Legislator Case Law & Legislation
1426/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative contract ruling due to lack of written proposal and acceptance. The court upholds the lower court's decision based on statutory requirements for public contracts. The appeal is rejected because the contract was not properly formed in writing.

Case Number 1426/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a public transport contract. The appellant argued that the contract was valid despite lacking a written proposal and acceptance, relying on oral agreements and a card. The court ruled that the absence of written documentation for both the proposal and acceptance renders the contract void under the Public Accounting Code, as the written form is constitutive rather than merely evidentiary.

Legislator headnote

AI generated

Article 80 of Law 2362/1995; Article 158 and 159 of the Civil Code: The written form of proposal and acceptance is constitutive for public contracts exceeding the statutory threshold, and its absence renders the contract void.

Keywords

AI generated
public contract validity written form requirement constitutive vs evidentiary administrative law contract formation

Cited Legislation

AI generated
Article 80 of Law 2362/1995
Article 158 of the Civil Code
Article 159 paragraph 1 of the Civil Code
Article 180 of the Civil Code
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
OLAP 862/1984
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1426 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1426/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΟΥΛΤΑΝΟΓΛΟΥ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουκκουλλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ασημίνα Δημητρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/11/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3283/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2579/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/7/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 του ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", όπως ίσχυε πριν τη κατάργησή του με το ν. 4270/2014, για το κύρος συμβάσεως του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των 400.000 δραχμών ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο, το ανωτέρω ποσό δε δύναται να τροποποιείται με απόφαση του υπουργού οικονομικών (ήδη από 1ης Ιανουαρίου 2002 αναπροσαρμόσθηκε σε 2.500 ευρώ με την ΥΑ 2/59649/0026/2001, ΦΕΚ Β 1427/ 22.10.2001).

Επί συμβάσεως η αποδοχή της προτάσεως δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο, η υπό του αντισυμβαλλομένου όμως του Δημοσίου εκπλήρωση της παροχής του αίρει την εκ της ελλείψεως του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητα της συμβάσεως. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό του Δημοσίου ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψη του καθιστά κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 ΑΚ άκυρη τη σύμβαση και, συνεπώς, θεωρούμενη κατά το άρθρο 180 ΑΚ ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, μόνο όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 137/2019, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1160/2013).

Επιπλέον με τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "για κάθε σύμβαση του Δημοσίου που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία του ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η σύναψη συμβάσεων προμήθειας προϊόντων, υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων με συνοπτική διαδικασία ή διαπραγμάτευση".

Με το άρθρο 83 παρ. 1 του ν. 2362/1995 ορίζεται ότι επιτρέπεται η με απευθείας ανάθεση σύναψη συμβάσεως προμηθείας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτελέσεως έργων για ετήσια δαπάνη μέχρι του ποσού των 1.500.000 δραχμών, μεταξύ του 1.500.000 δραχμών έως 4.000.000 δραχμών απαιτείται διαγωνισμός με συνοπτική διαδικασία (πρόχειρος), διενεργούμενος από τριμελή επιτροπή και άνω του ύψους των 4.000.000 δραχμών απαιτείται σύναψη συμβάσεως γιά προμήθεια προϊόντων, παροχή υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων κατόπιν διενεργείας τακτικού διαγωνισμού (ανοικτού ή κλειστού) και ότι τα ως άνω χρηματικά όρια δύνανται να αναπροσαρμόζονται δι' αποφάσεως του υπουργού οικονομικών (πράγματι τα ως άνω χρηματικά όρια, συμπεριλαμβανομένου και του φόρου προστιθεμένης αξίας, αναπροσαρμόσθηκαν από 1ης Ιανουαρίου 2002, δυνάμει των άρθρων 1 και 2 της ΥΑ 2/45564/0026/2001 του Υπουργού Οικονομικών, στα εξής κλιμάκια:

μέχρι 15.000 ευρώ, από 15.000 έως 45.000 ευρώ και από 45.000 ευρώ και άνω, αντίστοιχα, για καθεμία των ως άνω περιπτώσεων) (ΑΠ 137/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.

Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α του ιδίου Κώδικα ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1378/2011, ΑΠ 1057/2011, ΑΠ 1135/2010).

Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., αφού γι` αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1358/2015, ΑΠ 543/2015).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της, δεν προκύπτουν, σαφώς, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και, όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης (Σ 93 παρ. 3) ως "αιτιολογίες" νοεί μόνο τις ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη ή αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου (ΑΠ 900, 176/2011, ΑΠ 1724/2010, ΑΠ 1310/2008, ΑΠ 534/2004).

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 269/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου του δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και την με αριθμό …/…-11-2009 ένορκη βεβαίωση της Δ.

Σ. που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την από 12-4-2004 αγωγή, μεταξύ των αυτών διαδίκων και για την ίδια διαφορά, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία στο πλαίσιο της παρούσας δίκης λαμβάνεται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη η υπ' αριθ.

…/2013 ένορκη βεβαίωση που λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας ενώπιον του Συμβ/φου Αθηνών Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, διότι δεν προκύπτει νομότυπη κλήτευση του εναγομένου που δεν παραστάθηκε κατά τη λήψη της και ειδικότερα δεν προσκομίζεται έκθεση επίδοσης από την οποία να προκύπτει η κλήτευση του Υπουργού Οικονομικών που εκπροσωπεί το εναγόμενο στην παρούσα δίκη, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία δραστηριοποιείται στο χώρο των εγχώριων και διεθνών μεταφορών κάθε είδους εμπορευμάτων, οικοσκευών και άλλων αντικειμένων με ίδια ή ξένα μεταφορικά μέσα. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς της στις αρχές του έτους 2002 ανέλαβε την εκτέλεση μεταφορικών εργασιών για τις ετήσιες ανάγκες των Διευθύνσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο εκπροσωπείται από το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει της υπ' αριθ.

…/2002 έγγραφης σύμβασης που καταρτίστηκε κατόπιν πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού και έναντι αμοιβής ύψους 45.000 ευρώ. Με βάση τη σύμβαση αυτή η ενάγουσα όφειλε να διεκπεραιώσει τις εργασίες που αναγράφονταν στην από 11-2-2002 προσφορά της, η οποία αποτελούσε αναπόσπαστο παράρτημα της ως άνω σύμβασης και η καταβολή του τιμήματος θα γινόταν τμηματικά και με τακτικά χρηματικά εντάλματα μετά την εκτέλεση των εργασιών και αφού η ενάγουσα προσκόμιζε τα νόμιμα δικαιολογητικά.

Το συντονισμό των εργασιών που εκτελούσε η ενάγουσα είχαν αναλάβει οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών, οι οποίοι σε συνεργασία καθημερινά με ένα υπάλληλο της ενάγουσας έδιναν τις απαραίτητες οδηγίες για τα αντικείμενα που έπρεπε να μεταφερθούν και ακολούθως για το χώρο που αυτά θα τοποθετούνταν.

Περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι περί τα μέσα Οκτωβρίου 2002, κατόπιν προφορικής συμφωνίας ταυ νομίμου εκπροσώπου της με τους αρμόδιους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών κ. Φ. και κ. Δ., ανέλαβε επιπλέον των ανωτέρω εργασιών και την εκτέλεση των εργασιών μεταφοράς για την μετεγκατάσταση ορισμένων υπηρεσιών του Υπουργείου σε άλλα κτήρια, εντός του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου, αντί αμοιβής ύψους 221.521,19 ευρώ.

Ότι η ανάθεση των εργασιών αυτών έγινε χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία ήτοι προκήρυξη διαγωνισμού και κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας, λόγω της επιτακτικής ανάγκης άμεσης μετεγκατάστασης των Υπηρεσιών του Υπουργείου και ομαλής συνέχισης της λειτουργίας αυτών και ότι η ενάγουσα εκτέλεσε προσηκόντως τις εργασίες αυτές, πλην όμως το εναγόμενο εκ του ανωτέρω ποσού των 221.521,19 ευρώ της κατέβαλε μόνο το ποσό των 48.629,99 ευρώ, εξακολουθεί δε να οφείλει την προκύπτουσα διαφορά εκ 172.891,40 ευρώ, για τα οποία η ενάγουσα έχει εκδώσει τα υπ' αριθ.

…/…-12-2002, …/…-12-2002, …/…-12-2002, …/…-9-2003 και …/…-3-2003 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών. Ότι ο ισχυρισμός της όμως αυτός δεν κρίνεται ουσιαστικά βάσιμος και είναι απορριπτέος και τούτο διότι δεν προσκομίστηκαν αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία περί της κατάρτισης και εκτέλεσης των εν λόγω συμβάσεων. Ειδικότερα προς απόδειξη του ισχυρισμού της η ενάγουσα επικαλείται κατ' αρχήν τις από 4-12-2002 και 29-1-2003 επιστολές-προσφορές της προς την υπάλληλο του Υπουργείου Εξωτερικών κ.

Μ., οι οποίες αναγράφουν αναλυτικά διάφορες εργασίες μεταφοράς και το κόστος αυτών. Οι τελευταίες όμως δεν αποτελούν αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο καθόσον α) δεν φέρουν υπογραφή και συνεπώς στερούνται αποδεικτικής δύναμης κατ' άρθρο 443 ΚΠολΔ και β) δεν φέρουν αριθμό πρωτοκόλλου, εισερχομένου στην αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών και γ) δεν προέκυψε αν η ανωτέρω υπάλληλος προς την οποία απευθύνονται, είχε την εξουσία να δεσμεύει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με την κατάρτιση τέτοιου είδους συμβάσεων και μάλιστα χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία του μειοδοτικού διαγωνισμού.

Επίσης η ενάγουσα επικαλείται την μαρτυρική κατάθεση της Δ. Σ., υπαλλήλου και υπεύθυνης στο τμήμα προσωπικού, από την οποία όμως το Δικαστήριο αδυνατεί να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα καθόσον η τελευταία ενώ καταθέτει γενικά και αόριστα περί οφειλής του εναγομένου προς την ενάγουσα ύψους 170.000 ευρώ, αδυνατεί να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο η ενάγουσα, αν και είχε λάβει μέρος σε μειοδοτικούς διαγωνισμούς και είχε συνάψει σχετικές συμβάσεις, στην προκειμένη περίπτωση προέβη σε συμφωνία τέτοιου μεγέθους χωρίς να λάβει έγγραφες εγγυήσεις περί τούτου από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών.

Τέλος αν και η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι για την εκτέλεση των επίδικων μεταφορικών εργασιών απασχόλησε εξωτερικούς συνεργάτες, φορτοεκφορτωτές, βοηθούς, οδηγούς και φορτηγά αυτοκίνητα, επιπλέον αυτών που μόνιμα απασχολούσε, ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε περί τούτου. Είναι αληθές βέβαια ότι το εναγόμενο, επικαλούμενο μάλιστα το υπ' αριθ.

ΑΠ … . …. /…/…. …/...-5-2009 έγγραφο απόψεων της ΣΤ 5 Διεύθυνσης Προμηθειών και Λειτουργικών Δαπανών (Τμήμα Ι) του Υπουργείου Εξωτερικών και το συνημμένο στο ΑΠΦ …/…-2-2012 έγγραφο της ΣΤ Γεν. Δ/νσης του τελευταίου υπηρεσιακό σημείωμα της ΣΤ5, ομολογεί ότι η ενάγουσα έχει εκτελέσει για λογαριασμό του Υπουργείου Εξωτερικών, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και επιπλέον μεταφορικές εργασίες, πέραν των προβλεπομένων στην ως άνω υπ' αριθ.

…/2002 σύμβαση, και ειδικότερα μεταφορικές εργασίες ενόψει της τέλεσης των Ολυμπιακών αγώνων, δυνάμει πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού, αλλά και άλλες εργασίες, οι οποίες της ανατέθηκαν λόγω του μικρού χρηματικού αντικειμένου τους με απευθείας ανάθεση, χωρίς πρόχειρο διαγωνισμό. Για τις ανωτέρω όμως εργασίες αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα έχει πλήρως εξοφληθεί δυνάμει των χρηματικών ενταλμάτων α) υπ' αριθ.

…/2002, ποσού 4.130 ευρώ, που αφορούσε μέρος των ετήσιων μεταφορικών εργασιών του Υπουργείου Εξωτερικών, εκδοθέντος από την ενάγουσα του υπ' αριθ. …/…-11-2002 τιμολογίου, με την αιτιολογία "ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΠΙΠΛΑ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΑΠΟ ΖΑΛΟΚΩΣΤΑ 1 ΠΡΟΣ ΟΔΔΥ 5 ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ" , β) υπ' αριθ. …/2004, ποσού 44.499 ευρώ, που αφορούσε μεταφορικές εργασίες για την προετοιμασία του Υπουργείου Εξωτερικών για τους Ολυμπιακούς αγώνες, εκδοθέντος από την ενάγουσα τον υπ' αριθ. 1036/29-11-2002 τιμολογίου με την αιτιολογία - "ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ" και γ) υπ' αριθ.

…/2003, ποσού 4.059,20 ευρώ, που αφορούσε μεταφορικές εργασίες του Υπουργείου Εξωτερικών για την Ελληνική Προεδρία 2003, εκδοθέντος από την ενάγουσα του υπ' αριθ. …/…-3-2002 τιμολογίου, με την αιτιολογία "ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Κ.Λ.Π.". Η κρίση του Δικαστηρίου ότι ουδέποτε ανατέθηκαν στην ενάγουσα οι αναφερόμενες στην κρινόμενη αγωγή μεταφορικές εργασίες ενισχύεται από το γεγονός ότι αν και από το έτος 2003 διακόπηκε η συνεργασία των διαδίκων και το εναγόμενο ανέθεσε κάθε είδους μεταφορική εργασία για τις ανάγκες του Υπουργείου Εξωτερικών στην εταιρία ΤΕLETRANS, δυνάμει της υπ' αριθ.

ΣΤ 5/… …. . …/…/… …/….-3-2003 απόφασης της Δ/νσης Προμηθειών του εναγομένου και κατόπιν πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού, η ενάγουσα για μέρος των επίδικων μεταφορικών εργασιών εξέδωσε τιμολόγιο (αριθ. …) ύψους 87.500 ευρώ, με ημερομηνία 2-9-2003. Ο ισχυρισμός δε αυτής ότι στις 2-9-2003 εκδόθηκαν και εξοφλήθηκαν και άλλα τρία τιμολόγια δεν αποδείχθηκε (δεν προσκομίστηκαν τα εν λόγω τιμολόγια ή τα αντίστοιχα εντάλματα πληρωμής).

Αυτό προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου, υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, ο οποίος κατέθεσε ότι όλες οι μεταφορικές εργασίες που ανατέθηκαν στην ενάγουσα, ολοκληρώθηκαν το έτος 2002 και αρχές του έτους 2003 και ότι το μήνα Σεπτέμβριο 2003, που ο ίδιος επέστρεψε στην Ελλάδα καθόσον μέχρι τότε υπηρετούσε σε αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών στο εξωτερικό, δεν υπήρχε πλέον συνεργασία με την ενάγουσα....".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η ανάθεση από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και η εκτέλεση από την ενάγουσα των αναφερομένων στην ένδικη αγωγή μεταφορικών εργασιών, έκανε δεκτή την έφεση αυτού (ήδη αναιρεσίβλητου, εναγομένου) και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί, εν μέρει, κατ' ουσίαν, την αγωγή ως προς το ποσό των 168.832 ευρώ.

Ακολούθως, το Εφετείο, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας εταιρείας, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς λογικά κενά και άλματα, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καταφάσκουν τη, μετά από ορθή εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που ήταν εφαρμοστέοι, εν προκειμένω, συναγωγή του ανωτέρω απορριπτικού της, ερειδομένης στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (904 επ.

ΑΚ), ένδικης αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, πορίσματος. Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμος. Σημειουμένου, ακόμη, ότι η ειδικότερη προβαλλόμενη, με αυτό το λόγο, αιτίαση ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης: "...δεν προσκομίστηκαν αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία περί της κατάρτισης και εκτέλεσης των εν λόγω συμβάσεων...", με την οποίαν απορρίφθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός της ότι: "...περί τα μέσα Οκτωβρίου 2002, κατόπιν προφορικής συμφωνίας του νομίμου εκπροσώπου της με τους αρμόδιους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών κ.

Φ. και κ. Δ., ανέλαβε επιπλέον των ανωτέρω εργασιών και την εκτέλεση των εργασιών μεταφοράς υπηρεσιών του Υπουργείου για την μετεγκατάσταση σε άλλα κτήρια, εντός ορισμένων του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου, αντί αμοιβής ύψους 221.252,19 ευρώ...", αντιφάσκει προς εκείνη, με την οποία έγινε δεκτό ότι: "...για τις εν λόγω εργασίες εκδόθηκαν από τις υπηρεσίες μου τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών 1)…/….-12-2002, 2)…/…-12-2002, 3) …/…-12-2003 και 4)…/…-9-2003, συνολικής αξίας 172.891,40 ευρώ, καθώς και τα 1)…/…-11-2002, ποσού 4.130 ευρώ, 2)…./…-11-2002, ποσού 44.499,99 ευρώ και 3)…/…-3-2003, ποσού 4.059,20 ευρώ, για τα οποία εκδόθηκαν τα …./2002, …/2004 και ../2003, αντίστοιχα εντάλματα πληρωμής"....", στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση πως στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται αιτιολογία, όπως η ανωτέρω, συγκροτηθείσα, επιλεκτικά, με αποσπάσματα αυτής, που παρατέθηκαν στο αναιρετήριο, με τη σειρά, που επέλεξε η αναιρεσείουσα, προς θεμελίωση του κρινόμενου λόγου, ενώ τούτο ουδόλως προκύπτει από τις ανωτέρω, αυτολεξεί, εκτιθέμενες, κρίσιμες εν προκειμένω, παραδοχές του Εφετείου, κατά τις οποίες: "...η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι περί τα μέσα Οκτωβρίου 2002, κατόπιν προφορικής συμφωνίας ταυ νομίμου εκπροσώπου της με τους αρμόδιους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών κ.

Φ. και κ. Δ., ανέλαβε επιπλέον των ανωτέρω εργασιών και την εκτέλεση των εργασιών μεταφοράς για την μετεγκατάσταση ορισμένων υπηρεσιών του Υπουργείου σε άλλα κτήρια, εντός του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου, αντί αμοιβής ύψους 221.521,19 ευρώ. Ότι η ανάθεση των εργασιών αυτών έγινε χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία ήτοι προκήρυξη διαγωνισμού και κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας, λόγω της επιτακτικής ανάγκης άμεσης μετεγκατάστασης των Υπηρεσιών του Υπουργείου και ομαλής συνέχισης της λειτουργίας αυτών και ότι η ενάγουσα εκτέλεσε προσηκόντως τις εργασίες αυτές, πλην όμως το εναγόμενο εκ του ανωτέρω ποσού των 221.521,19 ευρώ της κατέβαλε μόνο το ποσό των 48.629,99 ευρώ, εξακολουθεί δε να οφείλει την προκύπτουσα διαφορά εκ 172.891,40 ευρώ, για τα οποία η ενάγουσα έχει εκδώσει τα υπ' αριθ.

…/…-12-2002, …/…-12-2002, …/…-12-2002, …/…-9-2003 και …/…-3-2003 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών...". Τον ισχυρισμό αυτό της ήδη αναιρεσείουσας, το Εφετείο, κατά τις προαφερθείσες παραδοχές του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι: "...δεν προσκομίστηκαν αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία περί της κατάρτισης και εκτέλεσης των εν λόγω συμβάσεων.

Ειδικότερα προς απόδειξη του ισχυρισμού της η ενάγουσα επικαλείται κατ' αρχήν τις από 4-12-2002 και 29-1-2003 επιστολές-προσφορές της προς την υπάλληλο του Υπουργείου Εξωτερικών κ. Μ., οι οποίες αναγράφουν αναλυτικά διάφορες εργασίες μεταφοράς και το κόστος αυτών. Οι τελευταίες όμως δεν αποτελούν αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο καθόσον α) δεν φέρουν υπογραφή και συνεπώς στερούνται αποδεικτικής δύναμης κατ' άρθρο 443 ΚΠολΔ και β) δεν φέρουν αριθμό πρωτοκόλλου, εισερχομένου στην αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών και γ) δεν προέκυψε αν η ανωτέρω υπάλληλος προς την οποία απευθύνονται, είχε την εξουσία να δεσμεύει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με την κατάρτιση τέτοιου είδους συμβάσεων και μάλιστα χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία του μειοδοτικού διαγωνισμού.

Επίσης η ενάγουσα επικαλείται την μαρτυρική κατάθεση της Δ. Σ., υπαλλήλου και υπεύθυνης στο τμήμα προσωπικού, από την οποία όμως το Δικαστήριο αδυνατεί να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα καθόσον η τελευταία ενώ καταθέτει γενικά και αόριστα περί οφειλής του εναγομένου προς την ενάγουσα ύψους 170.000 ευρώ, αδυνατεί να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο η ενάγουσα, αν και είχε λάβει μέρος σε μειοδοτικούς διαγωνισμούς και είχε συνάψει σχετικές συμβάσεις, στην προκειμένη περίπτωση προέβη σε συμφωνία τέτοιου μεγέθους χωρίς να λάβει έγγραφες εγγυήσεις περί τούτου από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών.

Τέλος αν και η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι για την εκτέλεση των επίδικων μεταφορικών εργασιών απασχόλησε εξωτερικούς συνεργάτες, φορτοεκφορτωτές, βοηθούς, οδηγούς και φορτηγά αυτοκίνητα, επιπλέον αυτών που μόνιμα απασχολούσε, ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε περί τούτου. Είναι αληθές βέβαια ότι το εναγόμενο, επικαλούμενο μάλιστα το υπ' αριθ.

ΑΠ … …. /…/ΑΣ …/…-5-2009 έγγραφο απόψεων της ΣΤ5 Διεύθυνσης Προμηθειών και Λειτουργικών Δαπανών (Τμήμα Ι) του Υπουργείου Εξωτερικών και το συνημμένο στο ΑΠΦ …/…-2-2012 έγγραφο της ΣΤ Γεν. Δ/νσης του τελευταίου υπηρεσιακό σημείωμα της ΣΤ5, ομολογεί ότι η ενάγουσα έχει εκτελέσει για λογαριασμό του Υπουργείου Εξωτερικών, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και επιπλέον μεταφορικές εργασίες, πέραν των προβλεπομένων στην ως άνω υπ' αριθ.

…/2002 σύμβαση, και ειδικότερα μεταφορικές εργασίες ενόψει της τέλεσης των Ολυμπιακών αγώνων, δυνάμει πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού, αλλά και άλλες εργασίες, οι οποίες της ανατέθηκαν λόγω του μικρού χρηματικού αντικειμένου τους με απευθείας ανάθεση, χωρίς πρόχειρο διαγωνισμό. Για τις ανωτέρω όμως εργασίες αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα έχει πλήρως εξοφληθεί δυνάμει των χρηματικών ενταλμάτων α) υπ' αριθ.

…/2002, ποσού 4.130 ευρώ, που αφορούσε μέρος των ετήσιων μεταφορικών εργασιών του Υπουργείου Εξωτερικών, εκδοθέντος από την ενάγουσα του υπ' αριθ. …/…-11-2002 τιμολογίου, με την αιτιολογία "ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΠΙΠΛΑ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΑΠΟ ΖΑΛΟΚΩΣΤΑ 1 ΠΡΟΣ ΟΔΔΥ 5 ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ" , β) υπ' αριθ. …/2004, ποσού 44.499 ευρώ, που αφορούσε μεταφορικές εργασίες για την προετοιμασία του Υπουργείου Εξωτερικών για τους Ολυμπιακούς αγώνες, εκδοθέντος από την ενάγουσα τον υπ' αριθ.

…/…-11-2002 τιμολογίου με την αιτιολογία - "ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ" και γ) υπ' αριθ. …/2003, ποσού 4.059,20 ευρώ, που αφορούσε μεταφορικές εργασίες του Υπουργείου Εξωτερικών για την Ελληνική Προεδρία 2003, εκδοθέντος από την ενάγουσα του υπ' αριθ. …/…-3-2002 τιμολογίου, με την αιτιολογία "ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Κ.Λ.Π.".

Η κρίση του Δικαστηρίου ότι ουδέποτε ανατέθηκαν στην ενάγουσα οι αναφερόμενες στην κρινόμενη αγωγή μεταφορικές εργασίες ενισχύεται από το γεγονός ότι αν και από το έτος 2003 διακόπηκε η συνεργασία των διαδίκων και το εναγόμενο ανέθεσε κάθε είδους μεταφορική εργασία για τις ανάγκες του Υπουργείου Εξωτερικών στην εταιρία ΤΕLETRANS, δυνάμει της υπ' αριθ.

ΣΤ5/… …. . …/…/ΑΣ …/…-3-2003 απόφασης της Δ/νσης Προμηθειών του εναγομένου και κατόπιν πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού, η ενάγουσα για μέρος των επίδικων μεταφορικών εργασιών εξέδωσε τιμολόγιο (αριθ. …) ύψους 87.500 ευρώ, με ημερομηνία 2-9-2003. Ο ισχυρισμός δε αυτής ότι στις 2-9-2003 εκδόθηκαν και εξοφλήθηκαν και άλλα τρία τιμολόγια δεν αποδείχθηκε (δεν προσκομίστηκαν τα εν λόγω τιμολόγια ή τα αντίστοιχα εντάλματα πληρωμής)....".

Συμπερασματικά δηλαδή, το Εφετείο, με τις ανωτέρω, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις, παραδοχές του δέχθηκε, ότι για τις μεταφορικές εργασίες, που αποδείχθηκε ότι εκτέλεσε η ήδη αναιρεσείουσα, ενάγουσα και, για τις οποίες εξέδωσε τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τιμολόγια, που προσκομίστηκαν, εξοφλήθηκε δυνάμει των, επίσης, αναφερομένων σ' αυτή χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής, ενώ για τις υπόλοιπες, που αναφέρονται, ως εκτελεσθείσες, στον προαναφερθέντα αγωγικό ισχυρισμό της, προς θεμελίωση της απόδειξης του οποίου αυτή επικαλέσθηκε τα αναφερόμενα στην αγωγή της τιμολόγια, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η εκτέλεσή τους, καθόσον: "...δεν προσκομίστηκαν τα εν λόγω τιμολόγια ή τα αντίστοιχα εντάλματα πληρωμής...".

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, ακόμη και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι, με τον παρόντα λόγο, πλήττεται και η ανωτέρω παραδοχή, τότε η σχετική αναιρετική αιτίαση κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον, με αυτή, πλήττεται η αναγομένη στην εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Εφετείου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί.

Έτσι, ο λόγος αυτός, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Mε τον πρώτο αναιρετικό λόγο της κρινόμενης αίτησης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11 γ' ΚΠολΔ, καθόσον, προκειμένου να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη του την καρτέλα του αναλυτικού λογαριασμού, που τηρείται στα γραφεία της εταιρείας της, όπου αναγράφονται όλες οι εργασίες μεταφοράς, τις οποίες αυτή εκτέλεσε για λογαριασμό του Υπουργείου Εξωτερικών και υπό την ένδειξη Χρέωση καταχωρίζονται τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, τα οποία το εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να της καταβάλει, λόγω εργασιών μεταφοράς, τις οποίες εκτέλεσε όχι βάσει μειοδοτικού διαγωνισμού, αλλά βάσει των μεταξύ τους συναφθεισών προφορικών συμφωνιών και την οποία (καρτέλα) αυτή νόμιμα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιόν του, καθώς και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Καθόσον, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση ότι, το Εφετείο, συνήγαγε το πόρισμά του: "...από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνον τον δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και την με αριθμό …/…-11-2009 ένορκη βεβαίωση της Δ.

Σ. που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την από 124-2004 αγωγή, μεταξύ των αυτών διαδίκων και για την ίδια διαφορά, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία στο πλαίσιο της παρούσας δίκης λαμβάνεται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη η υπ' αριθ.

…/2013 ένορκη βεβαίωση που λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας ενώπιον του Συμβ/φου Αθηνών Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, διότι δεν προκύπτει νομότυπη κλήτευση του εναγομένου που δεν παραστάθηκε κατά τη λήψη της και ειδικότερα δεν προσκομίζεται έκθεση επίδοσης από την οποία να προκύπτει η κλήτευση του Υπουργού Οικονομικών που εκπροσωπεί το εναγόμενο στην παρούσα δίκη...", σε συνδυασμό με όλο το ανωτέρω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Δικαστήριο, διαμόρφωσε το ανωτέρω, απορριπτικό της ένδικης αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, αποδεικτικό του πόρισμα, λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τη φερόμενη, από την αναιρεσείουσα, ως αγνοηθείσα, επίμαχη, καρτέλα αναλυτικού λογαριασμού εργασιών μεταφοράς.

ΙΙΙ. Κατόπιν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της 2579/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε το τελευταίο, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-07-2018 αίτηση αναίρεσης της 2579/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ