1428/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1428/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Full text
Απόφαση 1428 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1428/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. συζ. Κ. Α., το γένος Μ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Μ. κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/2/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και του Π. Σ. του Μ. που δεν διάδικος στη δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δύμης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 425/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/1/2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 15/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 21/1/2013 αίτησης για αναίρεση της υπ' αρ. 425/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ'αριθμ. 9658/18-6-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αιγίου Ο. Δ. Δ. αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της από 21.1.2013 ένδικης αίτησης της Δ. συζ. Κ. Α. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 425/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, με την πράξη ορισμού δικασίμου της 4.12.2013 και κλήση για παράσταση κατά τη συζήτηση αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο. Κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο με αίτημα του αναιρεσιβλήτου αναβλήθηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο. Κατ'αυτήν όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε καθόλου στο ακροατήριο αυτού, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης απ'τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση περί μη εμφάνισης του, σύμφωνα με το άρθρο 242 § 2 Κ.ΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573§1 ΚΠολΔ). Επομένως το Δικαστήριο αυτό πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου που είχε νόμιμα κλητευθεί για την αρχική δικάσιμο και δεν χρειάζεται να κλητευθεί και πάλι για τη νέα, μετ'αναβολή δικάσιμο της ένδικης αίτησης (άρθρα 226 § 4 εδ. δ, 575 και 576§2 ΚΠολΔ).
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επι συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Προκειμένου, όμως να ασκηθεί η ως άνω νομή χρησικτησίας, θα πρέπει προηγουμένως να αποκτηθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1049 ΑΚ, η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής εναντίον αυτού που χρησιδεσπόζει, η δε διακοπή επέρχεται μόνο υπερ του ενάγοντος. Η τελευταία διάταξη ομιλεί μόνο για έγερση της διεκδικητικής αγωγής, ενόψει όμως της γενικής, χωρίς διάκριση, διατύπωσης της διάταξης αυτής, στην έννοια της αγωγής εντάσσεται κάθε πράξη που απευθύνεται κατά του χρησιδεσπίζοντος και φέρει το δικαίωμα της κυριότητας σε δικαστική διάγνωση, ανεξάρτητα, από το δικονομικό τύπο με τον οποίο εμφανίζεται η πράξη αυτή (ΑΠ 573/2012).
Εξ ετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α'του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 425/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών που εκδόθηκε σε έφεση του εναγομένου στην από 21-2-2006 διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας και του αδελφού της Π. Σ. του Μ. κατά της υπ'αριθμ. 20/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Δύμης έγιναν δεκτά από την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα σχετικά με τη συγκυριότητα της αναιρεσείουσας επί του επιδίκου ακινήτου αγρού και την ένσταση της ιδίας κυριότητας που ισχυρίστηκε ότι απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία ο εναγόμενος, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο, το οποίο είναι αγρός επιφανείας 4.150 τ.μ και βρίσκεται στη θέση "Γ." της κτηματικής περιφέρειας Απιδεώνας Λαρισσού Αχαΐας, συνορευόμενο ανατολικά με αγρό Π.
Ι., δυτικά με αγρό Π. Τ., βόρεια με αγρό Γ. Κ. και νότια με αγροτική οδό, ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στον πατέρα των διαδίκων, Μ. Σ. και παραχωρήθηκε σε αυτόν από το Υπουργείο Γεωργίας για αγροτική αποκατάσταση, κατά τη διανομή του έτους 1930. Εκείνος, όπως συνομολογείται, πέθανε αδιάθετος το έτος 1941 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Μ.
και τα τέκνα του Φ., Σ., Δ., Π. και Ν., οι' οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά και έγιναν συγκύριοι, η μεν σύζυγος κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου και καθένα εκ των τέκνων κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου. Δυνάμει των υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ... και .../1978 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Δύμης Νικολάου Γρηγορόπουλου έγινε διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του αποθανόντος, το δε επίδικο δεν συμπεριλήφθηκε στην διανομή αυτή αλλά έκτοτε και μέχρι το Μάιο του έτους 1984 το νεμόταν η μητέρα των διαδίκων, η οποία το παραχωρούσε προς καλλιέργεια στον εναγόμενο υιό της, και για οικονομική ενίσχυση αυτού δεδομένου ότι είχε αποκτήσει δική του οικογένεια, ενώ το Μάιο του έτους 1984 το πώλησε στην πρώτη ενάγουσα - κόρη της, δυνάμει του υπ'αριθμ .../18-05-1984 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πατρών Μαρίας Φωτοπούλου - Αμπατζή, νομίμως μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δύμης, χωρίς ωστόσο να κατέχει αυτό κατά πλήρη κυριότητα αλλά μονάχα κατά ποσοστό 5/20, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του συζύγου της.
Η πρώτη ενάγουσα, με την από 01-10- 1985 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή της, γνωστοποίησε στον εναγόμενο αδελφό της ότι δυνάμει του ως άνω συμβολαίου είχε καταστεί κυρία ολόκληρου του ενδίκου ακινήτου και ζήτησε από αυτόν να της το αποδώσει. Ο τελευταίος αρνήθηκε και γνωστοποίησε, τόσο σε αυτήν όσο και στο δεύτερο ενάγοντα, την πρόθεσή του να νέμεται το επίδικο αποκλειστικά για τον εαυτό του.
Κατόπιν τούτου, άσκησε εναντίον του την από 11-11-1985 αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δύμης, η οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Εις εκτέλεση της εκδοθείσας υπ' αριθμ. 19/1986 απόφασης του εν λόγω Ειρηνοδικείου ο εναγόμενος αποβλήθηκε αναγκαστικά από το επίδικο, στις 22-08-1986, συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αριθμ. 91/22-08-1986 έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών Ε.
Κ.. Στην πράξη, όμως, ουδέποτε εξήλθε του επιδίκου αλλά συνέχισε να το καλλιεργεί όπως και πριν, ασκώντας τις ίδιες πράξεις νομής (συλλογή ελαιοκάρπου, είσπραξη επιδοτήσεως, κατασκευή μαντριού για τα πρόβατα, σπορά γρασιδιού), με διάνοια κυρίου πλέον, όπως άλλωστε η ίδια η πρώτη ενάγουσα εξέθετε στην από 17-09-1986 αγωγή της κατά του εναγομένου, με την οποία ζητούσε την απόδοση των ωφελημάτων, ιστορώντας ότι καίτοι είχε διαταχθεί η αποβολή του τελευταίου από το επίδικο, αυτός "ως κακόπιστος νομέας από την 1-10-1985, συνέλλεξε τον ελαιόκαρπο των ελαιοδέντρων το Δεκέμβριο του έτους 1985...
Πέραν των ανωτέρω και η αποβολή του εναγομένου, που τύποις έλαβε χώρα σε εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, ουδεμία έννομη συνέπεια επέφερε επί της ασκήσεως της νομής του επιδίκου εκ μέρους του, αφού δεν επακολούθησε η άσκηση της τακτικής αγωγής εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από της εκδόσεως της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, με συνέπεια να αρθούν αυτοδικαίως τα αποτελέσματα της διενεργηθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 693 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Εν συνεχεία, η πρώτη ενάγουσα άσκησε την από 25-10-1987 διεκδικητική αγωγή σε βάρος του εναγομένου, με την οποία ιστορούσε ότι είχε καταστεί κυρία ολόκληρου του ενδίκου ακινήτου, δυνάμει του προαναφερόμενου υπ' αριθμ. .../1984 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και ζητούσε από τον εναγόμενο να της το αποδώσει. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 316/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή αφού κρίθηκε ότι η ενάγουσα δεν είχε καταστεί κυρία του ενδίκου ακινήτου για το λόγο ότι η δικαιοπάροχος μητέρα της δεν ήταν κυρία αυτού αλλά, με βάση την εξ αδιαθέτου διαδοχή του αποβιώσαντος συζύγου της, συγκυρία κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου, ούτε άλλωστε το είχε αποκτήσει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ...
Κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών, ο εναγόμενος, ο οποίος νέμεται συνεχώς και αδιαλείπτως ολόκληρο το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, τουλάχιστον από την 01-10-1985, έχοντας από τότε γνωστοποιήσει στους λοιπούς συγκυρίους την πρόθεσή του να το νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του, έχει καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού από την 01-10-1985 έως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (27-02- 2006) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι με την άσκηση της ανωτέρω (από 25-1 0-1987) αγωγής διακόπηκε ο χρόνος χρησικτησίας του εναγομένου είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι με την άσκηση της αγωγής αυτής διακόπηκε η παραγραφή των δικών τους εμπράγματων αξιώσεων και όχι η χρησικτησία του εναγομένου, ο οποίος συνέχισε να νέμεται το επίδικο κατά τον προαναφερόμενο τρόπο.
Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε καθ' ολοκληρίαν δεκτή την κρινόμενη αγωγή και αφού αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκύριους του ενδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 8/20 και 3/20 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, υποχρέωσε τον εναγόμενο να τους αποδώσει τα ως άνω ιδανικά τους μερίδια, διατάσσοντας συγχρόνως την αποβολή του από το ακίνητο και την εγκατάσταση των εναγόντων στο ποσοστό που τους αναλογεί, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και κατ' ουσίαν".
Με βάση της παραπάνω παραδοχές ως προς την κτήση της κυριότητας από τον εναγόμενο επί του επιδίκου αγρού με έκτακτη χρησικτησία το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Δύμης) είχε δεχθεί καθ' ολοκληρίαν ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή, κατέληξε στην παραδοχή της από 8-12- 2009 έφεσης του εναγομένου, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, στη συνέχεια δε προχώρησε στην εκδίκαση και απόρριψη της ένδικης διεκδικητικής αγωγής.
Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και απορρίπτοντας καθ' ολοκληρίαν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας (και του συνενάγοντος Π. Σ. του Μ.) έσφαλε ως προς τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1049 ΑΚ και ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, αφού η αναιρεσείουσα πρότεινε καθ' υποφοράν με την ένδικη αγωγή κατά της ένστασης της ιδίας αποκλειστικής κυριότητας επί του επιδίκου αγρού που πρότεινε ο εναγόμενος την ένσταση διακοπής της χρησικτησίας του εναγομένου με την άσκηση της από 25-10-1987 διεκδικητικής αγωγής αγωγής από την ίδια κατά του εναγομένου για το ίδιο επίδικο ακίνητο, που είναι βάσιμη όσο αφορά μόνο τα 8/20 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου αγρού (όσο είναι το εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής δικαίωμα της συγκυριότητας της αναιρεσείουσας μαζί με το μερίδιο της μητέρας της που αγόρασε σύννομα). Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός εν μέρει ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 425/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ