρίτον, ως η σύμβαση αυτή διαλαμβάνεται στην ελάσσονα σκέψη της πληττομένης, το δε τίμημα εισπράχθηκε τελικά από τον θανόντα, έσφαλε προδήλως διότι παρέλειψε να λάβει υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας", είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο και ποιον κανόνα δικαίου αυτά αφορούν.
Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος επειδή υπό την επίκληση των προαναφερόμενων πλημμελειών πλήττεται η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζεται ότι το Εφετείο "επί των αποδεικτέων ζητημάτων όχι μόνο παρείδε τα διδάγματα της κοινής πείρας αλλά και έσφαλε περί την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, διότι κατά την αδιάστικτη διατύπωση του άρθρου 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες εννιακόσια (5.900) ευρώ, θεώρησε ως επιστραφέντα στον κληρονομούμενο τα χρήματα που τα τέκνα του (αναιρεσίβλητοι) έλαβαν χωρίς πληρεξουσιότητα, τη στιγμή κατά την οποία δεν υπήρχε έγγραφη απόδειξη περί της επιστροφής, οι δε αντίδικοι περιορίζονταν στα όσα αναληθώς-καίτοι ενόρκως - εξιστορούσαν οι πρωτοδίκως εξετασθέντες ψευδομάρτυρές τους, αλλά και σε όσα άλλα εξωπραγματικά επικαλούνταν πρωτοδίκως οι ίδιοι ως άνω αντίδικοι, δηλαδή πράγματα τα οποία έκειντο πέραν του νόμου, της λογικής, της πραγματικότητας και των αποδείξεων, αντί να απορρίψει τον οικείο ισχυρισμό των αναιρεσίβλητων ως αναπόδεικτο, ελλείψει της αξιούμενης από το νόμο έγγραφης αποδεικτικής θεμελιώσεως του ισχυρισμού τους, αναφορικά προς την επιστροφή των χρημάτων".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα αναγκαία για τη θεμελίωση των ανωτέρω πλημμελειών στοιχεία και ειδικότερα δεν καθορίζεται αν τα διδάγματα της κοινής πείρας, που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου και ποίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων, οπότε και μόνο δημιουργείται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.1 εδ.
β' ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού και υπό την εκδοχή ότι πλήττει τη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 393 ΚΠολΔ, αυτή είναι δικονομικού δικαίου και δεν επιδέχεται μομφή από τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, που ιδρύεται μόνο σε παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου (βλ.
Α.Π. 174/2014).- Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 άρθρο 180, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), όπως στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Χωρίζει την υπόθεση ως προς τον απολιπόμενο δεύτερο των αναιρεσίβλητων Δ. Α. Γ.
Κηρύσσει ως προς αυτόν απαράδεκτη τη συζήτηση.-
Απορρίπτει την από 26-4-2013 αίτηση της Π. Ζ., χήρας Α. Γ., κατά των α) Ν. Α. Γ. και ) Π. συζ. Μ., το γένος Α. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 155/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.- Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις15 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ