Supreme Court dismisses appeal regarding civil courts' power to order deletion of land registry entries.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to reject a request for deletion of land registry entries. The appellant argued that civil courts lacked jurisdiction to order such deletions, claiming the entries were administrative acts. The court held that no statutory provision grants civil courts the authority to order the deletion of entries from land registry books, even if deemed illegal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1192, 1193 of the Civil Code; Article 791 of the Code of Civil Procedure: Civil courts lack the authority to order the deletion of entries from land registry books, as no statutory provision grants them this power.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1427 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1427/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Λ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2006 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 585/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/9/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 6/4/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10-9-2009 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 585/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι πράξεις που υπόκεινται σε μεταγραφή ορίζονται περιοριστικά στις διατάξεις των αρθ.1192, 1193 Α.Κ., καθώς και σε άλλες ειδικές διατάξεις, όπως η διάταξη του αρθ.1 παρ.2 του Ν.1652/1986, σύμφωνα με την οποία η χρονομεριστική μίσθωση καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 791 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όποιος τηρεί δημόσια βιβλία στα οποία καταχωρίζονται πράξεις ή αποφάσεις που έχουν σχέση με τη σύσταση, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου ή εγγράφονται ή εξαλείφονται κατασχέσεις ή εγγράφονται αγωγές ή ανακοπές ή γίνονται σημειώσεις γι' αυτές, αν αρνείται να ενεργήσει όπως του ζητείται, οφείλει το αργότερο μέσα στην επόμενη από την υποβολή της αίτησης ημέρα να σημειώσει περιληπτικά στο σχετικό βιβλίο την άρνηση του και τους λόγους της.
Η εκκρεμότητα που δημιουργείται με την άρνηση αίρεται με απόφαση του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει εκείνος που τηρεί τα βιβλία, με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Στο άρθρο αυτό δεν έχει περιληφθεί διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 852 § 1 του ΚΠολΔ 1968 (ΑΝ 44/1961), η οποία προέβλεπε τη δυνατότητα διαγραφής από τα βιβλία αυτά των παραπάνω πράξεων, ούτε εξάλλου στον Αστικό Κώδικα υπάρχει διάταξη που να παρέχει στα πολιτικά δικαστήρια την εξουσία να διατάξουν τη διαγραφή τυχόν παράνομης εγγραφής στα βιβλία μεταγραφών, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για την υποθήκη (άρθρα 1324, 1327 και 1329 ΑΚ).
Αν πρόκειται για μεταγραφή θα εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 1202 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία αν κηρύχθηκε άκυρη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση δικαιοπραξία που έχει μεταγραφεί, αυτό σημειώνεται με επιμέλεια του διαδίκου που πέτυχε την αναγνώριση της ακυρότητας στο περιθώριο της δικαιοπραξίας που μεταγράφηκε.
Προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του αρθ.1202 Α.Κ. είναι η αναγνώριση της ακυρότητας της δικαιοπραξίας με δικαστική απόφαση και η τελεσιδικία της απόφασης αυτής. Ενόψει όλων των ανωτέρω, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διατάξει τη διαγραφή τυχόν παράνομης εγγραφής στα βιβλία μεταγραφών, κατ'εφαρμογή του αρθ.791 ΚΠολΔ , αφού, όπως προαναφέρθηκε, τέτοια εξουσία δεν παρέχεται στο δικαστήριο από την εν λόγω διάταξη, ενώ, εξ'άλλου, για να διαταχθεί από το δικαστήριο η σημείωση της ακυρότητας, στο περιθώριο της δικαιοπραξίας που μεταγράφηκε, πρέπει να συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις του αρθ.1202 Α.Κ.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του ν, 1892/1990, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, "Επιχείρηση, που έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, υποβάλλεται στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 9 και 10 του νόμου αυτού εκκαθάριση, ύστερα από απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, εκδιδόμενη με βάση τις διατάξεις του προαναφερομένου άρθρου 9 του ν. 1386/1983 και έπειτα από αίτηση πιστωτή ή πιστωτών εκπροσωπούντων το 20% των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της.......
". Με το άρθρο 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ανωτέρω ν. 2000/1991, ορίσθηκε ότι: "1. Μετά από αίτηση των πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου απαιτήσεων ... το εφετείο με την απόφαση του της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου ή με μεταγενέστερη απόφαση του διατάσσει ειδική εκκαθάριση ..... 2. Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση ευρίσκεται εν λειτουργία είτε όχι ... Ως ενεργητικό νοείται το σύνολο των αναγραφόμενων στον τελευταίο εγκεκριμένο από τη Γ.Σ. ισολογισμό της εταιρείας στοιχείων του ενεργητικού και των τυχόν άλλων μη αναγραφόμενων στον ισολογισμό στοιχείων και δικαιωμάτων, συμπεριλαμβα-νομένων των πάσης φύσεως απαιτήσεων, σημάτων, δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας και εμπορικής επωνυμίας... 7. Εφόσον εγκρίνουν την έκθεση αξιολόγησης και την προτεινόμενη κατακύρωση πιστωτές που εκπροσωπούν 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου ο εκκαθαριστής συνάπτει με τον πλειοδότη ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης......
Η σύμβαση αυτή επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ. του ΚΠολΔ..... (8 εδ. β' και γ'). Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος η του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού .... ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελητί ... .είτε πράξη εξοφλήσεως είτε πράξη πιστοποιήσεως εκπληρώσεως των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη. Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περιλήψεως εκθέσεως κατακυρώσεως του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και εφαρμόζονται επ' αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας. 9 εδ. β'. Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχειρήσεως του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ". Εξάλλου με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 2244/1994 ερμηνεύθηκε αυθεντικώς η ανωτέρω παράγραφος 8 του όρθρου 46α του ν. 1892/1990 και ορίσθηκε ότι "Η κατ' άρθρο 46α του ν. 1892/1990 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφιστάμενων υπέρ τρίτων βαρών, που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση.
Επομένως, με τις διατάξεις αυτές δίδεται ρητώς στον πλειοδότη, με εξομοίωση κατά παραπομπή στην αναγκαστική εκτέλεση, που ακολουθεί την κατακυρωτική έκθεση, σύμφωνα με το άρθρο 1005 του ΚΠολΔ, αφενός δικαίωμα αναγκαστικής εκτελέσεως άνευ άλλης προϋποθέσεως κατά του νομέα ή κατόχου περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν ενεργητικό της εκκαθαρισθείσης επιχειρήσεως, ειδικότερα για την ανάληψη της κατοχής του ακινήτου (943 ΚΠολΔ), αφετέρου δικαίωμα εξαλείψεως της τυχόν υποθήκης ή προσημειώσεως που θεωρούνται από το νόμο ως αποσβεσθείσες.
Περαιτέρω, με το άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 ορίσθηκε ότι "Σε περίπτωση που η οφειλέτρια επιχείρηση τεθεί υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, χωρεί η κατ' άρθρο 943 ΚΠολΔ αναγκαστική εκτέλεση υπέρ της υπό εκκαθάριση επιχείρησης και εναντίον των μισθωτών αυτής, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί δικαιώματα από αυτούς ή κατέχει, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιαδήποτε έννομη σχέση τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της επιχείρησης, που είναι τίτλοι εκτελεστοί .....
Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τις επιχειρήσεις που τελούν ήδη σε ειδική εκκαθάριση". Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται ακόμη ειδικότερα, αλλά κατ' απόκλιση πλέον από τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ το ζήτημα της υπάρξεως μισθωτικής σχέσεως επί ακινήτου περιουσιακού στοιχείου της εκκαθαρισθείσης επιχειρήσεως, αποκλεισμένης της κατά τα ανωτέρω άρθρα 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ υπεισελεύσεως στη μισθωτική σχέση στην προκειμένη περίπτωση.
Οι διατάξεις, συνεπώς, περί καθεστώτος ειδικής εκκαθαρίσεως των επιχειρήσεων με οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους (των προβληματικών επιχειρήσεων) τίθεται με το σαφή νομοθετικό σκοπό τη διάσωση και επιβίωση τους, ώστε να συνεχίζεται η λειτουργία τους με το υφιστάμενο ενεργητικό (όπως αυτό προσδιορίζεται ανωτέρω από τον ίδιο νόμο), ταυτοχρόνως δε απαλλαγμένες από τα χρέη που τις βαρύνουν.
Υπηρετούν δηλαδή οι ανωτέρω διατάξεις ευρύτερο δημόσιο σκοπό, χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε εξαίρεση ή ρήτρα διαφυγής από την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένη περίπτωση. Ακόμη ειδικότερα με το ίδιο άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων της ειδικής εκκαθαρίσεως ρητώς και γενικώς και επί των εκκρεμών μισθωτικών σχέσεων που βαρύνουν τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης θεωρουμένης της μισθωτικής σχέσης ως στοιχείου του παθητικού απευθείας από το νόμο, ανεξαρτήτως του εάν η μισθωτική σχέση είναι νόμιμη ή όχι είτε κατά το ν. 4112/1929 (άρθρο 4 παρ. 2 και 3), είτε κατ'εφαρμογή άλλου νόμου.
Συνεπώς, οι ανωτέρω και νεότερες του ν. 1652/1986, περί χρονομεριστικών μισθώσεων, διατάξεις της ειδικής εκκαθαρίσεως των προβληματικών επιχειρήσεων δεν διακρίνουν και άρα, ως ειδικότερη ρύθμιση, εφαρμόζονται και επί της ενοχικής υποσχετικής σχέσεως της χρονομεριστικής μισθώσεως και μάλιστα επί του άρθρου 2 παρ. 1 του νόμου αυτού (1652/1986),με τη διάταξη του οποίου ορίζεται ότι "οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι του μισθωτή και εκμισθωτή υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου τους που απορρέουν από τη σύμβαση (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 1281/2009).
Από το συνδυασμό όλων των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι, η προμνημονευόμενη μη δέσμευση του πλειοδότη εκ των χρονομεριστικών μισθώσεων και η ανάληψη της κατοχής των μισθίων διαμερισμάτων με αναγκαστική εκτέλεση κατά των μισθωτών των χρονομεριστικών μισθώσεων, δεν επιδρά στο κύρος αυτών, δεν επιφέρει δηλαδή ακυρότητα τούτων, αρχική ή επιγενή υπό την προαναφερόμενη έννοια και ούτε μπορεί να γίνει λόγος περί επιγενόμενης κατάργησης ή απόσβεσης ή άρσης των εν λόγω δικαιοπρακτικών έννομων σχέσεων, καθόσον εν προκειμένω ο πλειοδότης στον οποίο μεταβιβάστηκε μόνο το ενεργητικό της επιχείρησης, δεν υπεισήλθε στις ως άνω χρονομεριστικές μισθώσεις στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης αφού θεωρούνται κατά νόμο ως στοιχείο του παθητικού της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης της αρχικής εκμισθώτριας εταιρείας και δεν μεταβιβάστηκαν σ' αυτόν και τούτο ανεξαρτήτως του αν η μισθωτική σχέση είναι νόμιμη ή όχι, είτε κατά το ν. 4112/1929 (άρθρο 4 παρ. 2 και 3), είτε κατ'εφαρμογή άλλου νόμου.
Εντεύθεν έπεται ότι, η απόφαση η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή των χρονομισθωτών στρεφόμενη κατά του πλειοδότη της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης, με αίτημα την αναγνώριση των χρονομεριστικών μισθώσεων ως έγκυρων, νόμιμων και ισχυρών, με την αιτιολογία ότι, η μεταβίβαση του ενεργητικού της επιχείρησης κατά τη διαδικασία του άρθρου 46α του ν.1892/1990 δεν περιλαμβάνει τις συναφθείσες μισθωτικές ή χρονομισθωτικές συμβάσεις, δεν συνιστά απόφαση με την οποία κηρύχθηκαν άκυρες οι χρονομεριστικές μισθώσεις ή αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα τούτων ή αναγνωρίσθηκε η κατάργηση, ή η απόσβεση, ή η άρση των εννόμων σχέσεων των εν λόγω συμβάσεων, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ως τέτοια, ούτως ώστε να συντρέχουν οι προπαρατιθεμενες προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 791 ΚΠολΔ και 1202 ΑΚ, και να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο), να διατάξει, δυνάμει της αποφάσεως αυτής, τη διαγραφή των εν λόγω χρονομεριστικών μισθώσεων από τα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου, κατ'αρθ.791 ΚΠολΔ) ή τη σημείωση της αποφάσεως αυτής στο περιθώριο των εν λόγω χρονομεριστικών μισθώσεων που μεταγράφηκαν, κατ'αρθ.1202 Α.Κ.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα-νυν αναιρεσείουσα εταιρεία, με την από 14-9-2006 αίτησή της εξέθετε τα εξής: Ότι τυγχάνει διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ 'Λ Α.Ε." (εφεξής ΤΓΕ), ως πλειοδότρια του ενεργητικού της τελευταίας, η οποία τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α ν. 1892/1990.
Ότι η τελευταία, ιδιοκτήτρια τότε του τουριστικού συγκροτήματος Λστη ..., είχε συνάψει με τρίτους, πριν τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, συμβάσεις χρονομίσθωσης, για τη χρήση των δωματίων-χρονομεριδίων του ξενοδοχείου "...". Ότι μετά την διαδοχή της από την αιτούσα, 205 χρονομισθωτές, όπως αυτοί αναφέρονται λεπτομερώς στην αίτηση, κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή κατά της αιτούσας με αίτημα τη δικαστική αναγνώριση, ως εγκύρων, των ως άνω συμβάσεων, που είχαν συνάψει με την προγενέστερη ιδιοκτήτρια του συγκροτήματος Λ και οι οποίες είχαν νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ....
Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η ήδη τελεσίδικη υπ'αρ.3206/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε, κρίνοντας ότι: α) η μεταβίβαση του ενεργητικού της εταιρείας ΤΓΕ στην αιτούσα δεν περιλαμβάνει τις συναφθείσες χρονομισθωτικές συμβάσεις, β) το άρθρο 46α ν. 1892/1990 δίνει το δικαίωμα στην αιτούσα αφενός μεν να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση άνευ άλλης προϋποθέσεως κατά του νομέα ή κατόχου περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού της εκκαθαρισθείσας επιχειρήσεως, αφετέρου δε να εξαλείψει τυχόν υποθήκες ή προσημειώσεις επ' αυτών, οι οποίες θεωρούνται αποσβεσθείσες εκ του νόμου, γ) η αιτούσα δεν υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση των χρονομισθωτών, σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 και δ) οι νομοθετικές ρυθμίσεις περί της ειδικής εκκαθαρίσεως επιχειρήσεων αποσκοπούν στη συνέχιση της λειτουργίας τους χωρίς τα χρέη που τις βάρυναν, μεταξύ των οποίων είναι και οι χρονομισθώσεις, που αποτελούν στοιχείο του παθητικού της υπό εκκαθάριση επιχειρήσεως.
Ότι από τα ανωτέρω, συνάγεται πως η αιτούσα δεν υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση των χρονομισθωτών με την ΤΓΕ, και πως το γεγονός ότι η αιτούσα δεν θεωρείται διάδοχος των συμβάσεων χρονο-μίσθωσης έχει την έννοια ότι οι συμβάσεις αυτές είναι, ως προς αυτήν (αιτούσα) άκυρες κατ' άρθρον 180 ΑΚ. Ότι η υποθηκοφύλακας ...
εσφαλμένα αρνήθηκε την από 12.04.2006 αίτηση της αιτούσας για να διαγράψει από τα βιβλία μεταγραφών τις ως άνω συμβάσεις χρονομίσθωσης των εναγόντων δυνάμει της προαναφερθείσας, ήδη τελεσίδικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ζητούσε δε, με την εν λόγω αίτηση, κατά την κυρία βάση αυτής, να διαταχθεί η διαγραφή των ως άνω συμβάσεων χρονομισθώσεως από τα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., βάσει της, ήδη τελεσίδικης, υπ'αρ.3206/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και κατά την επικουρική βάση της, να διαταχθεί η εγγραφή της εν λόγω απόφασης στο περιθώριο των ως άνω μεταγραφεισών συμβάσεων χρονομίσθωσης.
Έχοντας το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση αυτή είναι μη νόμιμη καθόσον, κατά τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της υπό εν λόγω αιτήσεως, δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 791 ΚΠολΔ και 1202 ΑΚ προϋποθέσεις ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο η εξουσία να διατάξει τα διατεινόμενα στην αίτηση (κατά το κύριο και επικουρικό της αίτημα) και ως εκ τούτου, δεν παραβίασε το νόμο η Υποθηκοφύλακας, που, αρνήθηκε να ενεργήσει τις πράξεις που της ζήτησε η αιτούσα.
Ειδικότερα, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη η ως άνω αίτηση είναι μη νόμιμη και δη κατά το κύριο αίτημα περί διαγραφής των επιδίκων συμβάσεων που έχουν μεταγραφεί στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου, προεχόντως διότι, δεν προβλέπεται από καμία διάταξη του Αστικού Κώδικα ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η δυνατότητα στην Υποθηκοφύλακα διαγραφής από τα βιβλία αυτά των παραπάνω πράξεων, έστω και αν ήθελε υποτεθεί ότι είναι παράνομες ή μη έγκυρες, ούτε υπάρχει αντίστοιχη διάταξη που να παρέχει στα, πολιτικά δικαστήρια την εξουσία να διατάξουν τη διαγραφή τυχόν παράνομης εγγραφής στα βιβλία μεταγραφών, κατά δε το επικουρικό αίτημα περί σημειώσεως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου και δη στο περιθώριο των επιδίκων συμβολαίων χρονομεριστικών μισθώσεων που μεταγράφηκαν της προαναφερόμενης υπ' αριθ. 3206/2004 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον η τελευταία έχουσα το προμνημονευόμενο αιτιολογικό δεν είναι η προβλεπόμενη από το άρθρο 1202 ΑΚ τελεσίδικη δικαστική απόφαση με την οποία κηρύχθηκαν άκυρες οι επίδικες συμβάσεις χρονομεριστικών μισθώσεων ή αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα των, ώστε να τύχει εφαρμογής η εν λόγω διάταξη.
Επομένως, το Εφετείο,που έκρινε ομοίως και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αίτηση ως μη νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν παρεβίασε αυτές, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, με τους , από το αρθ.559 αριθμ.1 ΚΠολΔ,πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά το ένα σκέλος αυτού, λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Ο δεύτερος λόγος , κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος διότι, εφόσον, κατά τα προαναφερόμενα, το Εφετείο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, αλλά επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αίτηση, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται.
Ο τρίτος, κατά το άλλο σκέλος αυτού, κατ'ορθή εκτίμηση από το αρθ.559 αριθμ.4 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ότι "δεν υφίσταται αρμοδιότητα των Πολιτικών Δικαστηρίων να διατάξουν τη διαγραφή, επειδή η εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών είναι διοικητική πράξη και εκφεύγει της δικαιοδοσίας των Πολιτικών Δικαστηρίων", είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, η επικαλούμενη προς θεμελίωση του λόγου αυτού ως άνω φράση, δεν διαλαμβάνεται στις παραδοχές της απόφασης, ούτε αποτελεί κρίση αυτής, αλλά περιέχεται απλώς (και ως εκ περισσού), ως νομικό επιχείρημα, στις νομικές σκέψεις της προσβαλλομένης απόφασης.
Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-9-2009 αίτηση της εταιρείας "Λ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση της υπ'αριθμ. 585/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ