Legislator Case Law & Legislation
1427/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appeal reason regarding evidence consideration is not a legal 'thing'.

Case Number 1427/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance of Ioannina, ruling that the appellant's claim regarding the court's consideration of a confession was inadmissible. The appellant argued the lower court erred by taking into account a confession presented in the court's draft, but the court held that such evidence is not a 'thing' under Article 339 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected without substantive review, and the appellants were ordered to pay the costs of the second respondent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 339 and 559 of the Code of Civil Procedure; The failure to consider a specific piece of evidence, such as a confession, does not constitute a 'thing' for the purpose of an appeal under Article 559, Section 8, Paragraph 1, Letter (a), as it lacks independent existence and does not found a substantive right.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal legal thing concept consideration of evidence confession as proof Code of Civil Procedure appeal reason rejection court costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 559, Section 8, Paragraph 1, Letter (a) of the Code of Civil Procedure
Article 495, Section 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court, Full Bench, 14/2004
Supreme Court, 87/2013
Supreme Court, 94/2008
Supreme Court, 989/2018
Supreme Court, 388/2018
Supreme Court, 358/2017
Supreme Court, 261/2016
Supreme Court, 10/2008
Supreme Court, 625/2008
Supreme Court, 2019/2007
Supreme Court, 1276/2011
Supreme Court, 237/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1427 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1427/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) … και 3)… , …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βουκελάτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "…" και ήδη "… ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η "… ΑΕ" τυγχάνει καθολική διάδοχος, μετά από συγχώνευση διά απορροφήσεως, της αρχικώς αναιρεσίβλητης εταιρείας "… ΑΕ".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας και συνεκδικάστηκε με την από 28-3-2013 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 269/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-10-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης προέβαλε την ένσταση απαραδέκτου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και ζήτησε την απόρριψή της, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες υπ` αριθμ. … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο … Γ. Γ. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 16.10.2019 αίτησης για αναίρεση της υπ'αριθμ. 269/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 5.3.2021 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση, στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Κατά την εν λόγω δικάσιμο της 5.3.21 η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των εκτάκτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊου COVID-19, οπότε ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως με την από 13.5.21 πράξη της προέδρου του Δ τμήματος ως νέα ημέρα συζήτησης της υπόθεσης η 15/10/21, της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύουσας ως κλήτευσης όλων των διαδίκων κατ'άρθρο 83 παρ. 2 Ν. 4790/2021.

Ωστόσο και κατά την εν λόγω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης και πάλι ματαιώθηκε λόγω αιφνιδίων και εκτάκτων καιρικών φαινομένων, οπότε ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως με την από 3.11.21 πράξη της προέδρου του Δ τμήματος ως νέα ημέρα συζήτησης της υπόθεσης η προκείμενη, της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο και πάλι ισχύουσας ως κλήτευσης όλων των διαδίκων κατ'άρθρο 260 ΚΠολΔ και υπ'αριθμ. 45298/15-10-2021 αποφ.

Υπ. Δικ. Ο εν λόγω όμως αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε, ούτε έλαβε μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Συνεπώς, παρά την απουσία του, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Η κρινόμενη από 16.10.2019 και με αριθμ. κατάθ. 43/2019 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 269/2017 τελεσίδικης απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 566 παρ. 1, 564 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.), και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Σημειώνεται ότι απορροφηθείσης από 2/1/2018 της δεύτερης αναιρεσίβλητης "…" από την (ήδη μετονομασθείσα σε) "…. Α.Ε" (ως προκύπτει από την υπ'αριθμ. πρωτ. … ανακοίνωση της Διεύθυνσης Εταιρειών και ΓΕΜΗ της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης), δηλ. προ της κατάθεσης της αναίρεσης, που έλαβε χώρα την 30/10/2019, και δεδομένου ότι δεν προέκυψε μετά βεβαιότητος ότι του γεγονότος αυτού τελούσαν σε θετική γνώση οι αναιρεσείοντες, χωρεί πλέον νόμιμα η συζήτηση με την τελευταία, που εμφανίσθηκε στην θέση της πρώτης (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 625/2012, 1773/2001, 512/2011).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013).

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές τo πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση με την με αριθμό 269/2017 προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις … και περί ώρα 07:20, ο Γ. Μ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας … αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του επί της εθνικής οδού ….

με πορεία προς …. Κατά τον ίδιο χρόνο και επί της ίδιας ως άνω οδού εκινείτο, με αντίθετη πορεία (προς …), ο…, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας …. ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", με συνεπιβαίνοντες σε αυτό τον…, τον ….και τον….

Στο ύψος του … χλμ., η εν λόγω ασφάλτινη οδός, που διαμορφώνεται σε καμπύλη, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και η μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα ανέρχεται στα 90 χιλιόμετρα ανά ώρα. Κατά τον ως άνω χρόνο η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά και η κυκλοφορία των οχημάτων πυκνή.

Όταν το προαναφερόμενο με αριθμό κυκλοφορίας …ΙΧΕ αυτοκίνητο με οδηγό τον … έφθασε στο ως άνω ύψος της οδού, ήτοι κατά την έξοδο του από την υφιστάμενη (αριστερόστροφη ως προς την πορεία του) καμπύλη, ο τελευταίος από αμέλεια του και λόγω της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία κινούνταν την οποία δεν ρύθμισε ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μέσα στο ορατό μπροστά του τμήμα της οδού και πριν από οποιοδήποτε εμπόδιο που θα μπορούσε να προβλεφθεί αλλά κινούνταν απερίσκεπτη και με ιδιαίτερα αυξημένη για τις περιστάσεις (έξοδος από αριστερόστροφη ως προς την πορεία του στροφή), απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του με αποτέλεσμα να εξέλθει του ρεύματος πορείας του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας και να επιπέσει με το αριστερό τμήμα της εμπρόσθιας επιφάνειας του, δηλαδή με την αριστερή γωνία του οχήματος του στην πλάγια αριστερή επιφάνεια του αντιθέτως κινούμενου οχήματος με οδηγό τον Γ.

Μ.. Στη συνέχεια εξαιτίας της πρόσκρουσης το αυτοκίνητο του …. εξετράπη της πορείας του και εξαιτίας της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία κινούνταν πριν την σύγκρουση, εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά, κινούμενο ανεξέλεγκτα, εισήλθε εκ νέου στο αρχικό ρεύμα πορείας του και αφού διήνυσε μετά τη σύγκρουση μια ανεξέλεγκτη πορεία 40 περίπου μέτρων, κινούμενο στο ρεύμα πορείας που αρχικά κινούνταν (στο δικό του ρεύμα πορείας) στη συνέχεια 16 μέτρα πριν την τελική του θέση ανετράπη λόγω της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία κινούνταν πριν την σύγκρουση και εσύρθη συρόμενο για απόσταση 16 μέτρων περίπου, τελικά δε ακινητοποιήθηκε ντεπαρισμένο εκτός οδοστρώματος και δεξιά του ρεύματος πορείας του.

Το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Γ. Μ., το οποίο κατά τη σύγκρουση κινούνταν εκτός του ρεύματος πορείας του, πιθανόν πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, αμέσως μετά τη σύγκρουση, λόγω της χαμηλής ταχύτητας με την οποία κινούνταν, η οποία είχε μειωθεί ακόμη περισσότερο, λόγω της τροχοπέδησης, συν ενήργησε πριν την σύγκρουση, όπως θα εκτεθεί και κατωτέρω, αντιλαμβανόμενος την είσοδο του οδηγούμενου από τον … οχήματος στο δικό του ρεύμα πορείας (του Γ.

Μ.), εξαιτίας της πρόσκρουσης, που, όπως, εμφανώς, προκύπτει από τις φωτογραφίες που ελήφθησαν από την Τροχαία αμέσως μετά το ατύχημα, εντοπίζεται στο αριστερό τμήμα της αριστερής πλάγιας επιφάνειας αυτού, περιστράφηκε προς τα δεξιά, ως προς την πορεία του, σε μικρή γωνία, 50 μοιρών περίπου και ακινητοποιήθηκε σχεδόν ακριβώς, μετά το σημείο σύγκρουσης, με αποτέλεσμα να καταλήξει με ένα τμήμα του οπίσθιου μέρους του εντός του ρεύματος πορείας του … (ήτοι με τον δεξιό οπίσθιο τροχό του πάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή με τον αριστερό οπίσθιο τροχό του εντός του ρεύματος πορείας του … και σε απόσταση ενός περίπου μέτρου από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, όπως εμφανώς φαίνεται και προκύπτει από τις προαναφερόμενες φωτογραφίες που ελήφθησαν από την Τροχαία … που επιλήφθηκε του ατυχήματος, αμέσως, μετά το ατύχημα, η γνησιότητα των οποίων φωτογραφιών δεν αμφισβητήθηκε.

Η κρίση του Δικαστηρίου για τις προπεριγραφόμενες συνθήκες της σύγκρουσης, στηρίζεται στην έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας … και στις προαναφερόμενες φωτογραφίες που ελήφθησαν από την Τροχαία αμέσως μετά το ατύχημα. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ως άνω φωτογραφίες προκύπτει ότι υπάρχει στο ρεύμα πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο Γ.

Μ. ίχνος τροχοπέδησης, το οποίο βρίσκεται εξ ολοκλήρου στο ρεύμα πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο …. και μάλιστα έχει φόρα προς τα δεξιά, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο … πριν την σύγκρουση αντιλήφθηκε το όχημα που οδηγούσε ο … το οποίο εισερχόταν στο δικό του (του …) ρεύμα πορείας και προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση ενήργησε τον ενδεικνυόμενο και ορθό αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, ενεργώντας τροχοπέδηση του οχήματος που οδηγούσε, πλην όμως λόγω της αυξημένης ταχύτητας με την οποία κινούνταν το όχημα που οδηγούσε ο …, το τελευταίο όχημα επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματος του επί του οχήματος που οδηγούσε ο … και δεν αποφεύχθηκε η σύγκρουση.

Οι ενάγοντες της υπό στοιχείο Α αγωγής ήδη εκκαλούντες της υπό στοιχείο A έφεσης καθώς και η δεύτερη εναγομένη της υπό στοιχείο Β αγωγής, ασφαλιστική εταιρία, ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχείο Β έφεσης, με την υπό στοιχείο Α αγωγή τους, οι πρώτοι καθώς και με τις νομότυπες προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προς υποστήριξη της αγωγής του, οι πρώτοι εξ αυτών και προς αντίκρουση της υπό στοιχείο Β αγωγής, η δεύτερη εναγομένη της υπό στοιχείο Β αγωγής, ισχυρίζονται ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος, άλλως συνυπαίτιος κατά ποσοστό 95% στην πρόκλησης του ατυχήματος είναι ο Γ.

Μ., επαναφέρουν δε ήδη τους ως άνω ισχυρισμούς τους, με τους σχετικούς λόγους, της υπό στοιχείο Α έφεσης, οι πρώτοι και της υπό στοιχείο Β έφεσης, η δεύτερη (2η εναγομένη της υπό στοιχείο Β αγωγής). Ειδικότερα ισχυρίζονται, ότι ο Γ. Μ. εντελώς αιφνίδια και ανεξέλεγκτα, επιδίωξε ανεπίτρεπτα προσπέραση του προπορευόμενου στο δικό του ρεύμα πορείας οχήματος με αποτέλεσμα αν εισέλθει στο ρεύμα πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων της υπό στοιχείο Α αγωγής, …., να του φράζει την πορεία και να επισπεύδει με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του οχήματος του στο πλάγιο αριστερό τμήμα του οχήματος που οδηγούσε ο ….

Όπως, όμως, προαναφέρθηκε, τόσο οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων, όπως προκύπτουν από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, αλλά και από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες που ελήφθησαν από την Τροχαία … αμέσως μετά το ατύχημα, όσο και τα ίχνη τροχοπέδησης στο ρεύμα πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο…, και τα οποία αναμφισβήτητα προέρχονται από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ….

ανατρέπουν πλήρως τους ισχυρισμούς αυτούς των εκκαλούντων των υπό στοιχεία Α και Β εφέσεων, οι οποίοι είχαν, όπως προαναφέρθηκε προβάλλει τον ως άνω ισχυρισμό, οι ενάγοντες με την αγωγή τους (υπό στοιχείο Α αγωγή) και η δεύτερη εναγομένη με τις προτάσεις που νομότυπα κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προς αντίκρουση της υπό στοιχείο Β αγωγής, επαναφέρουν δε ήδη και με τις εφέσεις τους (υπό στοιχείο Α και Β), όπως, προαναφέρθηκε, τους ως άνω ισχυρισμούς του, οι οποίοι ανατρέπονται πλήρως από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία.

Ειδικότερα, όπως εμφανώς προκύπτει από τις ως άνω προσκομιζόμενες φωτογραφίες, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες δεν είναι αυτές που περιγράφονται στην αγωγή (υπό στοιχείο Α), αλλά το όχημα του … είναι αυτό που επλήγη στην πλάγια αριστερή επιφάνεια του στο εμπρόσθιο κυρίως μέρος αυτής, και δη από το εμπρόσθιο αριστερό φανάρι μέχρι την αριστερή πόρτα του οδηγού, το δε όχημα του … είναι αυτό που επλήγη στο αριστερό τμήμα της εμπρόσθιας επιφάνειας του, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας, χωρίς να προσκομιστεί καμία απόδειξη περί του αντιθέτου, επομένως, αν πράγματι ευσταθούσε ο ανωτέρω ισχυρισμός, ότι δηλαδή ο … επιχείρησε προσπέραση με αποτέλεσμα να εισέλθει εξ ολοκλήρου στο ρεύμα πορείας του ….

και να του αποκόψει την πορεία, τότε θα έπρεπε το όχημα του …. να έχει πληγεί στην εμπρόσθια επιφάνεια του και όχι στην πλάγια αριστερή. Το δε γεγονός αυτό, ότι δηλαδή το όχημα του …. επλήγη στην αριστερή πλάγια επιφάνεια του, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το όχημα του … εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας και προσέκρουσε υπό γωνία στο κανονικά αντιθέτως κινούμενο όχημα του… .

Εξάλλου, στις ίδιες ως άνω φωτογραφίες εικονίζεται εντός τους ρεύματος πορείας του …. ευθύγραμμο ίχνος τροχοπεδήσεως, που βαίνει σχεδόν παράλληλα με τη διπλή διαχωριστική γραμμή και σε μικρή απόσταση από αυτή. Το ανώτερο ίχνος, που, όπως συνομολογείται και από τους ενάγοντες της με αρ. καταθ. 1189/26-10-2012 αγωγής (βλ. 3η σελίδα της προσθήκης επί των προτάσεων τους), προέρχεται από το όχημα του … και προφανώς προηγείται χρονικά της συγκρούσεως, επίσης αποδεικνύει την αβασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού των αντιδίκων του… , διότι, αν το όχημα του τελευταίου είχε εισέλθει, μετά από προσπέραση, στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου και έλαβε χώρα η σύγκρουση, τότε η τροχοπέδηση του στο άλλο ρεύμα πορείας δεν δύναται να εξηγηθεί.

Ισχυρίζονται επίσης, οι ενάγοντες της υπό στοιχείο Α αγωγής ότι τα ίχνη τροχοπέδησης που εμφαίνονται στην φωτογραφία που λήφθηκε από την Τροχαία … και τα οποία βρίσκονται εις ολόκληρον στο ρεύμα πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο … δεν προέρχονται από το όχημα που οδηγούσε ο … αλλά από άλλο όχημα, χωρίς όμως να προσκομιστεί καμία απόδειξη περί του ισχυρισμού τους αυτού.

Είναι δε βέβαιο ότι τα εμφανέστατα ίχνη τροχοπεδήσεως που εμφαίνονται στη ληφθείσα από το Τμήμα Τροχαίας … φωτογραφία αμέσως μετά το ατύχημα, προκλήθηκαν από την τροχοπέδησης που ενήργησε ο …. ως την ενδεικνυόμενη αντίδραση του μέσου συνετού οδηγού, όταν αντιλήφθηκε ότι το όχημα που οδηγούσε ο …, είχε εισέλθει λόγω απώλειας του ελέγχου του οχήματος από τον οδηγό του (…) στο δικό του ρεύμα πορείας (του…) προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση.

Όπως δε, προκύπτει από τα ως άνω εμφαινόμενα στις φωτογραφίες, ίχνη τροχοπεδήσεως έχουν δεξιά κλίση και καταδεικνύουν τη διενέργεια δεξιού αποφευκτικού ελιγμού, ο οποίος ήταν ο ενδεικνυόμενος στην προκειμένη περίπτωση, αποφευκτικός ελιγμός για το μέσο συνετό οδηγό, αποδεικνύουν δε επίσης περίτρανα ότι ο ως άνω οδηγός, …, εκινείτο εξ ολοκλήρου στο δικό του ρεύμα πορείας.

Άλλωστε το γεγονός της τροχοπεδήσεως εκ μέρους του οδηγού …. εμμέσως ομολογούν και οι αντίδικοι του ενάγοντες της υπό στοιχείο Α αγωγής και δεύτερη εναγομένη της υπό στοιχείο Β αγωγής του ενάγοντας…, οι οποίοι τόσο ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την προσθήκη επί των προτάσεων τους (οι ενάγοντες της υπό στοιχείο Α αγωγής) στη σελίδα 3 της προσθήκης τους ομολογούν ότι ο οδηγός … ενήργησε τροχοπέδηση του οχήματος του πριν την σύγκρουση και ομολογούν επίσης ότι τα ίχνη τροχοπέδησης προέρχονται από το όχημα που οδηγούσε ο ....

Αλλά και με τις καταταθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις τους, οι ίδιοι ως άνω ενάγοντες της υπό στοιχείο Α αγωγής επίσης ομολογούν (σελίδα 50 των προτάσεων τους) ότι τα ίχνη τροχοπεδήσεως τα οποία μάλιστα τα εκτιμούν σε μήκος 55 μέτρων, δηλαδή όση είναι η απόσταση από το σημείο όπου κινούνταν αρχικά το όχημα που οδηγούσε ο ...

μέχρι το σημείο της συγκρούσεως, όπως το δέχθηκε το παρόν Δικαστήριο, όπως εμφαίνεται η απόσταση αυτή στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος. Βέβαια, οι ενάγοντες της υπό στοιχείο Α αγωγής προκειμένου να στηρίξουν τον ως άνω ισχυρισμό τους ότι το όχημα που ο ... οδηγούσε εισήλθε στο δικό τους ρεύμα πορείας και προσέκρουσε στο όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών καις το οποίο συνεπέβαιναν οι άλλοι δύο, ισχυρίζονται ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο δικό τους ρεύμα πορείας και μάλιστα ισχυρίζονται ότι το σημείο σύγκρουσης είναι το σημείο Γ, όπως αυτό εμφαίνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τροχαίου ατυχήματος, το οποίο σημείο Γ όντως βρίσκεται μέσα στο ρεύμα πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο ….

Όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει και δεν αποδείχθηκε ότι το εμφαινόμενο ως σημείο Γ στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος είναι το σημείο σύγκρουσης. Ούτε, άλλωστε στην έκθεση αυτοψίας ούτε στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα αναφέρεται ως σημείο σύγκρουσης. Ούτε άλλωστε στην έκθεση αυτοψίας ούτε στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα αναφέρεται ως σημείο σύγκρουσης το σημείο Γ.

Το μόνο που αναφέρεται ως προς το σημείο Γ στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα είναι ότι ευρέθη στο σημείο εκείνο έντονη χαραγή επί του οδοστρώματος και ότι υπάρχουν κοντά στο σημείο εκείνο και άλλες χαραγές επί του οδοστρώματος. Ισχυρίζονται δε οι ενάγοντες της υπό στοιχείο Α αγωγής τους προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι η ένδικη σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας που κινούνταν το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος από αυτούς, ότι οι χαραγές αυτές προκλήθηκαν στο οδόστρωμα, διότι εκεί ακριβώς, έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση.

Όμως, όπως αναφέρθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το σημείο Γ είναι το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, άλλωστε αν το Τμήμα Τροχαίας …. που επιλήφθηκε του ατυχήματος, θεωρούσε ότι εκείνο είναι το σημείο συγκρούσεως των οχημάτων θα το ανέφερε με σχετική παρατήρηση επί του πρόχειρου σχεδιαγράμματος με την ένδειξη ως πιθανό σημείο συγκρούσεως (ΠΣΣ), όπως κατά πάγια τακτική των υπαλλήλων της Τροχαίας που συντάσσουν τα πρόχειρα σχεδιαγράμματα και τις εκθέσεις αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος συμβαίνει.

Το Δικαστήριο δε τούτο κρίνει ότι οι χαραγές αυτές επί του οδοστρώματος και δη η έντονη χαραγή στο ρεύμα πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο ...σε απόσταση 16 μέτρων από το τελικό σημείο όπου τελικά ακινητοποιήθηκε ανατραπέν δεξιά και εκτός του οδοστρώματος το όχημα του τελευταίου, όπως εμφαίνονται (οι χαραγές) στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα προκλήθηκε όχι γιατί στο σημείο εκείνο συνέβη η ένδικη σύγκρουση, αλλά γιατί όταν μετά τη σύγκρουση, η οποία συνέβη, όπως, προαναφέρθηκε στο ρεύμα πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο ...

στο ύψος του οδοστρώματος, όπου και ακινητοποιήθηκε τελικά, λόγω της μικρής ταχύτητας με την οποία κινούνταν το όχημα του ..., αλλά προκλήθηκε για το λόγο ότι αμέσως μετά την σύγκρουση το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ...εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά, εισελθέν εκ νέου στο αρχικό ρεύμα πορείας του και αφού διήνυσε μια ανεξέλεγκτη πορεία 40 μέτρων περίπου, προφανώς, σε απόσταση 16 μέτρων περίπου πριν την τελική του θέση ανατράπηκε, λόγω της μεγάλης ταχύτητας με την οποία κινούνταν πριν την σύγκρουση και η οποία, ακόμη και εξαιτίας της συγκρούσεως, δεν ανακόπηκε και σύρθηκε συρόμενο επί του οδοστρώματος σε απόσταση 16 μέτρων πριν ακινητοποιηθεί τελικά ανατραπέν δεξιά και εκτός του οδοστρώματος και εκ του λόγου τούτου προέκυψαν ίχνη έντονης χαραγής, όπως αυτά αναφέρονται στο σημείο Γ στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα οι οποίες προκλήθηκαν από τα μεταλλικά μέρη του οχήματος το οποίο είχε ανατραπεί και σύρθηκε επί του οδοστρώματος και όχι γιατί στο σημείο εκείνο έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες της υπό στοιχείο Α αγωγής, απορριπτομένου του ισχυρισμού τους αυτού ως αβάσιμου κατ'ουσίαν.

Άλλωστε, αυτοί, όπως προαναφέρθηκε, σε διάφορα σημεία των προτάσεων της έφεσης τους (υπό στοιχείο Α) αλλά και στην προσθήκη των προτάσεων αυτών, εμμέσως ομολογούν ότι τα εμφαινόμενα στην φωτογραφία της Τροχαίας ίχνη τροχοπεδήσεως, που βρίσκονται στο ρεύμα πορείας του ..., προέρχονται από την τροχοπέδηση του οχήματος που οδηγούσε ο ... (σελ.40 των προτάσεων τους), όπου αναφέρουν ότι τα ίχνη καθώς και στη σελίδα 4 της προσθήκης επί των προτάσεων, όσον επίσης ομολογούν ότι τα ίχνη τροχοπεδήσεως, που εμφαίνονται στις φωτογραφίες προκλήθηκαν από την τροχοπέδηση που ενήργησε ο ..., εδώ όμως αντιφάσκουν σε σχέση με όσα αναφέρουν στη σελίδα 40 των προτάσεων τους και αναφέρουν ότι τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του ...

είναι 15 μέτρων και όχι 55 μέτρων. Και στις δύο όμως περιπτώσεις εμμέσως, αν όχι ρητά, ομολογούν και αποδέχονται ότι τα ίχνη τροχοπέδησης, όπως αυτά, εμφανώς, φαίνονται στις φωτογραφίες που ελήφθησαν από την Τροχαία, αμέσως μετά το ατύχημα και τα οποία βρίσκονται εξ ολοκλήρου στο ρεύμα πορείας του ... και αποδεικνύεται κατ'αυτόν τον τρόπο η αβασιμότητας του ανωτέρω ισχυρισμού των εναγόντων της υπό στοιχείο Α αγωγής, ότι η ένδικη σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών, διότι αν το όχημα που οδηγούσε ο ..., είχε εισέλθει, μετά από προσπέραση στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου και έλαβε χώρα η σύγκρουση, όπως ισχυρίζονται αυτοί, τότε η τροχοπέδηση του στο άλλο ρεύμα πορείας δεν δύναται να εξηγηθεί.

Επίσης, οι ως άνω ενάγοντες, αν και όπως προαναφέρθηκε, ισχυρίζονται ότι το σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων είναι το εμφαινόμενο ως σημείο Γ στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τροχαίου ατυχήματος και εντός του ρεύματος πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών εν τούτοις, στα ως άνω αναφερόμενα σημεία των προτάσεων τους (σελ.40) αλλά και στην τέταρτη σελίδα της προσθήκης επί των προτάσεων τους, εμμέσως ομολογούν ότι το σημείο της σύγκρουσης είναι αυτό που δέχεται το Δικαστήριο, διότι αφ'ενός στη σελίδα 40 των προτάσεων τους, αναφέρουν για διενέργεια τροχοπέδησης μήκους 55 μέτρων από το αυτοκίνητο του ..., στην άλλη δε περίπτωση (σελίδα 4 της προσθήκης) αναφέρουν και αποδέχονται ότι το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 5 μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως όπως δέχεται και το παρόν Δικαστήριο, συνεπώς όλως αντιφατικώς, αφενός θεωρούν ως σημείο σύγκρουσης των οχημάτων το σημείο Γ του πρόχειρου σχεδιαγράμματος, αφετέρου δε στη συνέχεια ομολογούν ότι το όχημα του ...

τροχοπέδης, άλλοτε ισχυρίζονται σε απόσταση 55 μέτρων, άλλοτε ισχυρίζονται σε απόσταση 15 μέτρων πριν την σύγκρουση, αποδέχονται όμως ρητά με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς τους ως σημείο συγκρούσεως αυτά που δέχεται και το Δικαστήριο αυτό, εξάλλου και από τα ευρήματα που απεικονίζονται στις ληφθείσες από την Τροχαία φωτογραφίες, όπως είναι υγρά, λάδια εκ της συγκρούσεως τα οποία ευρίσκονται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο ρεύμα πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο ..., συνεπικουρείται η κρίση του Δικαστηρίου τούτου ότι η ένδικη σύγκρουση, έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας του οχήματος του ....

Οι ενάγοντες της υπό στοιχείο Α αγωγής, όπως προαναφέρθηκε, ισχυρίζονται προς επίρρωση του ισχυρισμού τους ότι ο Γ. Μ., εξετράπη της πορείας του και εισήλθε στο ρεύμα πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών …, ότι ο ..., αιφνίδια και ανεξέλεγκτα, επιδίωξε προσπέραση του προπορευόμενου στο δικό του (του ...) οχήματος, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο ρεύμα πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών, …, επικαλούνται δε προς απόδειξη του ισχυρισμού τους αυτού, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος τους, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου …., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης, ο οποίος κατέθεσε ότι δεν ήταν παρών στο ατύχημα, μετέφερε δε όσα του ανέφεραν περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος οι ενάγοντες της υπό στοιχείο Α αγωγής, οδηγός και συνεπιβαίνοντες στο όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών κατέθεσε δε ότι τον πληροφόρησαν ότι ο ...

εξετράπη με το οδηγούμενο από αυτόν όχημα από το δικό του ρεύμα πορείας, στην προσπάθεια του να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα του. Ούτε όμως αυτοί οι ισχυρισμοί τους αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο, το Δικαστήριο δε πέραν του ότι δεν κρίνει πειστική της ως άνω ένορκη κατάθεση του μη αυτόπτη μάρτυρα του ατυχήματος, πέραν δε τούτου δεν πείθεται επίσης σχετικά με το προαναφερόμενο γεγονός της προσπέρασης από τον οδηγό ...

προπορευόμενου οχήματος του, από την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα διότι, από την κατάθεση του ως άνω μάρτυρος διότι, όπως ο ίδιος κατέθεσε, μετέφερε στο Δικαστήριο, όσα πληροφορήθηκε από τους ως άνω ενάγοντες της υπό στοιχείο Α αγωγής, επιβαίνοντες στο όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών, και από τον οδηγό, πρώτο ενάγοντα, πλην όμως, από μια απλή επισκόπηση των από 1-3-2011 ένορκων προανακριτικών καταθέσεων που λήφθηκαν από αυτούς, αμέσως μετά το ατύχημα ενώπιον του Υ/Α Κ.

Κ. του Στ Τροχαίας …, προκύπτει ότι ουδείς εξ αυτών κατέθεσε περί προσπέρασης από τον ... με το οδηγούμενο από αυτόν όχημα, προπορευόμενου οχήματος, έτσι ώστε να εισέλθει στο δικό τους (των εναγόντων) ρεύμα πορείας, απλά καταθέτουν - ομολογουμένως με πανομοιότυπο τρόπο όλοι εξ αυτών - ότι ο ... εισήλθε στο δικό τους ρεύμα πορείας, συνεπώς, όψιμος και μη πειστικός είναι ο ως άνω ισχυρισμός τους ότι εισήλθε ο ...

στο δικό τους ρεύμα πορείας στην προσπάθεια του να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα του, συνεπώς, εξ όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων και εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου ενάγοντος της υπό στοιχείο Α αγωγής, …., ο οποίος δεν επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια, την οποία όφειλε και μπορούσε υπό τις περιστάσεις να επιδείξει, όπως θα έπραττε ο μέσος συνετός οδηγός, που θα βρισκόταν κάτω από παρόμοιες συνθήκες.

Ειδικότερα η αμέλεια του συνίσταται στο ότι οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του δεν είχε τον έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δε ρύθμισε την ταχύτητα του ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μέσα στο ορατό μπροστά του τμήμα της οδού και πριν από οποιοδήποτε εμπόδιο που θα μπορούσε να προβλεφθεί (άρθρ. 12 παρ.1, άρθρ.19 παρ.1,20 Κ.Ο.Κ), με αποτέλεσμα, εξερχόμενος από την εν λόγω αριστερόστροφη ως προς την πορεία του καμπύλη, να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος του και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας (άρθρ. 5 του Κ.Ο.Κ.).

Η εν λόγω δες αμελής συμπεριφορά του βρίσκεται σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα. Αντιθέτως, ο Γ. Μ., πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχείο Α αγωγής και ενάγων της υπό στοιχείο Β αγωγής, έβαινε κανονικά στο ρεύμα πορείας του και από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός ενήργησε προσπέραση άλλου οχήματος ή ότι έβαινε με ταχύτητα -^1 μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη ή από την εκ των περιστάσεων επιβαλλόμενη ή ότι η δική του εν γένει οδική συμπεριφορά συνετέλεσε με οποιοδήποτε τρόπο στην επέλευση του ατυχήματος.

Εξάλλου, μόνο το γεγονός ότι αυτός δεν ήταν εφοδιασμένος με την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδηγήσεως δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ατυχήματος και δεν δύναται αν θεμελιώσει υπαιτιότητα του (βλ. ΑΠ860/2013 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δεδομένου ότι ο ως άνω οδηγός Γ. Μ. εκινείτο κανονικά στο δικό του ρεύμα πορείας, με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα και σε κάθε περίπτωση όχι μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη, οδηγώντας με σύνεση και προσοχή και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, είχε επίσης τον έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους ισχυρισμούς και προέβη στον αναγκαίο αποφευκτικό έλεγχο κατά τα ανωτέρω, ήτοι τροχοπέδηση του οχήματος του με αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, πλην όμως λόγω της ανεξέλεγκτης εισόδου του ενάγοντος της υπό στοιχείο A αγωγής, με το οδηγούμενο από εκείνον όχημα, στο δικό του (του ...) ρεύμα πορείας δεν κατέστη δυνατόν να αποφευχθεί η ένδικη σύγκρουση".

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκινείτο κανονικά και με κανονική ταχύτητα στο ρεύμα πορείας του, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι έχοντας αναπτύξει ταχύτητα επιχείρησε υπέρβαση προπορευομένου οχήματος, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα (όπου εκινείτο κανονικά το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων) πράγμα που αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία του ατυχήματος, όπως εμφαίνεται και από τα συγκρουσθέντα μέρη των οχημάτων, και ότι το Εφετείο δίνοντας άλλη ερμηνεία στα ανωτέρω παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ.

β' και 914 ΑΚ και εκείνες των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ. 1,3,7,20, 17 παρ. 1, 3γ, 4,5,16, 18 του Κ.Ο.Κ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με την επίφαση παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου και διδαγμάτων κοινής πείρας, πλήττεται στην πραγματικότητα η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και της ουσίας της υπόθεσης, αφού στον κρινόμενο λόγο αναίρεσης αναφέρεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί άλλα από εκείνα που εσφαλμένα δέχθηκε ως προς τη βάση της ένδικης αγωγής.

Περαιτέρω έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία, τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας …. Ι.Χ.Ε αυτ/του για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του ασφαλισμένου στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με αριθμό κυκλοφορίας ….

Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου. Πιο συγκεκριμένα διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, τα οποία επέδειξε ο αναιρεσείων ανωτέρω οδηγός, τα οποία βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και δη ότι ο αναιρεσείων οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε αυτ/του έχοντας αναπτύξει ταχύτητα η οποία οπωσδήποτε υπερέβαινε όχι μόνο την ανώτατη επιτρεπόμενη των 90 χιλιομέτρων την ώρα αλλά και την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ενόψει της υπάρχουσας στη πορεία του αριστερόστροφης καμπύλης δεν ρύθμισε αυτήν εγκαίρως κατά τρόπο ώστε να ασκεί επί του οχήματος του τον επιβαλλόμενο έλεγχο, και έτσι κινούμενος κατά την έξοδο του από την στροφή απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, παρεξέκλινε της πορείας του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, όπου συγκρούσθηκε με το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ι.Χ.Ε αυτ/το.

Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του ασφαλισμένου στην δεύτερη αναιρεσίβλητη Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου για την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης διέλαβε επιπλέον, ότι αυτός έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, εκινείτο με μειωμένη ταχύτητα καθόλα κανονικώς εντός του ρεύματος της πορείας του.

Περαιτέρω σε ενίσχυση της κρίσης του Εφετείου, ότι η σύγκρουση συνέβη εντός του ρεύματος πορείας, στην οποία εκινείτο το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο ΙΧΕ αυτοκίνητο, διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη ειδική μνεία των (με δεξιά κλίση) ίχνων τροχοπέδησης στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας του, όπως εμφαίνονται σε φωτογραφία, καθώς και των ειδικότερων συγκρουσθέντων μερών των δύο οχημάτων, όπως επίσης εμφαίνονται σε φωτογραφίες.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, (αμφισβητώντας το σημείο σύγκρουσης και τα σημεία επαφής των συγκρουσθέντων οχημάτων), το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό τους, περί του ότι το αυτοκίνητο του αναιρεσίβλητου ενήργησε υπέρβαση προπορευόμενου οχήματος εισερχόμενο στο αντίθετο ρεύμα, θεωρώντας ότι ο ισχυρισμός τους αυτός δεν ενισχύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο.

Η ως άνω επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστά τέτοια, συνέχεται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με την οποία υπό την επίκληση της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου.

Κατά συνέπεια, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά το δεύτερο σκέλος του ο πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Επειδή από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

του Κ.Πολ.Δικ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κ.λπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από την συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης της τροχαίας και του συνοδεύοντος αυτήν σχεδιαγράμματος, όπως και των φωτογραφιών, που είχαν προσκομισθεί αναφορικά με τα ίχνη τροχοπέδησης και τα συγκρουσθέντα μέρη των οχημάτων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου τους, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο στην κρίση του για την αμελή συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος δεν κατέληξε στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε καθένα χωριστά από τα επίμαχα έγγραφα, αλλά μετά από συνεκτίμησή τους τόσον αυτών μεταξύ τους, όσον και άλλων της ίδιας αποδεικτικής ισχύος και αξιολογήσεως αποδεικτικών μέσων.

Πλέον του ότι ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Τέλος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Α.Π.

Ολομ. 14/2004, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 989/2018, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 358/2017).

Έτσι δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, η λήψη ή μη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμό 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 2019/2007 1276/2011, 237/2019).Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον ίδιο ως άνω λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 8 περ.

α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη του την κατά τη κρίση του διαλαμβανόμενη στις προτάσεις τους ομολογία τους, αναφορικά με την ύπαρξη ιχνών τροχοπέδησης του οχήματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου στο ρεύμα πορείας του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποτελεί πράγμα η μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου, όπως η ομολογία.

Μετά απ' αυτά και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των δεύτερης των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.10.2019 (αριθ. εκθ. καταθ. 43/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθμ 269/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που κατατέθηκε για την ως άνω αίτηση αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ