Supreme Court dismisses appeal against collective agreement interpretation regarding employee travel expense compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Greek Post and Telecommunications Organization's appeal against a Corinthian Court of First Instance ruling on employee travel expenses. The court found the lower court correctly interpreted the collective agreement to cover all staff for both day and night shifts, rejecting the appellant's claim that it applied only to night workers. The appeal was dismissed because the appellant failed to provide sufficient factual premises to challenge the lower court's application of the collective agreement.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1) and 554 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant fails to substantiate the factual premises supporting their legal arguments, and the lower court's interpretation of the collective agreement stands if no error is evident.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1428 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1428/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ (ΕΛΤΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Παυλάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ...., 2) ....., 3) ...., 4) ...., 5) ....., 6) ....., 7) χ7, 8) ...., 9) ....., 10) ...., 11) ...., 12) ...., 13) ....., 14) ...., 15) .... και 16) ...... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 7ου αναιρεσιβλήτου Χ7 που δεν παραστάθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Φιλιππόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι, ο 7ος αναιρεσίβλητος Χ7 απεβίωσε την 24-9-2006 και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του α) χ7α, β) χ7β και γ) χ7γ, που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 328/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 240/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Οργανισμός με την από 24-3-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 23-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατά το άρθρο 503 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση.
Περαιτέρω, ναι μεν η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται σιωπηρώς εκ του ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, πλην όμως για το κύρος τέτοιας παραίτησης απαιτείται όπως ο υπογράφων την αίτηση δικηγόρος έχει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 98 περ.
β'Κ.Πολ.δ, η έλλειψη της οποίας μπορεί να καλυφθεί εκ των υστέρων με την έγκριση του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια λόγω και της αναδρομικής ενέργειας της εγκρίσεως, αν αυτή αφορά παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε, ήτοι από την άνω παραίτηση και να υπόκειται από την ίδια στιγμή σε αναίρεση (ΑΕΔ 42/1990, ΟλΑΠ 9/1996, 1/1998, 626/1980).
Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απαευθύνεται κατά της 240/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του. Η προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τελεσίδικη και επομένως παραδεκτώς προσβάλλεται με την αναίρεση, διότι το αναιρεσείον παραιτήθηκε σιωπηρώς από του δικαιώματος ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας με την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η δε έλλειψη της ειδικής πληρεξουσιότητας του υπογράφοντος την αναίρεση δικηγόρου Αθηνών Σπύρου Πουλάτου θεραπεύτηκε με την σιωπηρή έγκριση του αναιρεσείοντος που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως και παρέσχε στον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα για την ως άνω παράσταση, όπως προκύπτει από το ......
πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Πουλαντζά.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α, 287 παρ. 1 και 290 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Γκούρας Δήμου Φενεού Ν. Κορινθίας, στις 23-9-2006, ήτοι μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε ο αναιρεσίβλητος Χ7, ο οποίος, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάσταση του Δημάρχου Φενεού και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Χ7α και τα τέκνα του Χ7β και Χ7γ. Επομένως, αυτοί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος (άρθρα1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ) νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την λόγω θανάτου εκείνου βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια επανάληψη της.
ΙΙΙ. Από τα άρθρα 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 και 578 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι, όταν η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, δεν αρκεί παράθεση στο αναιρετήριο της διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάστηκε, της κατά τον αναιρεσείοντα έννοιας αυτής, καθώς και της περί αυτής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και της δεκτής γενόμενης από αυτό έννομης συνέπειας, αλλά πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως.
Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε διατακτικό συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί με βάση το περιεχόμενο αυτού αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996, 57/1990).
Η υποχρέωση της παράθεση των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο (δικαίωμα) μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης σύμφωνα με το νόμο προσφυγής.
Γι' αυτό τα απαιτούμενα από το νόμο για το ορισμένο του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως δεν δυσχεραίνουν αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας (ΑΠ 618/2007). Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε ως ανυποστήρικτη, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος νομικού προσώπου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ (ΕΛ.ΤΑ)", την από 8-9-2004 έφεση του κατά της 328/2004 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, η οποία δέχθηκε τα εξής:
Οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι είναι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου - αναιρεσείοντος νομικού προσώπου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ" και συνδέονται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Στις αρχές του έτους 2000, κατόπιν εντολής της Υπηρεσίας τους, προκειμένου να καλύψουν λειτουργικές ανάγκες του Γραφείου - Κέντρου Διανομής που βρίσκεται στη θέση "...." της Κορίνθου, αποσπάστηκαν προσωρινά σ' αυτό το κατάστημα, όπου προσέφεραν τις υπηρεσίες τους μέχρι το τέλος Ιουλίου 2000.
Επειδή όμως το εν λόγω Γραφείο - Κέντρο απέχει 1500 μ. από την τελευταία στάση των λεωφορείων της αστικής συγκοινωνίας Κορίνθου και την απόσταση αυτή δεν την καλύπτουν με δρομολόγιο τα αστικά λεωφορεία του ΚΤΕΛ Κορινθίας, οι αναιρεσίβλητοι αναγκάστηκαν να χρησιμοποιούν για την καθημερινή προσέλευση και αποχώρηση τους από τον τόπο αυτό εργασίας τους αυτοκίνητο ΤΑΞΙ.
Έτσι, με βάση τον όρο 19 της από 17-3-2000 ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας του προσωπικού ΕΛ.ΤΑ, ο οποίος ισχύει από 1-1-2000, οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνταν να λάβουν αποζημίωση 1500 δρχ ημερησίως, προκειμένου να καλύψουν τα επιπλέον έξοδα κίνησης. O ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι ο όρος αυτός αναφέρεται αποκλειστικά σε συγκεκριμένο προσωπικό που αναλαμβάνει υπηρεσία ή αποχωρεί από το χώρο εργασίας του κατά τις νυχτερινές ώρες είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι ο όρος αυτός αφορά όλο το προσωπικό, χωρίς εξαιρέσεις, το οποίο αναγκάζεται να χρησιμοποιεί ΤΑΞΙ για την προσέλευση και την αποχώρησης του στην Υπηρεσία, χωρίς διάκριση σε ημερήσιες ή νυχτερινές ώρες.
Εξάλλου η παραπάνω αποζημίωση δεν έχει σχέση με τα οδοιπορικά έξοδα που χορηγεί το αναιρεσείον σε σταθερό ποσό κατά μήνα σε όλο το προσωπικό, δεδομένου ότι ο όρος 21 της από 8-8-1983 ΕΣΣΕ του προσωπικού ΕΛ.ΤΑ ο οποίος συμπληρώθηκε με τον 19ο όρο της ΕΣΣΕ 2000, ρητά αναφέρει για καταβολή επιπλέον εξόδων κίνησης, δηλαδή πέραν των παγίων και σταθερά καταβαλλομένων οδοιπορικών εξόδων.
Με τις παραδοχές αυτές, που ενσωματώθηκαν στην προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και επιδίκασε σ' αυτούς για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως και τον Ιούλιο του έτους 2000, αποζημίωση εξόδων κινήσεως. Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έκτο λόγους της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 19 της από 17-3-2000 ΕΣΣΕ του προσωπικού ΕΛ.ΤΑ.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, διότι στο αναιρετήριο δεν παρατίθεται με πληρότητα οι αναγκαίες κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το ίδιο ως αποδειχθέντα για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του, αλλά εκτίθεται μόνο το κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος αυτής, μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση και με την ανωτέρω κρίση του το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο ενσωμάτωσε την Πρωτόδικη απόφαση δεν παραβίασε την παραπάνω ΕΣΣΕ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι' αυτό και οι ανωτέρω λόγοι της αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου ο τρίτος λόγος της αναι'ρεσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ για εσφαλμένη ερμηνεία της 223/200/460/1-12-2000 ειδικής εγκυκλίου των Ελληνικών Ταχυδρομείων είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η εγκύκλιος αυτή δεν αποτελεί εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Τέλος οι αιτιάσεις από τους αριθμούς 8, 9, 10 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πρέπει ν' απορριφθούν επίσης ως απαράδεκτες, διότι κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου δεν ιδρύονται οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-3-2006 αίτηση του νομικού προσώπου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ (ΕΛ.ΤΑ)", για αναίρεση της 240/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Και Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ