Legislator Case Law & Legislation
1427/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence in inheritance distribution case.

Case Number 1427/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by three individuals against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding inheritance distribution. The appellants argued the appellate court failed to consider specific witness testimonies and administrative documents submitted during the proceedings. The court ruled that the appellate court had properly evaluated all evidence, including the cited documents, and that procedural papers from prior stages do not constitute admissible proof.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 K.Pol.D; Art. 559 K.Pol.D: The appellate court is not required to specifically evaluate every piece of evidence if it generally refers to the types of evidence considered, and procedural documents from prior stages are not admissible as proof.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation inheritance distribution procedural documents court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 K.Pol.D
Art. 559 K.Pol.D
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1427 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1427/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Κ. του Μ., 2. Β. Κ. του Μ. και 3. Π. Κ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπελούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Κ. του Α., 2. Β. Κ. του Α., 3. Τ. χας Γ. Π., το γένος Α. Κ., 4. Ε. συζ. Ε. Κ., το γένος Α. Κ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής αποβιωσάσης αναιρεσίβλητης, μητέρας τους, Π. ή Π. ή Π. συζ. Α. Κ., το γένος Β. Κ., 5. Α. συζ. Α. Μ., το γένος Χ. Μ., 6. Β. συζ. Γ. Δ., το γένος Χ. Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μπόκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 7. Ε. Τ. του Δ., 8. Δ. Τ. του Ε., 9. Π. συζ. Γ. Σ., το γένος Ε. Τ., κατοίκων ... και 10. Α. συζ. Ι. Π., το γένος Ε. Τ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων - από του 7ου μέχρι της 10ης - της αποβιωσάσης Ε. συζ. Ε. Τ., το γένος Χ. Μ., και αυτής ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης μητέρας της Π. συζ. Χ. Μ., το γένος Β. Κ., αρχικής αναιρεσίβλητης, οι οποίοι 7ος έως και 10η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-1987 αγωγή των αρχικών διαδίκων α) Π. ή Π. ή Π. συζ. Α. Κ. και β) Π. συζ. Χ. Μ., το γένος Β. Κ. που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15.732/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1486/1996 μη οριστική, 3873/1996 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκαν οι 1647/1998 και 930/2000 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, εκ των οποίων η μεν πρώτη κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, η δε δεύτερη παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Κατόπιν εκδόθηκαν η 2522/2003 μη οριστική, 1615/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-9-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 14-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος ή ο ομόδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις με αριθμό 9123, 9124, 9125 και 9126/14-1-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α.

Ο., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση αυτής και κλήσεως προς παράσταση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 23-3-2011 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των έξι πρώτων των αναιρεσιβλήτων, στους έβδομο, όγδοο, ένατη και δέκατη των αναιρεσιβλήτων Ε.

Τ., Δ. Τ., Π. σύζ. Γ. Σ. και Α. σύζ. Ι. Π., αντίστοιχα, πλην, όμως, οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την άνω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ έγγραφη δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς ως προς κάποιο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 322 ΑΚ λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αν δε αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει την ισχύ της και οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση.

Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μια απόφαση, όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση, με την 7/2002 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου έγινε δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο αναιρετικός λόγος που παραπέμφθηκε με την 930/2000 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου στην Ολομέλεια και κατόπιν τούτου αναιρέθηκε για τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 αναιρετικό λόγο η 3873/1996 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, γιατί παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ με την ως άνω 930/2000 απόφαση απορρίφθηκαν όλοι οι άλλοι λόγοι της τότε αίτησης αναίρεσης.

Κατά συνέπεια, εφόσον η άνω εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε μόνο μερικώς και όχι στο σύνολό της, το δικαστήριο της παραπομπής, ήτοι το Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε εκ νέου την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, και ερεύνησε μόνο την ένσταση των τελευταίων περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής διανομής των αρχικών εναγουσών (άρθρο 281 ΑΚ), δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια, της μη συμμορφώσεώς του δηλαδή προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, άρα ούτε στην πλημμέλεια του αριθμού 16 του ίδιου άρθρου, δηλαδή στην παρά το νόμο παραδοχή ύπαρξης δεδικασμένου, πηγάζοντος από την άνω αναιρεθείσα μερικώς απόφαση, που εμπόδιζε την εκ νέου έρευνα των λοιπών κεφαλαίων της έφεσης από το δικαστήριο της παραπομπής.

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 16 και 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1113, 795, 798 και 799 ΑΚ, 478 επ., 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι τα απαραίτητα κατά νόμο στοιχεία της βάσης της αγωγής με την οποία ζητείται η διανομή κοινού πράγματος είναι η συγκυριότητα του ενάγοντος, η μεταξύ αυτού και του εναγομένου κοινωνία, η ακριβής περιγραφή του διανεμητέου ακινήτου, η μη συμφωνία του εναγομένου για εξώδικη διανομή και σχετικό αίτημα.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αρχικές ενάγουσες, οι οποίες μετά το θάνατό τους κληρονομήθηκαν από τους ήδη αναιρεσιβλήτους, που συνεχίζουν τη δίκη, ισχυρίστηκαν με την ένδικη αγωγή διανομής, ότι με την 11/1929 απόφαση της επιτροπής απαλλοτριώσεων Θεσσαλονίκης κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος Επανωμής, που κυρώθηκε με το ν.δ. 2535/1956, παραχωρήθηκε σ' αυτές και στον αρχικό εναγόμενο αδελφό τους, τον οποίο μετά το θάνατό του κληρονόμησαν οι ήδη αναιρεσείοντες που συνεχίζουν νόμιμα τη δίκη, ως τέκνα του Β.

Κ. και για αγροτική τους αποκατάσταση ένας γεωργικός κλήρος, αποτελούμενος από τρία αγροτεμάχια, που λεπτομερώς περιγράφονται στην αγωγή κατά θέση, όρια και έκταση, και έτσι έγιναν συγκύριοι της συνολικής αυτής έκτασης των 24.937 τ.μ. κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους. Ότι για την παραχώρηση αυτή εκδόθηκε και ο 23134/9-10-1978 τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας και Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών και ότι ο αρχικός εναγόμενος δεν συμφωνούσε στην εξώδικη διανομή των ακινήτων.

Ζήτησαν δε τη διανομή των παραχωρηθέντων ως άνω ακινήτων. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία. Επομένως, το Εφετείο, που, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε ως ορισμένη την αγωγή, δεν έσφαλε και, έτσι, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επομένως, οι έκτος, κατά το πρώτο μέρος του, και έβδομος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί η αγωγή είναι αόριστη, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτή, ότι ο αρχικός εναγόμενος ήταν συγκύριος, ότι ο τελευταίος αρνήθηκε να προέλθει με τις ενάγουσες σε εκούσια διανομή και ότι δεν περιέχεται σ' αυτή ακριβής περιγραφή των διανεμητέων ακινήτων, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης και δεν αποκλείεται η εφαρμογή της, όταν ασκείται δικαίωμα που πηγάζει επίσης από διατάξεις δημόσιας τάξης, όπως είναι εκείνες του Αγροτικού Κώδικα. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 167, 174, 175 και 200 παρ. 1 του Αγροτικού Κώδικα προκύπτει ότι στην περίπτωση παραχωρήσεως γεωργικού οικογενειακού κλήρου σε περισσότερους δικαιούχους με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, η κυριότητα καθενός από τους συγκληρούχους αποκτάται με τη μεταγραφή του οικογενειακού παραχωρητηρίου.

Πριν από τη συντέλεση αυτής ο κληρούχος αδυνατεί να ασκήσει έναντι τρίτου δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας. Σύμφωνα, όμως, με τη γενική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα, ο αποκατασταθείς κληρούχος από την εγκατάστασή του στον κλήρο θεωρείται ως καλής πίστεως νομεύς (πλασματικός) και προστατεύεται με τα περί νομής παραγγέλματα, υπό την ισχύ δε του Αστικού Κώδικα, με τις περί προστασίας της νομής αγωγές ή αιτήσεις, βάσει των άρθρων 984, 987 και 989 αυτού.

Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από την εγκατάσταση του δικαιούχου στον κλήρο μέχρι τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου, ο κληρούχος, που έχει την προσδοκία απόκτησης του δικαιώματος κυριότητας, προστατεύεται έναντι των τρίτων, οι οποίοι παράνομα τον διαταράσσουν ή τον αποβάλλουν από την πλασματική νομή.

Μακρόχρονη συνεπώς αδράνεια του δικαιούχου-κληρούχου να ασκήσει τις προστατευτικές της νομής του εξουσίες, συνδυαζόμενη με ειδικές περιστάσεις, όπως είναι και η οικειοθελής από αυτόν παραχώρηση της νομής του κλήρου σε τρίτον, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση, από τον κληρούχο ή τους διαδόχους του, κατά του τρίτου, του δικαιώματος της .κυριότητάς του, μετά τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου και τη συνακόλουθη έκτοτε απόκτηση από τον κληρούχο του δικαιώματος της κυριότητας (Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την παραδεκτώς προβληθείσα ένσταση των αναιρεσειόντων, περί καταχρηστικής ασκήσεως, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, της κρινόμενης αγωγής διανομής των επίδικων ακινήτων, που άσκησαν οι αρχικές ενάγουσες κατά του εναγόμενου αδελφού τους, στη θέση των οποίων μετέπειτα θανόντων εναγουσών και εναγομένου, υπεισήλθαν οι ήδη διάδικοι, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στους αρχικούς διαδίκους (αδελφούς), και συγκεκριμένα, 1) στην Π.

συζ. Χ. Μ., θυγατέρα του θανόντος το 1927 Β. Κ., γεννηθείσα το 1905, 2) στην Π. σύζυγο Α. Κ., θυγατέρα επίσης του Β. Κ., γεννηθείσα το 1912 (αρχικές ενάγουσες) και 3) στον Μ. Κ., τέκνο επίσης του Β. Κ., γεννηθέντα το έτος 1910 (αρχικό εναγόμενο), παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, με την 11/1929 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Θεσσαλονίκης, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου εις έκαστον εξ αυτών, γεωργικός κλήρος αποτελούμενος από τρία αγροτεμάχια του αγροκτήματος Επανωμής Θεσσαλονίκης, εμβαδού 24.937 τ.μ.

συνολικώς, προς αγροτική τους αποκατάσταση, ως ορφανών τέκνων του Β. Κ.. Περί των παραχωρηθέντων αυτών αγροτεμαχίων εκδόθηκε ο 23134/1978 τίτλος κυριότητας της Δ/νσεως Γεωργίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, επ' ονόματι των άνω αρχικών διαδίκων κατ' ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου συγκυρίων του κλήρου (1/3 εξ αδιαιρέτου για καθένα από αυτούς), όπως καθορίσθηκε με την ΓΓ 30338/6338/29-9-1978 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, η οποία συμπλήρωσε την 11/1929 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Θεσσαλονίκης, ως προς τα ονόματα, των ορφανών, αφού η ρηθείσα αυτή απόφαση της ΕΑΘ ανέφερε μόνον "ορφανά Κ.

Β. 3", χωρίς να τα κατονομάζει, όπως δεν προσδιόριζε και τα παραχωρηθέντα επακριβώς. Δεν αποδεικνύεται ότι το έτος 1933 μεταξύ των άνω αρχικών διαδίκων (αδελφών), που ο μεν εναγόμενος Μ. Κ. ήταν 23 ετών, οι δε ενάγουσες ήταν 21 ετών η Π. και 28 ετών η Π., έλαβε χώρα άτυπη διανομή όλης της ακίνητης περιουσίας του πατέρα τους ως και του παραχωρηθέντος σ' αυτούς ως άνω γεωργικού κλήρου αποκαταστάσεως εξ 25 στρεμμάτων και 237 τ.μ., πλέον της πατρικής περιουσίας, η οποία αποτελούνταν από άλλα ακίνητα, 25-28 περίπου στρεμμάτων.

Αποδεικνύεται, αντιθέτως, ότι διανομή μόνο των κειμένων στην Επανωμή Θεσσαλονίκης ακινήτων, που περιήλθαν σ' αυτούς εκ κληρονομίας από τον θανόντα το 1927 πατέρα τους, έγινε εκουσίως δια συμβολαιογραφικού εγγράφου (υπ' αριθμ. .../1968 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αποστόλου Λιούτα), στις 17-4-1968.

Κατ' αυτήν ο εναγόμενος Μ. Κ.ς έλαβε: ένα αγρό έξι (6) στρεμμάτων στη θέση ..., 2) ένα αγρό 3,5 στρεμμάτων στη θέση ... 3) τμήμα δύο (2) στρεμμάτων του αγρού στη θέση ... συνολικής εκτάσεως τεσσάρων (4) στρεμμάτων, 4) ένα αγρό, ενός στρέμματος και πεντακοσίων τ.μ. στη θέση ... και 5) ένα οικόπεδο χιλίων πεντακοσίων (1.500) τ.μ.

εντός του χωρίου της Επανωμής. Ήτοι συνολικώς έλαβε ακίνητα εκτάσεως δέκα τεσσάρων στρεμμάτων και πεντακοσίων τ.μ. (14,5 στρεμμάτων). Η εκ των αρχικώς εναγουσών Π. σύζυγος Α. Κ., η οποία το έτος 1933 ήταν ανύπανδρος, πανδρεύτηκε δε το έτος 1939, έλαβε κατά, την άνω διανομή, 1) ένα αγρό επτά (7) στρεμμάτων στη θέση ..., 2) ένα άλλο αγρό δύο και μισό (2,5) στρεμμάτων στη θέση ...

και 3) τμήμα εξ ενός (1) στρέμματος από τον αγρό στη θέση ... συνολικής εκτάσεως τεσσάρων (4) στρεμμάτων, ήτοι έλαβε συνολικώς ακίνητα δέκα στρεμμάτων και πεντακοσίων τετραγωνικών μέτρων (10,5 στρεμμάτων). Η δε ετέρα εκ των αρχικώς εναγουσών, Π. σύζυγος Χ. Μ., η οποία και πανδρεύτηκε το έτος 1933, έλαβε κατά τη διανομή αυτή διαιρετό τμήμα εκ του αγρού στη θέση ...

εκτάσεως ενός (1) στρέμματος. Από το μνημονευόμενο ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα συνεισφορά μεταξύ των διαδίκων (κατιόντων κληρονομούντων) αναφορικά με άλλα ακίνητα, που δόθηκαν κυρίως στην τελευταία αυτή αδελφή των λοιπών, πλην εκ των λοιπών αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων, ισχυρισμών) σε συνδυασμό και με το εκ του συμβολαιογραφικού αυτού εγγράφου συναγόμενο τεκμήριο, προκύπτει ότι στην τελευταία αυτή αδελφή, Π.

σύζυγο Χ. Μ., το έτος 1933 που, πανδρεύτηκε, δόθηκε ατύπως ως προίκα, κάποιο ακίνητο, ή η αξία του ενόψει του γάμου της και τούτο υπολογίσθηκε κατά τη γενομένη το 1968 διανομή. Αλλά εκείνο που είναι κρίσιμο και αποδεικνύεται είναι, ότι το έτος 1933 δεν έγινε διανομή της περιουσίας του πατέρα των διαδίκων, πολύ δε περισσότερο δεν διανεμήθηκε ο παραχωρηθείς επίδικος κλήρος των τριών αγροτεμαχίων, εκτάσεως 24.937 τ.μ.

Άλλωστε, η Π. σύζ. Α. Κ. και ο αδελφός της Μ. Κ.ς δεν είχαν μέχρι το 1938 τελέσει γάμο και δεν είχαν συνεπώς δημιουργήσει έκαστος δική του οικογένεια. Το ότι τα ακίνητα τα καλλιεργούσε ο εναγόμενος και μετά το γάμο της Π. συζ. Α. Κ. (μετά δηλ. το 1939), δεν σημαίνει άνευ άλλου ότι οι ενάγουσες αδελφές του έπαυσαν μετά το γάμο τους να έχουν αξίωση επ' αυτών και κυρίως επί των παραχωρηθέντων κατά τα άνω κληρουχικών αγροτεμαχίων, των οποίων δεν έγινε ποτέ ως το 1978, που εκδόθηκε τον παραχωρητήριο, διανομή.

Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι κατά τη διανομή που έλαβε χώρα κατά τα άνω το έτος 1968, οι αρχικοί διάδικοι, όπως άλλωστε ρητώς αναφέρεται στο συμβολαιογραφικό έγγραφο της διανομής, διένειμαν μόνο την περιουσία του πατέρα τους, η οποία επήχθη σ' αυτούς με κληρονομική διαδοχή, και όχι ό,τι τους παραχωρήθηκε ως αγροτική αποκατάσταση.

Αν είχε λάβει χωρά τέτοιο γεγονός, δεν υπήρχε λόγος να μην αναφερθεί στη γενομένη το 1968 διανομή, αφού ο κλήρος ήταν σχεδόν 25 στρέμματα, πλέον των διανεμηθέντων τότε. Αποδεικνύεται, εξάλλου, ότι οι αρχικές ενάγουσες, αδελφές του εναγομένου, ζήτησαν τη διανομή και του κλήρου, πλην τελικώς, ύστερα από προτροπή του εναγομένου, όλοι μαζί συμφώνησαν να διανείμουν τα εις γεωργική αποκατάσταση αυτών παραχωρηθέντα κληρουχικά αγροτεμάχια, όταν θα εκδίδετο το παραχωρητήριο.

Για το λόγο δε αυτό, μέχρι το 1978, οι ενάγουσες δεν προσέφυγαν στα Δικαστήρια για παροχή εννόμου προστασίας. Όταν δε μετά το 1978 ο εναγόμενος αδελφός των εναγουσών αμφισβήτησε το δικαίωμα αυτών επί του παραχωρηθέντος κλήρου, αυτές άσκησαν αγωγή προστασίας του δικαιώματος της συγκυριότητάς τους. Πριν το 1978, αποδεικνύεται, ότι οι ενάγουσες επιχείρησαν (το 1969) να καλλιεργήσουν μέρος του κλήρου, πλην ο εναγόμενος που τον εξεμεταλλεύετο κατ' ανοχή μόνος του, αντέδρασε.

Όμως, εφόσον δεν είχε λάβει, χώρα διανομή και ενόψει του ότι συμφώνησαν να τον διανείμουν μετά την έκδοση του παραχωρητηρίου, οι ενάγουσες δεν προσέφυγαν στα Δικαστήρια. Τούτο όμως δεν αποτελεί και συμπεριφορά αδράνειας αυτών για το μερίδιό τους επί των παραχωρηθέντων κληρουχικών αγροτεμαχίων, και κυρίως δεν συνιστά από μόνο του συμπεριφορά απεμπολήσεως του δικαιώματός τους για διανομή.

Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδεμία αποδεικνύεται πράξη των εναγουσών τέτοια, που να δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον αρχικό εναγόμενο αδελφό τους, ότι το μερίδιό τους επί του εξ 25 στρεμμάτων κοινού κλήρου (1/3 εξ αδιαιρέτου για κάθε μία) το διέθεσαν άτυπα σ' αυτόν, χωρίς γι' αυτό να έχουν λάβει ανάλογο αντάλλαγμα.

Άλλωστε, όπως αποδεικνύεται για ό,τι έλαβαν οι ενάγουσες και δικαιοπάροχοι των ήδη αναιρεσιβλήτων ατύπως ως προίκα ή ως άλλη παροχή, ενόψει του γάμου τους, έγινε κατά τη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους το έτος 1968 συνυπολογισμός, γι' αυτό, και εκείνος (εναγόμενος) έλαβε κατά τη διανομή αυτή μεγαλύτερο από αυτές μερίδιο επί των διανεμηθέντων εκείνων ακινήτων.

Δεν αποδεικνύεται, συνεπώς, βάσιμος κατ' ουσία ο ισχυρισμός του αρχικού εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγουσών αδελφών του για διανομή του αδιανέμητου ως το 1978 κοινού κλήρου. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη αγωγή διανομής δεν ασκήθηκε καταχρηστικά και κατόπιν τούτου, δέχτηκε την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έχει κρίνει όμοια.

Με εκείνα, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι το έτος 1933 μεταξύ των αρχικών διαδίκων (αδελφών) έλαβε χώρα άτυπη διανομή όλης της ακίνητης περιουσίας του πατέρα τους, αλλά ότι έγινε διανομή στις 17-4-1968 μόνο των κειμένων στην Επανομή Θεσσαλονίκης κληρονομιαίων ακινήτων, διότι στο σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο της διανομής αναφέρεται, ότι διένειμαν μόνο την περιουσία του πατέρα τους, η οποία επήχθη σ' αυτούς με κληρονομική διαδοχή και όχι ό,τι τους παραχωρήθηκε ως αγροτική αποκατάσταση και ότι ουδεμία αποδείχθηκε πράξη των αρχικών εναγουσών τέτοια, που να δημιούργησε στον αρχικό εναγόμενο την πεποίθηση, ότι διέθεσαν άτυπα σ' αυτόν το μερίδιό τους.

Επομένως, οι τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και έκτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο τέταρτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 168, 169 181, 273 παρ. 2, 203, 204, 206, 221, 222, 227 παρ. 1 Αγροτικού Κώδικα, 16 του ν. 3194/1955, 69 παρ. 3 και 77 παρ. 2 του ν.δ/τος 2185/1952, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με τις ως άνω διατάξεις, τις οποίες και δεν εφάρμοσε.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο, κατά το τρίτο μέρος του, τέταρτο, κατά το τρίτο μέρος του, πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, έκτο, έβδομο και όγδοο, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγους της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής διανομής ως προς όλα τα επικαλούμενα επί μέρους πραγματικά περιστατικά και δη ότι κατά το έτος 1933 οι αρχικοί διάδικοι προέβησαν σε άτυπη διανομή τόσο των ακινήτων του αποβιώσαντος, χωρίς διαθήκη, πατέρα τους, όσο και των ανωτέρω επίδικων τριών αγροτεμαχίων, τα οποία περιήλθαν από τη διανομή αυτή στον αρχικό εναγόμενο, έκτοτε δε αυτός ασκούσε επί των ακινήτων αυτών τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους πράξεις νομής, ότι από το έτος 1933, οπότε έγινε η ως άνω άτυπη διανομή, ο αρχικός εναγόμενος και δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων καλλιεργούσε τα επίδικα τρία αγροτεμάχια επί εξήντα έτη, χωρίς να φέρουν αντίρρηση οι ενάγουσες και μόνο όταν τα ακίνητα αυτά απέκτησαν οικοπεδική αξία, ως παραθαλάσσια, ζήτησαν τη διανομή τους, ενεργώντας έτσι κατά κατάχρηση δικαιώματος.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο ως προς όλα τα επικαλούμενα περιστατικά. Επομένως, οι λόγος αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκε η ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, χωρίς αποδείξεις που διατάχθηκαν με τη 1486/1995 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, εκτιμώντας τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα). Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους όγδοο, κατά το τρίτο μέρος του και ένατο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η ένδικη αγωγή διανομής δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις τους της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι 1) την 28908/ΔΞ 1157/1991 εξέταση μάρτυρος, 2) την 4464/13-11-2001 βεβαίωση της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, 3) την με αριθμό Γ.Γ. 30338/1978 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και 4) την 11/1929 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Θεσσαλονίκης.

Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, "από την ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Εφετείου εξετασθέντος μάρτυρος των συνεχιζόντων για τον αρχικώς εναγόμενο τη δίκη και ήδη εκκαλούντων και τις διευκρινίσεις που έδωσαν ανωμοτί οι εκ των συνεχιζόντων τώρα τη δίκη διάδικοι Α.

Κ. και Π. Κ. και από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα. Οι ίδιοι όγδοος, κατά το τέταρτο μέρος του, και ένατος, κατά το τρίτο μέρος του, αλλά και τελευταίοι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα διαδικαστικά έγγραφα της προκείμενης δίκης, ήτοι την 15732/1995 οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου και την 3873/1996 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αναιρέθηκε με την 7/2002 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι τα διαδικαστικά αυτά έγγραφα δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-9-2005 αίτηση των Α. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 1615/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων έξι πρώτων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Ιουνίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ