Legislator Case Law & Legislation
1426/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for non-compliance with supplementary appeal rules regarding specific case chapters.

Case Number 1426/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding asset disputes, ruling it procedurally inadmissible. The appellant submitted supplementary grounds alleging improper court composition, which the court found did not align with the specific chapters of the challenged decision. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Supplementary appeal grounds must relate to the same chapters or necessarily continuing ones of the challenged decision, otherwise they are inadmissible.

Keywords

AI generated
supplementary appeal grounds inadmissible appeal asset disputes procedure court composition error Chapter alignment rule legal costs award procedural compliance

Cited Legislation

AI generated
Article 614 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Code of Civil Procedure
Article 254 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 405/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1426 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1426/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα Μελίσσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μουσά.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αττικής ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ - ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΝΓΚ" (πρώην "ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΓΕΝΙΚΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ"), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" (ΙΚΑ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κοντομηνά.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου, αφού πήρε από τον Προεδρεύοντα το λόγο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το λόγο στη συνέχεια έλαβε ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, ο οποίος, ενώ αρχικά συναίνεσε, τελικά αντέλεξε στο αίτημα του αντιδίκου του. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά του Προεδρεύοντός του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2555/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2458/2015 εν μέρει οριστική και 1720/2020 τελεσίδικη του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2021 αίτησή της και τους από 7-3-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 20-5-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3543/491/20-5-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1720/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 12-2-2020), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1720/2020, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 10-7-2007 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "...", επικαλούμενη ότι είναι η πρώτη επωφελούμενη εταιρεία, που προήλθε από την διάσπαση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "..." και ότι μεταβιβάσθηκαν σ' αυτήν τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής της περιουσιακά στοιχεία της τελευταίας διασπασθείσας εταιρείας, εξέθετε, περαιτέρω, ότι υπεισήλθε, κατά τον αναφερόμενο νόμιμο τρόπο και ως εκμισθώτρια, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις, που απορρέουν από την από 18-12-1987 μισθωτική σύμβαση, με την οποία εκμισθώθηκε και παραδόθηκε στο τότε εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (I.Κ.Α.)" το περιγραφόμενο ακίνητο, ήτοι οικοπεδική έκταση 50.000 τ.μ., μετά του επ' αυτού κτιρίου, επιφανείας 604 τ.μ., που βρίσκεται στα Μελίσσια Αττικής, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1988 μέχρι 31-12-1993 και με δικαίωμα παρατάσεως για ακόμη έξι έτη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως θεραπευτήριο (νευρολογική κλινική), αντί αναλογούντος μηνιαίου μισθώματος, ανερχόμενου στο τέλος της μισθώσεως, σε ποσό 2.679,38 ευρώ, από το συνολικώς καταβαλλόμενο ποσό των 33.492,20 ευρώ για ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα των τριών κτιρίων.

Ότι, αν και, στις 31-12-1999, έληξε η συμβατική αλλά και η νόμιμη διάρκεια της επιδίκου μισθώσεως λόγω παρελεύσεως 12ετίας και το ως άνω εναγόμενο διατάχθηκε, με τελεσίδικη απόφαση, να της αποδώσει ελεύθερη την χρήση του την 1-1-2000, το τελευταίο αρνήθηκε να της αποδώσει το μίσθιο και με πρόφαση ότι θα συναινέσει στην κατάρτιση νέας μισθωτικής συμβάσεως, συνέχισε να το παρακρατεί παρανόμως και υπαιτίως, καταβάλλοντάς της ως μηνιαία αποζημίωση:

α) το ποσό των 3.922,87 ευρώ για το διάστημα από 1-6-2003 έως 31-12-2003, β) το ποσό των 4.315,16 ευρώ για το διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004, γ) το ποσό των 4.746,68 ευρώ για το διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2005, δ) το ποσό των 5.221,34 ευρώ για το διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2006 και ε) το ποσό των 5.743,48 ευρώ για το διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2007, ήτοι τα ποσά που αντιστοιχούσαν στο εκάστοτε συμβατικώς αναπροσαρμοσθέν και καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα, αν και γνώριζε ότι η μισθωτική του αξία, κάτω από συνθήκες ελευθέρας μισθώσεως, ανέρχονταν, κατά το επίδικο αυτό διάστημα (από 1-6-2003 έως 30-6-2007), σε 198.950,83 ευρώ, 204.720,4 ευρώ, 211.885,61 ευρώ, 218.665,94 ευρώ και 224.351,25 ευρώ, αντιστοίχως.

Ότι, συνεπεία της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, αυτή (ενάγουσα) απώλεσε, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα των 49 μηνών, συνολικό ποσό 10.128.707 ευρώ, που αντιστοιχεί στην διαφορά της καταβαλλόμενης μηνιαίας αποζημιώσεως χρήσεως από το ελευθέρως δυνάμενο να διαμορφωθεί μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο θα εισέπραττε εκμισθώνοντάς το σε τρίτους, εάν της είχε αποδοθεί η χρήση του μισθίου και κατά το οποίο ποσό ζημιώθηκε.

Για τον λόγο αυτόν ζήτησε, μετά από νομότυπο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Ι.Κ.Α. οφείλει να της καταβάλει ως περαιτέρω αποζημίωση το ως άνω ποσό (10.128.707 ευρώ), με τον νόμιμο τόκο από τότε που το κάθε επί μέρους μηνιαίο ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 2555/2008 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Εξάλλου, το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. υπεισήλθε ως καθολικός, εκ του νόμου, διάδοχος του αρχικώς εναγομένου μισθωτή Ι.Κ.Α. Εναντίον της ανωτέρω αποφάσεως η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την από 10-10-2011 έφεσή της.

Επ' αυτής, αρχικώς, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2458/2015 απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικώς και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και διατάχθηκε η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου οι διορισθέντες δύο πραγματογνώμονες να αποφανθούν για την μισθωτική αξία του επιδίκου μισθίου, κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα.

Μετά την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και αφού η έφεση της ενάγουσας επανήλθε με κλήση της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1720/2020 τελεσίδικη απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία η από 10-7-2007 αγωγή της ενάγουσας - εκκαλούσας απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ο οποίος στόχο έχει την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1330/2022). Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του Δικαστηρίου να λάβει υπ' όψιν κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκώς για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 246/2020, Α.Π. 447/2020, Α.Π. 558/2018, Α.Π. 1447/2017). Πάντως, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. δεν στοιχειοθετείται, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψιν, ανεξαρτήτως αν δεν έγινε δεκτός (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 983/2018). Ακόμη, ο ίδιος λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων προταθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 377/2019, Α.Π. 983/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, πέμπτο, έβδομο των αναιρετικών λόγων και το δεύτερο σκέλος του όγδοου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8, εδάφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν νομίμως από αυτήν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν ήταν δυνατή η αλλαγή της χρήσεως του μισθίου ως θεραπευτηρίου, αν και αυτή δεν ισχυρίσθηκε ότι θα το εκμίσθωνε κατά τον επίδικο χρόνο για χρήση διάφορη εκείνης του θεραπευτηρίου (πρώτος λόγος), ότι το μίσθιο βρίσκεται σε κακή κατάσταση λόγω της μεγάλης παλαιότητάς του, χωρίς να έχει ανακαινισθεί, αν και αυτή δεν ισχυρίσθηκε ότι θα το εκμίσθωνε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να το ανακαινίσει (δεύτερος λόγος), ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε χρήση και επέμβαση στο οικόπεδο των 50 στρεμμάτων, επί του οποίου κείται το μίσθιο, για κατασκευή έργου κοινωφελούς ή κοινόχρηστου χαρακτήρα, αν και αυτή δεν ισχυρίσθηκε ότι θα εκμίσθωνε το μίσθιο για κάποια απαγορευμένη χρήση (πέμπτος λόγος), ότι απαιτούνται μεγάλες δαπάνες για την ανακαίνιση του κτιρίου, αν και αυτή δεν ισχυρίσθηκε ότι θα το εκμίσθωνε χωρίς να προβεί στις αναγκαίες δαπάνες για την συντήρησή του (έβδομος λόγος) και ότι δεν θα προέβαινε στην εκμίσθωσή του χωρίς ριζική ανακαίνισή του (δεύτερο σκέλος του όγδοου λόγου).

Οι αναιρετικοί λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, καθόσον: α) οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την προαναφερθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αλλά συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεών της κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και β) υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τους λόγους αυτούς, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 314/2024, Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 553/2023). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 314/2024, Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022).

Με τον έκτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο, κατά την διάρκεια της μισθώσεως, προέβη σε σημαντικές δαπάνες για την συντήρηση και την βελτίωση του φέροντος οργανισμού των κτιρίων και του μηχανολογικού κ.λπ. εξοπλισμού του, ενώ παραθέτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, γιατί οι παραπάνω δαπάνες του αναιρεσιβλήτου δεν θα του επέτρεπαν να εκμισθώσει το επίδικο μίσθιο, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, με μίσθωμα μεγαλύτερο εκείνου, το οποίο, ως αποζημίωση χρήσεως, του κατέβαλε το αναιρεσίβλητο κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, με τον ένατο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός μεν, ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, δεχόμενη ότι λόγω του ότι το οικόπεδο, επί του οποίου κείται το μίσθιο, είναι δασική έκταση, δεν μπορεί να εκμισθωθεί, ενώ σε άλλο σημείο της ελάσσονος προτάσεώς της δέχεται ότι αυτό μπορεί να εκμισθωθεί, αφετέρου δε, ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 επ. του Ν.Δ. 86/1969, 7 παρ. 1 και 4 και 29 παρ. 2 του Ν. 2882/2001 και 1 επ. του Ν.Δ. 31/1968.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1720/2020 προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Όπως έγινε δεκτό από το Δικαστήριο τούτο (Εφετείο Αθηνών) με την εκδοθείσα υπ' αριθμ. 2458/2015 μη οριστική απόφασή του, η αρχική εταιρία (δικαιοπάροχος της ενάγουσας) με την επωνυμία "...", η οποία, με το από 18-12-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου, που καταρτίστηκε στην Αθήνα, μεταξύ αυτής και του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), εκμίσθωσε στο τελευταίο (ΙΚΑ) ένα κτιριακό συγκρότημα κείμενο στην περιοχή των Μελισσίων Αττικής, εντός του οποίου λειτουργούσε το θεραπευτήριο "...", αποτελούμενο μεταξύ άλλων και από μία εδαφική έκταση συνολικής επιφάνειας 50.000 τ.μ.

με το σε αυτήν κτίσμα συνολικής επιφάνειας 604 τ.μ. (που διέθετε ισόγειο 302 τ.μ. και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο εμβαδού επίσης 302 τ.μ.) και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας δίκης, αποκαλούμενο εφεξής στην παρούσα ως "μίσθιο ακίνητο", διασπάστηκε (η αρχική εταιρία) νόμιμα (συγκεκριμένα δυνάμει της υπ' αριθμ. 5527/22.11.1995 πράξεως διάσπασης και σύστασης ανωνύμων εταιρειών της Συμβολαιογράφου Αθηνών Π.

Α. Θ., σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 5752/1996 πράξη - διόρθωση της άνω υπ' αριθμ. ... πράξης της ίδιας Συμβολαιογράφου και της υπ' αριθμ. 7739/4.10.1999 τροποποιητικής πράξης της αυτής επίσης συμβολαιογράφου, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΜ 7372/29.1.1995 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, καταχωρήθηκε στις 29.12.1995 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών με αριθμό ...

και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 1280/27.3.1996 ΦΕΚ, τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.) με την ταυτόχρονη σύσταση πέντε νέων εταιριών, μεταξύ των οποίων είναι και η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα εταιρία με την επωνυμία ...", το καταστατικό της οποίας μαζί με εκείνα των λοιπών τεσσάρων εταίρων που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο, εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ.: 7372/29.12.1995 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, καταχωρήθηκαν στις 29.12.1995 στα μητρώα Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής και δημοσιεύτηκαν στα υπ' αριθμ. 1280/27.3.1996, 1356/3.4.1996, 1269/27.3.1996 και 1270/27.3.1996 ΦΕΚ, αντίστοιχα, τ.Α.Ε.

και Ε.Π.Ε. Πλέον ειδικότερα, η κατά τα άνω διάσπαση της αρχικής ανώνυμης εταιρείας (αρχική εκμισθώτριας) με την ταυτόχρονη σύσταση των πέντε ανώνυμων εταιριών (επωφελούμενων), έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 81 επ. του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", οι οποίες προστέθηκαν σε αυτόν με το άρθρο 14 του π.δ. 498/1987 προς εναρμόνιση της Ελληνικής Νομοθεσίας με τα άρθρα 1,2 και 21 της τρίτης οδηγίας της ΕΟΚ, ενώ με την ίδια πράξη διάσπασης, όπως αυτή διορθώθηκε και τροποποιήθηκε και για την οποία τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες διατυπώσεις, ώστε από τις άνω δημοσιεύσεις να επέρχονται τα έννομα αποτελέσματά της, μεταβιβάστηκε κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής στην προδιαληφθείσα πέμπτη επωφελούμενη εταιρία ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα το ανωτέρω επίδικο μίσθιο ακίνητο (που απαρτίζει τμήμα του μισθίου συγκροτήματος), δηλαδή η εδαφική έκταση των 50.000 τ.μ., εντός της οποίας βρίσκεται το μίσθιο διώροφο, συνολικής επιφάνειας 604 τ.μ., κτίριο, το οποίο λειτουργούσε ως νευρολογική κλινική κατά τα συμφωνηθέντα.

Παράλληλα, με την ίδια πράξη μεταβιβάστηκε στην άνω επωφελούμενη ενάγουσα εταιρεία (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) "...", η ενοχική σχέση της επίμαχης μισθωτικής σύμβασης και έτσι υπεισήλθε στη μίσθωση του προαναφερόμενου μίσθιου ακινήτου, ως οιονεί καθολικός διάδοχος της αρχικής εκμισθώτριας. Εξάλλου, το ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Γ.Ν.Α. ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ - ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΝΓΚ", υπεισήλθε στην ήδη εκκρεμούσα κατ' έφεση δίκη ως καθολικός, εκ του νόμου, διάδοχος του αρχικώς εναγομένου και εφεσίβλητου μισθωτή ΙΚΑ, καθόσον το τελευταίο εντάχθηκε σ' αυτό με τις διατάξεις του άρθρου 32 παρ. 1, 2, 5 και 6 του Ν. 3198/2011, και κατά νομική αναγκαιότητα υπεισήλθε και σε όλα τα εκ της ως άνω μισθωτικής σχέσης απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Μετά την κατάρτιση της ένδικης αυτής μισθωτικής σύμβασης το μίσθιο ακίνητο (κτίριο επιφάνειας 604 τμ.) παρελήφθη από το αρχικό εναγόμενο ΙΚΑ, το οποίο έκτοτε χρησιμοποίησε, ως μισθωτής, για τη στέγαση και λειτουργία Νευρολογικής Κλινικής. Ωστόσο, η ένδικη αυτή μίσθωση έληξε στις 31-12-1999, με την παρέλευση του συμβατικού και νόμιμου χρόνου της μίσθωσης (ήτοι 12ετίας) και διατάχθηκε η απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου την 1-1-2000 με την υπ' αριθμ. 6202/2013 κατά παραπομπή αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε μετά τη δημοσίευση των υπ' αριθμ. 827/2011 και 828/2011 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, εκ των οποίων ειδικότερα η πρώτη δέχθηκε εν μέρει την αίτηση αναιρέσεως της ενάγουσας - εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας - εκμισθώτριας, κατά της υπ' αρ. 1799/2003 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο ΙΚΑ - μισθωτής ν' αποδώσει το μίσθιο, την 1-1-2000, λόγω λήξης της μίσθωσης μετά την πάροδο 12ετίας, στις 31-12-1999, υπό τον όρο καταβολής προς αυτό από την ενάγουσα - εκμισθώτρια, του ποσού των 61.131 ευρώ ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής (κατ' άρθρο 60 του π.δ. 34/1995, και αναίρεσε αυτή μόνον κατά το μέρος που αφορούσε το κεφάλαιο της επιδικασθείσας ως άνω αποζημίωσης, κρίνοντας ότι έσφαλε που δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 61 του π.δ. 34/1995 στην οποία αναφέρεται ρητώς ότι μεταξύ των περιπτώσεων που εξαιρούνται από το γενικό κανόνα της υποχρέωσης προς αποζημίωση, όταν στο μίσθιο δεν ασκείται εμπορική δραστηριότητα, είναι και η περίπτωση των κλινικών του ΙΚΑ, όπως και στην προκειμένη υπόθεση εφόσον ο μισθωτής της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, το ΙΚΑ, χρησιμοποιούσε το μίσθιο ως Θεραπευτήριο - Κλινική, χωρίς να διενεργεί σ' αυτό εμπορικές πράξεις, ενώ με την δεύτερη απόφαση απορρίφθηκε η αναίρεση του εναγομένου - εφεσιβλήτου ΙΚΑ κατά της αυτής ως άνω εφετειακής αποφάσεως.

Συνεπώς απορρέει δεδικασμένο απ' αυτήν ως προς το ζήτημα της λήξης της ένδικης μίσθωσης, την 31-12-1999 και του λόγου λύσεως αυτής, το οποίο δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο και λαμβάνεται υπόψη, αυτεπαγγέλτως, απ' αυτό (άρθρο 333 ΚΠολΔ). Μετά ταύτα, το ήδη εφεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γ.Ν.Α., ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ - ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΝΓΚ", καίτοι είχε υποχρέωση, ως καθολικός διάδοχος του αρχικά εναγομένου ΙΚΑ, να αποδώσει στην ενάγουσα εταιρεία τη χρήση του μισθίου από την επόμενη της λήξης της μίσθωσης, ήτοι από 1-1-2000, κατά τα προαναφερόμενα, αυθαιρέτως παρακράτησε και χρησιμοποίησε το μίσθιο με την ίδια ως άνω χρήση ήτοι για στέγαση Νευρολογικής Κλινικής, χωρίς δικαίωμα, έκτοτε συνεχώς και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-6-2003 μέχρι 30-6-2007, καταβάλλοντας σ' αυτήν ως αποζημίωση χρήσης, τα πιο κάτω ποσά, που αντιστοιχούσαν στα αναπροσαρμοσθέντα, κατά τα συμφωνηθέντα, μισθώματα:

α) το ποσό των 3.922,87 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από 1-6-2003 έως 31-12-2003, και συνολικά σε 27.460,09 ευρώ, β) το ποσό των 4.315,16 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004, ήτοι συνολικά σε 51.781,92 ευρώ, γ) το ποσό των 4.746,68 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2005, ήτοι συνολικά σε 56.960,16 ευρώ, δ) το ποσό των 5.221,34 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2006, ήτοι συνολικά σε 62.656,08 ευρώ και ε) το ποσό των 5.743,48 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2007, ήτοι σε 34.460,88 ευρώ.

Ως προς τον προβαλλόμενο ισχυρισμό του εφεσίβλητου ΝΠΔΔ, μισθωτή, κατά την παρούσα επαναλαμβανομένη συζήτηση, κατά την οποία ερευνάται η πρόκληση ή μη στην ενάγουσα περαιτέρω ζημίας από την εκ μέρους του παράνομη παρακράτηση του μίσθιου ακινήτου, ότι η μη απόδοση του μισθίου ακινήτου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, αλλά στο γεγονός ότι η ενάγουσα - εκμισθώτρια δεν του έχει καταβάλει την με την ως άνω εφετειακή απόφαση (1799/2003) επιδικασθείσα αποζημίωσή του για άυλη εμπορική αξία, πρέπει να λεχθεί ότι, εφόσον η ως άνω απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου έπρεπε να λάβει χώρα κατά τον χρόνο λήξης της μίσθωσης, χωρίς προηγουμένως η ενάγουσα εκμισθώτρια να καταβάλει αποζημίωση, για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας, όπως με ισχύ δεδικασμένου μεταξύ των διαδίκων κρίθηκε με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 6202/2013 κατά παραπομπή εκδοθείσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, παρέπεται ότι η εκ μέρους του ΙΚΑ παρακράτηση του μισθίου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν παράνομη και υπαίτια, οπότε γεννάται, κατά το άρθρο 601 Α.Κ., υποχρέωση προς αποζημίωση της εκμισθώτριας - ενάγουσας, που περιλαμβάνει αφενός μεν το συμβατικό μίσθωμα χωρίς απόδειξη οποιοσδήποτε ζημίας, αλλά επιπλέον, και κάθε άλλη ζημία που τυχόν (κριθεί ότι) υπέστη η τελευταία (ενάγουσα - εκμισθώτρια) από την παράνομη αυτή παρακράτηση.

Δηλαδή το εναγόμενο ΝΠΔΔ - μισθωτής ευθύνεται στην καταβολή, εκτός από το ως άνω συμφωνημένο μίσθωμα, που έχει ήδη καταβάλει στην ενάγουσα - εκμισθώτρια για αυτό το επίδικο διάστημα και στην καταβολή του επιπλέον ποσού που τυχόν θα κριθεί ότι μπορούσε να επιτύχει ως μίσθωμα η τελευταία, εάν της είχε παραδοθεί έγκαιρα η χρήση του ακινήτου της κατά το ως άνω επίδικο διάστημα, δηλαδή υπό την προϋπόθεση ότι η ανωτέρω καταβαλλόμενη αποζημίωση χρήσης, κριθεί ότι υπολείπεται του ελευθέρως δυνάμενου να διαμορφωθεί μισθώματος, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα - εκμισθώτρια, αρνείται δε το εναγόμενο ΝΠΔΔ - μισθωτής.

Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι, η επίμαχη εδαφική έκταση των 50.000 τ.μ. με το εντός αυτής υπάρχον μίσθιο διώροφο κτίσμα, όπου λειτουργούσε Νευρολογική Κλινική, βρίσκεται όπως προαναφέρθηκε στα Μελίσσια Αττικής, που είναι μια περιοχή πλούσια σε πράσινο, το μεγαλύτερο τμήμα της έχει χρήση αμιγούς κατοικίας και στα κεντρικά τμήματα γενικής κατοικίας, όμως συνεχίζοντας την παράδοση στις υπηρεσίες υγείας, φιλοξενεί πολλά νοσοκομεία όπως το Σισμανόγλειο στα σύνορα με τα Βριλήσσια και το Μαρούσι, το Αμαλία Φλέμινγκ (που δημιουργήθηκε το 1986 από την ενοποίηση τριών πρώην ιδιωτικών κλινικών, εκ των οποίων ήδη η πτέρυγα Μπόμπολα έκλεισε και η Πτέρυγα Τσαγκάρη υπολειτουργεί δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα), και το ιστορικό Παπαδημητρίου (1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ "...").

Γενικά δεν διαθέτει πολλούς διαμορφωμένους επισκέψιμους χώρους, καθώς τα άλση της περιοχής βρίσκονται πέριξ των νοσοκομείων και των ρεμάτων, στο κεντρικό πάρκο της πόλης δεν έχουν ξεκινήσει έργα ανάπλασης, ενώ οι καφετέριες, κέντρα αναψυχής, καταστήματα στη συντριπτική τους πλειοψηφία, βρίσκονται κατά μήκος των κεντρικών μεγάλων δρόμων και στην υπόλοιπη περιοχή είναι ελάχιστα.

Επίσης ο Δήμος αυτός αποτελεί μεν οδικό πέρασμα προς την Ανατολική Αττική, όμως δεν εξυπηρετείται επαρκώς συγκοινωνιακά, οι περισσότερες γειτονιές έχουν αραιότατη εξυπηρέτηση από τον ΟΑΣΑ και οι πλησιέστεροι σταθμοί του μετρό είναι αυτοί της Δουκίσσης Πλακεντίας και ο σταθμός του προαστιακού σιδηροδρόμου "..." στα ΝΑ και του Αμαρουσίου στα δυτικά, που είναι αρκετά μακριά από την περιοχή των Μελισσίων, καθιστώντας δύσκολη την πρόσβαση στους δημότες χωρίς όχημα.

Προσέτι, με βάση το από 11-6-2007 Προεδρικό Διάταγμα που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 290/ΑΑΠ/6-7-2007 εγκρίθηκε η τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Μελισσίων και ειδικότερα στο χώρο για την ανέγερση νοσηλευτικών ιδρυμάτων (επίμαχο Νοσοκομείο Παπαδημητρίου) με τη δημιουργία επιμέρους οικοδομικών τετραγώνων και δη α) του 98Γ για χρήση αμιγούς κατοικίας, β) του 98Βγια δημιουργία χώρου περίθαλψης, που ενδιαφέρει εν προκειμένω και εντός του οποίου βρίσκεται η επίμαχη έκταση των 50.000 τμ με το υπάρχον μίσθιο κτίριο και γ) των κοινόχρηστων χώρων - αλσών (δάσος) και πεζοδρόμων (Κ.Χ.98 και ΚΧ98 Α), ενώ ορίστηκε ακόμη ότι ο περιβάλλων αυτός χώρος των 50.000 τμ. (που εμπίπτει σχεδόν ολόκληρη η έκταση στο ευρύτερο Ο.Τ. 98), έχει δασικό χαρακτήρα (τμήμα του παλαιού πευκοδάσους Μελισσίων - Πεντέλης) με πυκνή κάλυψη από πεύκα, κυπαρισσοειδή, ευκάλυπτους σχίνα κλπ, και απαγορεύεται οποιαδήποτε χρήση και οποιαδήποτε επέμβαση για κατασκευή έργου κοινωφελούς ή κοινόχρηστου χαρακτήρα, όπως ακριβώς ίσχυε και πριν την έκδοση του ως άνω π.δ.

Επιπλέον, σύμφωνα με τη Γενική Διεύθυνση Πολεοδομίας Αττικής, μετά τη σχετική γνωμοδότηση του νομοθετικού τμήματος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής, δεν επιτρέπεται αδιαμφισβήτητα η αλλαγή χρήσης του μισθίου διώροφου κτιρίου (Νευρολογική Κλινική) και η περαιτέρω οικοδόμηση της έκτασης, παρά επιτρέπεται μόνο η επισκευή των υπαρχόντων κτιριακών όγκων.

Στους χώρους δε αυτούς των νοσηλευτικών ιδρυμάτων επιτρέπεται η επισκευή, ανακαίνιση και εκσυγχρονισμός των υπαρχόντων κτισμάτων και η επέκτασή τους με κτίσματα συνολικής επιφάνειας ορόφων το πολύ μέχρι 10% της δομημένης επιφάνειας και εφόσον οι επεκτάσεις θα εξυπηρετούν τις ανάγκες του νοσηλευτικού ιδρύματος και μόνον, ενώ στην περίπτωση που πάψουν να λειτουργούν ως νοσηλευτικές μονάδες, οι μόνες επιτρεπόμενες χρήσεις που μπορούν να έχουν είναι αυτές των κοινωνικών Εξυπηρετήσεων.

Αναφορικά με την κατάσταση του μίσθιου διώροφου κτιρίου, το οποίο έπαυσε να λειτουργεί ως νευρολογική Κλινική από το 2012, αποδεικνύεται από το σύνολο του προσκομιζόμενου αποδεικτικού υλικού, ότι πρόκειται για πεπαλαιωμένο κτίσμα, που η κατασκευή του ανατρέχει προ του έτους 1950, χρησιμοποιείται ως θεραπευτήριο - κλινική από το έτος 1965, που είχε μισθωθεί και πάλι από το αρχικό εναγόμενο ΙΚΑ και έκτοτε συνεχώς ως νοσηλευτικό ίδρυμα, με καθημερινή χρήση από εκατοντάδες άτομα και γενικά βρίσκεται σε κάκιστη κατάσταση κυρίως τα οικοδομικά τους στοιχεία και οι ηλεκτρομηχανολογικές του εγκαταστάσεις.

Ειδικότερα είναι κτίσμα πεπαλαιωμένο (παλαιάς τεχνολογίας) και το ΙΚΑ υποβλήθηκε σε πολύ μεγάλες δαπάνες για την αναγκαία και μόνο συντήρησή του ώστε να καταστεί λειτουργικό, δεν διέθετε ανελκυστήρες, υπήρχε παλαιότατη εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης με συνέπεια να δημιουργεί σοβαρά λειτουργικά προβλήματα και να απαιτούνται συνεχώς από το ΙΚΑ σημαντικές δαπάνες για την αποκατάσταση των βλαβών του και τη συντήρησή του, δεν διαθέτει το κτίριο κεντρικό κλιματισμό και η ψύξη γινόταν με την τοποθέτηση από το ΙΚΑ μονάδων κλιματισμού, οι εσωτερικοί χώροι και εγκαταστάσεις (ήτοι τοίχοι, δάπεδα, υδραυλικές, αποχετευτικές και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις κλπ.), έχουν φθαρεί από τη συνήθη πολυετή χρήση τους, μερικά των οποίων επισκευάστηκαν και ανακαινίστηκαν με δαπάνες του ΙΚΑ μισθωτή, ενώ κατά τους σεισμούς του 1999 υπέστη φθορές (ρωγμές στην τοιχοποιία κλπ) που εν μέρει επισκευάστηκαν με δαπάνες και πάλι του τελευταίου, ακόμη δεν διέθετε πυρασφάλεια, ενώ ουδέποτε έγιναν εργασίες ανακαίνισης του μίσθιου κτιρίου από την ενάγουσα εκμισθώτρια και τη δικαιοπάροχό της, με συνέπεια να βαρύνεται το ΙΚΑ ως μισθωτής με μεγάλες δαπάνες για την αποκατάσταση των εμφανιζομένων λόγω παλαιότητας σοβαρών κτιριακών του προβλημάτων και λειτουργικών ελλείψεων.

Εξάλλου τις ως άνω σοβαρές λειτουργικές ελλείψεις, τα μεγάλα προβλήματα των οικοδομικών στοιχείων και ηλεκρομηχανολογικών εγκαταστάσεων των κτιρίων του εν λόγω Νοσοκομείου και την αναγκαιότητα ανακαίνισης και εκσυγχρονισμού του, αποδέχθηκαν και οι κατά το έτος 2000 ιδιοκτήτες αυτού, σε έγγραφες επιστολές προς το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ μισθωτή καθόν χρόνο διαπραγματεύονταν μεταξύ τους την εκ νέου μίσθωση των κτιριακών αυτών εγκαταστάσεων από το ίδιο (ΙΚΑ), όπως άλλωστε και δεν αμφισβητείται, και ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο διευθύνων σύμβουλος της εκμισθώτριας εταιρίας "….

ΑΕ", Α. Λ. αναγράφει στον τότε Διοικητή του ΙΚΑ ότι "το κτίριο του Νοσοκομείου είναι παλαιό και η συνέχιση της λειτουργίας - χρήσης του ως Θεραπευτήριο προϋποθέτει σοβαρές επεμβάσεις" (βλ. προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από το εφεσίβλητο ως σχετ. με αριθμ. 7 και 7α έγγραφα, καθώς και τις από 24-5- 2000 έγγραφες επιστολές του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της ως άνω εκμισθώτριας εταιρίας Α.

Λ. και του Π. Μ. προς τον Διοικητή του ΙΚΑ Μ. Ν. - ως σχετ. 23 και 24), ενώ από το προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από το εφεσίβλητο με αρ. πρωτ. 1316/10-4-2009 έγγραφο των εργαζομένων στο 1o Νοσοκομείο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (περιλαμβανομένου και του επίμαχου κτιρίου της Νευρολογικής Κλινικής) προς τον Διοικητή του ΙΚΑ, προκύπτει ότι και οι εργαζόμενοι σ' αυτό (ΙΚΑ) επισημαίνουν ως θέμα ότι "το υπάρχον κτίριο είναι υπό κατάρρευση, χωρίς επισκευή.

Προ εβδομάδας έκλεισαν πέντε (5) θάλαμοι λόγω προβλημάτων στο υδραυλικο-αποχετευτικό σύστημα με αδυναμία επισκευής και τέσσερις (4) θάλαμοι παραμένουν κλειστοί λόγω επισκευών από μηνών... Το κτήριο όπου στεγαζόταν η Νευρολογική Κλινική είναι κλειστό από τετραετίας...". Επισημαίνεται ακόμη ότι, από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από το εφεσίβλητο ΝΠΔΔ α) υπ' αριθμ. 624/2001 Γνωμοδότηση του Συμβουλίου του Κράτους, και β) την υπ' αρ. 3433/2008 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθίσταται σαφές ότι τόσον το μίσθιο όσο και το πλησίον αυτού ευρισκόμενο Κεντρικό Κτίριο, δεν είχαν άδεια λειτουργίας θεραπευτηρίου και η αρχικά εκδοθείσα υπ' αρ. 18822/23-8-1929 Υπουργική Απόφαση άδειας λειτουργίας των κτιρίων αυτών ως γενική ιδιωτική κλινική με την επωνυμία "... ... ...

ΑΕ", είχε παύσει να ισχύει τουλάχιστο από το 1987 που μισθώθηκαν αυτά από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ που είναι ΝΠΔΔ και λειτούργησαν ως Θεραπευτήριο. Και πλέον ειδικότερα αναφέρεται επί λέξει στην ως άνω γνωμοδότηση ότι "έχει παύσει εκ των πραγμάτων να λειτουργεί η ιδιωτική κλινική, για την οποία είχε χορηγηθεί η άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας, κατέστη αυτή (άδεια) ανενεργής κατά το κρίσιμο χρόνο 1991, ακόμα...και αν το ακίνητο το εγκαταλείψει το ΙΚΑ και πάλι αφού δεν υπάρχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτου...και δεν δύναται νόμιμα να αναθεωρηθεί η αρχική άδεια λειτουργίας και να υπαχθεί αυτή στις διατάξεις του Π.Δ. 235/2000", στη δε απόφαση του ΣτΕ, αναφέρεται και πάλι επί λέξει ότι "Η αρχική άδεια λειτουργίας ιδιωτικής κλινικής, η οποία, ως πράξη προσωποπαγής και πραγματοπαγής αφορούσε στην παροχή νοσηλευτικών υπηρεσιών από συγκεκριμένο ιδιωτικό φορέα σε συγκεκριμένο χώρο, είχε παύσει εκ των πραγμάτων να ισχύει το αργότερο από 18-12-1987, που λειτουργεί έκτοτε ως θεραπευτήριο του ΙΚΑ που είναι ΝΠΔΔ, και δεν ανήκει ούτε στις περιπτώσεις του άρθρου 149 Ν. 2071/1992, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 53 παρ. 4 Ν. 1892/1990 και δεν καταλαμβάνεται ούτε από τις ρυθμίσεις του π.δ. 235/2000" και στο τέλος αποφαίνεται ότι είναι νομίμως αιτιολογημένη η απόρριψη της από 12-2-2001 αιτήσεως αναθεωρήσεως της ρηθείσας άδειας λειτουργίας από την αιτούσα εταιρία με την επωνυμία "... ... ...

ΑΕ" (ως εκμισθώτρια και ιδιοκτήτρια). Εξάλλου για τον προσδιορισμό του μηνιαίου μισθώματος το οποίο θα μπορούσε η ενάγουσα - εκμισθώτρια να εισπράξει εκ της εκμισθώσεως σε τρίτο του επίδικου μισθίου διώροφου κτιρίου της και μάλιστα υπό καθεστώς ελευθέρας μισθώσεως, συνακόλουθα δε και για τον υπολογισμό της, εκ αιτίας αυτής, αποθετικής της ζημίας, μετ' αφαίρεση της καταβληθείσας αποζημίωσης χρήσεως για το επίδικο χρονικό διάστημα, η ίδια (ενάγουσα) υποστηρίζει ότι με βάση τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό θα ανερχόταν αυτό (μίσθωμα) στα ακόλουθα χρηματικά ποσά:

Ειδικότερα: α) από 1-6-2003 έως 31-12-2003 στο ποσό των 198.950,83 ευρώ, β) από 1-1-2004 έως 31-12-2004 στο ποσό των 204.720,4 ευρώ, γ) από 1-1-2005 έως 31-12-2005 στο ποσό των 211.885,61 ευρώ, δ) από 1-1-2006 έως 31-12-2006 στο ποσό των 218.665,94 ευρώ και ε) από 1-1-2007 έως 30-6-2007 στο ποσό των 218.665,94 ευρώ. Προς απόδειξη δε του αγωγικού αυτού ισχυρισμού της ήτοι για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας του μίσθιου κτιρίου των 604 τμ., προσκομίζει και επικαλείται τα ακόλουθα συγκριτικά στοιχεία:

Α) την από 16-1-2015 Έκθεση Εκτίμησης αγοραίας μισθωτικής αξίας ακινήτων κλινικής για την περίοδο 2000-2007, που εκπόνησαν οι εκτιμητές Σ. Ρ. και Γ. Κ. και σύμφωνα με την οποία τα εκτιμώμενα αγοραία μισθώματα για το επίμαχο μίσθιο κτίριο της "ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ" ανέρχονται ετησίως: 1) για το έτος 2003 σε 190.000 ευρώ, 2) για το έτος 2004 σε 190.000 ευρώ, 3) για το έτος 2005 σε 199.000 ευρώ, 4) για το έτος 2006 σε 215.000 ευρώ, και για το έτος 2007 και 190.000 ευρώ, ενώ για συγκριτικά στοιχεία, μεταξύ άλλων, ειδικότερα έλαβαν υπόψη τα πιο κάτω ακίνητα που έχει μισθώσει το ΙΚΑ στην Αττική, όπως επί λέξει αναφέρουν: "κτίριο επιφάνειας 556 τμ στο Μαρούσι, επί της οδού ..., με καταβαλλόμενο μίσθωμα 8.253 ευρώ μηνιαίως και ανά τ.μ. 14,8 ευρώ, ευρισκόμενο σε καλή κατάσταση, κατασκευής 2000, πλέον υπογείου 475 τμ., β) κτίριο επιφάνειας 596 τμ.

στην Κηφισιά, επί της Λεωφόρου ..., με καταβαλλόμενο μίσθωμα 12.300 ευρώ μηνιαίως και ανά τ.μ. 20,6 ευρώ, πρόκειται για όροφο σε επαγγελματικό κτίριο που στεγάζει διοικητικές υπηρεσίες, νεόδμητο, πλέον υπογείου 170 τμ., γ) κτίριο επιφάνειας 2.163 τμ., στην Αθήνα και επί των οδών ..., με καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα 36.781 ευρώ και ανά τμ. 17 ευρώ, σε καλή κατάσταση, έτος κατασκευής 2000 πλέον υπογείου 1.560 τμ.

Και δ) κτίριο επιφάνειας 920 τμ. στην περιοχή Ζωγράφου επί της ..., με καταβαλλόμενο μίσθωμα 7.576 ευρώ μηνιαίως και ανά τ.μ. 8,2 ευρώ, βρίσκεται σε καλή κατάσταση, χρησιμοποιείται ως γραφεία, πλέον υπογείου 130 τμ., άρα το μέσο καταβαλλόμενο μίσθωμα (ευρώ/τμ. το μήνα) το 2014 σε 15,2 και με αναγωγή του μισθώματος το 2007 σε 32,2 και μηνιαίο μίσθωμα για την ...

ΑΟΤΚΕ (εκμισθώτρια, ενάγουσα) σε 19.431 ευρώ". Όμως τα ανωτέρω ακίνητα δεν προσφέρουν στην αποδεικτική διαδικασία, εφόσον έχουν παντελώς διάφορη χρήση από το μίσθιο κτίριο (που λειτουργεί ως θεραπευτήριο), είναι νεόδμητα τα πρώτο και τρίτο εξ αυτών (έτους κατασκευής 2000 ήτοι πρόσφατης και σύγχρονης κατασκευής, επομένως εκσυγχρονισμένα και αντισεισμικά), σε αντίθεση με το επίδικο ακίνητο (μίσθιο) το οποίο είναι πολύ παλαιότερης κατασκευής (προ του 1950) με παντελή έλλειψη ανακαίνισης, που σαφώς επηρεάζει την μισθωτική αξία, δηλαδή λειτουργεί αρκετά απομειωτικά αυτής, επίσης με διαφορετική επιφάνεια κυρίως το τρίτο (των 2.163 τμ.

πλέον υπογείου 1.460τμ) και επιπλέον βρίσκονται σε προνομιακή θέση από άποψη προσβασιμότητας, επισκεψιμότητας και κίνησης, τουλάχιστον τα δύο εξ αυτών ακίνητα, αφού βρίσκονται σε πολύ μεγάλες λεωφόρους Κηφισίας (στο ύψος της Κηφισιάς) και Παπάγου, το δε τρίτο ακίνητο στην Αθήνα, επί της οδού Πανόρμου, που είναι κεντρικότατος και εμπορικότατος δρόμος.

Όσον αφορά τα αναφερόμενα νοσοκομεία- κλινικές Ερρίκος Ντυνάν, Ευρωκλινική Αθηνών, Ευρωκλινική Παίδων και Υγεία, δεν αποτελούν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, αφού είναι παντελώς διάφορα του επιδίκου ακινήτου κατά έκταση, κλίνες, αίθουσες, έτους κατασκευής (2000, 1998, 2002 και 1973 αντίστοιχα) και κυρίως βρίσκονται όλα σε πολύ καλή κατάσταση και σαφώς εκσυγχρονισμένα, ανταποκρινόμενα στις ανάγκες των κλινικών, σε αντίθεση με εκείνη του μίσθιου, όπως προαναφέρθηκε.

Άλλωστε και οι ίδιοι οι προμνησθέντες εκτιμητές αναφέρουν, για το επίδικο μίσθιο κτίσμα, χαρακτηριστικά ότι "Κατά την επίσκεψή μας, η οποία διενεργήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 2014, στη γειτονικά και στα όρια του ακινήτου, διαπιστώθηκε ότι οι υπό εκτίμηση ιδιοκτησίες βρίσκονται σε μέτρια έως κακή συντήρηση, ενώ σε μερικά σημεία φαίνεται τουλάχιστον εξωτερικά ότι υπάρχουν σημάδια φθοράς και εγκατάλειψης" και καταλήγουν ότι "Γενικώς θα λέγαμε ότι λόγω παλαιότητας και παρατεταμένης χρήσης, χρήζει ανακαίνισης", δηλαδή επιβεβαιώνουν ότι λόγω της πολύ κακής κατάστασή τους, αναγκαία προϋπόθεση για την περαιτέρω εκμίσθωσή τους είναι η σημαντική ανακαίνισή τους, για την οποία κατά λογική αναγκαιότητα απαιτούνται και μεγάλες δαπάνες, και Β) την από 13-6-2000 έκθεση προσδιορισμού ευλόγου μισθώματος του πρώτου Νοσοκομείου ΙΚΑ Μελισσίων της εταιρείας με την επωνυμία "...", κατά την οποία το εύλογο μηνιαίο μίσθωμα που θα εισέπραττε η ενάγουσα σε ελεύθερη μίσθωση με βάση την αξία του οικοπέδου (50 στρεμμάτων) και του εντός αυτού κτίσματος (επιφάνειας 604 τμ.) ανέρχονταν κατά την επίδικη περίοδο και δη το έτος 2003 στο ποσό των 263.739,62 ευρώ μηνιαίως, και τα επόμενα έτη 2004, 2005, 2006 και 2007, αντίστοιχα, στα ποσά των 264.408,49 ευρώ, των 287.273,56 ευρώ, των 321.015,75 ευρώ και των 340.918,65 ευρώ.

Ωστόσο αυτή δεν μπορεί να προσφέρει στην αποδεικτική διαδικασία καθόσον δεν προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη η πολύ μεγάλη παλαιότητα του μισθίου κτίσματος, η σοβαρή φθορά του από την πολυετή συνεχή χρήση ως νοσοκομείο και η μη ανακαίνισή του και ανακατασκευή από τους εκμισθωτές, ενώ ιδιαίτερα επισημαίνεται ότι με την τροποποίηση το 2007 του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Μελισσίων, όπως προαναφέρθηκε, η έκταση των 50.000 τμ. (εντός της οποίας είναι το μίσθιο κτίσμα) εμπίπτει στο Ο.Τ. 98Β και είναι δασική διεπόμενη από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, οπότε απαγορεύεται οποιαδήποτε χρήση της καθώς και οποιαδήποτε επέμβαση για την κατασκευή έργου Κοινωφελούς ή κοινόχρηστου χαρακτήρα και συνακόλουθα δεν είναι δυνατή η περαιτέρω εκμίσθωσή της.

Το εναγόμενο ΝΠΔΔ- εκμισθωτής, προσκομίζει μετ' επικλήσεως τις από 8-3-2017 και 16-2-2019 Τεχνικές Εκθέσεις επί της μισθωτική αξίας του κτιριακού συγκροτήματος πρώην 1ου Νοσοκομείου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που συντάχθηκαν κατ' εντολή του από τον πολιτικό μηχανικό Δ. Δ. και τον ηλεκτρολόγο μηχανικό Ν. Γ., σύμφωνα με τις οποίες κατάλληλο συγκριτικό στοιχείο είναι το νοσοκομείο ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΝΓΚ, που βρίσκεται στην περιοχή Μελισσίων και είναι όμορο με το νοσοκομείο ..., κατασκευάστηκε το 1945, ενώ έγινε ανακαίνιση και επέκταση του το 1988, έχει επιφάνεια 6.144 τ.μ., μετά των βοηθητικών χώρων, ανέρχεται σε 9.852 τ.μ., το δε μηνιαίο μίσθωμα το έτος 2003 ανερχόταν σε 47.868 ευρώ ήτοι 7,80 ευρώ/ανά τ.μ. (47.868 ευρώ : 6.144 τ.μ.) και το 2017 (ανερχόταν) σε 34.512 ευρώ ήτοι 5,6 ευρώ ανά τ.μ.

Επίσης, οι διορισθέντες με την ως άνω (2458/2015) μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πραγματογνώμονες, α) Β. Γ. Θ., διπλωμ. πολιτικός μηχανικός και β) η Α. Π. πολιτικός μηχανικός, στις με αριθμ. πράξεις εγχειρίσεως 15 και 16/30-1-2018 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης τους, έχοντας λάβει υπόψη τους όλα τα έγγραφα και στοιχεία που τους παρέδωσαν οι διάδικοι και αφού διενήργησαν αυτοψίες στο μίσθιο κτίριο, αναφέρουν ως συγκριτικά στοιχεία, ο μεν πρώτος (Β.

Γ. Θ.) τα εξής: α) το νοσοκομείο Θείας Πρόνοιας Η Παμμακάριστος, επιφάνειας 3.748,2 τμ, στην Αθήνα, τα έτη 2003-2007, δήλωνε μηνιαίο μίσθωμα κατά το επίδικο διάστημα από 2003 έως και 2007, αντίστοιχα, 59.531,19 ευρώ, (ήτοι ανά τμ 15,88 ευρώ), 61.971,97 ευρώ (ήτοι ανά τμ 16,53 ευρώ), 64.512,82 ευρώ (ήτοι ανά τμ 17,21 ευρώ), 67.222,36 ευρώ (ήτοι ανά τμ 17,93 ευρώ), 69.844,03 ευρώ (ήτοι ανά τμ 18,63 ευρώ), β) το Γ.Ν.Ν.

ΙΩΝΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΕΙΟ- ΠΑΤΗΣΙΩΝ (πρώην ΙΚΑ), πενταόροφο, επιφάνειας 4.222 τμ., που το εκτιμώμενο (με βάση τα καταβληθέντα αναφερόμενα μισθώματα των επομένων ετών και του ΔΤΚ) μηνιαίο μίσθωμα ανέρχονταν, αντίστοιχα, σε 25.925,99 ευρώ (ήτοι ανά τμ 6,14 ευρώ), 26.677,84 ευρώ (ήτοι ανά τμ 6,32 ευρώ), 27.744,96 ευρώ (ήτοι ανά τμ 6,57 ευρώ), 28.632,80 ευρώ (ήτοι ανά τμ 6,78 ευρώ) και 29.405,88 ευρώ (ήτοι ανά τμ 6,96 ευρώ), γ) το ΙΚΑ-ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ ΑΡ.10- Ν.

ΕΡΥΘΡΑΙΑ, επιφάνειας 872 τμ., που σύμφωνα με το από 27-11-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα ήταν για τα επόμενα δύο έτη στο ποσό των 15.847 ευρώ ήτοι ανά τ.μ. 18,17 ευρώ και αναπροσαρμοζόμενο κατά τα συμφωνηθέντα με βάση το δείκτη τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ), κατά το επίδικο διάστημα, σε 15.847 ευρώ, (ήτοι ανά τμ 18,17 ευρώ), 16.306,56 ευρώ (ήτοι ανά τμ 18,70 ευρώ), 16.958,83 ευρώ (ήτοι ανά τμ 19,45 ευρώ), 17.501,51 ευρώ (ήτοι ανά τμ 20,07 ευρώ) και 17.974,05 ευρώ (ήτοι ανά τμ 20,61 ευρώ), αντίστοιχα, δ) το ΙΚΑ-ΛΕΩΦ. ...Σ ΑΡ.132-ΒΡΙΛΗΣΣΙΑ, επιφάνειας 580 τμ.

που το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα με βάση τη συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή κατά το ΔΤΚ, ανέρχονταν κατά το επίδικο διάστημα, σε 8.176,35 ευρώ, (ήτοι ανά τμ 14,10 ευρώ), 8.413,46 ευρώ (ήτοι ανά τ.μ 14,51 ευρώ), 8.750 ευρώ (ήτοι ανά τμ 15,09 ευρώ), 8.750 ευρώ (ήτοι ανά τμ 15,09 ευρώ) και 9.073,75 ευρώ (ήτοι ανά τμ. 15,64 ευρώ), αντίστοιχα, ε) το νοσοκομείο ΚΑ.ΣΥ.ΑΤΕ στην Αθήνα, επιφάνειας 200 τμ.

που το εκτιμώμενο μηνιαίο με βάση την αναπροσαρμογή κατά το ΔΤΚ, ανέρχονταν κατά το επίδικο διάστημα, σε 2.304,41 ευρώ, (ήτοι ανά τμ 11,52 ευρώ), 2.371,24 ευρώ (ήτοι ανά τμ 11,86 ευρώ), 2.466 ευρώ (ήτοι ανά τμ 12,33 ευρώ), 2.545 ευρώ (ήτοι ανά τμ 12,73 ευρώ) και 2.613,72 ευρώ (ήτοι ανά τμ 13,07 ευρώ), αντίστοιχα, και στ) το νοσοκομείο ... ΑΘΗΝΑ (...), που το εκτιμώμενο μηνιαίο μίσθωμα με βάση την αναπροσαρμογή κατά τους δείκτες της Τράπεζας Ελλάδος από το 2008 στο έτος 2007 και στη συνέχεια με βάση το ΔΤΚ, ανέρχονταν κατά το επίδικο διάστημα, για επιφάνεια 262 τμ., σε 3.800,38 ευρώ (ήτοι ανά τμ 14,51 ευρώ), 3.910,60 (ήτοι ανά τμ 14,93 ευρώ), 4.067,02 ευρώ (ήτοι ανά τμ 15,52 ευρώ), 4.197,16 ευρώ (ήτοι ανά τμ 16,02 ευρώ) και 4.310,49 ευρώ (ήτοι ανά τμ 16,45 ευρώ), αντίστοιχα.

Και καταλήγει, έχοντας εκτιμήσει προηγουμένως ότι από τα προεκτιθέμενα συγκριτικά στοιχεία οι τιμές μίσθωσης στα νοσηλευτικά ιδρύματα μεγάλης επιφάνειας κατά την επίδικη περίοδο κυμαίνονταν από 6,00 έως 20,00 ευρώ ανά τμ. αναλόγως της θέσης, της επιφάνειας και της χωροθέτησης στον ευρύτερο αστικό ιστό όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, στο ακόλουθο συμπέρασμα ως προς την μισθωτική αξία του μίσθιου κτιρίου (των 604 τμ.) κατά μήνα, υπό καθεστώς ελευθέρας μίσθωσης, ότι δηλαδή ανέρχονταν αναλυτικά το μηνιαίο μίσθωμα: 1) για το διάστημα από 1-6-2003, έως 31-12-2003, στο ποσό των 16.634,16 ευρώ, 2) για το έτος 2004, στο ποσό των 17.147,56 ευρώ, 3) για το έτος 2005 στο ποσό των 17.830,08 ευρώ, 4) για το έτος 2006 στο ποσό των 18.887,08 ευρώ και 5)για τους μήνες από 1-1-2007 έως 31-6-2007 στο ποσό των 19.231,36 ευρώ, και αντίστοιχα ανά τ.μ.

σε 27,54 ευρώ, 28,39 ευρώ, 29,52 ευρώ, 31,28 ευρώ και 31,84 ευρώ. Η έτερη δικ. πραγματογνώμονας (Α. Π.) αναφέρει ως συγκριτικά στοιχεία, καταρχάς τα ήδη προδιαληφθέντα από τον ως άνω πραγματογνώμονα νοσοκομεία με αριθμ. (3) που βρίσκεται στην οδό ... στη Ν. Ερυθραία και μισθώνει το ΙΚΑ από το Σ. Η., και το με αριθμ. (4) που βρίσκεται στα Βριλήσσια, επί της ...

και επίσης μισθώνει το ΙΚΑ από τον Α. Δ., επιπλέον δε τα εξής: α) το νοσοκομείο ..., επιφάνειας 365,55τμ, που με βάση το μισθωτήριο για την περίοδο 20-11-2006 έως 19-11-2018 καταβάλλονταν μηνιαίο μίσθωμα 4.000 ευρώ ήτοι ανά τμ. 10,94 ευρώ, και β) το ...-..., επιφάνειας 139 τμ, που το καταβαλλόμενο με το από 3-6-2002 μισθωτήριο ανέρχονταν στο ποσό των 855 ευρώ και ανά τ.μ.

σε 9,58 ευρώ, κατά δε το επόμενο διάστημα, αναπροσαρμοζόμενο κατά τα συμφωνηθέντα, ανέρχονταν σε 1.331,86 ευρώ και ανά τμ. σε 9,58 ευρώ, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, καθόσον τα λοιπά αναφερόμενα συγκριτικά στοιχεία δεν προσφέρουν στην αποδεικτική διαδικασία αφού αναφέρονται σε μεταγενέστερα του επιδίκου χρονικού διαστήματος καταβληθέντα μηνιαία μισθώματα.

Και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μηνιαίο μίσθωμα, για το μίσθιο κτίριο των 604 τμ., υπό καθεστώς ελευθέρας μίσθωσης, που θα μπορούσε να επιτευχθεί εάν αυτό εκμισθώνονταν σε τρίτο, ανέρχεται ως ακολούθως: 1) για το διάστημα από 1-6-2003, έως 31-12-2003, στο ποσό των 17.592,48 ευρώ ήτοι (17.592,48 ευρώ Χ 6μην = 123.147,37 ευρώ), 2) για το έτος 2004, στο ποσό των 17.880 ευρώ (12 μήν.

Χ 17.880 ευρώ = 214.559,68 ευρώ, 3) για το έτος 2005 στο ποσό των 18.214,55 ευρώ (ήτοι 18.214,55 Χ 12μην = 218.574,56 ευρώ), 4) για το έτος 2006 στο ποσό των 18.555,31 ευρώ, (ήτοι 18.555,31 ευρώ X 12 μην = 222.663,67 ευρώ) και 5) για τους μήνες από 1-1-2007 έως 31-6-2007 στο ποσό των 18.904,47 ευρώ (ήτοι 18.904,47 ευρώ Χ 6 μην = 113.426,83 ευρώ, και αντίστοιχα ανά τ.μ. σε 28,13 ευρώ, σε 29,66 ευρώ, σε 30,16 ευρώ, σε 30,72 ευρώ, και 31,30 ευρώ.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη την κακή κατάσταση που ήδη βρίσκεται το μίσθιο διώροφο κτίσμα, λόγω της παλαιότητάς του, αφού η κατασκευή του ανάγεται σε χρόνο πριν το 1950, την συνεπεία αυτού μεγάλη γήρανση των οικοδομικών του στοιχείων όπως των εξωτερικών και εσωτερικών κουφωμάτων, επίσης της κεντρικής θέρμανσης, των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, των υδραυλικών και αποχετευτικών συστημάτων κλπ που ως πεπαλαιωμένα (πολύ παλαιάς τεχνολογίας) παρουσίαζαν συνεχώς σοβαρές ζημιές και βλάβες, μερικές των οποίων αποδεδειγμένα αποκαταστάθηκαν από το ΙΚΑ μισθωτή, το οποίο κατά τα προαναφερθέντα αποκλειστικά και μόνον προέβαινε σε οιαδήποτε συντήρηση ή επισκευή του μισθίου αυτού ακινήτου, δαπανώντας σημαντικά χρηματικά ποσά, προκειμένου να καταστεί στοιχειωδώς λειτουργικό και να καλύψει τις ανάγκες του ως θεραπευτήριο, την παντελή έλλειψη οιασδήποτε ανακαίνισης του ως άνω παλαιού κτιρίου και εκσυγχρονισμού του (με κανονισμούς όπως κτιριοδομικό, αντισεισμικό, πυρασφάλειας, Η/Μ εγκαταστάσεων κλπ) από τους ιδιοκτήτες- εκμισθωτές, με συνέπεια τη μη εξυπηρέτηση τώρα στοιχειωδών αναγκών μιας κλινικής-νοσοκομείου, τις συνήθεις φθορές που έχει υποστεί από την εκ κατασκευής πολυετή χρήση του ως νοσοκομείο - θεραπευτήριο με καθημερινή παρουσία πολλών εκατοντάδων ατόμων, αλλά και επιπλέον, ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που παρουσιάζει το μίσθιο κτίριο, καθόσον η θέση του είναι προνομιακή, αφού κείται εντός περιβάλλοντος χώρου 50.000 τμ.

που έχει δασικό χαρακτήρα και προσφέρεται για νοσηλευτικά ιδρύματα, όμως απαγορεύεται εκ του νόμου οποιαδήποτε χρήση της έκτασης αυτής και οποιαδήποτε επέμβαση για κατασκευή έργου κοινωφελούς ή κοινόχρηστου χαρακτήρα, είναι αρκετά μακριά από το κέντρο της Αθήνας και έχει αρκετή δυσκολία προσβασιμότητας (σύνδεση με μετρό σε σημαντική απόσταση), δεν είναι δυνατή η αλλαγή χρήσης του μισθίου που λειτουργούσε ως θεραπευτήριο ή έστω για κοινωνικούς σκοπούς, καθώς και η περαιτέρω οικοδόμηση της έκτασης (κτιρίου), παρά μόνο επιτρέπεται η επισκευή του ως άνω υπάρχοντας κτιρίου, επίσης τα κωλύματα που παρουσιάζει ως προς την αδειοδότησή του για θεραπευτήριο, (επισημαίνεται ότι, παρά την αποχώρηση του εναγόμενου από το μίσθιο το έτος 2012 η ενάγουσα δεν προέβη έκτοτε σε οποιαδήποτε αξιοποίησή του, αφού, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που συνετάγησαν τον Ιανουάριο 2018, τούτο, κατά τον ανωτέρω χρόνο, παρέμενε κενό και παρουσίαζε εικόνα εγκατάλειψης), το Δικαστήριο κρίνει κατά πλειοψηφία δύο μελών αυτού, της Προέδρου Δήμητρας Παυλόγιαννη και της Εφέτη Μαρίας Φραγκιαδάκη, ότι δεν προέκυψε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-6-2003 έως 30-6-2007) η ενάγουσα με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εκμίσθωνε το μίσθιο ακίνητο σε τρίτο, προκειμένου να λειτουργήσει σ' αυτό, δυνάμει νόμιμης άδειας λειτουργίας, θεραπευτήριο, που, όπως προεκτέθηκε, αποτελεί τη μόνη επιτρεπόμενη χρήση, και ότι θα ελάμβανε μηνιαίο μίσθωμα ανώτερο του ήδη καταβληθέντος ως αποζημίωση χρήσης, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, όπως διαμορφώθηκε κατόπιν των συμβατικών αναπροσαρμογών, δηλαδή μηνιαίο μίσθωμα ανώτερο:

α) του ποσού των 3.922,87 ευρώ για το διάστημα από 1-6-2003 έως 31-12- 2003, β) του ποσού των 4.315,16 ευρώ για το διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004, γ) του ποσού των 4.746,68 ευρώ για το διάστημα από 1-1- 2005 έως 31-12-2005, δ) του ποσού των 5.221,34 ευρώ για το διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2006, και ε) του ποσού των 5.743,48 ευρώ για το διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2007, ήτοι σε 34.460,88 ευρώ.

Δεν αποδείχθηκε επομένως η επικαλούμενη περαιτέρω ζημία της ενάγουσας, λόγω της εκ μέρους του εναγόμενου παράνομης παρακράτησης του μισθίου κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και κατ' επέκταση δεν υφίσταται απαίτησή της κατ' αυτού για αποζημίωση, από την ανωτέρω αιτία. Επομένως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, η υπό κρίση αγωγή είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει ν' απορριφθεί...".

Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε, κατά πλειοψηφία, την αγωγή της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 επ. του Ν.Δ. 86/1969, 7 παρ. 1 και 4 και 29 παρ. 2 του Ν. 2882/2001 και 1 επ.

του Ν.Δ. 31/1968, τους οποίους ορθά εφάρμοσε, δεχόμενο ότι, με βάση Π.Δ. το οποίο εκδόθηκε στις 11-6-2007, το σύνολο της εκτάσεως των 50 στρεμμάτων, επί της οποίας κείται το επίδικο μίσθιο, έχει δασικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να απαγορεύεται οποιαδήποτε χρήση και οποιαδήποτε επέμβαση για την κατασκευή έργου, κοινωφελούς ή κοινόχρηστου χαρακτήρα και ότι απαγορεύεται η αλλαγή χρήσεως του μισθίου ακινήτου (Νευρολογική Κλινική), ενώ επιτρέπεται η επισκευή των υπαρχόντων κτιρίων.

Επομένως, με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και, συνεπώς, ο ένατος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδάφ.

α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παραβάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 επ. του Ν.Δ. 86/1969, 7 παρ. 1 και 4 και 29 παρ. 2 του Ν. 2882/2001 και 1 επ. του Ν.Δ. 31/1968, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η κρίση της για την μισθωτική αξία του επιδίκου κτιρίου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς την κατάσταση του επιδίκου μισθίου και τις δαπάνες συντηρήσεως στις οποίες υποβλήθηκε ο μισθωτής του κατά την διάρκεια της συμβάσεως μισθώσεως, για να καταδειχθεί η πραγματική κατάσταση αυτού και η μισθωτική του αξία.

Περαιτέρω, το Εφετείο παρέθεσε ότι ναι μεν η έκταση, επί της οποίας κείται το μίσθιο, έχει δασικό χαρακτήρα, πλην όμως, απλώς απαγορεύεται η εκμίσθωσή του για άλλο σκοπό, πλην αυτού της Νευρολογικής Κλινικής και επιτρέπεται η επισκευή του. Επομένως, ο ένατος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση και η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς την σχετική παράλειψη (Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.

Α.Π. 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψιν, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010 Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).

Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από την γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.

Α.Π. 8/2016, Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά την βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 705/2019). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως αυτός, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 1113/2019, Α.Π. 931/2014, Α.Π. 1320/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι, για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας του επιδίκου, δεν έλαβε υπ' όψιν τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων πραγματογνωμόνων (τρίτος αναιρετικός λόγος), δεν εξηγεί για ποιόν λόγο δεν έλαβε υπ' όψιν τις ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, αλλά διαφοροποιήθηκε από αυτές (τέταρτος αναιρετικός λόγος) και δεν έλαβε υπ' όψιν του την από 13-6-2020 έκθεση προσδιορισμού ευλόγου μισθώματος της εταιρείας "..." (δέκατος αναιρετικός λόγος).

Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπ' όψιν από το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρονται, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Από ..., από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικά πιο κάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κάποιο κατά την ουσιαστική κρίση της υπόθεσης, ...

την από Ιανουαρίου 2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Β. Θ. (με αρ. έκθ. εγχείρισης 15 και 16/30-1-2018), και την από 29-1-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πολιτικού μηχανικού Α. Π. (με αρ. έκθ. εγχείρισης 15 και 16/30-1-2018), οι οποίοι (αμφότεροι) διορίστηκαν με την 2458/2015 μη οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, και εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο ...

την από 13-6-2000 έκθεση εκτίμησης της εταιρίας "..."...". Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπ' όψιν όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τις ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, τις οποίες αναφέρει ρητώς και όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, όπου, μάλιστα, κάνει ειδική αναφορά στις ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και το όλο περιεχόμενό τους, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, αλλά, αντιθέτως, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψιν και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.

Κατόπιν αυτού, οι ανωτέρω, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγοι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως είναι, κατά το μέρος τους αυτό, αβάσιμοι και απορριπτέοι. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί, κατά το ανωτέρω μέρος τους, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, καθόσον από το περιεχόμενό τους σαφώς προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα παραπονείται, επειδή το Εφετείο από το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό, το οποίο η ίδια θεωρεί ορθό.

Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της, στην πραγματικότητα, ανάγονται σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους της, προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, οι οποίες, όμως, απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικώς με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.

Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1531/2023, Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 1491/2023, Α.Π. 551/2023, Α.Π. 124/2023, Α.Π. 34/2023, Α.Π. 681/2022). Για να είναι, εξάλλου, ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως αυτός, πρέπει, εκτός από την εξειδίκευση του συγκεκριμένου εγγράφου, να προσδιορίζεται επαρκώς ποιο ακριβώς περιεχόμενου του εγγράφου δέχθηκε το Δικαστήριο, να παρατίθεται κατά λέξη το περιεχόμενο του εγγράφου και να προκύπτει, έστω και εμμέσως, από το αναιρετήριο, ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 34/2023, Α.Π. 1271/2121, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 595/2020).

Έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (Α.Π. 551/2023).

Με τον όγδοο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού και υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθμού 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 16-1-2015 εκθέσεως εκτιμήσεως μισθωτικής αξίας ακινήτων των Σ. Ρ. και Γ. Κ., δεχόμενη ότι από το περιεχόμενό της συνάγεται ότι για την εκμίσθωση του επιδίκου μισθίου απαιτείται η προηγούμενη ανακαίνισή του.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1720/2020 προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το περιεχόμενο της από 16-1-2015 εκθέσεως εκτιμήσεως μισθωτικής αξίας ακινήτων των Σ.

Ρ. και Γ. Κ.: "Άλλωστε και οι ίδιοι οι προμνησθέντες εκτιμητές αναφέρουν, για το επίδικο μίσθιο κτίσμα, χαρακτηριστικά ότι "Κατά την επίσκεψή μας, η οποία διενεργήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 2014, στη γειτονικά και στα όρια του ακινήτου, διαπιστώθηκε ότι οι υπό εκτίμηση ιδιοκτησίες βρίσκονται σε μέτρια έως κακή συντήρηση, ενώ σε μερικά σημεία φαίνεται τουλάχιστον εξωτερικά ότι υπάρχουν σημάδια φθοράς και εγκατάλειψης" και καταλήγουν ότι "Γενικώς θα λέγαμε ότι λόγω παλαιότητας και παρατεταμένης χρήσης, χρήζει ανακαίνισης", δηλαδή επιβεβαιώνουν ότι λόγω της πολύ κακής κατάστασής τους, αναγκαία προϋπόθεση για την περαιτέρω εκμίσθωσή τους είναι η σημαντική ανακαίνισή τους, για την οποία κατά λογική αναγκαιότητα απαιτούνται και μεγάλες δαπάνες".

Από την παραδοχή αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει η παραμόρφωση από το Εφετείο του περιεχομένου της ανωτέρω εκθέσεως και γι' αυτό ο ερευνόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική αιτίαση δεν αποδίδει στο Εφετείο λανθασμένη ανάγνωση του κειμένου του εν λόγω εγγράφου, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ/τος), ορίζεται ότι "Πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη για λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ. Α.Π. 2/2011, Ολ. Α.Π. 40/1998).

Με τον ενδέκατο αναιρετικό λόγο και υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα, παραθέτοντας το περιεχόμενο των προαναφερθέντων αναιρετικών λόγων, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με το να απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή της, επέβαλε μη νόμιμο και δυσανάλογο βάρος στα περιουσιακά της δικαιώματα, κατά παράβασιν των εγγυήσεων που απορρέουν από το άρθρο 1 του 1ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος αυτός, με το προπαρατεθέν περιεχόμενο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έλλειψη σεβασμού της περιουσίας της, ούτε στέρηση της ιδιοκτησίας της, αλλά παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες είναι διάφορες των απόψεών της στην κρινόμενη υπόθεση.

Κατά το άρθρο 569 του Κ.Πολ.Δ., όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021, "1. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2. Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση...". Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στα ίδια κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και τα κεφάλαια τα οποία αναγκαστικώς συνέχονται με αυτά, αλλιώς απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (Α.Π. 405/2004). Ως "κεφάλαια" νοούνται οι διατάξεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία αποφαίνονται στα αιτήματα δικαστικής προστασίας, ενώ "αναγκαίως συνεχόμενα" κεφάλαια είναι εκείνα, που τελούν σε σχέση ουσιαστικής συνάφειας με τα προσβαλλόμενα με την αναίρεση κεφάλαια.

Η αναιρεσείουσα άσκησε εμπροθέσμως τον από 7-3-2024 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 559 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για κακή σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, αν και η σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2458/2015 απόφαση περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, αποτελούνταν από τους Ανδρέα Ποταμιάνο (Πρόεδρο Εφετών), Αικατερίνη Καραμανίδου (Εφέτη) και Μαρία Τόμου (Εφέτη), εισηγήτρια, εν τούτοις, η σύνθεση του ανωτέρω Δικαστηρίου με την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1720/2020, απόφαση, αποτελούνταν από διαφορετική σύνθεση, πλην της εισηγήτριας, ήτοι την Δήμητρα Παυλογιάννη (Πρόεδρο Εφετών) και Μαρία Φραγκιαδάκη (Εφέτη), κατά παράβασιν του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο επιτάσσει η υπόθεση να εκδικάζεται από την ίδια σύνθεση, εκτός αν αυτό είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατος. Ο πρόσθετος αναιρετικός λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν ταυτίζεται, ούτε συνέχεται αναγκαίως με κανένα από τα προσβληθέντα με την αναίρεση κεφάλαια.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-5-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1720/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ