Supreme Court allows appeal against insurance company but dismisses it against absent defendant due to procedural rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the absent defendant, Ψ1, who failed to appear or file a non-appearance declaration, requiring the hearing to proceed as if all parties were present. Conversely, the Court allowed the appeal against the insurance company, AGROTIKH AEGA, finding the lower court erred in treating a prior judgment as res judicata despite a subsequent change in law regarding EU member states. Consequently, the case was remanded for retrial against the insurer while the claim against the absent defendant was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 K.Pol.D; Art. 553 para. 1 K.Pol.D; Art. 580 para. 3 K.Pol.D: An appeal against a party who fails to appear without filing a non-appearance declaration must be heard with all parties present; however, a prior judgment does not constitute res judicata if subsequent legislative changes alter the applicable legal regime.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1428 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1428/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια επί του ανηλίκου τέκνου της Χ2, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Καλατζή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 255/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/3/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 26/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας ... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με θυροκόλληση στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1, για τον οποίο αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου παραδόθηκε αυθημερόν στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα και ταχυδρομήθηκε στις 14-5-2008 σχετική έγγραφη ειδοποίηση, όπως προκύπτει από τις βεβαιώσεις του ως άνω δικαστικού επιμελητή, που έχουν συνταχθεί κάτω από την προαναφερθείσα έκθεση επιδόσεως. Όμως, ο πιο πάνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παραστάσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, οι οποίες αναφέρονται στη συνέχεια της παραγράφου αυτής και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ... β) οι οριστικές αποφάσεις που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξάλλου, επί απλής ομοδικίας η τελεσιδικία κρίνεται αυτοτελώς ως προς κάθε διάδικο (ΟλΑΠ 744/1982). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη 255/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας εκδόθηκε, όπως από αυτήν προκύπτει, ερήμην του πρώτου εφεσίβλητου (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου) Ψ1, χωρίς να προκύπτει ότι ως προς αυτόν η απόφαση κατέστη τελεσίδικη καθ' οιονδήποτε τρόπο. Επομένως ως προς αυτόν η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΙΙΙ. Οι διατάξεις των άρθρων 322 και 324 ΚΠολΔ ορίζουν, πλην άλλων, ότι το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, παράγεται δε αυτό μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο με την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Από τις διατάξεις αυτές και τις διατάξεις των άρθρων 914 και 929 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί της περί αποζημιώσεως λόγω θανάτου ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου αγωγής, αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία δίκης, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώραν η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία του ενάγοντος που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο, για τον οποίο κρίθηκε το δικαίωμα αποζημίωσης, όχι όμως και για τον μεταγενέστερο, κατά τον οποίο είναι δυνατόν η αδικοπραξία να εξακολουθήσει να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν κατέστησαν αντικείμενο έρευνας στην τελεσιδίκως κριθείσα προγενέστερη αγωγή (ΑΠ 1033/1998, 185/1994, 715/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στην επιτρεπτώς κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκοπούμενη από 22-4-2003 αγωγή της εκθέτει, μεταξύ άλλων, ότι στις 12-10-1997 από αμέλεια του πρώτου εναγομένου (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου), κατά την οδήγηση του ασφαλισμένου στη δεύτερη εναγομένη (αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία ΑΜ ...
γεωργικού ελκυστήρα, θανατώθηκε ο ρουμανικής υπηκοότητας σύζυγός της ΑΑ, ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν ηλικίας 27 ετών και δεν ήταν μεν εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, πλην όμως εργαζόταν στην Ελλάδα σε αγροτικές εργασίες (καπνοκαλλιέργειες), πραγματοποιώντας κάθε μήνα 25 ημερομίσθια αντί 33 Ευρώ ημερησίως και αποκομίζοντας μηνιαίως 825 Ευρώ, ποσό το οποίο κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα συνέχιζε να κερδίζει, εάν δεν είχε επισυμβεί ο θανάσιμος τραυματισμός του, μέχρι την 17-2-2038 που λόγω της ηλικίας του και της καλής υγείας του, θα ζούσε.
Περαιτέρω, εκθέτει η αναιρεσείουσα ότι ο θανατωθείς σύζυγός της από τα ως άνω εισοδήματά του, που αποκόμιζε στα πλαίσια της παρεχομένης κατά τα ανωτέρω εργασίας, διέθετε για διατροφή της μεν ίδιας ατομικά μηνιαίως 208,90 Ευρώ για διατροφή δε του ανηλίκου κοινού τέκνου τους Χ2 που γεννήθηκε στις 5-7-1994 ποσό 227,07 Ευρώ, τα οποία αποστερήθηκαν, αλλά και θα στερηθούν στο μέλλον λόγω της θανατώσεώς του κατά το ατύχημα.
Κατόπιν τούτων, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν εφάπαξ, αλλιώς σε μηνιαίες δόσεις, τα ως άνω χρηματικά ποσά από 1-11-2001 μέχρι 17-2-2038 για την ίδια και μέχρι 5-7-2016 για το ανήλικο τέκνο, μειωμένα κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος 30%, όπως με δύναμη δεδικασμένου κρίθηκε με την 637/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Περαιτέρω, με την σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο πλαγιαστική αγωγή ζήτησε, για την περίπτωση προβολής ενστάσεως παραγραφής εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσίβλητης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ν' αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτής να καταβάλει, στον πρώτο αναιρεσίβλητο εναγόμενο τα ανωτέρω χρηματικά ποσά.
Το Εφετείο, κρίνοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης λόγω δεδικασμένου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "... Στη προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 238/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που εκδόθηκε επί προηγηθείσας αγωγής της ενάγουσας και άλλων (από 12-11-1998) έκρινε ότι η ενάγουσα δικαιούνταν αποζημίωση για ψυχική οδύνη, λόγω του επισυμβάντος θανάτου του συζύγου της ΑΑ, Ρουμάνου υπηκόου, σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 12-10-1997 και για τον οποίο (θάνατο) κρίθηκε υπαίτιος ο πρώτος εφεσίβλητος.
Επίσης, στην ενάγουσα επιδικάσθηκαν τα έξοδα κηδείας του αποβιώσαντος συζύγου της. Απορρίφθηκε, όμως, το αίτημά της για αποζημίωση της ίδιας αλλά και του ανηλίκου τέκνου τους, που αυτή εκπροσωπούσε, για στέρηση διατροφής και για το χρονικό διάστημα από 1-11-1997 έως 31-10-2001, με την αιτιολογία ότι δεν έχουν νόμιμη αξίωση αποζημιώσεως για έσοδα που ο υπόχρεως θανών θα αποκόμιζε από εργασία αντίθετη προς το νόμο, καθώς βρισκόταν στην Ελλάδα, χωρίς να είναι εφοδιασμένος με άδεια παραμονής, ούτε με άδεια εργασίας και, επομένως, η εργασία του στην Ελλάδα σε γεωργικές εργασίες, όπου απασχολούνταν, ήταν παράνομη.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε η δυνατότητα του θανόντος να χορηγεί διατροφή στην ενάγουσα και στο ανήλικο τέκνο της για το ως άνω χρονικό διάστημα και γι' αυτό το λόγο απορρίφθηκαν τα σχετικά κονδύλια της αγωγής. Κατά της ως άνω απόφασης άσκησε έφεση η ασφαλιστική εταιρεία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΓΑ, όχι όμως και η σημερινή εκκαλούσα για το ως άνω απορριφθέν κεφάλαιο της αγωγής της.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 637/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε υπαίτιος για το θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της εκκαλούσας και σε ποσοστό 70% ο πρώτος εφεσίβλητος, οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα, ενώ σε ποσοστό 30% υπαίτιος κρίθηκε τελεσιδίκως και ο θανών. Κατά της τελευταίας αποφάσεως δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της αναίρεσης, όπως υπήρχε δυνατότητα, λόγω της εν τω μεταξύ μεταστροφής της νομολογίας, η οποία δέχτηκε ότι η σύμβαση εργασίας αλλοδαπών που δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο και δεν είναι εφοδιασμένοι με την κατά νόμον απαιτούμενη άδεια εργασίας είναι άκυρη, γιατί αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου που είναι δημοσίας τάξεως (άρθρο 23 του Ν. 1975/1991 και ήταν εφαρμοστέος στην περίπτωση του θανόντος) η εξακολουθητική, όμως, παροχή εργασίας από τον μη εφοδιασμένο με άδεια εργασίας αλλοδαπό θεμελιώνει δικαίωμα διατροφής της συζύγου και του τέκνου του έναντι αυτού με βάση τα έσοδα που αυτός αποκόμιζε από την ακύρως παρεχόμενη εργασία του.
Αντί του ανωτέρω ενδίκου μέσου η εκκαλούσα άσκησε νέα αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (από 22-4-2003), το οποίο με την υπ' αριθμ. 51/2006 απόφαση του έκρινε ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω του δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 238/1999 προγενέστερη απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, το οποίο τελεσιδίκως έκρινε ότι για την επίδικη τότε χρονική περίοδο η ενάγουσα και το ανήλικο τέκνο της δεν είχαν νόμιμη αξίωση αποζημιώσεως για στέρηση διατροφής από τον θανόντα, για τους προαναφερθέντες λόγους και, συνεπώς, δεν αποδεικνυόταν δυνατότητα του προαναφερθέντος να χορηγεί διατροφή στην ενάγουσα σύζυγο και τέκνο του.
Πράγματι, από την ανωτέρω απόφαση γεννιέται δεδικασμένο για το δικαίωμα της ενάγουσας και του από αυτήν εκπροσωπουμένου τέκνου της ν' αξιώσει αποζημίωση από τους εναγομένους για στέρηση διατροφής και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην ένδικη δεύτερη αγωγή της. Το δεδικασμένο δε αυτό δεν ανατρέπεται από το λόγο ότι επήλθε μεταστροφή της νομολογίας, που δέχεται ήδη ότι η σύμβαση εργασίας αλλοδαπού που δεν πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις (άδεια εργασίας και άδεια παραμονής) είναι άκυρη και ως τέτοια γεννά αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού κατά του εργοδότη, την οποία απώλεσε συνεπεία του θανάσιμου τραυματισμού του με αποτέλεσμα να καθιδρύεται νόμιμη αξίωση για τη στέρηση του δικαιώματος διατροφής της συζύγου και του τέκνου του, διότι το κατά την έκδοση της υπ' αριθμ 238/1999 υφιστάμενο νομικό καθεστώς ουδεμία έκτοτε υπέστη μεταβολή ...".
Όμως, κρίνοντας έτσι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την 238/1999 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Και τούτο διότι: α) το δικαίωμα που κρίθηκε με την ανωτέρω απόφαση αφορά την χρονική περίοδο από 1-11-1997 έως 31-10-2001 και όχι το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-11-2001 μέχρι 17-2-2038 για την ίδια την αναιρεσείουσα και μέχρι στις 5-7-2016 του εκπροσωπουμένου από αυτή ανηλίκου τέκνου της και β) πέρα από τη μεταστροφή της νομολογίας από 1-1-2007 έχει επέλθει αλλαγή του νομικού καθεστώτος, αφού η Ρουμανία αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και, ως εκ τούτου, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 23 του Ν. 1975/1991 που αφορούν μη υπηκόους μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Επομένως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Ύστερα απ' αυτά πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΓΑ" και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-3-2008 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 255/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1.
Αναιρεί την ως άνω απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΓΑ"
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την ανωτέρω αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ