1428/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1428/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 τον άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1439 παρ. I ΑΚ, "καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δυο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα".
Full text
Απόφαση 1428 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1428/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Ι., συζ. Β. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Κότσιφα.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μανθούλα Πασσαδέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-5-2007 αντίθετες αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4157/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1409/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-6-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 2-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 τον άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1439 παρ. I ΑΚ, "καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δυο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να μπορεί να ζητηθεί το διαζύγιο. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "εφόσον ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει το αντίθετο, ο κλονισμός τεκμαίρεται σε περίπτωση ...
εγκατάλειψης του ενάγοντος από τον εναγόμενο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το πραγματικό του κανόνα της παραγρ. 2 του ως άνω άρθρου (1439 ΑΚ) ταυτίζεται με το πραγματικό του κανόνα της παραγρ. 1, από την οποία δεν θέλησε παρέκκλιση ο νομοθέτης. Ο ορισμός τεκμηρίου για την περίπτωση αυτή, συνέχεται με την διευκόλυνση της απόδειξης εν όψει της φύσης των λόγων του κλονισμού (ΑΠ 242/2010).
Κατά δε το άρθρο 1439 παρ.3 ΑΚ, "εφόσον, οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, καθένας από τους συζύγους, ανεξάρτητα από το αν προκάλεσε τη διάσταση ή όχι, έχει δικαίωμα να ζητήσει διαζύγιο, όταν η διάσταση διήρκεσε επί μία συναπτή τετραετία, υπολογιζόμενη αναδρομικώς από της αγωγής, και ειδικότερα, από τον χρόνο συζητήσεως αυτής, κατά τον οποίο κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος.
Από την ίδια διάταξη, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η τετραετής διάσταση, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός και το δικαστήριο χωρεί, μετά και τη διαπίστωση της πρόθεσης για διάσταση, στη λύση του γάμου.
Συνεπώς, τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια ή ακόμη και μη καταλογιστά, δεν έχει δε σημασία ποιός από τους συζύγους δημιούργησε πρώτος το λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, αφού το δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου, δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμία περίπτωση.
Συνέπεια τούτων είναι ότι η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο ούτε ως προς την ύπαρξη καθεαυτή των επί μέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αφού το δεδικασμένο αφορά στην έννομη σχέση ή στο δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα (Κ.Πολ.Δ. 322, 324), ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό αυτόν, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγομένου, τα δε ζητήματα υπαιτιότητας κρίνονται αυτοτελώς στη δίκη διατροφής.
Στην πραγματικότητα δηλαδή αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι, όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα της λύσης του γάμου (ΑΠ 701/2007, 33/2010, 491/2010, 293/2011). Επομένως, στην περίπτωση συνεκδίκασης αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, ή λόγω τετραετούς διάστασης, αν η μία απ` αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, είναι προφανές ότι ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον, κατά τα άρθρα 68, 516 παρ. 2 και 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, να ασκήσει αντίστοιχα έφεση ή αναίρεση κατά της πρωτόδικης ή της τελεσίδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που και αυτός επιδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διάπλασης έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, απαρτίζοντα, όμως, τον ίδιο λόγο του αντικειμενικού κλονισμού του γάμου (Α.Π. 491/2010, 1326/2008, 1301/2005, 669/2005).
Τέλος, το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης επί της έφεσης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η έλλειψή του δε συνεπάγεται την απόρριψη του ένδικου μέσου της έφεσης ως απαράδεκτου (άρθρα 68, 73, 516 και 532 Κ.Πολ.Δ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 1409/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "... Ο εφεσίβλητος (σημ. εδώ αναιρεσίβλητος) ήσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 5246/07 αγωγή του κατά της εκκαλούσας (σημ. εδώ αναιρεσείουσας) περί λύσεως του μεταξύ των γάμου λόγω τετραετούς μεταξύ τους διάστασης και στη συνέχεια η τελευταία ήσκησε την 4926/08 αγωγή της κατά του εφεσίβλητου με την οποία ζητούσε να λυθεί ο μεταξύ τους γάμος λόγω κακόβουλης εγκατάλειψης από τον εναγόμενο και επικουρικά λόγω τετραετούς διάστασης.
Οι εν λόγω αγωγές συνεκδικάσθησαν και κατά παραδοχή της πρώτης αγωγής απαγγέλθηκε η λύση του μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενου γάμου λόγω τετραετούς αυτών διάστασης. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεση για κακή εφαρμογή του Νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητά αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση να απορριφθεί η αγωγή του συζύγου της και να γίνει δεκτή η δική της αγωγή.
Με αυτό το αίτημα η κρινόμενη έφεση είναι απορριπτέα ελλείψει εννόμου συμφέροντος της εκκαλούσας στην άσκηση αυτής, σύμφωνα με τα προαναπτυχθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας". Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο, το οποίο δεν εξέτασε την ουσιαστική βασιμότητα της έφεσης, αλλά αρκέστηκε μόνο στην διακρίβωση της έλλειψης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της εκκαλούσας να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο.
Και τούτο διότι, στην παρούσα περίπτωση, κατά την οποία συνεκδικάσθηκαν αντίθετες αγωγές διαζυγίου, για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, λόγω τετραετούς διάστασης των συζύγων η μία και από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου και επικουρικώς λόγω τετραετούς διάστασης η άλλη, εφόσον η μία από αυτές έγινε δεκτή και η άλλη απορρίφθηκε, η αναιρεσείουσα της οποίας η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον κατά τα άρθρα 68, 516 παρ.2 και 556 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
να ασκήσει αντίστοιχα έφεση ή αναίρεση κατά της πρωτόδικης ή της τελεσίδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου της και να γίνει δεκτή η δική της αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που και αυτή επιδίωξε με την αγωγή της, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διαπλάσεως έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα (ως προς την κύρια βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας) περιστατικά, που συγκροτούν όμως τον ίδιο λόγο, ήτοι τον αντικειμενικό κλονισμό του γάμου.
Μη καταλειπομένου επομένως ενδίκου αντικειμένου, κατά τα εκτεθέντα στη προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεν δικαιολογείται έννομο συμφέρον ούτε για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας. Άρα ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού, με τον οποίο, ύστερα από εκτίμηση του, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια αυτή από τον αριθμό 14 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμος όπως και οι λοιποί λόγοι (πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος), με τους οποίους κατά την αναιρεσείουσα οι ίδιες αιτιάσεις φέρονται να ιδρύουν και τους λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8, 9 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλην όμως ατελέσφορα.
Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολό της, να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-6-2011 αίτηση της Ε. Μ. του Ι. για αναίρεση της 1409/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ