Legislator Case Law & Legislation
1427/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for correction of judgment due to lack of substantive grounds and procedural limits.

Case Number 1427/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the applicants' request to correct and interpret its previous decision of 1162/2017. The court found that the applicants' arguments were substantively unfounded because the lower court had already clearly established liability allocation and insurance coverage rights in prior final judgments. Consequently, the court ruled that the request effectively sought a re-examination of appeal grounds, which falls outside the scope of the correction procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 315-320 of the Code of Civil Procedure; Correction is permitted only for clerical or arithmetic errors, not for re-examining substantive appeal grounds or re-evaluating evidence already fully assessed by the court.

Keywords

AI generated
correction of judgment interpretation of decision substantive unfounded procedural limits re-examination of appeal insurance liability civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 315 to 320 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 318 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1162/2017
Case 45/2016
Case 1467/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1427 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1427/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αιτούντων - καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) Μ. Σ. του Σ., κατοίκου ... και 2) Α. Λ. συζ. Κ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ά. Μ..

Της καθ' ης η αίτηση - καθ' ης η κλήση - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Λαγού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία, στην ως άνω από 3-5-2018 δήλωση, καθώς και στις από 12-4-2018 κατατεθείσες προτάσεις της, δήλωσε την ως άνω τροποποίηση -μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2012 αγωγή - αναγωγή του Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Αλληλασφαλιστικός Συνεταιρισμός Ιδιοκτητών Λεωφορείων Πούλμαν Η Γενική Πανελλαδική Συν. Π.Ε.", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη και με την από 18-7-2013 αγωγή - αναγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επί των οποίων εκδόθηκαν οι 942/2013 και 3253/2014, αντίστοιχα, οριστικές αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου. Ακολούθως και μετά από εφέσεις των διαδίκων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 45/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 19-2-2016 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1162/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την ως άνω αίτηση αναίρεσης, καθώς και το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Τη διόρθωση της ανωτέρω 1162/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου ζητούν οι αιτούντες-καλούντες-αναιρεσείοντες με την από 5-12-2017 αίτηση - κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αιτούντων-καλούντων-αναιρεσειόντων ζήτησε τη διόρθωση της απόφασης, σύμφωνα με την από 5-12-2017 αίτηση - κλήση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο ΚΠολΔ στις διατάξεις των άρθρων 315 έως 320, που σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ρυθμίζει τη διαδικασία της διόρθωσης και ερμηνείας των δικαστικών αποφάσεων. Ειδικότερα, το άρθρο 315 ΚΠολΔικ ορίζει ότι, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο, που την έχει εκδώσει, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.

Διόρθωση, όμως δεν επιτρέπεται, όταν τα σφάλματα που αποδίδονται στην απόφαση αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης νόμου ή στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή η διόρθωση δεν μπορεί να σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλλει ή ανακαλεί το περιεχόμενό της και έτσι να οδηγεί άμεσα ή έμμεσα σε επανεκτίμηση των αποδείξεων ή επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης.

Συνακόλουθα τούτων, με τη διαδικασία της διόρθωσης της απόφασης, κατ' άρθρ. 315 επ. ΚΠολΔικ, σκοπείται η αποσαφήνιση της διατύπωσής της και η αποτύπωση του αληθούς περιεχομένου της, χωρίς να αλλοιώνεται η έννοιά της, ούτε να προσβάλλεται το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτήν, ενώ αντικείμενό της δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων και που αίρονται μόνο με την οδό των ενδίκων μέσων, αλλά ακούσιες πλημμέλειες, που παρεισφρύουν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης.

Εξάλλου, αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης διόρθωσης δικαστήριο είναι το δικαστήριο, που εξέδωσε τη διορθωτέα απόφαση (άρθρο 317 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το οποίο μάλιστα παραμένει αρμόδιο ακόμα και αν στο μεταξύ η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου λόγω άσκησης ενδίκου μέσου, αρκεί να μην έχει εξαφανισθεί η διορθωτέα απόφαση (ΑΠ 548/2017).

Επίσης, στο άρθρο 316 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση, έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της αποφάσεώς του περιορίζεται στην επεξήγηση της αληθούς έννοιας, δηλαδή, στον καθορισμό των αόριστων και στην αποσαφήνιση των ασαφών σημείων του διατακτικού της ή και των αιτιολογιών της, όταν οι τελευταίες επέχουν θέση διατακτικού, χωρίς όμως να αλλάξει το διατακτικό της απόφασής του.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η απόφαση, της οποίας ζητείται η ερμηνεία, είναι σαφής, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 1124/2002). Εξάλλου το δικαστήριο θα χωρήσει στην ερμηνεία "κατά τους κοινούς κανόνες" και "με βάση το σύνολο της απόφασης και των στοιχείων εν γένει της δίκης", θα λάβει δηλαδή υπόψη, εφόσον είναι αναγκαίο και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ερμηνευόμενη απόφαση, όπως αγωγή, προτάσεις, προδικαστικές αποφάσεις και λοιπά δικόγραφα της δίκης εκείνης.

Σκοπός της ερμηνείας είναι η ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των δικασάντων, με βάση την ατελή ή ασαφή διατύπωσή της στην απόφαση. Δεν ερευνάται δηλαδή, πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί το δικαστήριο, κατά τη δίκη εκείνη, αλλά πώς πράγματι απεφάνθη. Νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της απόφασης δεν είναι δυνατόν να καλυφθούν με τη μέθοδο της ερμηνείας.

Απαγορεύεται συνεπώς κατά την ερμηνεία η επανεκτίμηση των αποδείξεων, που είχαν διεξαχθεί τότε (ΑΠ 1735/2014, ΑΠ 1235/2014). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται επομένως, ότι διόρθωση και ερμηνεία χωρεί μόνον, όταν προφανώς συνάγεται, ότι το δικαστήριο, άλλο θέλησε να εκφράσει στην απόφασή του και άλλο εξέφρασε, με την αποδοχή δε της αίτησης διόρθωσης και ερμηνείας αποκαθίσταται η διάσταση, ώστε να αποδοθεί στο κείμενο της αποφάσεως το ηθελημένο περιεχόμενό της (ΑΠ 1679/2009, πρβλ.

επίσης ΑΠ 359/2017). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 318 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι "...η συζήτηση στο ακροατήριο γίνεται κατά τη διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η απόφαση που διορθώνεται ή ερμηνεύεται...".

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 5-12-2017 αίτηση οι αιτούντες (αναιρεσείοντες) ζητούν τη διόρθωση και ερμηνεία της υπ' αριθμ. 1162/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε επί της από 19-2-2016 (αρ. κατ. 69/2016) αίτησης αυτών για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 45/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), επικαλούμενοι ότι η προς διόρθωση απόφαση περιέχει ασαφή και αμφίβολα σημεία και ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ εκείνων που θέλησε, προς εκείνο που διατυπώθηκε στο σκεπτικό και στο διατακτικό της και ότι γι' αυτό το Δικαστήριο τούτο πρέπει να τη διορθώσει και ερμηνεύσει με νέα απόφασή του.

Η αίτηση ασκείται παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προς διόρθωση και ερμηνεία απόφαση, κατ' άρθρ. 317 παρ. 2 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν αιτημάτων αυτής (άρθρα 315-316 ΚΠολΔ), κατά την ίδια επίσης διαδικασία, που εκδόθηκε η προς διόρθωση απόφαση (άρθρο 318 παρ. 1 σε συνδ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, από την προς διόρθωση και ερμηνεία υπ' αριθμ. 1162/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και από όλα τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται, κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Σε τροχαίο δυστύχημα που συνέβη στις 23-3-2008 στη Λεωφόρο Μαραθώνος, το με ...

ΔΧ λεωφορείο, που οδηγούσε ο Σ. Κ., κυριότητας της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", του οποίου την αστική ευθύνη κάλυπτε ο ασφαλιστικός συνεταιρισμός με την επωνυμία "... ΣΥΝ.ΠΕ" και χάριν συντόμευσης "Συνεταιρισμός" που, σημειωτέον, δεν ήταν διάδικοι στην αναιρετική δίκη, συγκρούστηκε με τη με αρ. κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτοσυκλέτα, κυβισμού 125 cc, κυριότητας της 2ης αιτούσας - 2ης αναιρεσείουσας, την οποία οδηγούσε ο 1ος αιτών - 1ος αναιρεσείων, κατέχοντας άδεια ικανότητας οδήγησης μοτοποδηλάτου κυβισμού 50 cc, με συνεπιβάτη αυτής τον Ε. Μ., υιό της 2ης αιτούσας, ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα. Η οικογένεια του θύματος (γονείς, αδελφός, ανιόντες από πατρική και μητρική γραμμή, αλλά και άλλοι ενάγοντες και συνολικά 25 αρχικοί ενάγοντες), άσκησαν κατά του οδηγού, κυρίου και ασφαλιστή του ζημιογόνου πούλμαν (δηλαδή όχι και κατά του οδηγού της μοτοσυκλέτας) την από 12-3-2010 (αρ.

κατ. 2067/2010) αγωγή, με την οποία αξίωναν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 2837/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε, ότι η σύγκρουση προκλήθηκε από τη συντρέχουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των εμπλακέντων στο τροχαίο δυστύχημα οχημάτων και ειδικότερα, ότι ο οδηγός του πούλμαν παρενεβλήθη στην πορεία της μοτοσυκλέτας επιχειρώντας να εκτελέσει δεξιό ελιγμό, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ και ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας και ήδη 1ος αιτών δεν οδηγούσε συνετά και είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα άνω των 50 χλμ/ώρα, που ήταν το όριο της περιοχής, χωρίς συγχρόνως να κατέχει την άδεια ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος, που οδηγούσε, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 26 παρ. 1 και 94 του ΚΟΚ.

Η απόφαση αυτή επί της κύριας αγωγής της οικογένειας δεν καθόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων οδηγών και κατά το μέρος, που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στην οικογένεια και ειδικότερα, στους γονείς και στον αδελφό του θύματος το ποσό των 100.000 ευρώ σε καθένα τούτων και συνολικά 300.000 ευρώ και σε κάθε ανιόντα από πατρική και μητρική γραμμή (παππούδες-γιαγιάδες) το ποσό των 40.000 ευρώ και συνολικά 160.000 ευρώ.

Δηλαδή, συνολικά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 460.000 ευρώ, από το οποίο ποσό 130.000 ευρώ κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστό. Επίσης το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υποχρέωσε τους εναγομένους (πλευρά του πούλμαν) ως σε ολόκληρο ενεχομένους, να καταβάλουν στην οικογένεια τα ανωτέρω ποσά, ενώ στη σελίδα 9 της απόφασής του, που παραδεκτά επισκοπείται, απαντώντας στον ισχυρισμό των εναγομένων για την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας και ήδη 1ου αιτούντα, δέχεται κατ' ακριβή αντιγραφή τα εξής: "...αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι υπάρχει εις ολόκληρο ευθύνη των πλειόνων υποχρέων και ο παθών δικαιούται να απαιτήσει ολόκληρη τη ζημία του από καθένα εξ αυτών, ο οποίος δεν μπορεί να επικαλεστεί έναντι του παθόντος το πταίσμα του τρίτου ως λόγο μείωσης της αποζημίωσης, το δε ποσοστό συνυπαιτιότητας θα κριθεί στη μεταξύ αυτών δίκη περί αναγωγής...", παραθέτοντας σχετική νομολογία της ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου για το νομικό αυτό ζήτημα.

Εξάλλου και ο 1ος αιτών - οδηγός της μοτοσυκλέτας, που επίσης είχε τραυματιστεί, άσκησε σε βάρος των υποχρέων έναντι αυτού (πλευρά του πούλμαν) την από 30-12-2008 (αρ. κατ. 43/2009) αγωγή, με την οποία ζητούσε επίσης αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας του τραυματισμού του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 753/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επίσης έκρινε συνυπαίτιο τον 1ο αιτούντα, καθορίζοντας το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του σε 30% (βλ. 3° φύλλο της απόφασης αυτής) και στη συνέχεια επιδίκασε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 21.225 ευρώ.

Περαιτέρω, η οικογένεια του θύματος κατά της ως άνω 2837/2010 πρωτόδικης απόφασης άσκησε την από 21-12-2010 (αρ. κατ. 10488/2010) έφεση και ο 1ος αιτών κατά της υπ' αρ. 753/2010 πρωτόδικης απόφασης την από 23-3-2010 (αρ. κατ. 2707/2010) έφεση, οι οποίες συνεκδικάστηκαν (μαζί με άλλες εφέσεις των υποχρέων της πλευράς του πούλμαν που δεν αφορούν την παρούσα δίκη), ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και εκδόθηκε η υπ' αρ. 4637/2011 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επίσης έκρινε συνυπαίτιους και σε ολόκληρο υπεύθυνους έναντι των παθόντων αμφότερους τους οδηγούς και καθόρισε το ίδιο ποσοστό συνυπαιτιότητας για τον 1ο αιτούντα -οδηγό της μοτοσυκλέτας (30%).

Ειδικότερα, επί της ουσίας απέρριψε τις εφέσεις και επικύρωσε τις ανωτέρω πρωτόδικες αποφάσεις (2837/2010 και 753/2010). Ακολούθως, ο Ασφαλιστής - Συνεταιρισμός του ζημιογόνου πούλμαν κατέβαλε στην οικογένεια του θύματος το συνολικό ποσό των 521.450,28 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, εκ των οποίων το κεφάλαιο ανερχόταν σε 466.899 ευρώ (χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και έξοδα κηδείας) και ειδικότερα, στις 21-9-2010 το ποσό των 130.000 ευρώ, (που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστό) με τέσσερις τραπεζικές επιταγές και το υπόλοιπο ποσό επίσης με τραπεζικές επιταγές (βλ.

ειδική αναλυτική παράθεση αυτών στη σελίδα 11α της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθμ. 45/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που επίσης επιτρεπτά επισκοπείται ως διαδικαστικό έγγραφο, κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ). Στη συνέχεια μεταξύ των δύο ασφαλιστών των ζημιογόνων οχημάτων συμφωνήθηκε εξώδικος συμβιβασμός, στα πλαίσια του οποίου η ήδη καθής η αίτηση διόρθωσης - αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία της μοτοσυκλέτας κατέβαλε, στις 10-4-2012, στον Συνεταιρισμό το ποσό των 130.000 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, έναντι αυτού, της υποχρέωσής της ως καλύπτουσα ασφαλιστικά τη ζημιογόνο μοτοσυκλέτα (βλ.

σελ. 3β της υπ' αριθμ. 45/2016 αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης). Στο μεταξύ διάστημα και πριν να καταρτισθεί ο ως άνω εξώδικος συμβιβασμός μεταξύ των ασφαλιστών των ζημιογόνων οχημάτων, οι ως άνω ασφαλιστές είχαν ασκήσει αναγωγές και ειδικότερα, ο Συνεταιρισμός άσκησε την από 2-1-2012 (αρ. κατ. 713/2012) αναγωγή και χάριν συντόμευσης Α' αναγωγή, την οποία απηύθυνε κατά των υποχρέων της μοτοσυκλέτας, δηλαδή κατά του οδηγού της, κατά της ιδιοκτήτριας αυτής (ήδη αιτούντες), αλλά και κατά της ασφαλιστικής της εταιρείας και ήδη καθής η αίτηση διόρθωσης και επικαλούμενος (ο Συνεταιρισμός), ότι είχε καταβάλει στην οικογένεια του θύματος το συνολικό ποσό των 521.450,28 ευρώ, ζητούσε από αυτούς, ως σε ολόκληρο ενεχομένους, κατά ποσοστό 30%, να του καταβάλουν το ποσό των 156.435,08 ευρώ (521.450,28 χ 30%).

Επειδή δε στο μεταξύ επακολούθησε ο ανωτέρω εξώδικος συμβιβασμός παραιτήθηκε από το δικόγραφο της Α' αναγωγής ως προς την τότε 3η εξ αναγωγής εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία της μοτοσυκλέτας και ήδη καθής η αίτηση διόρθωσης, ενώ ως προς τους 1ο και 2η εξ αναγωγής εναγομένους και ήδη αιτούντες, παραιτήθηκε κατά το πέραν των 26.435,08 ευρώ (δηλαδή 156.435,08 ευρώ, που αξίωνε με την Α' αναγωγή - 130.000 ευρώ που είχε εισπράξει από την ασφαλιστική εταιρεία της μοτοσυκλέτας, στα πλαίσια του μεταξύ τους εξώδικου συμβιβασμού).

Επί της Α' αναγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 942/ 2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε, ότι η Α' αναγωγή δεν θεωρείται ασκηθείσα ως προς την 3η εξ αναγωγής εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και υποχρέωσε τους 1ο και 2η εξ αναγωγής εναγομένους (ήδη αιτούντες) να καταβάλουν σε ολόκληρο καθένας στον εξ αναγωγής Α' ενάγοντα Συνεταιρισμό το ποσό των 26.435,08 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής οι ηττηθέντες και ήδη αιτούντες άσκησαν την από 23-11-2013 (αρ. κατ. 7035/2013) έφεση, στην οποία υποστήριζαν ότι, όσα ποσά κατέβαλε ο Συνεταιρισμός στην οικογένεια (521.450,28 ευρώ) αφορούσαν το 70% της συνυπαιτιότητας του ασφαλισμένου από αυτόν, οδηγού του πούλμαν και ότι συνεπώς ο Συνεταιρισμός δεν δικαιούται με την Α' αναγωγή του να ζητά από αυτούς το 30%, διότι ό,τι κατέβαλε ο Συνεταιρισμός αφορούσε το δικό του χρέος (δηλ.

το 70%) και όχι το 100% της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που είχε επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος.

Εξάλλου, η ήδη καθής η αίτηση ασφαλιστική εταιρεία της μοτοσυκλέτας, μετά την άσκηση της Α' αναγωγής εναντίον της, άσκησε κατά των ήδη αιτούντων (οδηγού και κυρίας της μοτοσυκλέτας), με τους οποίους ήταν συνεναγόμενη στην Α' αναγωγή, την από 18-7-2013 (αρ. κατ. 4369/2013) αναγωγή και χάριν συντόμευσης Β' αναγωγή. Στην Β' αναγωγή η Β' εξ αναγωγής ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία ιστορούσε, ότι κάλυπτε τη μοτοσυκλέτα με ασφαλιστήριο συμβόλαιο, στο οποίο είχε ενσωματωθεί όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εάν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας προκαλέσει ατύχημα, χωρίς να κατέχει άδεια ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος, που οδηγεί (βλ.

αναλυτικά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης εφετειακής απόφασης 45/2016, στη σελ. 3 αυτής), ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας κατείχε άδεια για 50 κυβικά και όχι για 125 κυβικά, που ήταν ο κυβισμός της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας, ότι η κυρία αυτής τον είχε προστήσει στην οδήγηση της μοτοσυκλέτας γνωρίζοντας την έλλειψη της νόμιμης άδειας οδήγησης και ότι η εξ αναγωγής Β' ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία της μοτοσυκλέτας κατέβαλε στον Συνεταιρισμό (ασφαλιστή του ζημιογόνου πούλμαν) το ποσό των 130.000 ευρώ σε πλήρη εξόφληση κάθε απαίτησης αυτού εναντίον της (μετά την άσκηση της Α' αναγωγής του εναντίον αυτής) και ζητούσε να υποχρεωθούν οι εξ αναγωγής Β' εναγόμενοι και ήδη αιτούντες (συνεναγόμενοί της στην Α' αναγωγή) να της καταβάλουν το ποσό των 130.000 ευρώ ως σε ολόκληρο συνυπόχρεοι, επειδή είχε ενεργοποιηθεί σε βάρος τους ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική της κάλυψη.

Επί της Β' αναγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3253/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που υιοθετώντας την άποψη των ήδη αιτούντων - αναιρεσειόντων, απέρριψε την Β' αναγωγή, κρίνοντας ότι το ποσό των 130.000 ευρώ αφορούσε το 30% από το 70% του καταβληθέντος στην οικογένεια ποσού, που βάρυνε τον Συνεταιρισμό (όχι δηλαδή το 30% του 100%) και ότι το ποσό των 130.000 ευρώ δεν αφορά το ποσοστό συνυπαιτιότητας της μοτοσυκλέτας (30%), το οποίο δεν έχει ακόμη εισπραχθεί από την οικογένεια και ότι συνεπώς, η ασφαλιστική εταιρεία της μοτοσυκλέτας δεν δικαιούται να αναζητήσει από τον οδηγό και την ιδιοκτήτρια αυτής (ως εξ αναγωγής Β' εναγόμενοι, τους οποίους δεν καλύπτει κατά τα ανωτέρω ασφαλιστικά) το ανωτέρω ποσό των 130.000 ευρώ.

Ακολούθως, η ηττηθείσα Β' εξ αναγωγής ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία της μοτοσυκλέτας άσκησε κατά της ανωτέρω απόφασης την από 15-1-2015 (αρ. κατ. 302/2015) έφεσή της, στην οποία ισχυρίστηκε ότι, ό,τι είχε επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος με την τελεσίδικη υπ' αριθμ. 4637/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα το ποσό των 521.450,28 ευρώ, αφορούσε το 100% της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, μετά στάθμιση της συνυπαιτιότητας και των δύο οδηγών των εμπλακέντων στο τροχαίο δυστύχημα οχημάτων και όχι μόνον του οδηγού του πούλμαν, ότι συνεπώς, ό,τι είχε καταβάλει ο Συνεταιρισμός αφορούσε το 100% και ότι με την Α' αναγωγή του ο Συνεταιρισμός αξίωνε το 30% του 100% και συνακόλουθα, το ποσό των 130.000 ευρώ, που η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία της μοτοσυκλέτας είχε καταβάλει με εξώδικο συμβιβασμό στον Συνεταιρισμό, αποτελούσε ομοίως το 30% του 100% της αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, το οποίο συνακόλουθα νόμιμα αξίωνε αναγωγικά (άρθρα 481, 926, 927 ΑΚ) σε βάρος των συνεναγομένων της στην Α' αναγωγή, τους οποίους δεν καλύπτει ασφαλιστικά πλέον λόγω ενεργοποίησης του όρου εξαίρεσης από την ασφαλιστική της κάλυψη (άρθρο 361 ΑΚ).

Οι δύο ως άνω εφέσεις επί των δύο αναγωγών συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 45/2016 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλόμενη), η οποία δέχθηκε ότι η Α' αναγωγή που αφορούσε το ποσό των 26.435,08 ευρώ που ο Συνεταιρισμός αξίωνε από τους ήδη αιτούντες, ήταν αόριστη και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη υπ' αριθμ. 942/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την Α' αναγωγή του Συνεταιρισμού εναντίον των Α' εξ αναγωγής εναγομένων και ήδη αιτούντων.

Κατά το μέρος δε που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη η αναιρεσιβαλλόμενη ως άνω απόφαση δέχθηκε ότι στη δίκη της αναγωγής, την οποία ερευνούσε, δεν εκτείνεται το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 4637/ 2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της κύριας αγωγής της οικογένειας, όπως έχει προεκτεθεί.

Για το λόγο αυτό, αφού ανέπτυξε τα πραγματικά περιστατικά του τροχαίου δυστυχήματος, έκρινε επίσης συνυπαίτιους και τους δύο εμπλακέντες οδηγούς, κατά το ίδιο ποσοστό συνυπαιτιότητας, δηλαδή 70% ο οδηγός του πούλμαν και 30% ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, περιόρισε την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στο ποσό των 70.000 ευρώ για κάθε γονέα του θύματος, 25.000 ευρώ για τον αδελφό και 15.000 ευρώ για κάθε ανιόντα και συνολικά επιδίκασε για την αιτία αυτή στην οικογένεια του θύματος το ποσό των 225.000 ευρώ.

Επίσης, αναφορικά με την Β' αναγωγή της ήδη καθής η αίτηση ασφαλιστικής εταιρείας της μοτοσυκλέτας η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η ως άνω τελεσίδικη επί της κύριας αγωγής της οικογένειας (4637/2011) απόφαση είχε επιδικάσει το 100% της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, διότι οι συγγενείς είχαν δικαίωμα να αξιώσουν με την κύρια αγωγή τους, που απευθυνόταν κατά των υποχρέων (πλευρά) του πούλμαν, ολόκληρη τη ζημία, που υπέστησαν, από κάθε σε ολόκληρο ενεχόμενο (άρθρο 481 ΑΚ), ο οποίος, αντίστοιχα, έναντι αυτών (συγγενών) όφειλε να πληρώσει ολόκληρο το ποσό και δεν μπορούσε να επικαλεστεί ως λόγο μείωσης της αξιούμενης αποζημίωσης το πταίσμα τρίτου προσώπου, δηλαδή του οδηγού της μοτοσυκλέτας.

Επίσης η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η πλευρά της μοτοσυκλέτας βαρύνεται ως προς την ως άνω χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που αυτή επιδίκασε μέχρι το ποσό των 67.500 ευρώ, δηλαδή 225.000 χ 30% και ότι, αν και η ασφαλιστική εταιρεία της μοτοσυκλέτας είχε καταβάλει 130.000 ευρώ συμβιβαστικά στον Συνεταιρισμό, εντούτοις δικαιούται με την Β' αναγωγή, να αξιώσει από τους συνεναγομένους της στην Α' αναγωγή μόνο 67.500 ευρώ, σε ολόκληρο από καθένα τούτων, διότι ο συμβιβασμός ενεργεί υποκειμενικά μεταξύ των συμβαλλομένων σε αυτόν (και εν προκειμένω μεταξύ αυτής και του Συνεταιρισμού) και συνεπώς, το επί πλέον ποσό που αυτή είχε καταβάλει στον Συνεταιρισμό δεν μπορεί να το αναζητήσει από τους Β' εξ αναγωγής εναγομένους και ήδη αιτούντες (οδηγό και κυρία της μοτοσυκλέτας).

Ακολούθως, η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 45/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 3253/2014 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την Β' αναγωγή και, αφού δίκασε την Β' αναγωγή, δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας τους ήδη αιτούντες να καταβάλουν στην ήδη καθής ασφαλιστική εταιρεία της μοτοσυκλέτας, σε ολόκληρο καθένας, το ποσό των 67.500 ευρώ, ενώ επίσης, απέρριψε ως απαράδεκτη, διότι, όπως δέχτηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε προταθεί, όπως θα έπρεπε, με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε καταχωρήθηκε παραδεκτά στα πρακτικά, α) την ένσταση έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μη κατοχής νόμιμης άδειας οδήγησης και της πρόκλησης του τροχαίου δυστυχήματος, που είχε προταθεί μόνον με την προσθήκη των προτάσεων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από την ήδη 2η αιτούσα και β) την ένσταση έλλειψης υπαιτιότητας της 2ης αιτούσας -κυρίας της μοτοσυκλέτας αναφορικά με τη γνώση της, ότι ο οδηγός κατείχε νόμιμη άδεια, διότι, όπως αυτή υποστήριζε, ο τελευταίος αυτογνωμόνως επελήφθη της οδήγησης, διότι και η ένσταση αυτή κατά τις παραδοχές είχε υποβληθεί το πρώτον στο Εφετείο με τις κατ' έφεση προτάσεις αμφοτέρων των αιτούντων, χωρίς την επίκληση λόγου βραδείας προβολής αυτής.

Επίσης, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με επάλληλη αιτιολογία, δέχθηκε ότι οι δύο ως άνω ενστάσεις δεν αποδείχθηκαν, ούτε από την πλευρά της ουσιαστικής τους βασιμότητας.

Κατά της απόφασης αυτής (45/2016), κατά το μέρος που αφορά τη δίκη της Β' αναγωγής της ήδη καθής η αίτηση ασφαλιστικής εταιρείας της μοτοσυκλέτας και ενδιαφέρει την παρούσα δίκη διόρθωσης και ερμηνείας της υπ' αριθμ. 1162/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, οι Β' εξ αναγωγής εναγόμενοι, οδηγός και κυρία της μοτοσυκλέτας άσκησαν την από 19-2-2016 (αρ. κατ. 69/2016) αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω υπ' αριθμ. 1162/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, τη διόρθωση και ερμηνεία της οποίας ζητούν οι αιτούντες -αναιρεσείοντες και ειδικότερα, σύμφωνα με τις ακόλουθες αιτιάσεις: Α) Οι αιτούντες επικαλούνται ότι υπάρχει ασάφεια στη σελίδα 27 της προς διόρθωση απόφασης αναφορικά με την παραδοχή της περί της αοριστίας του 4ου λόγου της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, διότι, δήθεν, δεν αναφερόταν ο αριθμός της υπ' αριθμ. 19 έως 22/2010 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Χαλκίδος, με την οποία ο οδηγός του ζημιογόνου πούλμαν καταδικάστηκε σε κάθειρξη 10 ετών και 9 μηνών για το αδίκημα της έκθεσης, από την οποία επήλθε ο θάνατος του θύματος, αν και το σώμα της απόφασης αυτής είχε προσκομιστεί ενώπιον του Αρείου Πάγου και προέκυπτε ο αριθμός της.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των σελίδων 26 και 27 της προς διόρθωση απόφασης προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος ερευνώντας τον 4ο αναιρετικό λόγο και μετά από νομική ανάπτυξη της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ δέχεται τα ακόλουθα: "...Με τον 4ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11περ.

γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την απόφαση του Μικτού Ορκωτού Χαλκίδος, που καταδίκασε τον οδηγό του πούλμαν σε κάθειρξη δέκα ετών και εννέα μηνών για έκθεση, ζήτημα ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, διότι ο θάνατος επήλθε από την έκθεση (εγκατάλειψη του θύματος) και όχι από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγματικών γεγονότων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), άλλως είναι αόριστος, διότι δεν προκύπτει η ταυτότητα του εγγράφου - δικαστικής απόφασης και ειδικότερα, ο αριθμός αυτής, το όνομα του κατηγορουμένου και η ακριβής κατηγορία.

Σε κάθε περίπτωση, εάν υποτεθεί ότι η αοριστία του εγγράφου καλύπτεται από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου και ειδικότερα, από τη σελίδα 3 αυτού, αναφορικά με τον 1ο αναιρετικό λόγο, όπου αναφέρεται ο αριθμός της απόφασης του Μικτού Ορκωτού Χαλκίδος και στην περίπτωση αυτή ο 4ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτιμώντας όλο το αποδεικτικό υλικό και δη τα έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η παραπάνω απόφαση, χωρίς να έχει υποχρέωση να αναλύει και να αξιολογεί διεξοδικά κάθε επί μέρους αποδεικτικό μέσο...".

Σύμφωνα με τα παραπάνω ουδεμία ασάφεια υπάρχει, που να χρήζει ερμηνείας και διόρθωσης, διότι ο Άρειος Πάγος ανεξάρτητα από την κύρια αιτιολογία περί αοριστίας του 4ου αναιρετικού λόγου, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με επάλληλη αιτιολογία ερεύνησε και από πλευράς ουσιαστικής βασιμότητας αυτόν. Επισημαίνεται, ότι στη δίκη ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Χαλκίδος, όπως προκύπτει από την ανωτέρω ποινική απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες της ανωτέρω αιτίασης, κατηγορούμενος για το θάνατο του Ε.

Μ. ήταν μόνον ο οδηγός του πούλμαν και ότι ο ήδη 1ος αιτών, οδηγός της μοτοσυκλέτας, εξετάστηκε μόνον ως μάρτυρας κατηγορίας - παθών, χωρίς δηλαδή να παρασταθεί και ως πολιτικώς ενάγων, αν και είχε τραυματιστεί. Επίσης, στη σελίδα 11β της ανωτέρω ποινικής απόφασης αναγράφεται κατά λέξη "...η εν λόγω σύγκρουση και οι εξ αυτής προκληθείσες σωματικές βλάβες οφείλονται στην αμελή συμπεριφορά κυρίως του κατηγορουμένου...", χωρίς δηλαδή να αποκλείεται η συνυπαιτιότητα τρίτου προσώπου.

Η ανωτέρω ποινική απόφαση συνεκτιμήθηκε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα από την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 45/2016 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως δικαστικό τεκμήριο (ΑΠ 1656/2017, ΑΠ 995/ 2014, ΑΠ 325/2009), ούτε είχε υποχρέωση να την αξιολογήσει ειδικά, εφόσον ο οδηγός του πούλμαν δεν ήταν διάδικος στη δίκη των Α' και Β' αναγωγών, που ερευνούσε το Εφετείο.

Εκτός τούτου, μετά την παραδοχή, ότι συνυπαίτιοι για το θανάσιμο τραυματισμό ήταν και οι δύο οδηγοί και σε ολόκληρο ενεχόμενοι και προκειμένου να προσδιορίσει την οφειλόμενη αποζημίωση στη δίκη της Β' αναγωγής κατ' άρθρ. 926 και 927 ΑΚ, ορθά η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, ότι το δεδικασμένο της τελεσίδικης υπ' αριθμ. 4637/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της κύριας αγωγής της οικογένειας, δεν εκτείνεται και στη δίκη της αναγωγής, στην οποία το ύψος της αποζημίωσης (914-932 ΑΚ) μπορεί να είναι και διαφορετικό (ΑΠ 1229/2013, ΑΠ 1370/2005).

Επίσης, η περαιτέρω αιτίαση της ένδικης αίτησης διόρθωσης, ότι η ΑΠ 1162/2017 όφειλε να λάβει υπόψη της, ότι η ως άνω ποινική απόφαση δέχεται αποκλειστική υπαιτιότητα 100% του οδηγού του πούλμαν και όχι 70%, όπως δέχθηκαν τα πολιτικά δικαστήρια, είναι προεχόντως απαράδεκτη, διότι ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού συνυπαιτιότητας, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση (914-932 ΑΚ) αφορά εκτίμηση πραγμάτων και δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 301/2018, ΑΠ 804/2017, ΑΠ 1685/ 2017) και σε κάθε περίπτωση αφορά την επανεξέταση της υπόθεσης, που εκπίπτει των ορίων της διόρθωσης και ερμηνείας δικαστικής απόφασης.

Επομένως, κατόπιν αυτών η υπό στοιχείο Α' αιτίαση της ένδικης αίτησης διόρθωσης και ερμηνείας της ως άνω απόφασης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, άλλως ως απαράδεκτη. Β) Η 2η αιτούσα επικαλείται επίσης ότι υπάρχει ασάφεια στις σελίδες 22 και 23 της προς διόρθωση απόφασης, διότι αφήνεται η υπόνοια, ότι η 2η αιτούσα - μητέρα του θύματος, ως ιδιοκτήτρια της μοτοσυκλέτας, είχε προστήσει τον οδηγό αυτής (1ο αιτούντα) στην οδήγησή της, αν και γνώριζε, ότι αυτός δεν κατείχε νόμιμη άδεια οδήγησης και ότι δήθεν η ένσταση έλλειψης υπαιτιότητας, που αυτή είχε προτείνει, δεν αποδείχθηκε, όπως δέχτηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 45/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την οποία ο Άρειος Πάγος όφειλε να "ψέξει", όπως χαρακτηριστικά αιτιάται η 2η αιτούσα.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των σελίδων 22 και 23 της προς διόρθωση απόφασης, για τις ανάγκες της ως άνω ερευνώμενης αιτίασης της αίτησης διόρθωσης και ερμηνείας, προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος ερευνώντας τον 2ο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, μετά από νομική ανάλυση της ως άνω διάταξης, δέχεται τα εξής: "...Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η 2η αναιρεσείουσα (όπως ορθά εκτιμάται) αιτιάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, διότι χωρίς αποδείξεις δέχτηκε ότι αυτή έχει προστήσει, ως ιδιοκτήτρια της μοτοσυκλέτας τον 1ο αναιρεσίβλητο, οδηγό αυτής, στην οδήγησή της, αν και γνώριζε, ότι αυτός δεν κατείχε νόμιμη άδεια οδήγησης.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται στην παρούσα ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με νόμιμη επίκληση οι διάδικοι, σύμφωνα με τις παραδοχές του, για να καταλήξει στο πόρισμά του και δέχεται, ανελέγκτως, στη σελίδα 14α αυτού, ότι η 2η αναιρεσείουσα, ιδιοκτήτρια της μοτοσυκλέτας, γνώριζε ότι ο 1ος αναιρεσείων δεν κατείχε νόμιμη άδεια για κυβισμό 125 εκ.

και ότι η ένστασή της περί έλλειψης υπαιτιότητας αυτής, προκειμένου να μην εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη, δεν αποδείχθηκε. Επομένως ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος...". Σύμφωνα με τα παραπάνω ουδεμία ασάφεια υπάρχει, που να χρήζει διόρθωσης ή ερμηνείας, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και η παραδοχή του, ότι δεν αποδείχθηκε η ένσταση έλλειψης υπαιτιότητας, αποτελούσε εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο Άρειος Πάγος ερευνώντας, εντός των ορίων των αναιρετικών αιτιάσεων, τον 2ο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ απέρριψε αυτόν με σαφή διατύπωση, που δεν χρήζει διόρθωσης ή ερμηνείας και, συνακόλουθα, η υπό στοιχείο Β' αιτίαση της αίτησης διόρθωσης - ερμηνείας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Γ) Οι αιτούντες επικαλούνται επίσης, ότι στις σελίδες 7 και 8 της προς διόρθωση απόφασης (ΑΠ 1162/2017) υπάρχει ασάφεια, διότι η απόφαση αυτή αναφέρεται αυτολεξεί στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης υπ' αριθμ. 45/2016 του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτες α) την ένσταση έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μη κατοχής εκ μέρους του 1ου αιτούντα νόμιμης άδειας οδήγησης και της πρόκλησης του τροχαίου και β) την ένσταση έλλειψης υπαιτιότητας της 2ης αιτούσας ως κυρίας της μοτοσυκλέτας, περί του ότι ο 1ος αιτών - οδηγός αυτής δεν κατείχε την νόμιμη άδεια οδήγησης και ότι επίσης επελήφθη αυτογνωμόνως της οδήγησης αυτής χωρίς πρόστηση εκ μέρους αυτής, αν και οι ανωτέρω ενστάσεις, κατά την άποψη των ήδη αιτούντων, είχαν προταθεί παραδεκτά εκ μέρους τους.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προς διόρθωση απόφασης στις σελίδες 5 έως 10 αυτής προκύπτει ότι το Δικαστήριο τούτο ερευνώντας τον 1ο αναιρετικό λόγο, κατά το Α' σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, που αφορούσε την ένσταση έλλειψης αιτιώδους συνάφειας λόγω μη νόμιμης άδειας και μετά από σύντομη νομική ανάλυση του άρθρου 559 αρ. 8 και του άρθρου 527 ΚΠολΔ, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που είχε προταθεί και ασκούσε ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα, την ένσταση έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μη κατοχής νόμιμης άδειας οδήγησης εκ μέρους του 1ου αναιρεσείοντα, οδηγού της ζημιογόνου μοτοσικλέτας και της πρόκλησης του τροχαίου δυστυχήματος, η οποία (ένσταση) είχε προταθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε νόμιμα στο Εφετείο κατ' άρθρ. 240 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του ανωτέρω αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του περί των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, έκρινε τα εξής απαντώντας στους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων: "...Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στις 23.3.2008 ο Μ.

Σ., ηλικίας ..., κατά το χρόνο του ατυχήματος, οδηγούσε την ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα χωρίς να έχει άδεια οδήγησης για δίκυκλη μοτοσικλέτα 125 κυβ.εκ. αλλά κατείχε άδεια οδήγησης για οδήγηση δίκυκλης μοτοσικλέτας 50 κυβ.εκ., όπως προκύπτει από την με αριθμό ...07 άδεια οδήγησης. Κατά συνέπεια ενόψει του ότι η εν λόγω παράβαση του ΚΟΚ τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, συντρέχει η προαναφερθείσα περίπτωση εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης και η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία έχει αναγωγική αξίωση κατά των ως άνω εναγόμενων, όσον αφορά τις αξιώσεις των εναγόντων της κυρίας αγωγής.

Εξάλλου με την προσθήκη που κατατέθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μετά τη συζήτηση της υπό κρίση αναγωγής ισχυρίστηκε η δεύτερη εναγόμενη ότι "πρέπει να απορριφθεί η αναγωγή λόγω έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου διότι ο Μ. Σ. είχε άδεια οδήγησης για 50 κυβικά και δεν είχε άδεια οδήγησης για 125 κυβικά και ως εκ τούτου είχε την ικανότητα οδήγησης" και με τις προτάσεις που οι εναγόμενοι κατέθεσαν κατά τη συζήτηση της από 15.1.2015 και με αριθμό κατάθεσης 302/2015 έφεσης ισχυρίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι ο πρώτος εναγόμενος επελήφθη της οδήγησης της ως άνω μοτοσικλέτας κατά το χρόνο του ατυχήματος χωρίς τη σχετική γνώση ή τη συναίνεση της δεύτερης εναγόμενης και κατά συνέπεια δεν υπάρχει αναγωγική της ευθύνη.

Οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, σχετικές ενστάσεις. Έτσι, στην προκειμένη ειδική διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η εν λόγω υπόθεση, αυτές έπρεπε να προταθούν προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επιπλέον, να καταχωρηθούν στα σχετικά πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τις θεμελιώνουν.

Μάλιστα σε κάθε περίπτωση, η προφορική πρόταση των ισχυρισμών αυτών "ως γενόμενων κατά τη συζήτηση" πρέπει να προκύπτουν ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος των πρακτικών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασής τους, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (βλ.

Ολ.ΑΠ 2/2005 Ελλ.Δνη 2005.689, ΑΠ 415/2011 ΝοΒ 2011.1682, ΑΠ 190/2011 δημ. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 153/2011, Εφ.Πειρ. 31/2013 δημ. ΝΟΜΟΣ). Όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι ως άνω ενστάσεις δεν προτάθηκαν προφορικά κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενόψει του ότι δεν υπάρχει σχετική καταχώριση στα προαναφερθέντα πρακτικά, ούτε περιέχεται σχετική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις.

Επομένως, ενόψει του ότι οι σχετικές ενστάσεις αυτές δεν προτάθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά η μεν έλλειψη της αιτιώδους συνάφειας με την προσθήκη μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η δε άλλη της έλλειψης υπαιτιότητας για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς την επίκληση τυχόν λόγου που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους (οι οποίες και δεν αποδείχθηκαν), πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ερεύνησε κατ' αρχήν την ένσταση έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου που είχαν προτείνει οι αναιρεσείοντες και την απέρριψε ως απαράδεκτη, αλλά και επικουρικά ως αναπόδεικτη. Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη.

Εκτός τούτου, ορθά το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση έλλειψης αιτιώδους συνάφειας του 1ου αναιρεσείοντα, εφόσον αυτή είχε προταθεί μόνον με την από 5-12-2013 προσθήκη - αντίκρουση στις χειρόγραφες προτάσεις του. Οι περαιτέρω αιτιάσεις αυτού ότι, με τις από 7-5-2009 προτάσεις του, είχε γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο την έλλειψη νόμιμης άδειας για οδήγηση μοτοσικλέτας 125 cc και ότι κατείχε άδεια για 50 cc, προτείνονται αλυσιτελώς, διότι οι από 7-5-2009 προτάσεις δεν αφορούν την ένδικη δίκη, αλλά τη δίκη που είχε ανοίγει με την από 30-12-2008 αγωγή του 1ου αναιρεσείοντα, με την οποία αυτός αξίωνε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας του δικού του τραυματισμού.

Ομοίως αλυσιτελείς είναι και οι ισχυρισμοί του, ότι το γεγονός ότι κατείχε την ανωτέρω άδεια οδήγησης ήταν γνωστό στο δικαστήριο ουσίας με βάση την υπ' αρ. 2837/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ' αρ. 4637/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διότι οι αποφάσεις αυτές είχαν εκδοθεί επίσης με βάση την από 12-3-2010 αγωγή της οικογένειας του θύματος - επιβάτη της μοτοσικλέτας, που ο αναιρεσείων οδηγούσε, ιδιοκτησίας της 2ης αναιρεσείουσας, μητέρας του θύματος και όχι με αφορμή την ένδικη δίκη.

Σε κάθε περίπτωση όμως μετά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 6 περ. β' παρ. 1 εδ. α' του Ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά τον Ν. 3557/2007 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση λόγω του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης (18-7-2013) δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας οδήγησης και της ζημίας, που προκαλεί ο οδηγός ασφαλισμένου οχήματος και αρκεί το γεγονός και μόνο ότι αυτός δεν διαθέτει κατά το χρόνο του ατυχήματος την προβλεπόμενη από το νόμο.

και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, άδεια ικανότητας οδηγού. Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται αναγωγικά στρεφόμενος κατά του οδηγού ή του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης να απαιτήσει από αυτούς, όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον παθόντα τρίτο. Επομένως και στην περίπτωση που είχε προταθεί παραδεκτά η ένσταση περί έλλειψης αιτιώδους συνάφειας το Δικαστήριο, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, διότι για να ενεργοποιηθεί η εξαίρεση της ασφαλιστικής κάλυψης αρκούσε το γεγονός, ότι ο 1ος αναιρεσείων δεν κατείχε άδεια οδήγησης για μοτοσυκλέτα 125 κυβικών, αλλά μόνον για 50 κυβικά.

Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος κατά το Α' σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...". Επομένως, κατόπιν αυτών ουδεμία ασάφεια υπάρχει, διότι ο Άρειος Πάγος ερεύνησε τον 1ο αναιρετικό λόγο κατά το Α' σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ με κύρια και με επάλληλη αιτιολογία και τον απέρριψε κρίνοντας, ότι η σχετική αναιρετική αιτίαση (αναφορικά με την ένσταση έλλειψης αιτιώδους συνάφειας από την κατοχή μη νόμιμης άδειας οδήγησης, για την οποία αφορούσε η ερευνώμενη αναιρετική πλημμέλεια) ερευνήθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 45/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως άλλωστε και η ένσταση έλλειψης υπαιτιότητας της κυρίας της μοτοσυκλέτας, οι οποίες αμφότερες απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, αλλά και αναπόδεικτες από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΕΑ 45/2016) και ότι συνεπώς εκ του λόγου αυτού δεν ιδρύεται η ερευνώμενη αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8β' ΚΠολΔ.

Κατά συνέπεια η υπό στοιχείο Γ' αιτίαση της κρινόμενης αίτησης διόρθωσης - ερμηνείας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Δ) Οι αιτούντες επίσης επικαλούνται ότι είναι ασαφής η διατύπωση της προς διόρθωση απόφασης (ΑΠ 1162/2017) στη σελίδα 21 αυτής, ως προς την παραδοχή ότι η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που είχε καταβληθεί στην οικογένεια του θύματος από τον Ασφαλιστή του ζημιογόνου πούλμαν - Συνεταιρισμό, αποτελούσε το 100% αυτής και όχι το 70% του ποσοστού συνυπαιτιότητας του οδηγού του πούλμαν, όπως δέχεται (πάντα κατά την άποψη των αιτούντων) η τελεσίδικη υπ' αριθμ. 4637/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της κύριας αγωγής της οικογένειας και η υπ' αριθμ. 3253/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την Β' αναγωγή της ήδη καθής η αίτηση ασφαλιστικής εταιρείας της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας, τις οποίες αποφάσεις, όπως ισχυρίζονται οι ήδη αιτούντες, ο Άρειος Πάγος δεν συνεκτίμησε και για το λόγο αυτό η απόφασή του χρήζει ερμηνείας και διόρθωσης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των σελίδων 10 έως 22 της προς διόρθωση απόφασης (ΑΠ 1162/2017) προκύπτει ότι το Δικαστήριο τούτο ερευνώντας τον 1ο αναιρετικό λόγο κατά το Β' σκέλος αυτού, επίσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚπολΔ δέχεται τα ακόλουθα: "...Με το Β' σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο υποστήριζαν ότι η υπ' αρ. 4637/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της αγωγής της οικογένειας του θύματος, επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ποσοστό 70% και όχι ποσοστό 100% αυτής.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Από την εκτίμηση του μάρτυρος που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη υπ' αρ. 3253/2014 απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις προσαγόμενες φωτογραφίες των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσάγουν και επικαλούνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Την 23.3.2008 και περί ώρα 20.20 ο Μ. Σ., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, κυβισμού 125 c.c., στην οποία επέβαινε και ο Ε. Μ., κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Μαραθώνας στο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση από Αθήνα προς Παλλήνη, χωρίς να κατέχει άδεια ικανότητας οδήγησης για τη συγκεκριμένη κατηγορία οχημάτων, αλλά άδεια ικανότητας οδήγησης μοτοποδηλάτου.

Κατά τον άνω τόπο και χρόνο ο Σ. Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο, κυριότητας, νομής και κατοχής της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", το οποίο ήταν ασφαλισμένο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, στον ασφαλιστικό συνεταιρισμό με την επωνυμία "... Π.Ε", κινείτο ομοίως επί της Λεωφόρου Μαραθώνος στο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση προς Παλλήνη, μπροστά από την εν λόγω δίκυκλη μοτοσικλέτα, καταλαμβάνοντας τμήμα της αριστερής και δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της λεωφόρου Μαραθώνος.

Στο ύψος της συμβολής της λεωφόρου Μαραθώνος με την οδό Κυκλάδων, ο οδηγός του λεωφορείου προτιθέμενος να εισέλθει στην οδό Κυκλάδων, δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορεί να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο των λοιπών που χρησιμοποιούσαν την άνω οδό, ούτε έλαβε υπόψη του την θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, η οποία κινείτο πίσω του ελάχιστα μέτρα, αλλά ενήργησε αιφνίδια ελιγμό προς τα δεξιά, χωρίς να καταστήσει εγκαίρως την πρόθεσή του αυτή γνωστή με την χρησιμοποίηση του δεξιού δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης του οχήματος, που οδηγούσε, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί και να αποκόψει την πορεία της μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο Μ.

Σ.. Ο τελευταίος παρά την τροχοπέδηση που ενήργησε προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας στη δεξιά πλευρά του λεωφορείου, στο ύψος του εμπρόσθιου δεξιού τροχού. Στη συνέχεια η μοτοσικλέτα εκτράπηκε δεξιά ως προς την πορεία της και προσέκρουσε σε σιδερένιο προστατευτικό κιγκλίδωμα στη διασταύρωση της λεωφόρου Μαραθώνος με την οδό Κυκλάδων, ενώ ο Μ.

Σ. και ο Ε. Μ. έπεσαν στο οδόστρωμα, με επακόλουθο τον τραυματισμό του πρώτου και τον θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου, που υπέστη βαρύτατες κακώσεις θώρακα, κοιλίας και αριστερού μηρού εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα και των δύο οδηγών, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή την οποία θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις.

Ειδικότερα στην αμέλεια του οδηγού Στ. Κ., κατά ποσοστό 70%, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, στο ύψος δε της συμβολής της Λεωφόρου Μαραθώνος με την οδό Κυκλάδων προτιθέμενος να εισέλθει στην τελευταία δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορεί να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού λαμβάνοντας υπόψη του τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους και συγκεκριμένα της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Μ.

Σ., που κινείτο πίσω του σε ελάχιστα μέτρα, αλλά ενήργησε αιφνίδια ελιγμό προς τα δεξιά χωρίς να καταστήσει εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του αυτή με την χρησιμοποίηση του δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης με αποτέλεσμα να αποκόψει την ευθεία πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ.

και 2 και 23 παρ. 2 του ΚΟΚ, που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Στην αμέλεια του οδηγού Μ. Σ., κατά ποσοστό 30%, που συνίσταται ειδικότερα στο ότι οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή κινούμενος με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50χλμ/ώρα την οποία δεν ρύθμισε λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες της οδού, ιδιαίτερα δε ότι πλησιάζει άλλο προπορευόμενο όχημα κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο μπορεί να προβλεφθεί και βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2, 20, 26 παρ. 1 του ΚΟΚ, που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Ας σημειωθεί ότι και η υπ' αρ. 4637/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που συνεκδίκασε τις εφέσεις που ασκήθηκαν κατά της υπ' αρ. 2837/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τις εφέσεις που ασκήθηκαν κατά της υπ' αρ. 753/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οριστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν επί αγωγών αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης, οι οποίες (οριστικές αποφάσεις) δέχθηκαν ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια των ως άνω οδηγών κατά τα ως άνω ποσοστά, απέρριψε (η ως άνω 4637/2011 απόφαση) τις εφέσεις αυτές κατ' ουσία επικυρώνοντας τις ως άνω οριστικές αποφάσεις (για τις οποίες θα γίνει ιδιαίτερα αναφορά παρακάτω).

Όμως το δεδικασμένο που παράγεται στη δίκη αποζημίωσης δεν εκτείνεται και στη παρούσα δίκη της αναγωγής. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη της ταυτότητας της νομικής αιτίας και διαφοράς υποκειμένων που τελούν μεταξύ τους σε αντιδικία μεταξύ της δίκης αποζημίωσης και της δίκης αναγωγής. Εξάλλου για τη γένεση της εξ αναγωγής αξίωσης δεν απαιτείται προηγούμενη δικαστική διάγνωση, σύμφωνα με τις αναφερόμενες νομικές σκέψεις στην αρχή της παρούσας, το δε ποσοστό συνυπαιτιότητας κρίνεται και καθορίζεται στη μεταξύ αυτών δίκη της αναγωγής, δηλαδή στην παρούσα δίκη, απορριπτομένου ως απαράδεκτου του ισχυρισμού περί δεδικασμένου λόγω της έκδοσης της υπ' αρ. 4637/2011 τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που επικύρωσε την υπ' αρ. 2837/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι εξαιτίας του ως άνω ενδίκου ατυχήματος επήλθε ο θάνατος του Ε. Μ., ηλικίας, κατά το χρόνο του ατυχήματος, .... Οι γονείς του, ο αδελφός του, που διέμεναν μαζί με τον θανόντα, οι παππούδες και οι γιαγιάδες του δοκίμασαν από τον αιφνίδιο και απρόσμενο θάνατό του έντονο ψυχικό πόνο, θλίψη και οδύνη και τους συνέδεαν με τον θανόντα αισθήματα αγάπης.

Έτσι πρέπει να επιδικαστεί υπέρ αυτών προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης την οποία υπέστησαν εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Η χρηματική ικανοποίηση αυτή ανέρχεται ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, της ηλικίας του θανόντος, της υπαιτιότητας του υπόχρεου και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, η ευθύνη του Αλληλοασφαλιστικού Συνεταιρισμού είναι εγγυητική, στο ποσό των 70.000 ευρώ για καθένα από τους δύο πρώτους των εναγόντων (γονείς), στο ποσό των 25.000 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα (αδελφό) και το ποσό των 15.000 ευρώ για καθένα από τους λοιπούς (4ο έως και 7η) παππούδες, γιαγιάδες, αφού το συντρέχον πταίσμα του οδηγού ενός από τα συγκρουσθέντα οχήματα δεν καταλογίζεται στον επιβάτη αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 300 παρ. 2 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 13/2002 Ελλ.Δνη 43.694, ΑΠ 642/2007, ΑΠ 21/2005 Ελλ.Δνη 46.1395, ΑΠ 1510/1999 Ελλ.Δνη 44.1306) και κατά συνέπεια δεν επιτρέπεται να ληφθεί αυτό ως προσδιοριστικός παράγοντας για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος, οι οποίοι δικαιούνται να ζητήσουν ολόκληρη τη ζημία από καθένα από αυτούς, που ενέχονται εις ολόκληρον, ο οποίος δεν μπορεί να επικαλεστεί έναντι των παθόντων το πταίσμα του τρίτου ως λόγο μείωσης της αποζημίωσης.

Από το ως άνω ποσό η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει το ποσό των (225.000 χ 30% =) 67.500 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσοστό συνυπαιτιότητας του Μ. Σ., ως συντρεχόντως υπαιτίου οδηγού της ζημιογόνου μοτοσικλέτας. Εξάλλου και η 2837/2010 οριστική απόφαση που επικυρώθηκε από την υπ' αρ. 4637/2011 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των αποφάσεων αυτών, καθόρισε την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των συγγενών του θανόντος Ε.

Μ., ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα του οδηγού Μ. Σ., αφού και αυτή δέχθηκε, όπως και η παρούσα απόφαση, ότι το συντρέχον πταίσμα του οδηγού δεν καταλογίζεται στον επιβάτη (Εφ.Αθ. 4637/2011) και δεν επιτρέπεται αυτό να ληφθεί ως προσδιοριστικός παράγοντας για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος, οι οποίοι δικαιούνται να απαιτήσουν ολόκληρη τη ζημία από καθένα απ' αυτούς και δεν επιδίκασε τα ως άνω χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το 70% της υπαιτιότητας του οδηγού Σ.

Κ., αλλά για το 100%. Επιζητώντας την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από το ένδικο ατύχημα ο Μ. Σ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30.12.2008 αγωγή εναντίον του Σ. Κ., της ιδιοκτήτριας του τουριστικού λεωφορείου ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", του Α. Γ., ως ομορρύθμου εταίρου και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...".

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 753/2010 οριστική απόφαση που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κρίνοντας ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών και ειδικότερα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Μ. Σ. κατά ποσοστό 30% και του οδηγού του τουριστικού λεωφορείου Σ.

Κ. κατά ποσοστό 70%, επιδικάζοντας σ' αυτόν το ποσό των 1.225 ευρώ ως αποζημίωση, αφού προηγουμένως το μείωσε λόγω του ποσοστού συνυπαιτιότητάς του και το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία καθόρισε λαμβάνοντας υπόψη και τη συνυπαιτιότητα αυτού, αφού η εν λόγω δίκη διεξήχθη ανάμεσα στους υπαίτιους οδηγούς και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του το ποσοστό συνυπαιτιότητας και του ιδίου του ενάγοντος προς καθορισμό της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και επιδίκασε σ' αυτόν συνολικά το ποσό των 21.225 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η εν λόγω απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 7.000 ευρώ και καταδίκασε τους εναγόμενους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος από 700 ευρώ. Οι συγγενείς του θανατωθέντος Ε. Μ. άσκησαν την από 12.3.2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά του Σ. Κ., οδηγού, της ιδιοκτήτριας του τουριστικού λεωφορείου ως άνω ετερόρρυθμης εταιρείας του ως άνω ομορρύθμου εταίρου αυτής και της ως άνω ασφαλίζουσας το εν λόγω τουριστικό λεωφορείο εταιρείας, ζητώντας χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και επιπροσθέτως ο πρώτος των εναγόντων τα έξοδα κηδείας και ταφής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 2837/2010 οριστική απόφαση που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τους όγδοο έως και εικοστό πέμπτο των εναγόντων, παρέπεμψε τη δεύτερη βάση της αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα του οδηγού του τουριστικού λεωφορείου (πρώτου εναγόμενου στην εν λόγω αγωγή), αλλά και του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Μ.

Σ., χωρίς καθορισμό του ποσοστού συνυπαιτιότητας των οδηγών, αφού υπάρχει ευθύνη εις ολόκληρον των πλειόνων υπόχρεων και ο παθών δικαιούται να απαιτήσει ολόκληρη τη ζημία από καθένα εξ' αυτών, ο οποίος δεν μπορεί να επικαλεστεί το πταίσμα του τρίτου ως λόγο μείωσης της αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 13/2002 Ελλ.Δνη 43.692) και καθόρισε ανεξαρτήτως της συνυπαιτιότητας του Μ.

Σ. λαμβάνοντας υπόψη τους λοιπούς αναφερόμενους σ' αυτή προσδιοριστικούς παράγοντες τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στο ποσό των 100.000 ευρώ σε καθένα από τους τρεις πρώτους των εναγόντων και το ποσό των 40.000 ευρώ σε καθένα από τους λοιπούς (τέταρτο-έβδομη) και επιπλέον στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 6.899 ευρώ για έξοδα κηδείας και ταφής.

Η εν λόγω απόφαση, κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 30.000 ευρώ όσον αφορά έκαστο εκ των πρώτου, δεύτερης και τρίτου των εναγόντων και το ποσό των 10.000 ευρώ όσον αφορά έκαστο εκ των τετάρτου, πέμπτης, έκτου και έβδομης των εναγόντων και επιβλήθηκαν σε βάρος των εναγομένων μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων ποσού 4.000 ευρώ.

Σε εκτέλεση της διάταξης της ως άνω απόφασης για το προσωρινά εκτελεστό ποσό ο Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης στις 21.9.2010 κατέβαλε στους ως άνω επτά ενάγοντες διά χειρός του πληρεξουσίου τους δικηγόρου και αντικλήτου το συνολικό ποσό των 130.000 ευρώ. Ειδικότερα παρέδωσε στον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων, Ά.

Μ., τις με αριθμούς 74488678-3, 74488679-1, 74488680-5, 74488681-3, επιταγές, ποσών 30.000, 30.000, 30.000 και 40.000 ευρώ, αντίστοιχα, όπως προκύπτει από την από 21.9.2010 εξοφλητική απόδειξη. Κατά της υπ' αρ. 2837/2010 οριστικής απόφασης άσκησαν την από 20.8.2010 έφεση οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι της από 12.3.2010 αγωγής, ο Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης, ως ασφαλίζουσα εταιρεία το τουριστικό λεωφορείο την από 20.8.2010 έφεση και οι ενάγοντες της από 12.3.2008 αγωγής την από 21.12.2010 έφεση.

Οι ως άνω εφέσεις συνεκδικάστηκαν με την από 26.3.2010 έφεση των Σ. Κ., της ιδιοκτήτριας του τουριστικού λεωφορείου και του ασφαλίζοντας το τουριστικό λεωφορείο Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης και με την από 23.3.2010 έφεση του Μ. Σ. που ασκήθηκαν κατά της υπ' αρ. 753/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επί των ως άνω εφέσεων εκδόθηκε η υπ' αρ. 4637/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία απέρριψε τις ως άνω εφέσεις κατ' ουσία και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Η εν λόγω απόφαση δεν δημιουργεί δεδικασμένο, όπως προαναφέρθηκε στην παρούσα δίκη της αναγωγής ως προς τα επιδικασθέντα ποσά. Ο Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του υπολοίπου της αποζημίωσης μετά των αναλογούντων τόκων υπερημερίας και των δικαστικών δαπανών κατέβαλε στις 30.9.2011 στους επτά πρώτους των εναγόντων της από 12.3.2010 αγωγής, διά χειρός του πληρεξουσίου αυτών δικηγόρου και αντικλήτου Α.

Μ. το συνολικό .ποσό των 391.450,28 ευρώ. Ειδικότερα κατέβαλε στους ως άνω ενάγοντες το ποσό των 336.899 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση ολόκληρου του υπολοίπου κεφαλαίου, πλέον του ποσού των 40.76240 ευρώ για τόκους υπερημερίας, αφού παρακρατήθηκε προηγουμένως το ποσό των 10.190,53 ευρώ πού αφορούσε φόρο επί των τόκων για να αποδοθεί στην κατά νόμο και τόπο αρμόδια Δ.Ο.Υ., πλέον του ποσού των 13.000 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της δικαστικής δαπάνης των ως άνω εναγόντων.

Συγκεκριμένα ο Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης εξέδωσε στις 30.9.2011, στην Αθήνα, για την ανωτέρω αιτία τις κατωτέρω αναφερόμενες επιταγές της "... ΑΕ": την υπ' αρ. ...87235-6, επιταγή ποσού 86.215,06 ευρώ, σε διαταγή Κ. Μ., σ£ εξόφληση ποσού 76.899 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 9.316,06 ευρώ, την υπ' αρ. ...87236-4 επιταγή, ποσού 78.578,34 ευρώ, σε διαταγή Α.

Μ.-Λ., σε εξόφληση ποσού 70.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 8.578,34 ευρώ, την με αριθμό ...87237-2 επιταγή, ποσού 78.578,34 ευρώ, σε διαταγή Α. Μ., σε εξόφληση ποσού 70.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 8.578,34 ευρώ, την με αριθμό ...87238-1 επιταγή ποσού 33.572,31 ευρώ, σε διαταγή Ε. Μ., σε εξόφληση κεφαλαίου ποσού 30.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 3.572,31 ευρώ, την με αριθμό ...87239-9 επιταγή, ποσού 33.572,31 ευρώ, σε διαταγή Χ.

Μ., σε εξόφληση κεφαλαίου 30.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 3.572,31 ευρώ, την με αριθμό ...87240-2 επιταγή, ποσού 33.572,31 ευρώ, σε διαταγή Α. Λ., σε εξόφληση κεφαλαίου ποσού 30.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 3.572,31 ευρώ, την με αριθμό ...87241-1 επιταγή, ποσού 33.572,31 ευρώ, σε διαταγή Δ. Λ., σε εξόφληση κεφαλαίου ποσού 30.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 3.572,31 ευρώ και την με αριθμό ...87242-9 επιταγή ποσού 13.000 ευρώ, σε διαταγή Α.

Μ., πληρεξουσίου και αντικλήτου των εναγόντων της από 12-3-2010 ως άνω αγωγής, σε εξόφληση της δικαστικής δαπάνης του πρώτου βαθμού που επιδικάστηκε στους ενάγοντες, όπως προκύπτει από την από 30-9- 2011 εξοφλητική απόδειξη. Από τα ως άνω προκύπτει ότι ο ως άνω Συνεταιρισμός Περιορισμένη Ευθύνης κατέβαλε στους ως άνω ενάγοντες για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 521.450,28 ευρώ, δηλαδή το ποσό των 130.000 ευρώ σε εκτέλεση του προσωρινώς εκτελεστού της διάταξης της 2837/2010 οριστικής απόφασης πλέον του ποσού των 391.450,28 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του υπολοίπου κεφαλαίου μετά των αναλογούντων τόκων υπερημερίας και της δικαστικής δαπάνης αυτών...".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχεται ότι το ποσό των 130.000 ευρώ, που αιτήθηκε η αναιρεσίβλητη Ασφαλιστική εταιρεία με την από 18-7-2013 (αρ. κατ. 4369/2013) αγωγή εξ αναγωγής κατά των ήδη αναιρεσειόντων αφορούσε ποσοστό 30% του 100% του συνολικά καταβληθέντος στην οικογένεια του θανατωθέντος Ε. Μ. ποσού.

Συνεπώς, όσα οι αναιρεσείοντες αιτιώνται με το Β' σκέλος του 1ου λόγου αναίρεσης, τα οποία υποστήριζαν με την έφεσή τους, ως προς το ποσοστό της χρηματικής ικανοποίησης, δεν είναι πράγμα- αυτοτελής ισχυρισμός, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αναγωγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία αυτή αξίωνε το ποσό των 130.000 ευρώ ως το ποσοστό 30% του 100% των καταβληθέντων στην οικογένεια ποσών για αποζημίωση για τα έξοδα κηδείας και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Επομένως, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, κατά το Β' σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση ερεύνησε τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ως αβάσιμο και συνακόλουθα και εκ του λόγου αυτού δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο 1ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, στο σύνολό του...". Επομένως, η προς διόρθωση απόφαση (ΑΠ 1162/2017) έχει σαφείς διατυπώσεις, που δεν χρήζουν διόρθωσης ή ερμηνείας, διότι το Δικαστήριο τούτο ερεύνησε, εάν ο σχετικός ισχυρισμός περί 70% της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης συνιστά "πράγμα", υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ. Οι περαιτέρω αιτιάσεις των ήδη αιτούντων, με τις οποίες υποστηρίζουν ότι ο Άρειος Πάγος δεν σχολίασε, ούτε συνεκτίμησε τις υπ' αριθμ. 4637/2011 και υπ' αριθμ. 3253/2014 προαναφερόμενες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα, και ότι πρέπει για το λόγο αυτό να διορθωθεί και να ερμηνευθεί, είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι οδηγούν σε επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης, που εκφεύγει της διαδικασίας της διόρθωσης και ερμηνείας δικαστικής απόφασης, σύμφωνα και με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται.

Ανεξάρτητα τούτων όμως είναι και αλυσιτελείς, διότι η ΕΑ 4637/2011 είχε εκδοθεί επί της κύριας αγωγής της οικογένειας και είχε πράγματι επιδικάσει μεγαλύτερα ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, πλην όμως το δεδικασμένο αυτής δεν εκτείνεται και στη δίκη της αναγωγής (άρθρα 926-927 ΑΚ), που ερευνούσε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 45/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είναι αληθές ότι περιόρισε τα ποσά της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, πλην όμως όχι παρά το νόμο, εφόσον δεν δεσμευόταν από το δεδικασμένο της ΕΑ 4637/2011, όπως έχει ήδη εκτεθεί προηγουμένως, σε άλλο σημείο της παρούσας απόφασης.

Εξάλλου, η 3253/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την Β' αναγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας της μοτοσυκλέτας και ήδη καθής η αίτηση διόρθωσης, υιοθετώντας την άποψη των ήδη αιτούντων, ότι δηλαδή το ποσό των 130.000 ευρώ αφορούσε το 30% του 70% της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, εξεκλήθη και εξαφανίστηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 45/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, τις παραδοχές της οποίας και μόνον όφειλε ο Άρειος Πάγος να ερευνήσει μέσα στα όρια των προβληθέντων αναιρετικών λόγων και εν προκειμένω του άρθρου 559 αρ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ. Εκτός τούτων όμως, ο Άρειος Πάγος ερευνώντας και τον 6ο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 δέχτηκε, στις σελίδες 31 και 32 της απόφασής του και τα ακόλουθα: "Με τον 6ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι δεν περιέχει αιτιολογίες, άλλως περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Ο λόγος αυτός είναι κατ' αρχήν απαράδεκτος διότι δεν προσδιορίζεται η ουσιαστική διάταξη νόμου, που παραβιάστηκε (ΑΠ 413/1993). Εξάλλου, η αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχεται το Εφετείο ότι έχει επιδικασθεί το 100% στην οικογένεια του θύματος αφορά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.

Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και δέχθηκε, ότι με την τελεσίδικη υπ' αρ. 4637/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της αγωγής της οικογένειας του θύματος λήφθηκε υπόψη η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα και των δύο εμπλακέντων στο δυστύχημα οδηγών και ότι το ποσό των 130.000 ευρώ, που ζητούσε με την από 18-7-2013 αναγωγή η αναιρεσίβλητη - Ασφαλιστής αφορούσε το 30% (υπαιτιότητα 1ου αναιρεσείοντα) του 100% του επιδικασθέντος στην οικογένεια ποσού, το οποίο η ασφαλιστική εταιρεία παραδεκτά αξίωνε, κατ' άρθρ. 11 παρ. 1 Ν. 489/1976 σε συνδ. 927 ΑΚ από τους ασφαλισμένους της και ήδη αναιρεσείοντες (ΑΠ 1467/2009).

Επομένως ο 6ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος...". Επομένως, ο Άρειος Πάγος αξιολόγησε ρητά τις ανωτέρω αποφάσεις για τις οποίες αιτώνται, με την υπό στοιχείο Δ αιτίαση της ένδικης αίτησής τους για διόρθωση και ερμηνεία οι ήδη αιτούντες κρίνοντας στα πλαίσια της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ότι με σαφή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 45/ 2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δέχτηκε ότι επί ζημίας πλειόνων, όπως στην εκδικαζόμενη υπόθεση, η οικογένεια είχε δικαίωμα να απαιτήσει ολόκληρη την παροχή (914-932 ΑΚ) μια φορά από κάθε ενεχόμενο σε ολόκληρο οδηγό, ο οποίος κατ' άρθρ. 481 του ΑΚ είχε υποχρέωση να την καταβάλει επίσης ολόκληρη και στη συνέχεια είχε δικαίωμα να στραφεί αναγωγικά κατά του άλλου συνυποχρέου (926-927 ΑΚ).

Επομένως η σχετική Δ αιτίαση της ένδικης αίτησης πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αιτήματος έρευνας, η κρινόμενη αίτηση διόρθωσης και ερμηνείας της υπ' αριθμ. 1162/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι η απόφαση έχει σαφή διατύπωση, χωρίς να καταλείπει ερμηνευτικές αμφιβολίες ως προς την απόρριψη της από 19-2-2016 (αρ.

κατ. 69/2016) αίτησης αναίρεσης των ήδη αιτούντων κατά της υπ' αριθμ. 45/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), άλλως, ως απαράδεκτη, διότι οι ένδικες αιτιάσεις διόρθωσης και ερμηνείας σκοπούν στην πραγματικότητα στην επανεξέταση των αναιρετικών λόγων, που όμως εκφεύγει της διαδικασίας διόρθωσης και ερμηνείας της απόφασης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της καθής η αίτηση, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αιτούντων (άρθρα 183 και 318 ΚΠολΔ), κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2017 αίτηση περί διόρθωσης και ερμηνείας της υπ' αριθμ. 1162/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ. Και Επιβάλλει σε βάρος των αιτούντων τα δικαστικά έξοδα της καθής η αίτηση, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ