Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to prove service of the contested judgment to defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment of 1561/2019. The appellant argued that the appeal was admissible under general procedural rules, claiming the contested decision had not been served to the defendants. However, the court found that without a joint agreement or proof of service, the appeal was procedurally inadmissible under the relevant law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68-77 of Law 4307/2014; If service of the contested judgment is not agreed upon or proven, the cassation appeal is inadmissible as the court must verify this fact ex officio.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1426 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1426/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία …. που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα στην παρούσα δίκη από την Παρασκευή Πολυχρόνη του Κωνσταντίνου, Πρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο, που ήταν η νόμιμη εκπρόσωπος αυτής κατά το καταστατικό της μέχρις την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 16-3-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: … εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη, που δήλωσε στο ακροατήριο καθώς και με τις από 22-3-2022 κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, οι 2η και 5η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευανθία Κατσίγιαννη, που δήλωσε στο ακροατήριο καθώς και με τις από 22-3-2022 κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή των αναιρεσίβλητων εταιρειών, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο - Μάρκο Αχουζαρίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο καθώς και με τις από 22-3-2022 κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 7η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου, ενώ το 4ο και ο 6ος δεν παραστάθηκαν.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: …. που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο - Μάρκο Αχουζαρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2018 αίτηση (άρθρα 68 - 77 ν. 4307/2014) των ήδη 1ης, 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις προφορικώς ασκηθείσες στο ακροατήριο και διά των προτάσεων πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη 4ου, 5ης και 6ου των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 1561/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2019 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1334/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 15-9-2021 κλήση της αναιρεσείουσας - καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1η, 2η, 3η, 5η και η 7η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω, καθώς και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την πρόσθετη υπέρ της "ALPHA BANK" παρέμβαση που άσκησε στο ακροατήριο. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των 1ης, 2ης, 3ης, 5ης των αναιρεσιβλήτων και η 7η αναιρεσίβλητη ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα εκθέσεις επίδοσης υπ` αριθμ. …. του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Δ. Π., προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 15/9/2021 κλήσης με την οποία νομότυπα επαναφέρεται προς συζήτηση, μετά την έκδοση της υπ'αριθμ.1334/2020 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η από 14/7/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1561/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την υπ'αριθμ. 150/13-10-2021 κατά προτίμηση πράξη ορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ πολιτικού τμήματος του Δικαστηρίου τούτου για την προκείμενη δικάσιμο επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από την αναιρεσείουσα, που επισπεύδει την συζήτηση, στους τέταρτο και έκτο των καθών αναιρεσιβλήτων. Οι τελευταίοι όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε έλαβαν μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Συνεπώς, παρά την απουσία τους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), επισημαινόμενων περαιτέρω και του ότι: α) στη θέση της αρχικώς πρώτης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "…. " με αρ. ΓΕΜΗ …… .
Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και κατά τη διάταξη της παρ. 2 αυτού, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 και 2 του ν. 4307/2014 "1.Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Πτωχευτικού Κώδικα, το οποίο έχει την έδρα του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων, δύναται να υπάγεται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου.
Στην περίπτωση κεφαλαιουχικών εταιριών, αυτές μπορούν να υπάγονται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου και εφόσον συντρέχει ως προς αυτές για δύο συνεχόμενες χρήσεις λόγος λύσης, κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του κ.ν. 2190/1920 (αναλογικά εφαρμοζομένου στις λοιπές μορφές κεφαλαιουχικών εταιριών). 2.
Η αίτηση υποβάλλεται από πιστωτή ή πιστωτές του οφειλέτη, στους οποίους περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένας χρηματοδοτικός φορέας, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 70 παρ. 1, 2 και 4 εδ. α του ως άνω νόμου "1.Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Οι αποφάσεις του δεν υπόκεινται σέ τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. 2. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της. Στην περίπτωση νομικών προσώπων εφαρμόζεται το άρθρο 96 παρ. 2 του Πτωχευτικού Κώδικα. Ο αρμόδιος δικαστής δύναται κατά το άρθρο 748 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δικ.
να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών, καθώς και την καταχώρησή της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.). Η άσκηση παρέμβασής από τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου και οποιονδήποτε άλλο πιστωτή γίνεται με κατάθεση προτάσεων στο ακροατήριο και χωρίς την τήρηση προδικασίας κατά την ορισθείσα δικάσιμο.
Η άσκηση παρέμβασης με κατάθεση δικογράφου σε διαφορετική δικάσιμο δεν αποτελεί λόγο αναβολής της συζήτησης της αίτησης κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο ...
4. Η αίτηση του άρθρου 68 μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου κοινοποιείται στην επιχείρηση και περίληψη αυτής δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ. δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο...". Εκ των ανωτέρω αναφερομένων προκύπτει ότι με το ν. 4307/2014 εισήχθη η παράλληλη προς τον Πτωχευτικό Κώδικα (ν. 3588/2007) έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχειρίσεως για την εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων επιχειρήσεων.
Η ως άνω διαδικασία συνιστά παρεμφερή κατά τον σκοπό και τη δομή της ή απολύτως συναφή διαδικασία προς την ειδική εκκαθάριση της διατάξεως του άρθρου 106 περ. ια του ΠτΚ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 14 του ν. 4446/2016 και είχε προστεθεί στον ΠτΚ με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 4013/2011 και μεταγενέστερα τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.
Γ υποπαρ. Γ3 περ. 16 του ν. 4336/2015. Η ρυθμιζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις διαδικασία, όπως και η ειδική εκκαθάριση, είναι συλλογική διαδικασία, η οποία προβλέπεται σε περίπτωση γενικής και μόνιμης αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπροθέσμων χρηματικών υποχρεώσεων του έχοντας πτωχευτική ικανότητα οφειλέτη, με σκοπό την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχειρήσεώς του ή επί μέρους λειτουργικών συνόλων (κλάδων) ή ακόμα και κατ' ιδίαν περιουσιακών στοιχείων, μέσω δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, για τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του.
Η διαδικασία αυτή είναι παραπτωχευτική, κηρύσσεται, εξελίσσεται και περατώνεται αυτοτελώς, χωρίς ανάμειξή της με την πτώχευση. Η θέσπιση της έκτακτης αυτής διαδικασίας ειδικής διαχείρισης υπηρετεί επιτακτικό σκοπό γενικού ενδιαφέροντος, ήτοι την αποφυγή απαξίωσης της επιχείρησης και τη μεγιστοποίηση των πιθανοτήτων εκποίησης αυτής (ή κλάδων της ή και επιμέρους περιουσιακών της στοιχείων) σε λειτουργία, προς το σκοπό:
α) προστασίας του περιουσιακού συμφέροντος των πιστωτών και δη του Δημοσίου, των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και των χρηματοδοτικών φορέων, το οποίο έγκειται στην κατά το δυνατόν πληρέστερη ικανοποίηση των χρηματικών ενοχικών αξιώσεων που διατηρούν κατά του οφειλέτη, και β) διατήρησης της επιχείρησης του οφειλέτη επ' ωφελεία της απασχόλησης και της εθνικής οικονομίας εν γένει.
Πρόκειται, επομένως, κατά κυριολεξία, για μια μη οικειοθελή για την επιχείρηση που έχει παύσει τις πληρωμές της προπτωχευτική εκκαθαριστική διαδικασία, η οποία ξεκινά με πρωτοβουλία των πιστωτών, αντιστοιχούντων, κατ' ελάχιστον, στο 40% των οφειλομένων απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και ένας χρηματοδοτικός φορέας, με αντικείμενο τη μεταβίβαση του ενεργητικού της επιχείρησης, ενόσω η ίδια συνεχίζει τη λειτουργία της, υπό τη διαχείριση του ειδικού διαχειριστή, μέσω δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, με σκοπό την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού τιμήματος προς ικανοποίηση των πιστωτών της επιχείρησης.
Η εκκαθαριστική αυτή διαδικασία είναι μία ταχεία διαδικασία, η οποία σε σύντομο χρονικό διάστημα οφείλει είτε να οδηγήσει σε εκποίηση το 90% του ενεργητικού της υπό διαχείριση επιχείρησης, είτε, σε περίπτωση αποτυχίας, να οδηγήσει την επιχείρηση σε πτώχευση, υπό την έννοια δε αυτή χαρακτηρίζεται ως προπτωχευτική διαδικασία, αφού η αποτυχία της οδηγεί σε πτώχευση.
Λόγω του χαρακτήρα της ως προπτωχευτικής συλλογικής διαδικασίας ικανοποίησης των πιστωτών της παυσάσης τις πληρωμές της επιχείρησης, στη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης εφαρμόζονται, εκτός των ειδικών διατάξεων του ν. 4307/2014, παράλληλα οι διατάξεις του ΠτΚ, αλλά και, όταν κάτι τέτοιο δεν αποκλείεται από τη γραμματική ή την τελολογική ερμηνεία των διατάξεων του ν. 4307/2014, οπότε οι διατάξεις του ΠτΚ ισχύουν συμπληρωματικά.
Εξαιτίας του ότι σε κίνηση της διαδικασίας νομιμοποιούνται ενεργητικά μόνον οι πιστωτές της υπό διαχείριση επιχειρήσεως, εφ' όσον συγκεντρώνουν ορισμένο ποσοστό των εναντίον της απαιτήσεων και έχουν συγκεκριμένη ιδιότητα (ένας τουλάχιστον χρηματοδοτικός φορέας), δημιουργείται ζήτημα ακρόασης στη δίκη αυτή της αμέσως ενδιαφερόμενης υπό διαχείριση εταιρίας και, εφ' όσον η συγκεκριμένη διαφορά υπάγεται στην κατηγορία των μη γνήσιων υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, αναγκαία είναι, εν προκειμένω, η αποτελεσματική κατοχύρωση του δικαιώματος ακρόασης της, με την παροχή σ' αυτήν εξουσιών διαδίκου, που θα μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την έκβαση της δίκης.
Η έννοια του διαδίκου, εξ άλλου, στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου ελλείπει παντελώς κάθε διάγνωση αμφισβητουμένου δικαιώματος, δεν ταυτίζεται απόλυτα με την αντίστοιχη έννοια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Ο όρος "διάδικοι" προσεγγίζεται με την ευρύτερη έννοια των "μετεχόντων στη διαδικασία προσώπων", στην οποία περιλαμβάνονται όσοι απέκτησαν τυπικά την ιδιότητα του συμμετασχόντος στη δίκη προσώπου, σύμφωνα με έναν από τους τρόπους που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με:
α) την υποβολή της αίτησης από τον αιτούντα (άρθρο 747 Κ.Πολ.Δικ.), β) με την κλήτευση προσώπου με διαταγή του δικαστηρίου (άρθρο 748 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.), γ) με την προσεπίκλησή του από τον αιτούντα ή από το δικαστήριο (άρθρο 753 Κ.Πολ.Δικ.), δ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης στην ανοιγείσα με την αίτηση δίκη (άρθρο 752 Κ.Πολ.Δικ.) και ε) (εκ των υστέρων, μετά την έκδοση της απόφασης) με την άσκηση τριτανακοπής (άρθρο 773 Κ.Πολ.Δικ.).
Εκτός, όμως, από τις περιπτώσεις εκείνες, όπου η ιδιότητα του διαδίκου στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας αποκτάται με πρωτοβουλία των αρχικών διαδίκων, του δικαστηρίου (άρθρα 748 παρ. 3, 753 Κ.Πολ.Δικ.) ή του ίδιου του τρίτου (άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρεμβάσεως και τριτανακοπής) διάδικοι στη δίκη της εκούσιας δικαιοδοσίας και μάλιστα επί των μη γνήσιων υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή των ιδιωτικού δικαίου διαφορών, στις οποίες εμφανίζεται το στοιχείο της αντιδικίας και τις οποίες ο νομοθέτης υπήγαγε στη συγκεκριμένη διαδικασία, λόγω της ευελιξίας και της ταχύτητας της διαδικασίας αυτής, σε σύγκριση με την αμφισβητούμενη διαδικασία, καθίστανται ομοίως, λόγω της ιδιότητας ή της σχέσης τους με το αντικείμενο της δίκης, ορισμένα πρόσωπα και απευθείας από τον ίδιο το νομοθέτη, όταν αυτό κρίνεται σκόπιμο για την προστασία του δικαιώματος ακρόασης τους ή, ευρύτερα, για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος.
Ειδικότερα, στην περίπτωση της εκδικαζόμενης κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας διαδικασίας της ειδικής διαχείρισης του ν. 4307/2014, το άρθρο 70 παρ. 4 εδ. α του νόμου αυτού, ορίζει, όπως προαναφέρθηκε, ότι "η αίτηση του άρθρου 68 μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου κοινοποιείται στην επιχείρηση και περίληψη αυτής δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ.
δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο". Η τοιαύτη νομοθετική πρόβλεψη περί κοινοποίησης της αίτησης μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου, που υλοποιείται στο πλαίσιο του δικονομικού βάρους που τίθεται ρητώς στο προαναφερθέν άρθρο 70 παρ. 4 εδ. α του ν. 4307/2014, καθιστά, σύμφωνα με τα ανωτέρω, την υπό διαχείριση επιχείρηση εκ του νόμου διάδικο (μη απαιτουμένης, συνεπώς, για τη νομότυπη παράστασή της στη δίκη της εκ μέρους της άσκησης κυρίας παρέμβασης, αρκούσης της εμφάνισης της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και της κατάθεσης εκ μέρους της προτάσεων), κατοχυρώνοντας με τον τρόπο αυτό απόλυτα το δικαίωμα ακρόασης της, ακόμη και αν εν τέλει αυτή επιλέξει να μην συμμετάσχει στη διαδικασία.
Με άλλες λέξεις, δηλαδή, ο νόμος, προβλέποντας ακριβώς την υποχρέωση κοινοποίησης της αίτησης στην υπό διαχείριση επιχείρηση, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, καθιστά αυτήν παράγοντα της δίκης (διάδικο), αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει ανάγκη πρόσθετης δικής της ενέργειας (άσκησης, δηλαδή, κυρίας παρέμβασης).
Έτσι, η εκ του νόμου υποχρέωση του αιτούντος για κοινοποίηση της αίτησης ταυτίζεται, ως προς τις επαγόμενες έννομες συνέπειες, με την απεύθυνση της αίτησης ή την υποχρεωτική από τον δικαστή κλήτευση της υπό διαχείριση επιχείρησης. Επομένως, για την υπό διαχείριση επιχείρηση δεν μένει περιθώριο εφαρμογής του άρθρου748 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.
και αποκτήσεως της ιδιότητας του διαδίκου, κατ' επιλογή του δικαστηρίου, καθώς τις σχετικές σταθμίσεις για την αναγκαιότητα της συμμετοχής της στη δίκη τις έχει κάνει ο ίδιος ο νομοθέτης, ο οποίος επιβάλλει την υποχρεωτική κοινοποίηση της αίτησης προς αυτήν. Άλλωστε, αν η κλήτευση είναι υποχρεωτική εκ του νόμου, θα ήταν ατελέσφορο να απαιτηθεί συγχρόνως κλήτευση από το δικαστήριο για να καταστεί η επιχείρηση αυτή διάδικος, αν κρίνεται αυτό επιβεβλημένο από το δικάζον δικαστήριο.
Προϋπόθεση, όμως, για τα ανωτέρω, αποτελεί η νόμιμη κοινοποίηση της αίτησης προς την υπό διαχείριση επιχείρηση. Η συγκεκριμένη κατηγορία των εκ του νόμου διαδίκων διακρίνεται από την περίπτωση του εκάστοτε αρμόδιου εισαγγελέα, ο οποίος αποτελεί πάντοτε, λόγω του λειτουργήματος του, εκ του νόμου διάδικο, καθώς η ιδιότητα του υποκειμένου της δίκης αποκτάται εν προκειμένω, μόνον αν πράγματι υπήρξε νόμιμη κλήτευση των συγκεκριμένων προσώπων.
Αν, αντίθετα, δεν υπήρξε νόμιμη κλήτευση και η παράλειψή της διέλαθε της προσοχής του δικαστηρίου, ο αμέσως ενδιαφερόμενος παραμένει τρίτος, νομιμοποιούμενος πλέον αποκλειστικά σε άσκηση τριτανακοπής. Τα παραπάνω προκύπτουν, άλλωστε, και από τη συστηματική ερμηνεία της προαναφερόμενης διάταξης (άρθρο 70 παρ. 4 εδ.
α του ν. 4307/2014) σε συνδυασμό με την παρ. 2 εδ. β της ίδιας διατάξεως, στην οποία (παρ. 2 εδ. β) προβλέπεται ότι ο αρμόδιος δικαστής μπορεί, κατά το άρθρο 748 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσοτέρων πιστωτών του οφειλέτη. Στην περίπτωση, δηλαδή, της διάταξης του άρθρου 70 παρ. 2 εδ. β η εφαρμογή του άρθρου 748 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.
επιφυλάσσεται μόνον υπέρ των πιστωτών, χωρίς να μνημονεύεται σ' αυτήν ούτε, άλλωστε, σε άλλη διάταξη του ίδιου νόμου το πρόσωπο του οφειλέτη. Τούτο συνέβη γιατί ο νομοθέτης θεώρησε ότι μεριμνά για τη συμμετοχή του οφειλέτη στη δίκη με τη κοινοποίηση της αίτησης σε αυτόν με πράξη ορισμού δικασίμου, χωρίς να θεωρεί αυτόν ως τρίτο, καθ' όσον στην αντίθετη περίπτωση, αφ' ενός μεν δεν θα είχε μεριμνήσει για την πρόβλεψη κοινοποίησης της αίτησης προς αυτόν, αφ' ετέρου δε σαφώς θα μνημονευόταν (ο οφειλέτης) στη διάταξη της παρ. 2 εδ.
β, ούτως ώστε, μέσω της εφαρμογής του άρθρου 748 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., να καταστεί και αυτός διάδικος. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει", κατά δε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".
Εξ άλλου, με τη διάταξη του εδ. β της παρ. 1 του άρθρου 70 του ν. 4307/2014 ορίζεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι αποφάσεις του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση υπαγωγής οφειλέτη στην έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχειρίσεως δεν υπόκειται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους ειδικότερες διατάξεις, ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 71 του ιδίου νόμου, κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση του άρθρου 68 παρ.2 επιτρέπεται έφεση.
Με την πρώτη των αμέσως παραπάνω αναφερομένων διατάξεων (70 παρ. 1 εδ. β), ελλείψει άλλης ειδικότερης διάταξης, η οποία να αφορά στην περίπτωση απόφασης που δέχεται την αίτηση, καθιερώνεται η αρχή του αποκλεισμού των ενδίκων μέσων, τακτικών ή εκτάκτων, κατά απόφασης που δέχεται την αίτηση περί υπαγωγής σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης.
Η αρχή αυτή υπαγορεύθηκε από την ανάγκη της ταχείας άρσης της αβεβαιότητας περί την ισχύ της ως άνω απόφασης, ώστε να μην διαιωνίζεται η δίκη για τη θέση ή μη της προβληματικής επιχείρησης υπό ειδική διαχείριση, λαμβανομένου υπόψη ότι ατέρμονες δικαστικές διενέξεις σχετικές με την υπαγωγή στην έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης τείνουν εκ των πραγμάτων να ματαιώσουν την προοπτική ταχείας εκποίησης της επιχείρησης του οφειλέτη (ή κλάδου της ή επιμέρους περιουσιακών της στοιχείων) εν λειτουργία, αναιρώντας ουσιαστικά τη ratio της νομοθετικής κατάστρωσης της όλης διαδικασίας.
Η διατήρηση αβεβαιότητας περί το καθεστώς του οφειλέτη (αν ευρίσκεται σε ειδική διαχείριση ή όχι) δεν συνάδει με τη διατήρηση της λειτουργίας της επιχείρησης και την αποφυγή απαξίωσης αυτής ως συνόλου, αλλά και των επιμέρους περιουσιακών της στοιχείων. Η ταχεία επίλυση της οποιοσδήποτε σχετικής αμφισβήτησης αποτελεί conditio sine qua non για να επιτευχθεί η διατήρηση της λειτουργίας της επιχείρησης.
Η διάταξη δε αυτή δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 ή σε άλλη διάταξη του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), γιατί οι διατάξεις αυτές, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, κατοχυρώνουν το ελάχιστο της δικαστικής προστασίας, δηλαδή, μόνο την πρωτοβάθμια και δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της απόφασης που θα εκδοθεί, εφόσον το ένδικο μέσο δεν είχε ασκηθεί νομότυπα πριν από την απαγόρευση, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τον χρόνο της άσκησης του διατάξεις (ολ.
Α.Π.8/2003, η οποία αφορά στο ζήτημα του αποκλεισμού του αναιρετικού ελέγχου στις αποφάσεις που εκδίδονταν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το Εφετείο, επί ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης σε υποθέσεις ειδικής εκκαθαρίσεως κατά το άρθρο 46α του ν. 1892/1990, δηλαδή στο πλαίσιο απολύτως παρεμφερούς, με την ειδική διαχείριση, διαδικασίας, Α.Ε.Δ. 48/1982, ολ.
Α.Π. 27-28/2002).
Συνεπώς, τα ένδικα μέσα μπορούν, κατ' αρχήν, να προβλέπονται ή όχι και να-καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό, εθνικό νομοθέτη σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Ο τελευταίος (εθνικός νομοθέτης) μπορεί, συνεπώς, να αποκλείσει υπό την επιφύλαξη ειδικότερων συνταγματικών προβλέψεων (οι τιθέμενοι περιορισμοί πρέπει να έχουν αντικειμενικό και απρόσωπο χαρακτήρα, ώστε να μην παρεισάγουν διακρίσεις, οι οποίες θα αντέβαιναν στη συνταγματική αρχή της ισότητας) το έκτακτο ένδικο μέσο της αναίρεσης (καθώς ο αποκλεισμός του δεν αφορά στην πρόσβαση προσώπων σε δικαστήριο με αίτημα πρωτογενούς δικαστικής προστασίας, ήτοι με εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο).
Άλλωστε, η διαδικασία εκδίκασης της αίτησης για θέση της επιχείρησης υπό την ειδική διαχείριση του ως άνω νόμου διασφαλίζει πλήρως το δικαίωμα απόδειξης των κρισίμων περιστατικών και υπεράσπισης της επιχείρησης, της οποίας ζητείται η υπαγωγή και, επομένως, πληροί τους όρους διεξαγωγής δίκαιης δίκης.
Επομένως, δεν τίθεται θέμα συγχώρησης ενδίκου μέσου κατά της εκδιδόμενης με τη διαδικασία αυτή απόφασης, με την οποία γίνεται δεκτή η σχετική αίτηση, ώστε να διεξαχθεί βάσει αυτού νέα δίκη, πληρούσα τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 του ν.δ/τος 53/1974 (Α.Π. 86/2002). Περαιτέρω, ειδικά για το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης ως μέσου πραγμάτωσης της ασφάλειας δικαίου (δια της ενότητας της νομολογίας και της προγνωσιμότητας της δικανικής κρίσεως) πρέπει να σημειωθούν τα εξής:
Πράγματι η αναίρεση συνιστά έκτακτο ένδικο μέσο, σκοπός του οποίου είναι η ορθή εφαρμογή (ενότητα) δικαίου και η διασφάλιση μιας κατά το δυνατόν ορθότερης κρίσης και όχι η ενότητα της νομολογίας, αφού οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου δεν συνιστούν αυτοτελή πηγή του δικαίου και δεν είναι δεσμευτικές για την κρίση των κατώτερων δικαστηρίων, παρά μόνο για τη συγκεκριμένη υπόθεση (άρθρο 580 Κ.Πολ.Δικ.).
Πάντως, τα δικαστήρια της ουσίας ακολουθούν τις νομικές λύσεις που έδωσε ο Άρειος Πάγος και σε άλλες υποθέσεις, εφόσον και αυτές, αν υποστούν αναιρετικό έλεγχο, πάλι από τον Άρειο Πάγο θα κριθούν, κατά τη νομική ορθότητά τους, με συνέπεια η απειλή του ακυρωτικού ελέγχου να καθιστά προσεκτικότερη την πρωτογενή απονομή της δικαιοσύνης, να ενισχύει το αίσθημα ευθύνης των κατώτερων δικαστών και να υπάρχει έτσι και μία βάση ασφάλειας δικαίου.
Η εξασφάλιση, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, της πάγιας και ομοιόμορφης ερμηνείας των νόμων αποτελεί, εξ άλλου, τη ratio της καθιέρωσης της δυνατότητας αναίρεσης υπέρ του νόμου (άρθρο 557 εδ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), η άσκηση της οποίας δεν έχει μεν επιπτώσεις για τα διάδικα μέρη ("διαδίκους", "ενδιαφερόμενο μέρη", "μετέχοντες της διαδικασίας") (άρθρο 557 εδ. 2 περ.
α του Κ.Πολ.Δ.), ωστόσο, η επίλυση του νομικού ζητήματος από το προς τούτο ανώτατο δικαστήριο, συνιστά εκπλήρωση της νόμιμης αποστολής του και μάλιστα κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στην επιταγή της ταχείας και αποτελεσματικής παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 6 παρ. 1 Ε.Σ.Δ.Α.), μη θεωρούμενη, εντεύθεν, ως ανεπίτρεπτη επέμβαση στο δικαιοδοτικό έργο των δικαστηρίων της ουσίας, στα οποία, αντιθέτως, προσφέρει ερμηνευτική βοήθεια (ολ.
Α.Π. 1/2000, ολ. Α.Π. 26/2000, ολ. Α.Π. 13/1999). Τέλος, η ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής όχι μόνο στην ποινική, αλλά και στην αστική δίκη. Η τοιαύτη νομική θεμελίωση της αρχής δίκαιης δίκης συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α.
επί αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., έχει κρίνει (το Ε.Δ.Δ.Α.) ότι: α) το ενδεχόμενο ύπαρξης αποκλίνουσας νομολογίας είναι εγγενές σε κάθε νομικό σύστημα, το οποίο στηρίζεται σε έναν αριθμό δικαιοδοτικών οργάνων ουσίας, που ασκούν εξουσία στη χωρική τους επικράτεια (παρόμοιες αποκλίσεις είναι δυνατόν να εμφανιστούν ομοίως εντός του ιδίου δικαιοδοτικού οργάνου) και ότι αυτό καθ' αυτό δεν μπορεί να κριθεί ως αντίθετο προς τη Σύμβαση, β) οι απαιτήσεις της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διαδίκων δεν απονέμουν ένα κεκτημένο δικαίωμα σε μία σταθερή (πάγια) νομολογία, η δε εξέλιξη της νομολογίας δεν είναι καθαυτή αντίθετη στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, γιατί η εγκατάλειψη μιας δυναμικής και εξελισσόμενης προσέγγισης θα οδηγούσε στον κίνδυνο να δυσχεράνει κάθε προσπάθεια για μεταρρύθμιση και βελτίωση, γ) δεν ανήκει στην αρμοδιότητά του (Ε.Δ.Δ.Α.) να συγκρίνει τις διάφορες αποφάσεις που εκδόθηκαν, ακόμη και σε εκ πρώτης όψεως όμοιες ή σχετικές διαφορές, από δικαστήρια των οποίων η ανεξαρτησία είναι δεσμευτική γι' αυτό.
Η διαφορετική μεταχείριση που υπήρξε σε δύο διαφορές δεν μπορεί να εκληφθεί ως περίπτωση απόκλισης από τη νομολογία, εάν δικαιολογείται από τη διαφορετικότητα των πραγματικών περιστατικών κάθε διαφοράς, δ) τα κριτήρια που καθοδηγούν το Δικαστήριο (Ε.Δ.Δ.Α.), κατά την εκτίμηση των συνθηκών, υπό τις οποίες εκδόθηκαν αντιφατικές αποφάσεις των διαφόρων εθνικών δικαστηρίων που αποφαίνονται σε τελευταίο βαθμό, προκειμένου τούτο να συνιστά παραβίαση, του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, βάσει του άρθρου 6 παρ. 1 της Συμβάσεως, είναι να προσδιορισθεί, κατ' αρχάς: 1) εάν υπάρχουν στη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων "βαθιές και διαρκείς διαφορές", 2) εάν το εθνικό δίκαιο προβλέπει μηχανισμούς για την εξάλειψη αυτών των ασυνεπειών και 3) αν αυτοί οι μηχανισμοί έχουν εφαρμοστεί και ποιες είναι οι συνέπειες της εφαρμογής τους στην προκειμένη περίπτωση (βλ.
Ε.Δ.Δ.Α. "Σινέ Τσαγκαράκης" κατά Ελλάδος της 23.5.2019, αριθμ. Προσφυγής 17257/13, σκέψη 48). Μάλιστα σε προηγούμενη απόφασή του (Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως της 20.10.2011, επί της υποθέσεως "Nejdet Sahim and Perijan Sahin κατά Τουρκίας"), το Ε.Δ.Δ.Α. είχε αναγνωρίσει ότι σε ένα κράτος η επίτευξη νομολογιακής συνοχής μπορεί να πάρει χρόνο και οι περίοδοι αποκλίνουσας νομολογίας είναι ανεκτές, χωρίς αυτό από μόνο του να υπονομεύει την ασφάλεια δικαίου.
Ακόμη και το φαινόμενο διαφορετικών ερμηνειών του ιδίου βιοτικού γεγονότος από τα εσωτερικά δικαστήρια δεν μπορεί από μόνο του να συνιστά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης και αυτό γιατί αυτή καθ' εαυτή η ερμηνεία του νόμου είναι αναπόφευκτο και εγγενές στοιχείο του έργου του δικαστή. Έτσι γίνεται αποδεκτό ότι σε ένα κράτος δικαίου είναι δυνατόν να υπάρχουν αποκλίσεις στο πως προσεγγίζει το κάθε δικαστήριο ένα νομικό ζήτημα, καθώς αυτές οι αποκλίσεις είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της νομικής ερμηνευτικής (βλ.
σκέψεις 67, 83, 85 και 86 της ως άνω αποφάσεως).
Κρίθηκε, δηλαδή, από το Ε.Δ.Δ.Α. ότι δεν ιδρύεται δικαίωμα κάποιου προσώπου σε συγκεκριμένη νομολογία και ότι η ύπαρξη αποκλίνουσας νομολογίας αναγνωρίζεται ως εγγενές (και όχι ανώμαλο) στοιχείο ενός κράτους δικαίου, οι δε ερμηνευτικές διαφοροποιήσεις στις αποφάσεις των εσωτερικών δικαστηρίων, πέραν από αναπόφευκτες, είναι τελικά στοιχεία ενός δυναμικού και εξελισσόμενου νομικού συστήματος, απαραίτητες για κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης και βελτίωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή,κατ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28.6.2018 αίτησή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ήδη αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρίες, με την επωνυμία … …και να οριστεί, ως ειδικός διαχειριστής αυτής, η Β.
Τ., δικηγόρος Αθηνών. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1564/2019 (προσβαλλόμενη) απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε περαιτέρω ότι η ως άνω εταιρία, της οποίας εζητείτο η υπαγωγή σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης και η οποία τέθηκε (με την προσβαλλομένη απόφαση) σε ειδική διαχείριση, που είχε παρασταθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δια των πληρεξουσίων της δικηγόρων και είχε καταθέσει προτάσεις, δεν είχε καταστεί διάδικος στη δίκη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "η απεύθυνση της υπό κρίση αίτησης στην καθ' ης η αίτηση, δεν την καθιστά διάδικο στην παρούσα δίκη και έγινε εκ περισσού εκ μέρους των αιτουσών, αφού η κλήτευσή της και η συμμετοχή της στο παρόν δεν προβλέπεται από το ν. 4307/2014, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη προηγηθείσα νομική σκέψη, ούτε εξ άλλου τάχθηκε η κλήτευσή της από το Δικαστήριο, κατ' άρθρο 748 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., δυνατότητα, που, σε κάθε περίπτωση, δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 4307/2014, αλλά ούτε άσκησε η ίδια κυρία παρέμβαση κατά το τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 752 παρ.1 ΚΠολΔ, ώστε να καταστεί διάδικος και, επομένως, δε νομιμοποιείται παθητικά στην παρούσα υπόθεση, μη λαμβανομένων υπόψη των ισχυρισμών και των προτάσεών της".
Κατά της απόφασης αυτής η τεθείσα σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης ως άνω ανώνυμη εταιρία άσκησε την ένδικη από 14.7.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 96/2019 αίτηση, με την οποία ζητεί την αναίρεσή της. Σύμφωνα, όμως, με όσα προαναφέρθηκαν, η ένδικη αίτηση αναίρεσης τυγχάνει απορριπτέα, ως απαράδεκτη, λόγω του ρητού νομοθετικού αποκλεισμού των τακτικών και εκτάκτων ενδίκων μέσων κατά της απόφασης που υπάγει μία επιχείρηση σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης (άρθρο 70 παρ. 1 εδ.
β' του ν. 4307/2014), αποκλειομένης, εντεύθεν, και στην προκειμένη περίπτωση της άσκησης αναίρεσης κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης που δέχθηκε την αίτηση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και έθεσε την ήδη αναιρεσείουσα οφειλέτιδα εταιρία σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, διάταξη, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 ή άλλη διάταξη του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
Και είναι μεν γεγονός ότι η προαναφερόμενη κρίση του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση ως άνω Δικαστηρίου περί του ότι η εταιρία, της οποίας εζητείτο η υπαγωγή στη διαδικασία της ειδικής διαχειρίσεως, δεν είχε καταστεί διάδικος στη δίκη, επειδή δεν είχε ασκήσει κυρία παρέμβαση, καθ' όσον μόνο με την άσκηση κυρίας παρέμβασης θα μπορούσε να καταστεί διάδικος, είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εσφαλμένη, όπως βασίμως υποστηρίζεται και από την αναιρεσείουσα, η οποία περαιτέρω, κατ' εκτίμηση των εκτιθεμένων στο αναιρετήριο και το σημείωμά της, ισχυρίζεται ότι:
α) η τοιαύτη κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία είναι σύμφωνες μία σειρά άλλων αποφάσεων, μεταξύ των οποίων οι: 725/2018 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 1561/2019 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 127/2020 Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, 4814/2018 Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, 186/2018 Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, 53/2017 Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, αντικρούεται ως προς το κρίσιμο αυτό νομικό ζήτημα από σειρά άλλων αποφάσεων, μεταξύ των οποίων οι: 433/2018 Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, 630/2018 Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, 1612/2017 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 963/2017,Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 843/2016 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 1854/2020 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 1035/2019 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 573/2019 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι ο οφειλέτης, του οποίου ζητείται η υπαγωγή στη διαδικασία της ειδικής διαχειρίσεως, καθίσταται διάδικος και μόνον δια της απεύθυνσης της αίτησης κατ' αυτού ή δια της κοινοποίησης της αίτησης προς αυτόν και β) εξ αιτίας της προαναφερόμενης αποκλίνουσας νομολογίας των Μονομελών Πρωτοδικείων της χώρας σχετικώς με το προαναφερθέν κρίσιμο νομικό ζήτημα, πλήττονται οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διαδίκων και, συνεπώς, ο νομοθετικός αποκλεισμός του ενδίκου μέσου της αναίρεσης παρίσταται στην προκειμένη περίπτωση, ειδικώς γι' αυτήν, αντισυνταγματικός και ως τέτοιος ανίσχυρος, επιβάλλεται δε, προς προστασία των προαναφερομένων αρχών, η ενοποίηση της νομολογίας, με πρωτοβουλία του Δικαστηρίου τούτου, με την παραδοχή της ένδικης αίτησης ως παραδεκτής, καθ' όσον τούτο αποτελεί το μοναδικό μηχανισμό αποτελεσματικής καταστολής νομολογιακών αποκλίσεων, μη δυνάμενο να αποκλεισθεί, κατά ανεκτό τρόπο, από την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α.
Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος για τους κάτωθι λόγους: Πράγματι, από την παραδεκτή επισκόπηση των προαναφερομένων αποφάσεων προκύπτει ότι επί του προαναφερθέντος νομικού ζητήματος (απόκτηση της ιδιότητας του διαδίκου στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας στον θεσμό της ειδικής διαχειρίσεως των άρθρων 68 επ.
του ν. 4307/2014) υφίσταται αποκλίνουσα νομολογία. Η ύπαρξη, όμως, της τοιαύτης αποκλίνουσας νομολογίας, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το μεν δεν παρέχει στην αναιρεσείουσα ένα κεκτημένο δικαίωμα σε διατήρηση μιας συνοχής της νομολογίας των εθνικών δικαστηρίων και, συνακολούθως, σε μία σταθερή (πάγια) νομολογία, το δε αναγνωρίζεται ως εγγενές (και όχι ανώμαλο) στοιχείο ενός κράτος δικαίου, δοθέντος ότι οι ερμηνευτικές διαφοροποιήσεις στις αποφάσεις των εσωτερικών δικαστηρίων - πέραν από αναπόφευκτες-είναι τελικά στοιχείο ενός δυναμικού και εξελισσόμενου νομικού συστήματος, απαραίτητες για κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης και βελτίωσης, χωρίς αυτό από μόνο του να υπονομεύει την ασφάλεια δικαίου και να συνιστά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, ενόψει του ότι η ειδική διαχείριση θεσπίστηκε το έτος 2014, με συνέπεια η νομολογιακή εφαρμογή του εν λόγω θεσμού να είναι περιορισμένη, όπως, άλλωστε, προκύπτει και από τον αριθμό των αποφάσεων που έχουν δημοσιευθεί μέχρις στιγμής, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αποκλίνουσα νομολογία των Μονομελών Πρωτοδικείων της χώρας, οι αποφάσεις των οποίων εκδόθηκαν εντός χρονικού διαστήματος ολίγων ετών, δεν αποτελεί "βαθειά και επιμένουσα απόκλιση", όπως το γεγονός αυτό ερμηνεύθηκε αυθεντικά με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, αλλά αντίθετα αποτελεί το χαρακτηριστικό και αναπόφευκτο στοιχείο της ερμηνευτικής διεργασίας, ενώ, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αναφερθεί ότι έχει προβλεφθεί από το εσωτερικό δίκαιο (άρθρο 557 του Κ.Πολ.Δικ.) ως μηχανισμός καταστολής των αποκλίσεως αυτών, η άσκηση αναιρέσεως υπέρ του νόμου.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης, εκπροσωπούμενη από το τελευταίο Διοικητικό της Συμβούλιο, που είχε εκλεγεί πριν από την υπαγωγή της σε ειδική διαχείριση και συγκεκριμένα από την Πρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο αυτού Π. Π., κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 3 εδ.
β του ΠτΚ., επικαλούμενη σύγκρουση συμφερόντων - καθηκόντων στο πρόσωπο της διορισθείσας με την προσβαλλόμενη απόφαση ειδικής διαχειρίστριας με το νομικό πρόσωπο της υπό διαχείριση εταιρίας, άλλως αδράνεια αυτής (ειδικής διαχειρίστριας) για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, σε συνδυασμό με τον αναπότρεπτο κίνδυνο παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας για την άσκησή της.
Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 557 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης. Ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλείται στην αίτησή του για αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, που ερευνάται, άλλωστε, και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης του ως απαράδεκτης.
Ενεργητική νομιμοποίηση είναι η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η πληττόμενη απόφαση βλάπτει ή εκθέτει σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα ιδιωτικά δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 72 Ν. 4307/2014 "Μετά τη δημοσίευση της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου η εξουσία των καταστατικών οργάνων διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης περιέρχεται στο σύνολό της στον διοριζόμενο ειδικό διαχειριστή. Ο ειδικός διαχειριστής αναλαμβάνει την εκπροσώπηση της εταιρίας έναντι τρίτων και τη διεκπεραίωση των καθημερινών της συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένης και της σύνταξης οικονομικών καταστάσεων και της υποβολής φορολογικών δηλώσεων, ενώ αναστέλλεται για τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης η υποχρέωση έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων από τη γενική συνέλευση των μετόχων".
Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ερμηνευτικώς ότι, από της δημοσίευσης της απόφασης, η οποία δέχεται το αίτημα υπαγωγής της οφειλέτιδος επιχείρησης στην έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχείρισης, τόσο η διαχειριστική όσο και η εκπροσωπευτική εξουσία των εταιρικών οργάνων διοίκησης περιέρχεται, στο σύνολό της και χωρίς εξαιρέσεις, στον διοριζόμενο ειδικό διαχειριστή.
Όψη της εκπροσωπευτικής εξουσίας των εταιρικών οργάνων, η οποία περιέρχεται, κατά τα παραπάνω, αποκλειστικά στον ειδικό διαχειριστή, είναι αναμφίβολα και η εκπροσώπηση της οφειλέτιδος εταιρίας ενώπιον των Δικαστηρίων, ως προς την άσκηση παντός ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου, την παράσταση στη συζήτηση αυτού, την κατάθεση προτάσεων, την περάτωση της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό, την παραίτηση από το δικόγραφο ή και από το επίδικο δικαίωμα κ.ο.κ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του εδ. β της παρ. 3 του άρθρου 17 ΠτΚ, "Ο οφειλέτης δεν νομιμοποιείται μετά τη κήρυξή της πτώχευσης σε δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία. Μόνο σε περίπτωση κατεπείγοντος και αδράνειας του συνδίκου νομιμοποιείται, κατ' εξαίρεση, στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της πτωχευτικής περιουσίας.
Σε κάθε περίπτωση, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει προσθέτως στις δίκες που διεξάγει ο σύνδικος". Η τελευταία αυτή διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλογικά στην περίπτωση της αδράνειας ή συγκρούσεως συμφερόντων του ειδικού διαχειριστή στη διαδικασία του ν. 4307/2014, με την υπό διαχείριση εταιρία, καθ' όσον στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις της αναλογίας του νόμου, που είναι:
α) η ύπαρξη γνησίου (δηλαδή ακουσίου) και εμφανούς κενού νόμου, με την έννοια της αντίθετης προς το κανονιστικό σχέδιο του νομοθέτη ατέλειας ή ελλείψεως στη ρύθμιση και β) η νομικώς κρίσιμη ομοιότητα του ρυθμιστέου πραγματικού με άλλο, ρυθμισμένο από την έννομη τάξη, και καταλληλότητα της ρύθμισης που διέπει το ρυθμισμένο πραγματικό για το ρυθμιστέο, ενόψει ιδίως συστηματικών και τελολογικών ρυθμίσεων.
Ειδικότερα, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 72 του ν. 4307/2014 εμφανίζει πληρότητα, υπό την έννοια ότι η ρύθμισή της καλύπτει το σύνολο των διαχειριστικών και εκπροσωπευτικών εξουσιών και αρμοδιοτήτων των οργάνων της οφειλέτιδος εταιρίας, δηλαδή, προκειμένου περί Α.Ε., του Διοικητικού της Συμβουλίου. Ο διοριζόμενος ειδικός διαχειριστής υποκαθίσταται, κατά τη σαφή, μονοσήμαντη και αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης, σε όλες ανεξαιρέτως τις εκπροσωπευτικές (και διαχειριστικές) εξουσίες του Διοικητικού Συμβουλίου της οφειλέτιδος ανώνυμης εταιρίας, μη υφισταμένου, επομένως, εν προκειμένω, ακούσιου κενού νόμου.
Δεν συντρέχει, όμως, εν προκειμένω, ούτε η νομικώς κρίσιμη ομοιότητα μεταξύ ρυθμιστέου (αδράνεια ή σύγκρουση συμφερόντων ειδικού διαχειριστή στη διαδικασία του ν. 4307/2014) και ρυθμιζόμενου (πρόνοιες του εδ. β του άρθρου 17 παρ.3 του ΠτΚ για την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του οφειλέτη σε δίκες περί την πτωχευτική περιουσία επί αδράνειας του συνδίκου).
Τούτο δε για το λόγο ότι στην πτώχευση δεν προβλέπεται η καθ' ολοκληρίαν περιέλευση των αρμοδιοτήτων των εταιρικών διαχειριστικών και εκπροσωπευτικών οργάνων της οφειλέτιδος εταιρίας στο πρόσωπο του συνδίκου (όπως συμβαίνει στην ειδική διαχείριση), η δε γενικότερη εξουσία του συνδίκου είναι περιορισμένη.
Τα εταιρικά όργανα της πτωχής εταιρίας δεν "αργούν", αλλά ασκούν κανονικά τις αρμοδιότητες τους, κατά το νόμο και το καταστατικό, με την εξαίρεση των πράξεων διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως που άπτονται της εταιρικής περιουσίας. Έτσι διατηρούν, μεταξύ άλλων, τις οικείες αρμοδιότητες σε σχέση με την εξωπτωχευτική περιουσία της εταιρίας, ήτοι τη μη υποκείμενη στην πτωχευτική απαλλοτρίωση π.χ.
σε σχέση με εταιρικές συμμετοχές της οφειλέτιδος εταιρίας σε προσωπικές εταιρίες, συμμετοχές ακατάσχετες κατ' άρθρο 982 παρ. 2 περ. β' του Κ.Πολ.Δικ. Τα εταιρικά όργανα (επί Α.Ε., το Διοικητικό Συμβούλιο και ενδεχόμενοι υποκατάστατοι του) νομιμοποιούνται πλήρως σε δίκες με αντικείμενο αδικοπραξία ή προσβολή της προσωπικότητας που συντελέστηκαν μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως (Α.Π. 1615/2007), όπως και σε παράσταση πολιτικής αγωγής σε ποινική δίκη για ικανοποίηση ηθικής βλάβης από αδίκημα, αλλά και σε άσκηση της σχετικής αγωγής, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων (ολ.Α.Π. 2/2012), οπωσδήποτε δε, διατηρούν πλήρεις τις κατά το νόμο και το καταστατικό αρμοδιότητές τους για τις ενδοεταιρικές σχέσεις και υποθέσεις (π.χ.
σύγκληση Γενικής Συνελεύσεως). Εξ άλλου, ο ΠτΚ προβλέπει, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 18, την ανάθεση της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας στον οφειλέτη, δυνατότητα άγνωστη στην έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχειρίσεως του ν. 4307/2014, παρά την ομοίως εκτελεστική - εκκαθαριστική (δυνητικά βεβαίως και εξυγιαντική) της φύση.
Τέλος, ο νομοθέτης του νόμου 4307/2014, ενώ είχε αναμφίβολα προ οφθαλμών τη ρύθμιση των άρθρων 17 και 18 του ΠτΚ, απέστη ενσυνείδητα από αυτήν και μάλιστα για συγκεκριμένους λόγους: Ratio της εν λόγω απόκλισης είναι προφανώς η αποθάρρυνση της διάθεσης του οφειλέτη (ή, εν πάση περιπτώσει, των εταιρικών του οργάνων ή των αληθών φορέων του συμφέροντος, ήτοι των μετόχων ή εταίρων) να δώσει "μάχη οπισθοφυλακών" για τη διατήρηση του ελέγχου της επιχείρησης, ακόμη και λειτουργώντας ως τροχοπέδη στην ταχεία εκποίηση της επιχείρησης ως συνόλου ή κλάδου της ή έστω επιμέρους σημαντικών περιουσιακών στοιχείων, όσο η επιχείρηση παραμένει σε λειτουργία, πράγμα που όμως αποτελεί ακριβώς τη ratio της διαδικασίας.
Το πνεύμα αυτό του νομοθέτη προκύπτει, κατ' αρχήν, από την ίδια την πρόβλεψή του να επιτευχθεί η ολοκλήρωση της διαδικασίας και του λειτουργήματος του ειδικού διαχειριστή εντός συντομότατου χρονικού διαστήματος από την έναρξη της διαδικασίας (άρθρο 69 παρ. 3 ν. 4307/2014), αλλά και από μία σειρά άλλων διατάξεων, όπως ο ορισμός της δικασίμου για την εκδίκαση της αιτήσεως εντός διμήνου από την υποβολή της (άρθρο 70 παρ. 2 εδ.
α' ν. 4307/2014), η δυνατότητα παρέμβασης προσθέτως των πιστωτών της επιχείρησης χωρίς την τήρηση προδικασίας, η οποία πρέπει υποχρεωτικά να προσδιορίζεται στην αρχική δικάσιμο, χωρίς να είναι δυνατή η αναβολή της συζήτησης λόγω ασκηθείσας παρέμβασης (άρθρο70 παρ. 2 εδ. δ - ε ν. 4307/2014), ή η περιορισμένη μόνον δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων ή άλλων ενδίκων βοηθημάτων, αναλόγως αν γίνεται δεκτή ή απορρίπτεται η σχετική αίτηση (άρθρο 70 παρ. 1 εδ.
β', 71 παρ. 5 και 6 ν. 4307/2014). Με άλλα λόγια, η ταχύτητα με την οποία η διαδικασία ειδικής διαχείρισης μπορεί να οδηγήσει σε εκποίηση της επιχείρησης του οφειλέτη ως συνόλου (ή κλάδου αυτής ή επιμέρους περιουσιακού στοιχείου της), ταχύτητα, η οποία οφείλεται στην κατάστρωση της διαδικασίας και η οποία ακριβώς εξασφαλίζει την πιθανότητα εκποίησης προ της απαξίωσης (επομένως και σε υψηλότερο τίμημα επ' ωφελεία των πιστωτών, αλλά και του φορέα της επιχείρησης), θα ματαιωνόταν αν υπήρχε η δυνατότητα εμπλοκής σε ατέρμονες δικαστικές διαμάχες αναφορικά με την υπαγωγή στην έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχείρισης.
Και η πρωτοβουλία για μια τέτοια παρέλκυση δεν μπορεί παρά να προέρχεται, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, μόνον από το φορέα της επιχείρησης, της οποίας ζητείται η υπαγωγή στην έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχείρισης. Άλλωστε, αν ο νομοθέτης ήθελε πράγματι μια τέτοια εξαίρεση, θα την θέσπιζε ειδικώς, όπως για παράδειγμα είχε πράξει, κατά το παρελθόν, στο πλαίσιο της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 9 παρ. 3 Ν. 1386/1983, σύμφωνα με την οποία "Με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, που ορίζεται ο εκκαθαριστής, παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων διοίκησης της εταιρείας ή η τυχόν προσωρινή διοίκηση του Ο.Α.Ε., αναστέλλεται η περαιτέρω πτωχευτική διαδικασία, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση και η λήψη προσωρινών, συντηρητικών ή προφυλακτικών μέτρων και αναστέλλονται οι τυχόν εκκρεμείς σχετικές διαδικασίες.
Η διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της επιχείρησης ανήκει στον εκκαθαριστή. Κατά τις περιπτώσεις που δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες του εκκαθαριστή στρέφονται κατά εταιρείας ως οφειλέτου, η εκπροσώπηση της από το διοικητικό συμβούλιο που είχε νόμιμα την τυχόν πτώχευση ή την υπαγωγή της διοίκηση του Ο.Α.Ε.
ή την υπαγωγή της στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του νόμου αυτού, κατά περίπτωση. Η θητεία αυτού του διοικητικού συμβουλίου, για την περίπτωση αυτή, θεωρείται ότι είχε ανασταλεί για όσο χρονικό διάστημα διήρκεσαν η πτώχευση ή η προσωρινή διοίκηση και παρατείνεται μέχρι τη λήξη της εκκαθάρισης".
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν δύναται να εφαρμοστεί αναλογικά, εν προκειμένω, η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 εδ. β του ΠτΚ., η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από αναρμόδιο εκπροσωπευτικό όργανο της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, είναι και για το λόγο αυτό απορριπτέα, ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1 στοιχ. β, 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού του δικαστηρίου που έχει εκδώσει Τέλος, αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης (με την προσκομιδή αποδεικτικών επιδόσεώς της ή πιστοποιητικού του αρμοδίου γραμματέως ότι δεν ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση, ή ότι εχώρησε παραίτηση από την ασκηθείσα έφεσηκ.λπ.) τότε η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (Α.Π. 92/2017, 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι η διάταξη του άρθρου 70 παρ. 1 εδ. β' του ν. 4307/2014 αντίκειται στο Σύνταγμα και το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και είναι, επομένως, ανεφάρμοστη, υποστηρίζει περαιτέρω ότι εφαρμοστέες, εν προκειμένω, τυγχάνουν οι κοινές διατάξεις των άρθρων 741 σε συνδυασμό με 552 επ.
του Κ.Πολ.Δ., κατά τις οποίες πρέπει να κριθεί το επιτρεπτό και οι λοιποί όροι του παραδεκτού της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ωστόσο, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση είναι οι κοινές διατάξεις των άρθρων 741 σε συνδυασμό με 552 επ. Κ.Πολ.Δ. και πάλι η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε, με κατάθεσή της, από την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, στις 17.7.2019, όπως τούτο αποδεικνύεται από την στο τέλος του δικογράφου της καταχωρημένη σχετική έκθεση του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, εφ' όσον δεν συνομολογείται από τις αναιρεσίβλητες η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά ούτε και αποδεικνύεται από τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα ότι η ανωτέρω προσβαλλομένη απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 18.6.2019, κοινοποιήθηκε από κάποιον από τους διαδίκους, ώστε κατά τον χρόνο κατάθεσης αυτής να έχει παρέλθει η προθεσμία της έφεσης, θα ήταν απαράδεκτη (πέραν των προαναφερομένων λόγων) και για τον προκείμενο λόγο και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη από 14.7.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 96/2019 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.7.2019 με ειδικό αριθμό κατάθεσης 96/2019 αίτηση για αναίρεση της 1561/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακόσιων (2.700) ευρώ, για την κάθε μία.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ