Legislator Case Law & Legislation
1426/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance property rights, rejecting violation of customary Muslim community rules.

Case Number 1426/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding inheritance of a family home. The appellant argued that the court violated customary law by failing to recognize his exclusive right as the sole male heir under Muslim community rules, while the court found no such claim in the original lawsuit. Consequently, the appeal was rejected because the lower court correctly applied substantive law based on the actual facts presented.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; The court must examine customary law rules only if specifically pleaded by the party, and a failure to apply such rules does not constitute a procedural violation if the claim was not substantiated.

Keywords

AI generated
customary law application Muslim community rules inheritance property rights procedural violation male heir preference appeal dismissal substantive law

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 104, 105, 576 of the Code of Civil Procedure
Articles 110, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1426 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1426/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Ε. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σύψα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ε. του Β., 2) Χ. Ε. του Β. και 2) Μ. Χ. - Χ. Κ. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιπποκράτη - Αλέξανδρο Μυλωνά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/1/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 404/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 171/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/11/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 9/3/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 104, 105, 576 παρ.1,2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, που διορίζεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, αν δε εκπροσωπούνται στη συζήτηση από δικηγόρο, χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, η έλλειψη της οποίας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, θεωρούνται δικονομικώς απόντες.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 110 παρ.2, 576 παρ.1, 2 Κ.Πολ.Δ. αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος, αφού ελέγξει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της δικονομικής απουσίας συζητεί την υπόθεση, ως εάν ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Για να συμβεί αυτό όμως ερευνάται αν απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση ή ο αντίδικος αυτού. Στην πρώτη περίπτωση η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου και στην κλήση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.

Το αντίγραφο αυτό με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή, που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Στη δεύτερη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το οικείο πινάκιο και τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου της αναφερομένης στην αρχή της αποφάσεως δικασίμου, ο αναιρεσείων παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γ. Σύψα, ο οποίος όμως δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας για το φερόμενο ως εκπροσωπούμενο από αυτόν (αναιρεσείοντα), αφού δεν προσκομίζει το σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Συνεπώς ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως ο νόμος ορίζει και θεωρείται για το λόγο αυτό δικονομικώς απών. Όπως όμως προκύπτει από την 9659Γ'/9-12-2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κω, ..., την οποία προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, που επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ακριβές αντίγραφο αυτής, με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της αποφάσεως δικασίμου, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως μετά από παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Ιπ.

Μυλωνά, στον αναιρεσείοντα. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, ως εάν και αυτός ήταν παρών (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 171/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, που δίκασε ως Εφετείο, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 147/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κω.

Ειδικότερα ενώπιον του τελευταίου δικαστηρίου άσκησε ο ήδη αναιρεσείων αγωγή κατά των αναιρεσιβλήτων στην οποία εξέθετε ότι αυτός και οι εναγόμενοι είναι τυπικά συγκύριοι της 983 Οικοδομών Κω Εξοχής κτηματολογικής μερίδας, που βρίσκεται στη θέση ... και είναι καταχωρημένη στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογίου Κω-Λέρου και μάλιστα κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος απ' αυτούς (και ήδη αναιρεσείων) και 3/16 εξ αδιαιρέτου και 4/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους λοιπούς (και ήδη αναιρεσιβλήτους), αντίστοιχα.

Ότι ο αρχικός τιτλούχος του εν λόγω ακινήτου, πατέρας του, πριν από τον επισυμβάντα στις 20.12.1967 θάνατο του και ειδικότερα, το έτος 1965 δώρησε άτυπα το ακίνητο σ' αυτόν, το οποίο, έτσι, δεν κατέστη κληρονομιαίο και ότι ο ίδιος ασκούσε έκτοτε στο τελευταίο όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, επισκευάζοντας τακτικότατα την εντός αυτού παληά οικία, ...

στην οποία διέμενε συνεχώς και την οποία το έτος 1984 επεξέτεινε κατά είκοσι πέντε (25) τ.μ. περίπου με τσιμεντόπετρες και ελλενίτ, κατασκευάζοντας κουζίνα, τουαλέτα και ένα υπνοδωμάτιο λόγω των αυξημένων οικογενειακών του αναγκών, σε γνώση των εναγομένων στους οποίους από τότε κατέστησε γνωστή τη βούληση του να νέμεται ολόκληρο το ακίνητο σα δικό του και χωρίς καμιά εναντίωση από μέρους τους.

Έτσι, με τη συνεχή, αδιάλειπτη, αδιαμφισβήτητη και αδιατάρακτη νομή του στο επίδικο ακίνητο επί χρόνο μεγαλύτερο της 15ετίας αποσβέστηκε υπέρ του κάθε δικαίωμα συγκυριότητας των αντιδίκων του σ' αυτό το ακίνητο, αφού συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του ο νόμιμος προς κτητική παραγραφή χρόνος. Ζήτησε δε ενόψει της αμφισβήτησης του δικαιώματος του αυτού από τους εναγομένους να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του ο νόμιμους προς κτητική παραγραφή χρόνος της 15ετούς νομής στα ιδανικό μερίδια των τελευταίων στην επίδικη κτηματολογική μερίδα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Κω, με την οποία έγινε κατ' ουσίαν δεκτή. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, το οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή.

Η απόφαση αυτή κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναίρεσης από τον ενάγοντα - ήδη αναιρεσείοντα, αναιρέθηκε με την 404/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 560 αρ. 1 λόγο ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προκειμένου να κρίνει αυτήν ως νόμιμη (νομική αοριστία) και στη συνέχεια η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω, προς περαιτέρω εκδίκαση.

Έτσι το τελευταίο αυτό δικαστήριο της παραπομπής εκδικάζοντας πλέον την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η εκκρεμοδικία της οποίας αναβίωσε, αφού οι διάδικοι επανήλθαν, μετά την αναίρεση της απόφασης που είχε εκδοθεί επί της εφέσεως κατ' άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. στην κατάσταση πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή, κατ' αυτής δε της απόφασης στρέφεται η υπό κρίσιν αίτηση αναίρεσης.

Επειδή κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ' αυτήν της Ελληνικής Νομοθεσίας με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) συγχωρείται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας, μετά από δεκαπενταετία από την εγγραφή που έγινε, ο δε νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος, είτε με πράξη, με την οποία συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή από μέρους του τιτλούχου που είναι εγγεγραμμένος είτε με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε.

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με δεκαπενταετή νομή, ως προς τα άλλα δε στοιχεία αυτής δηλαδή τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης της δεκαπενταετούς αυτής κτητικής παραγραφής, γίνεται παραπομπή στις διατάξεις της Ιταλικής νομοθεσίας. Η παραπομπή όμως αυτή, που είναι γνήσια, έχει την έννοια ότι η συμπλήρωση των παραπάνω διατάξεων γίνεται όχι με εκείνες της αστικής νομοθεσίας που ίσχυε κατά τη θέσπισή τους, αλλά με αυτές που ισχύουν κάθε φορά.

Συνεπώς ενόψει και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 3 του ΕισΝΑΚ κατά τον οποίο "στις περιπτώσεις που στην ισχύουσα νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται με το νόμο αυτό εφαρμόζονται στη θέση τους οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα" είναι σαφές ότι από 30-12-1947, που έχει εισαχθεί στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ.

Α του παραπάνω Ν. 510/1947, ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το Ν.Δ/γμα 7/10-5-1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου" η παραπομπή της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 63 παρ. 1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου στις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας έχει πλέον την έννοια της παραπομπής στις αντίστοιχες διατάξεις του Ελληνικού ΑΚ, που ισχύει πλέον στη Δωδεκάνησο, από τις οποίες τώρα διέπεται η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή, που προβλέπει ο Κανονισμός αυτός ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης διαδρομής και συμπλήρωσης αυτής (Ολ.Α.Π. 188/1980, Α.Π. 1266/2008, Α.Π. 1183/2012).

Επομένως μετά την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο αρκεί κατά τα άρθρα 974, 976-979 και 1045 ΑΚ προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία η επί πλήρη δεκαπενταετία άσκηση νομής με διάνοι κυρίου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "δυνάμει θεμελιώδους εγγραφής που εγκρίθηκε με τη 313 πράξη του επί του Κτηματολογίου Δικαστή, καταχωρίστηκε στο Κτηματολόγιο Κω, ως ανήκον στην κατηγορία "μουλκ" (ελεύθερη ιδιοκτησία), στο όνομα του Β.

Ε. του Α., πατρός του ενάγοντος και των δύο πρώτων εναγομένων και πάππου του τρίτου αυτών, ένα ακίνητο μετά της επ' αυτού ισόγειας πεπαλαιωμένης οικοδομής, η οποία βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Κω, και συνορεύει ανατολικά ... Μετά τον θάνατο του ανωτέρω τιτλούχου το έτος 1967, στο εν λόγω ακίνητο συνέχισε να διαμένει η οικογένεια αυτού, δηλαδή η σύζυγος του Φ.

και τα τέσσερα τέκνα του Ε., Α. (πρώτη εναγόμενη), Μ. (ενάγων) και Χ. Ε. (δεύτερη εναγόμενη), χρησιμοποιώντας το ως κατοικία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατόπιν κοινής αιτήσεως όλων των παραπάνω εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 134/1968 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία χορηγήθηκε στους ανωτέρω κληρονομητήριο, με το οποίο αναγνωρίστηκαν μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Β.

Ε. επί του συνόλου της καταληφθείσας περιουσίας τούτου, η μεν σύζυγος αυτού Φ. χήρα Β. Ε. κατά τα 4/16 εξ αδιαιρέτου, οι δε λοιποί κατά 3/16 εξ αδιαιρέτου έκαστος, η εν λόγω δε απόφαση καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογίου Κω -Λέρου στις 19-5-1968. Το έτος 1976 αποχώρησαν από το άνω ακίνητο οι αδελφές του ενάγοντος, και παρέμεινε σ' αυτό μόνο ο τελευταίος και η μητέρα του.

Μετά το γάμο του το έτος 1985, ο ενάγων προέβη σε εργασίες επισκευών και επέκτασης της ως άνω κατοικίας, καθ' όλο δε το διάστημα που διήρκεσαν αυτές διέμενε σε μισθωμένο διαμέρισμα. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η οικία αυτή περιήλθε στον ίδιο με άτυπη δωρεά το έτος 1965 από τον πατέρα του Β. Ε., δεν αποδεικνύεται ως βάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί ...

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι μετά τον θάνατο του Β. Ε. ο ενάγων κατοικούσε στην επίδικη οικία με την άδεια και συγκατάθεση των λοιπών συγκληρονόμων, με την συνδρομή των οποίων προέβη και στην ανακαίνιση και επέκταση αυτής. Ακολούθως δε, προσπάθησε να αγοράσει τα ιδανικά τους μερίδια μέσω του κοινού γνωστού τους Μ.

Τ., όταν δε αυτοί αρνήθηκαν επειδή θεώρησαν χαμηλό το προσφερόμενο τίμημα αυτός άσκησε την ένδικη αγωγή προβάλλοντας για πρώτη φορά το δικαίωμα του επί του επιδίκου. Με βάση τις παραδοχές αυτές, μη αποδειχθείσας της ιστορικής βάσης της αγωγής περί της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με άτυπη δωρεά, πρέπει αυτή (αγωγή) ν' απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη".

Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και του συμπεράσταμτος του δικανικού συλλογισμού, με τη σαφή παραδοχή ότι στον ενάγοντα ουδέποτε παραχωρήθηκε το επίδικο ακίνητο λόγω άτυπης δωρεάς από τον αρχικό τιτλούχο, πατέρα του όταν ζούσε, και συνεπώς δε νεμήθηκε τούτο ως αποκλειστικός κύριος αλλά ότι τούτο ανήκε στην κληρονομιαία πατρική περιουσία και το νεμόταν ως συγκύριος με τους λοιπούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αρχικού τιτλούχου, συγκυρίους του επιδίκου εναγομένους.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. με εσφαλμένη εφαρμογή, είναι αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης εθιμικού κανόνα ουσιαστικού δικαίου της μουσουλμανικής Κοινότητας της Δωδεκανήσου σύμφωνα με τον οποίο η πατρική οικία μεταβιβάζεται στο άρρεν τέκνο της οικογένειας και σε περίπτωση περισσοτέρων του ενός αρρένων τέκνων στο πρωτότοκο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού το δικαστήριο της ουσίας δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή του εθιμικού αυτού κανόνα, ο οποίος και δεν ήταν εφαρμοστέος στην προκειμένη περίπτωση, ελλείψει σχετικού αγωγικού ισχυρισμού καθ' όσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος στηρίχθηκε μόνον στην παραχώρηση σ' αυτόν του επιδίκου από τον αρχικό τιτλούχο πατέρα του, όταν ζούσε, λόγω άτυπης δωρεάς, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν και όχι και σύμφωνα με τον προαναφερόμενο εθιμικό κανόνα ως το μοναδικό άρρεν τέκνο της οικογένειας του τιτλούχου. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2011 αίτηση του Μ. Ε. περί αναιρέσεως της 171/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 27η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ