Supreme Court allows appeal against promotion denial, ruling it violated good faith principles under Article 207 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision denying the employee's promotion to Deputy Director. The court found the employer failed to promote the applicant despite his clear superiority in general seniority and training seminars compared to the promoted colleague. Consequently, the Court ruled that the conditional promotion agreement was deemed fulfilled due to the employer's breach of good faith, remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 201 and 207 of the Civil Code; When an employer unreasonably refuses to promote an employee under a conditional agreement, the condition is deemed fulfilled if the refusal violates good faith, as the employee clearly exceeded the promoted colleague's qualifications.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1427 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1427/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Σιταρίδου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Ανδριόπουλο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1781/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8645/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/3/2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 14/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 201 Α.Κ., αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 Α.Κ. η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 Α.Κ., είναι και εκείνη, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ.
Στην περίπτωση αυτή, όταν κρίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του) ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις και η κρίση αυτή, που είναι κατ' αρχήν ελεύθερη, αντίκειται προς την καλή πίστη ως καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη, όταν δηλ. παραλείφθηκε να προαχθεί υπάλληλος, που υπερείχε καταφανώς ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, έναντι, έστω και ενός, προαχθέντος συναδέλφου του, τότε η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του παραλειφθέντος λογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 207 παρ. 1 Α.Κ., ότι πληρώθηκε από τότε που έπρεπε να γίνει η προαγωγή.
Ειδικότερα, ο κατά τα ανωτέρω δικαστικός έλεγχος χωρεί, αφού δεν πρόκειται για αίρεση αμιγώς εξουσιαστική, εξαρτωμένη δηλαδή μόνο από τη βούληση του υποχρέου, αλλά και από τη συνδρομή και εκτίμηση εξ αντικειμένου, ήτοι των υπηρεσιακών προσόντων των κρινομένων. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως, τα εξής:
ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα Τράπεζα την 5-9-1970 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων της. Είναι πτυχιούχος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. Κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στην αναιρεσείουσα παρακολούθησε τα σεμινάρια: 1) Προαγωγικό, 2) Βασικό τραπεζικών εργασιών, 3) Ενεγγύων πιστώσεων και Αξιών, 4) Αγγλικής γλώσσας, 5) Συναλλάγματος, 6) CITY BANK Αθηνών Manufectures, 7) MANAGEMENT, 8) Ανάλυση Ισολογισμών, 9) FOREING EXCANGE SEMINAR, 10) Συναλλαγματικών Ελέγχων, 11) Εποπτείας Τραπεζών και τραπεζικών κινδύνων και 12) BANK RISK EVALUATION – PORTOFOLIO ANALYSIS and RETURN ON CAPITAL.
Από την πρόσληψή του υπηρέτησε στο τμήμα ενεγγύων πιστώσεων ιδιωτών της Δ/νσης ενεγγύων πιστώσεων και αξιών μέχρι την 4-8-1980 οπότε μετατέθηκε στη Διεύθυνση Συναλλάγματος. Κατέχει το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη με valeur την 1-7-1994. Ασκησε υπεύθυνα καθήκοντα της υπηρεσίας ελέγχου στο τμήμα Συναλλάγματος από 4-12-1984, προϊσταμένου κλιμακίων Ελεγκτών Τραπέζης Ελλάδος στην Τράπεζα Κρήτης από τον Οκτώβριο 1988 έως Δεκέμβριο 1991, με το βαθμό του Τμηματάρχη από το 1991 μέχρι 1994 και το βαθμό του Εντεταλμένου από το 1994 έως 1996, Επιθεωρητή Α' στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών και από το έτος 1996 και στο εξής με το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη – Προϊσταμένου, Προϊστάμενος του τομέα Συναλλαγματικών Ελέγχων για τις Τράπεζες της Διεύθυνσης Γ.Ε.Τ.
από το έτος 1996. Δίδαξε σε σεμινάριο που οργάνωσε η Ε.Κ.Τ.Ε. για την επιμόρφωση των στελεχών της. Γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα σε πολύ καλό επίπεδο και μέτρια τη Γερμανική. Η βαθμολογία του για τα έτη 1986, 1987, 1988 και 1989 είναι έξι: 1 και δύο 2, ενώ για το από 1-10-1988 έως 30-9-1989 διάστημα ως συμμετέχων στο κλιμάκιο ελέγχου συναλλάγματος της ως άνω Τράπεζας έλαβε και χωριστή βαθμολογία με επτά 1 και ένα 2.
Για το μεταγενέστερο διάστημα δεν τηρήθηκαν σχετικά φύλλα ποιότητας. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις που έγιναν τη 1-11-1999 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Υποδιευθυντή, το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας, παραλείποντας τον αναιρεσίβλητο, προήγαγε μεταξύ άλλων, τον αναφερόμενο ομοιόβαθμό συνάδελφό του ..., τον οποίο προτείνει προς σύγκριση.
Ο τελευταίος αυτός είχε προσληφθεί την 19-7-1976 και κατέχει το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη από 1-7-1994. Κατά το διάστημα από 1-10-1986 μέχρι 16-4-1987 η βαθμολογία του είναι επτά 1 και ένα 2, και για τα επόμενα έτη δεν βαθμολογήθηκε λόγω της ιδιότητάς του ως Προέδρου του Συλλόγου Υπαλλήλων της Τράπεζας Ελλάδος (Σ.Υ.Τ.Ε.).
Είναι πτυχιούχος Νομικής και Δημοσίου Δικαίου Πολιτικών Επιστημών. Γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα (κατέχει LOWER) και τη Γαλλική γλώσσα (με τίτλο SORBONNE ii). Παρακολούθησε τέσσερα σεμινάρια. Υπηρέτησε στη Διεύθυνση Εμπορικών Συναλλαγών μετά της Αλλοδαπής, αποσπάσθηκε στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας από 29-10-1981 και επανήλθε στο τμήμα Α' εξωτερικού Συν/τος της αναιρεσείουσας την 14-2-1983.
Από 1-8-1985 ήταν στον ως άνω Σύλλογο υπαλλήλων (Σ.Υ.Τ.Ε.). Υπηρέτησε από 20-11-1985 στο τμήμα διαχείρισης συναλλάγματος και από 16-4-1987 ήταν στον Σ.Υ.Τ.Ε. Δεν άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα. Το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς του ως άνω προαχθέντος ... και ότι εκ τούτου η πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του εμποδίστηκε εκ μέρους της αναιρεσείουσας εναντίον της καλής πίστεως.
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την κυρία βάση της αγωγής, δέχθηκε την πρώτη επικουρική βάση αυτής και αναγνώρισε ότι έπρεπε ο αναιρεσίβλητος να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-11-1999. Με βάση τα ανελέγκτως δεκτά από την προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά ως προς τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου και του ρηθέντος συναδέλφου του ...
προκύπτει υπεροχή του πρώτου ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, και την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων. Είναι ισοδύναμοι ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών. Ο συγκρινόμενος ... υπερέχει έναντι του αναιρεσιβλήτου ως προς την κατοχή τίτλων σπουδών και ως προς τη βαθμολογία κατά το διάστημα από 1-10-1986 μέχρι 16-4-1987.
Η υπεροχή του αναιρεσιβλήτου ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων δεν είναι αποφασιστικής σημασίας γεγονότα για να κριθεί ως κατάδηλη έναντι του συγκρινομένου. Ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων ο αναιρεσίβλητος άσκησε τοιαύτα προϊσταμένου υπηρεσίας από του έτους 1984 και τομέων συναλλαγματικών ελέγχων Τραπεζών από το έτος 1996, ενώ ο συγκρινόμενος δεν άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα.
Τούτο όμως, οφείλεται αποκλειστικά στην συνδικαλιστική του δραστηριότητα, η οποία, όμως, δεν μπορεί να αποτελέσει ανασχετικό της βαθμολογικής εξέλιξης του υπαλλήλου παράγοντα, όταν μάλιστα αυτός διαθέτει άλλα αξιόλογα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Αλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 20 εδ. γ' και δ' της από 4-8-1982 Σ.Σ.Ε.
μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών (ΦΕΚ 601 Τ.Β. της 19-8-1982), η οποία έχει ισχύ νόμου (άρθρο 29 παρ. 2 Ν. 1346/1982), ο χρόνος της απόσπασης των συνδικαλιστών λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία. Επομένως, η νόμιμη απασχόληση του προτεινομένου προς σύγκριση με τα συνδικαλιστικά του καθήκοντα και κατ' επέκταση με τα προβλήματα των συναδέλφων του, δεν συνιστά υπηρεσιακό μειονέκτημα για την προαγωγή του στον ένδικο βαθμό, λόγω μη ασκήσεως τραπεζικών κατά τον αντίστοιχο χρόνο.
Εντεύθεν δεν ανακύπτει, εκ των ως άνω προσόντων τους, συνολικώς εκτιμωμένων, κατάδηλη υπεροχή του αναιρεσιβλήτου έναντι του προαχθέντος .... Συνεπώς, το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε αντίθετα, κατά τα προεκτεθέντα, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 Α.Κ.
Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, πρέπει δε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 8645/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ