Legislator Case Law & Legislation
1426/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding additional intervention, ruling procedural defects preclude independent review of the intervention request.

Case Number 1426/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by two companies against a lower court decision rejecting an additional intervention. The appellants argued for procedural errors in rejecting the intervention, but the Court held that the intervention was merely accessory to the main suit. Consequently, the Court ruled that the intervention cannot be independently reviewed if the main claim is rejected, leading to the dismissal of all related appeals and the imposition of costs on the losing appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; The additional intervention is accessory to the main suit, precluding independent review of the intervention request when the main claim is rejected.

Keywords

AI generated
additional intervention accessory claim procedural defect independent review main suit rejection costs allocation appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 7/1991
Supreme Court 993/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1426 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1426/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Δημήτριο Κράνη Αντώνιο Ζευγώλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε", που εδρεύει στο ... νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία κηρύχθηκε σε πτωχευτική αποκατάσταση δυνάμει της υπ' αριθμ. 1991/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ασφαλιστικά Μέτρα) και κατόπιν αναβίωσε δυνάμει της υπ' αριθμ. 2548/7-5-2003 απόφαση της Νομαρχίας Πειραιώς, δημοσιευθείσης αυθημερόν στο υπ' αριθ. 3434/7-5-2003 τεύχος ΦΕΚ. (Α.Ε & Ε.Π.Ε), κηρυχθείσες της παύσεως των εργασιών της πτωχεύσεως δυνάμει της υπ' αριθ. 3430/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταματέκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Σ. του Κ., συζ. Γ. Κ., κατοίκου ... 2. Γ. Ζ., κατοίκου ... ως ασκούντος την γονική μέριμνα, αντί και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου του Π. Ζ. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της κατά την 7η Οκτωβρίου 2008, αποβιωσάσης, στη ζωή μητέρας του Μ. Κ. Σ. - Ζ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Καμπέρη και 3. της εταιρείας με την επωνυμία "GCT MANAGEMENT LTD", που εδρεύει στις ... νομίμως εκπροσωπουμένης, με την ιδιότητα του μετόχου της εταιρείας "... Α.Ε", η οποία εκπροσωπείται στην Ελλάδα υπό του πληρεξουσίου δικηγόρου της Άγγελου Σπ. Κατσίμπα, Δικηγόρου, κατοίκου ... (προσθέτως παρεμβάσα εταιρεία στην κατ' έφεση δίκη υπέρ της αναιρεσείουσας εταιρείας "... Α.Ε", η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον αυτό ως ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο της.

Β. Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "GCT MANAGEMENT LTD" που εδρεύει στις ... νομίμως εκπροσωπουμένης, με την ιδιότητα του μετόχου της εταιρείας "... Α.Ε", η οποία εκπροσωπείται στην Ελλάδα υπό του πληρεξουσίου δικηγόρου της Άγγελου Σπ. Κατσίμπα, (προσθέτως παρεμβάσα εταιρεία στην κατ' έφεση δίκη υπέρ της εταιρείας "... Α.Ε") η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον αυτό ως άνωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο της.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε", που εδρεύει στο ... νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταματέκο. 2.Α. Σ. του Κ. συζ. Γ. Κ., κατοίκου ... και 3. Γ. Ζ., κατοίκου ... ως ασκούντος την γονική μέριμνα αντί και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου του Π. Ζ. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της κατά την 7η Οκτωβρίου 2008 αποβιωσάσης, στη ζωή μητέρας του Μ. Κ. Σ. - Ζ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Καμπέρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος της εταιρείας με την επωνυμία "GCT MANAGEMENT LTD", που εδρεύει στις ... νομίμως εκπροσωπουμένης, με την ιδιότητα του μετόχου της εταιρείας "... Α.Ε", ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Οι πληρεξούσιοι των λοιπών διαδίκων δεν συναίνεσαν στο αίτημα αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε με την παρουσία και της γραμματέως και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-8-2003 και 16-2-2004 αγωγές της ήδη αποβιωσάσης Μ. Σ. του Κ. και της Α. Σ. του Κ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1720/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 574/2008 προδικαστική και 131/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η με στοιχεία Α. αναιρεσείουσα με την από 22 Μαρτίου 2010 αίτησή της και τους από 30 Δεκεμβρίου 2010 με ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτους λόγους αναιρέσεως και η με στοιχεία Β. η αναιρεσείουσα με την από 2 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή της και τους από 3 Απριλίου 2012 με ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτους λόγους αναιρέσεως.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε Α. την από 16 Απριλίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση λόγω συνταξιοδοτήσεως Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα , με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22.3.2010 αιτήσεως αναιρέσεως με τους από 30.12.2010 πρόσθετους λόγους και Β. την από 21 Μαρτίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθ. 131/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Ο πληρεξούσιος της με στοιχεία Α. αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων στην εν γένει δικαστική του δαπάνη, οι πληρεξούσιοι δε των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους ως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική του δαπάνη, ο πληρεξούσιος της με στοιχεία Β. αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη της δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων στην εν γένει δικαστική του δαπάνη, οι πληρεξούσιοι δε των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, ως και την καταδίκη των αντιδίκου των στην δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (1-4-2013), συζητήθηκαν: α) η από 22-3-2010 αίτηση αναιρέσεως της "..." και β) η από 18-11-2008 αίτηση αναιρέσεως, της" GCT MANAGEMENT LTD", αντίστοιχα δε, οι με ιδιαίτερα δικόγραφα από 30-12-2010 και 3-4-2012 πρόσθετοι λόγοι, στρεφόμενες όλες κατά της υπ' αριθ. 1312/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Οι αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ενώ επέρχεται και μείωση των εξόδων. Α) Επί της πρώτης των αιτήσεων ( της ... Α.Ε.") και των από 3012-2010 προσθέτων λόγων 1) Από τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται, ότι ως διάδικοι κατά των οποίων απευθύνεται παραδεκτά η αναίρεση, νοούνται μόνο οι αντίδικοι του αναιρεσεϊοντος, όχι δε και τυχόν άλλοι διάδικοι που μετείχαν στη δίκη, χωρίς όμως να είναι αντίδικοι του αναιρεσείοντος και συνεπώς, αν η αναίρεση στρέφεται και κατά τέτοιων διαδίκων, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη ή αιτιολογία υπέρ αυτού, η οποία να βλάπτει τον αναιρεσείοντα.

Κύριος διάδικος υπό την προεκτεθείσα έννοια δεν είναι ο τρίτος που παρεμβαίνει προσθέτως υπέρ κάποιου διαδίκου, εκτός αν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, κατ' άρθρο 85 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, στην πρώτη αίτηση και τους πρόσθετους λόγους (με αιτούσα ... Α.Ε."), η υπό στοιχείο γ' αναφερόμενη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία " GCT MANAGEMENT LTD", στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παρενέβη προσθέτως, υπέρ της αναιρεσείουσας-εναγομένης.

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως καθόσον απευθύνεται κατά της ως άνω, υπό το στοιχείο γ' ανώνυμης εταιρείας, υπέρ της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, δεν περιέχει διάταξη ή αιτιολογία που να βλάπτει την αναιρεσείουσα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

2. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των αρθρ.37, 40 Εμπ.Ν. 1, 2, 4 παρ. 1, και 2, 23, 31, 33 του κ. ν. 2190/1920, όπως ισχύει μετά το ΠΔ 409/1986, συνάγεται ότι η εξουσία της διοίκησης, για έγκριση του καταστατικού της ανώνυμης εταιρίας ή της απόφασης της γενικής συνέλευσης για τροποποίηση του δεν ανήκει στην διακριτική της ευχέρεια, αλλά αποτελεί προληπτικό μέτρο για εξυπηρέτηση γενικού συμφέροντος δημόσιας τάξης και ασφαλείας των συναλλαγών, που επιβάλλεται από την ιδιορρυθμία της εμπορικής δραστηριότητας, η οποία ασκείται από την ανώνυμη εταιρία.

Δεν επεκτείνεται ο διοικητικός αυτός έλεγχος όμως στην ουσιαστική κρίσης αν πραγματικά τηρήθηκαν οι όροι της νομιμότητας αλλά περιορίζεται στη διαπίστωση, αν το καταστατικό η οι τροποποιήσεις του είναι σύμφωνες προς το νόμο και αν έχει τα στοιχείο που απαιτούνται για τη νόμιμη λειτουργία της Α.Ε. με βάση τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στη διοίκηση.

Αφού, λοιπόν, έχει τέτοιο σκοπό και περιεχόμενο η εκτελεστή διοικητική πράξη της έγκρισης και άδειας λειτουργίας της Α.Ε., δεν ενσωματώνει στο περιεχόμενο της το καταστατικό της Α. Ε, ή την απόφαση της γ. σ. για τροποποίησή του ούτε τη μεταβάλλει από καθαρά ιδιωτικού δικαίου σε νομική πράξη δημοσίου δικαίου, αλλά η κάθε μια από αυτές (απόφαση γ.

σ. διοικητική έγκριση) αποτελεί στοιχείο της νόμιμης λειτουργίας της εταιρίας, δεν αποβάλλει την αυτοτέλειά της, η δε τυχόν ακυρότητα της απόφασης δεν θεραπεύεται με τη διοικητική έγκριση. Με βάση τα παραπάνω, κατά τα άρθρα 1 και 70 ΚΠολΔ, καθένας που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί μετά την έκδοση της απόφασης της γ.σ.

και την έγκρισή της οπό τον αρμόδιο Νομάρχη, να ζητήσει από τα πολιτικά δικαστήρια την παροχή έννομης προστασίας με την μορφή έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης της ακυρότητας της γ.σ. που αποφάσισε την τροποποίηση του καταστατικού. Αντίθετη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία μετά την έγκριση από τη διοίκηση του καταστατικού ή της απόφασης της γ.σ.

για τροποποίηση του, δεν επιτρέπει αυτοτελή δικαστική προστασία στα πολιτικά δικαστήρια, αλλά μόνο αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ, παραγνωρίζει τον τύπο του προληπτικού ελέγχου της διοίκησης και την έκταση της έρευνας που διενεργεί, όπως επίσης και τη φύση της απόφασης της γ.σ. ως δικαιοπραξίας ιδιωτικού δικαίου και έρχεται σε αντίθεση με τις ρητές διατάξεις των άρθρων 35α, 35β και 35γ του ν. 2190 που ρυθμίζουν τις περιπτώσεις ακυρότητας και ακυρωσίας των αποφάσεων των γ.σ.

των Α.Ε. και τη δυνατότητα προσβολής τους, στα πολιτικά δικαστήρια και λήψης ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να γίνεται διαχωρισμός και εξαίρεση για τις καταστατικές γ.σ. που υποβάλλονται στην έγκριση της διοίκησης (Α.Π. 459/1989). Σύμφωνα με τις τελευταίες αυτές διατάξεις, η παράβαση ουσιωδών διατάξεων του νόμου ή του καταστατικού, οι οποίες έχουν απαγορευτικό ή επιτακτικό χαρακτήρα, συνεπάγεται ακυρότητα των αποφάσεων των γ.σ.

της Α.Ε. (Α.Π.916/2004). Ειδικότερα, κατά το ως άνω άρθρο 35α οι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως των μετόχων είναι άκυρες και όταν έχουν ληφθεί κατά παράβαση των διατάξεων που αφορούν τη συγκρότηση των γενικών συνελεύσεων ή τις περί απαρτίας ή πλειοψηφίας διατάξεις ή με το περιεχόμενο τους θίγουν διατάξεις του καταστατικού που έχουν τεθεί αποκλειστικώς ή κυρίως χάριν των δανειστών της εταιρίας.

Τέτοια παράβαση υπάρχει όταν η συνέλευση δεν συγκροτήθηκε από τα πρόσωπα που είχαν δικαίωμα να μετάσχουν σ' αυτήν, είτε διότι δεν έγιναν δεκτοί, αλλά αποκλείσθηκαν αμέσως ή εμμέσως - με τη μη νομότυπη κλήτευση τους - μέτοχοι δικαιούμενοι συμμετοχής, είτε διότι συμμετείχαν στη συνέλευση πρόσωπα που δεν είχαν την ιδιότητα του μετόχου (Ολ.

ΑΠ 18/2001). Σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν.2190/1920, όπως η παρ. 3 αυτού έχει προστεθεί με το άρθρο 11 παρ. 3 ν.2339/1995, η γενική συνέλευση της ανώνυμης εταιρίας, με εξαίρεση τις επαναληπτικές και τις με αυτές εξομοιούμενες, πρέπει να καλείται προ είκοσι συναπτών ημερών, στις οποίες δεν υπολογίζονται οι ημέρες της πρόσκλησης και της συνεδρίασης.

Η πρόσκληση τοιχοκολλάται σε εμφανή θέση του καταστήματος της εταιρίας και δημοσιεύεται: α) στο τεύχος Α.Ε και Ε.Π.Ε. της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, β) σε μια ημερήσια πολιτική εφημερίδα των Αθηνών ευρείας κυκλοφορίας, γ) σε μία οικονομική εφημερίδα που πληροί τους αναγραφόμενους στη διάταξη αυτή όρους και δ) μία εβδομαδιαία τουλάχιστον εφημερίδα, εκδιδόμενη στην πρωτεύουσα του νομού της έδρας της εταιρίας.

Πρόσκληση δεν απαιτείται αν παρίστανται μέτοχοι εκπροσωπούντες το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου και ουδείς αντιλέγει στη λήψη της απόφασης. Περαιτέρω οι μετοχές ανώνυμης εταιρίας μπορούν να ενεχυρασθούν για την εξασφάλιση απαίτησης δανειστή του μετόχου, οπότε εφαρμόζονται οι περί ενεχύρου ρυθμίσεις των άρθρων 1209 επ.

του Α.Κ. και αν η ενεχύραση γίνεται υπέρ ανώνυμης εταιρίας ισχύουν οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 35 έως 47 του ν.δ. 17-7/13-8-1923, διατηρεί δε κατ' αρχήν δικαίωμα ψήφου στις γενικές συνελεύσεις, όπως και το δικαίωμα προσβολής των αποφάσεων αυτών ο ενεχυράσας μέτοχος, εκτός αντίθετης συμφωνίας με τον ενεχυρούχο δανειστή.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. I ταυ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.Α.Π.7/2004,4/2005).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 τον ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει επαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην κσταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς. Τέλος, κατά μεν το άρθρο 559 αρ. 4 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, κατά δε το άρθρο 2 του ΚΠολΔ, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια (ή αρχές) και αντίστροφα επιτρέπεται δε μόνον η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτές τις (2) αγωγές των 1)πρώτης αναιρεσίβλητης - ενάγουσας και 2) της αρχικής ενάγουσας Μ. Σ., στη θέση της οποίας μετά το θάνατο της υπεισήλθε, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, ο υπό την γονική μέριμνα του εκπροσωπούντος αυτόν Γ.

Ζ., ανήλικος υιός εκείνης, δεύτερος αναιρεσίβλητος, Π. Ζ., για αναγνώριση της ακυρότητας των αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως της πτωχεύσασας αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας από 10.2.2003, 22.4.2003 και 8.8.2003 για εκλογή νέου Δ.Σ., αναβίωση της εταιρίας μετά την αποκατάστασή της λόγω παρόδου 10ετίας από την πτώχευσή της και τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας για μεταφορά της έδρας της από τον …στο ...

το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. .../1970 πράξη του Συμβ/φου Πειραιώς Ευγενίου Βορινού, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 40777/1970 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, καταχωρηθείσα στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και δημοσιευθείσα στο 1 1 38/8.7.1 970 ΦΕΚ (ΤΑΕ & ΕΠΕ), συνεστήθη δια μετατροπής από την ομόρρυθμη εταιρία "...

O.E.", η πρώτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... - Ανώνυμος Εταιρεία Εμποροβιομηχανική και Εισαγωγική Ξυλείας- Τεχνική- Ναυτιλιακή και Τουριστική" με έδρα τον ... Η χρονική διάρκεια της εταιρίας ορίσθηκε σε ενενήντα εννέα έτη. Το κεφάλαιο της, ολοσχερώς καταβεβλημένο ανερχόταν σε 5.000.000 δραχμές και διαιρέθηκε σε 5.000 ανώνυμες μετοχές των 1.000 δραχμών εκάστη.

Ιδρυτές και μέτοχοι της εταιρίας ήταν οι: 1) Γ. Σ. του Σ. (δεύτερος εναγόμενος) με 2.350 μετοχές, 2)Κ. Σ. του Σ. (πατέρας των εναγουσών) με 2.350 μετοχές, 3) Σ. Σ. του Κ. με 250 μετοχές και 4) Α. σύζυγος Σ. Σ. με 50 μετοχές. Στη συνέχεια, το κεφάλαιο της εταιρίας αυξήθηκε, για να φθάσει εντέλει το ποσό των 87.000.000 δραχμών, διαιρούμενο σε 87.000 ανώνυμες μετοχές των 1.000 δραχμών η κάθε μία, οι οποίες κατανεμήθηκαν μεταξύ των μετόχων ως εξής: 1) Ο Γ.

Σ. ήταν δικαιούχος 37.450 μετοχών, 2) Ο Κ. Σ. ομοίως 37.450 μετοχών,

3) ο Σ. Σ. 8.050 μετοχών, 4) η Α. Σ. 4.050 μετοχών. Η ως άνω ανώνυμη εταιρία λειτούργησε κανονικά μέχρι την 17.2.1982, οπότε με την υπ' αριθ. 60/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κηρύχθηκε σε πτώχευση. Το τελευταίο της διοικητικό συμβούλιο, πριν την κήρυξη της σε πτώχευση, το οποίο εκλέχθηκε από τη γενική συνέλευση των μετόχων της στις 30.6.1981 (ΦΕΚ 3147/27.7.1981) αποτελείτο από τα εξής:

πρόσωπα: 1) Σ. Κ. Σ., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος. 2) Κ. Σ. Σ., μέλος του Δ.Σ. 3) Γ. Σ. Σ., μέλος του Δ.Σ. Στο ίδιο προσκομιζόμενο από τις ενάγουσες πρακτικό αναφέρεται το κρίσιμο για τις ένδικες υποθέσεις γεγονός ότι συμμετείχαν στην παραπάνω γ.σ. οι Γ. και Κ. Σ. με 22.185 μετοχές ο καθένας, ότι "οι ως άνω μέτοχοι εκπροσωπούντες το 51% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου κατέθεσαν εις την εταιρείαν απόδειξιν εκ της οποίας προκύπτει ότι αι ως άνω μετοχαί έχουν κατατεθεί εις την ΕΤΒΑ λόγω ενεχύρου.

Το υπόλοιπον των μετοχών ήτοι το 49% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου έχει δοθεί λόγω ενεχύρου εις την Τράπεζαν Κρήτης, ήτις και δεν προσήλθε εις την παρούσαν Γενικήν Συνέλευσιν δεδομένου ότι το ενέχυρον επί των ως άνω μετοχών έχει συσταθεί μετά ψήφου ". Ήδη με την υπ' αριθ. 1991/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων), που έχει τελεσιδικήσει, κηρύχθηκε η πτωχευτική αποκατάσταση της παραπάνω εταιρίας.

Κατά τη διάρκεια της πτωχεύσεως, απεβίωσε ο εκ των ιδρυτών και πρόεδρος του τελευταίου δ.σ., Σ. Σ. στις 23.7.1989 και η μέτοχος σύζυγος του, Α. το έτος 1995, χωρίς να αφήσουν διαθήκη. Αυτοί κληρονομήθηκαν από τα τέκνα τους, Γ. Σ. Σ. και Κ. Σ. Χ. Σ., οι οποίοι, έτσι, κατέστησαν μοναδικοί μέτοχοι της εταιρίας, κατέχοντας από 43.500 μετοχές ο καθένας.

Ακολούθως στις 23.7.1998 απεβίωσε και ο Κ. Σ., χωρίς διαθήκη, αφήνοντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του Ε. και τις δύο θυγατέρες του ενάγουσες, Μ. και Α. Σ.. Η σύζυγος του αποποιήθηκε το κληρονομικό της μερίδιο κι έτσι αυτό περιήλθε στις ενάγουσες θυγατέρες της, οι οποίες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτές κληρονομιά επ' ωφελεία απογραφής με σχετική δήλωσή τους προς το γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς.

Κατόπιν αυτού κάθε μία από τις ενάγουσες κατέστη δικαιούχος 21.750 μετοχών. Στις 11.6.2002, ο δεύτερος εναγόμενος Γ. Σ., ως μέτοχος της εταιρίας και μέλος του τελευταίου πριν από την πτώχευση διοικητικού συμβουλίου, κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αίτηση για διορισμό προσωρινού διοικητικού συμβουλίου με σκοπό τη σύγκληση γενικής συνέλευσης εντός εξαμήνου από την έκδοση της απόφασης, για την εκλογή τακτικού δ.σ., καθώς η εταιρία, μετά το θάνατο των δύο από τα τρία μέλη του τελευταίου δ.σ., στερείτο διοίκησης, ενώ είχε παρέλθει εξαετία από την εκλογή του τελευταίου διοικητικού συμβουλίου.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η υπ' αριθ. 6191/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία διορίσθηκε τριμελές προσωρινό διοικητικό συμβούλιο από το Σ. Σ. του Γ., τον Ο. Σ. του Γ. (υιούς του δεύτερου εναγόμενου) και τον Ι. Α. του Π. Ακολούθως, το προσωρινό διοικητικό συμβούλιο με την από 13.1.2003 απόφαση του συγκάλεσε γενική συνέλευση για την 10.2.2ΟΟ3.

Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι το άρθρο 19 παρ. δ του καταστατικού της εκκαλούσης εταιρείας, αναφορικά με την πρόσκληση της γ.σ όριζε τα ακόλουθα : "Η σχετική πρόσκλησις δια την Γενικήν Συνέλευσιν, εξαιρέσει των επαναληπτικών συνεδριάσεων και των εξομοιουμένων ταυταις, δημοσιευθήσεται τουλάχιστον προ είκοσι (20) πλήρων ημερών από της ορισθείσης προς σύγκλησιν της Συνελεύσεως ημέρας υπολογιζόμενων και των εξαιρετέων ημερών εις μίαν (1) τουλάχιστον εκ των εν Αθήναις εκδιδομένων και ευρύτερον κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου κυκλοφορουσών εις όλην την χώραν ημερησίων πολιτικών εφημερίδων και εις μίαν ημερησίαν ή εβδομαδιαίαν οικονομολογικήν εφημερίδα εκ των δι' αποφάσεως του Υπουργείου Εμπορίου οριζομένων οικονομολογικών τοιούτων ως και εις μίαν ημερησίαν ή εβδομαδιαίαν πολιτικήν εφημερίδα εκδιδομένην εν Πειραιεί ως και δια του Δελτίου Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως...".

Εφόσον από το καταστατικό της εκκαλούσης

ΑΕ

προβλεπόταν εικοσαήμερη προθεσμία και για τη δημοσίευση στο Τ.Α.Ε και Ε.Π.Ε., υπερισχύει η εν λόγω διάταξη του καταστατικού, εκείνης του άρθρου 3 παρ. 1 του από 16/22 -1-1930 Π.Δ/τος και έπρεπε η μεγαλύτερη αυτή προθεσμία να τηρηθεί για να είναι έγκυρες οι αποφάσεις των συγκαλούμενων γενικών συνελεύσεων. Η ως άνω πρόσκληση δημοσιεύθηκε :

α) στο υπ' αριθ. 1558 φύλλο, σελίδα 43 της ημερήσιας πολιτικής εφημερίδας "Η ΒΡΑΔΥΝΗ" στις 14.1.2003, β) στο υπ' αριθ. 5305 φύλλο, σελίδα 47 της ημερήσιας οικονομικής εφημερίδας "ΚΕΡΔΟΣ" στις 14.1.2003, γ) στο υπ' αριθ. 16686 φύλλο, σελ. 6 της τοπικής εφημερίδας "Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" στις 15.1.2003 και δ) στο υπ' αριθ. 466/22.1.2003 ΦΕΚ τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε. Δηλαδή η δημοσίευση στο Τ.Α.Ε και Ε.Π.Ε. έγινε 18 ημέρες πριν από την ημέρα συνεδρίασης της γ.σ. [δεν συνυπολογίζεται στην προθεσμία η ημέρα δημοσίευσης της πρόσκλησης και η ημέρα συνεδρίασης (26 παρ.1 εδ.2 του ν. 2190/ 1920)]. Οι ως άνω δημοσιεύσεις συνομολογούνται από τους διαδίκους. Επομένως είναι πρόδηλο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του καταστατικού της εκκαλούσης ΑΕ που καθόριζαν τις προθεσμίες προσκλήσεως της γ.σ.

των μετόχων της. Τούτο σημαίνει ότι αποδεικνύεται βάσιμος στην ουσία του ο προβληθείς με την πρώτη αγωγή λόγος ακυρότητας της απόφασης της γενικής συνέλευσης της 10.2.2003 για εκλογή τακτικού δ.σ., λόγω μη νόμιμης σύγκλησης και συγκεκριμένα λόγω μη εμπρόθεσμης δημοσίευσης της πρόσκλησης για συμμετοχή των μετόχων στην παραπάνω γ.σ., είκοσι πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίασή της στο τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε. της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Η εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι η Νομαρχία Πειραιώς της υπέδειξε ότι για τις δημοσιεύσεις των προσκλήσεων γενικών συνελεύσεων ανωνύμων εταιρειών στο τεύχος ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ ισχύει το άρθρο 3 &1 του από 16-1-1930 Π.Δ/τος. Ο ισχυρισμός αυτός δεν απεδείχθη. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η Νομαρχία ενέκρινε το νόμιμο και εμπρόθεσμο των δημοσιεύσεων των σχετικών προσκλήσεων.

Σε κάθε περίπτωση οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αναιρούν την παραπάνω κρίση του δικαστηρίου, καθόσον η υπόδειξη διοικητικής αρχής δεν μπορεί να θέσει εκποδών διάταξη του καταστατικού της εταιρίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση ήχθη στην αυτή παραδοχή, ότι δηλαδή είναι άκυρη η απόφαση της λαβούσης χώρα στις 10-2-2003 γ.σ.

των μετόχων της εκκαλούσης για εκλογή τακτικού δ.σ., λόγω μη νόμιμης σύγκλησης και συγκεκριμένα λόγω μη εκπρόθεσμης δημοσίευσης της πρόσκλησης για συμμετοχή των μετόχων στην παραπάνω γ.σ., είκοσι πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίασή της, στο τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, τα δε περί του εναντίου υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως της είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα.

Συνακόλουθα είναι βάσιμος και ο λόγος ακυρότητας των αποφάσεων της γ.σ. που ελήφθησαν 22.4.2003, επειδή αυτή συγκλήθηκε από αναρμόδιο όργανο και δη από ακύρως εκλεγέν τακτικό διοικητικό συμβούλιο. Περαιτέρω και οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης της 22.4.2003, για αναβίωση της εταιρίας, αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και παράταση της διάρκειάς της πάσχουν από ακυρότητα και γιατί δεν ελήφθησαν με την προβλεπόμενη από το νόμο απαρτία των 2/3 του συνόλου των μετοχών κατ' άρθρο 29 παρ. 3 του κ.ν.21 90/1920.

Κατά την πρώτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, στην εν λόγω έκτακτη γενική συνέλευση παρέστη το 100% των μετόχων της, αφού είχε αλλάξει η μετοχική της σύνθεση και οι παρασταθέντες σ' αυτήν Γ. και Σ. Σ. κατείχαν από κοινού το 51% των μετοχών, η δε ομοίως εκπροσωπηθείσα εταιρία "GCT MANAGEMENT LTD" κατείχε το υπόλοιπο 49%, επιπλέον δε οι μετοχές που είχαν παρακατατεθεί στην ΕΤΒΑ και στην Τράπεζα Κρήτης έχουν ακυρωθεί.

Τα παραπάνω δεν αποδεικνύονται αληθή. Κατά το άρθρο 12° του κ.ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 8 παρ.2 του ν. 2339/1995, "σε περίπτωση κλοπής, απώλειας ή καταστροφής του τίτλου μετοχής... εφαρμόζονται τα άρθρα 843 επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας". Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα δεν προσκομίζει καμία απόφαση δικαστηρίου περί κηρύξεως των μετοχών της που ενεχυράσθηκαν στις παραπάνω τράπεζες, ως ανίσχυρων.

Οπότε οι από 7.2.2005 αποδείξεις παραλαβής τίτλων για φύλαξη στην Τράπεζα Πειραιώς δεν αφορούν νομίμως εκδοθείσες μετοχές της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας. Ούτε αποδεικνύεται ότι οι μετοχές της πρώτης εναγόμενης, οι οποίες ανήκαν στον πατέρα των εναγουσών, Κ. Σ. έπαψαν να κατέχονται από τις παραπάνω τράπεζες, ότι αυτές μεταβιβάσθηκαν στην "GCT MANAGEMENT LTD" και ότι φυλάσσονται πλέον στη Γενεύη της Ελβετίας.

Το αντίθετο μάλιστα. Οι ενάγουσες προσκομίζουν την από 7.4.2005 βεβαίωση της Τράπεζας Πειραιώς που απορρόφησε την ΕΤΒΑ και κατέστη έτσι οιονεί καθολική διάδοχος αυτής, στην οποία αναφέρονται τα εξής "Βεβαιώνουμε ότι, όπως προκύπτει από τα τηρούμενα στην Τράπεζα μας στοιχεία, συνεστήθη ενέχυρο με το αριθ. ..../23.05.1977 δανειστικό συμβόλαιο (άρθρο 27 παρ.7) της συμβολαιογράφου Αθηνών Ρόζης Ν.

Καραμερτζάνη επί 44.370 μετοχών ονομαστικής αξίας δρχ. 1.000 ή Ευρώ 935 εκάστης της ανωνύμου εταιρείας "..." για εξασφάλιση δανείου που χορηγήθηκε στην ως άνω εταιρεία από την Τράπεζά μας. Οι εν λόγω μετοχές φυλάσσονται στη Τράπεζά μας και μας παραδόθηκαν από τους κατωτέρω μετόχους της ως εξής: Γ. Σ., αριθμός μετοχών 22.185, Κ.

Σ., αριθμός μετοχών, 22.185 ΣΥΝΟΛΟ 44.370- ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ- Π. Β. (Διευθυντής Τομέα) και Ι. Κ. (Ass. Acc. Manager). Επίσης, οι ενάγουσες προσκομίζουν αντίστοιχη βεβαίωση από τη EUROBANK, που απορρόφησε την Τράπεζα Κρήτης, σύμφωνα με την οποία "Σε απάντηση της αιτήσεώς σας υπό ημερομηνία 04.02.2005, βεβαιώνουμε ότι υφίστανται κατατεθειμένες παρ' ημίν, λόγω ενεχύρου, 42.630 μετοχές από την ΑΝΩΝΥΜΟ ΕΤΑΙΡΕΙΑ με την επωνυμία "..." με έδρα τον …..Ν.

Κ. Π. Π.". Σημειωτέον ότι πουθενά στις παραπάνω βεβαιώσεις δεν γίνεται λόγος ότι οι μετοχές "ανήκουν" στην εκκαλούσα ΑΕ, όπως υποστηρίζει, κάτι άλλωστε που καταρχήν απαγορεύει το άρθρο 16 παρ.1 του ν. 2190/1920. Η εκκαλούσα ΑΕ προσκομίζει και επικαλείται το πρώτον στην παρούσα έκκλητη δίκη την με αριθμό πρωτ. .../18-9-2007 επιστολή της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία EUROBANK EFG, στην οποία αναφέρονται τα εξής "Σε απάντηση της εν θέματι επιστολής σας, σας γνωρίζουμε ότι λόγω παρόδου τριακονταετίας από την χορήγηση του δανείου προς την εταιρεία και της πολτοποιήσεως των αρχείων της πρώην Τράπεζας Κρήτης ΑΕ, δεν προκύπτει ποίος ενεχύρασε τις συγκεκριμένες μετοχές σε ασφάλεια του δανείου της εταιρείας.

Επιπρόσθετα σας βεβαιώνουμε ότι μετά την υλοποίηση του από 08.1 1.2005 Ιδιωτικού Συμφωνητικού -Πρακτικού Συμβιβασμού - Εκχώρησης Απαιτήσεως -Εξόφλησης Οφειλής, που συνήφθη μεταξύ της Τράπεζας και της εταιρείας με την επωνυμία "..." ουδέν πλέον ενέχυρο διατηρούμε επί των 42.630 μετοχών αυτών, οι οποίες επεστράφησαν και παρεδόθησαν την 08.1 1.2005 στον Σ.

Σ. ως Πρόεδρο της εταιρείας με την επωνυμία "...". Η εν λόγω επιστολή, που παραδεκτώς το πρώτον προσκομίζεται κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, ενισχύει τους ισχυρισμούς των εναγουσών για την από τους εταίρους ενεχύραση των μετοχών αυτών (και) στην εν λόγω τράπεζα, αφού αποδεικνύεται ότι το σύνολο των μετοχών της ως άνω εταιρίας, κατά τους παραπάνω κρίσιμους χρόνους που συγκλήθηκαν οι γ.σ.

των μετόχων της εκκαλούσης βρισκόταν κατατεθειμένο λόγω ενεχύρου στις παραπάνω δύο τράπεζες και όχι στα χέρια των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων Γ. Σ. και Σ. Σ. αντιστοίχως καθώς και στην κατοχή της εταιρίας "GCT MANAGEMENT LTD". Καμία δε μεταβίβαση μετοχών δεν αποδεικνύεται ότι έγινε από τον Κ. Σ. ή από τις κληρονόμους ενάγουσες ττρος τρίτους.

Άρα η γενική συνέλευση της 22.4.2003 δεν ήταν καθολική, αλλά σε αυτή συμμετείχε ο δεύτερος εναγόμενος Γ. Σ. και ο υιός του τρίτος εναγόμενος Σ. Σ., οι οποίοι δεν είχαν κυριότητα σε μετοχές που αντιπροσώπευαν πάνω από το 50% του κεφαλαίου της πρώτης εναγόμενης. Ως εκ τούτου, η γενική συνέλευση της 22.4.2005 δεν μπορούσε να πάρει απόφαση σε θέματα που απαιτούν απαρτία στα 2/3των μετοχών του καταβεβλημένου κεφαλαίου της εκκαλούσης α.ε.

Επιπλέον, δεν αποδεικνύεται ότι για τη γενική συνέλευση της 22.4.2003 έγιναν οι προσκλήσεις που προβλέπει το άρθρο 26 του κ.ν.2190/1920 σε μία ημερήσια πολιτική και μία οικονομική εφημερίδα των Αθηνών και σε μία εφημερίδα του Πειραιά, αλλά και στο τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Συνακόλουθα, ως προς την πρώτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα έπρεπε να γίνει δεκτή η από 1 1.8.2003 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 6815/2003) αγωγή και να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρες οι αποφάσεις των έκτακτων γενικών συνελεύσεων της εταιρίας αυτής που έλαβαν χώρα στις 10.2.2003 και στις 22.4.2003.

Ομοίως και η από 16.2.2004 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1 189/2004) αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή στην ουσία της ως προς την πρώτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ΑΕ και να αναγνωριστεί ότι ήταν άκυρες οι αποφάσεις που ελήφθησαν στη γ.σ. της 8.8.2003 περί τροποποίησης του άρθρου 2 του καταστατικού της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας και μεταφοράς της έδρας της στο ...

Τούτο, καθώς α) η εν λόγω γ.σ. συγκλήθηκε από αναρμόδιο όργανο και δη από ακύρως εκλεγέν τακτικό διοικητικό συμβούλιο, αφού η εκλογή του έγινε από την ακύρως συγκληθείσα γ.σ. της 10.2.2003 β) η ίδια γ.σ. συγκλήθηκε μη νομοτύπως, χωρίς τις κατά νόμο προσκλήσεις προ είκοσι πλήρων ημερών σε μία ημερήσια πολιτική και μία οικονομική εφημερίδα της Αθήνας και μία εφημερίδα του Πειραιά αλλά και στο τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε. της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως κατ" άρθρο 26 του κ.ν. 2190/1920, γ) καίτοι όσοι συμμετείχαν σε αυτή τη χαρακτήρισαν καθολική, δεν επρόκειτο για καθολική γ.σ., αφού δεν συμμετείχαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν οι ενάγουσες που έχουν κληρονομήσει η κάθε μία το 25% των μετοχών του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης α.ε., δ)η απόφαση για τη μεταφορά της έδρας της εταιρίας στο ...

ελήφθη κατά παράβαση των περί απαρτίας διατάξεων του νόμου και του καταστατικού, που προβλέπουν απαρτία των 2/3 του συνόλου των μετοχών του καταβεβλημένου κεφαλαίου (άρθρο 22γ του καταστατικού και 29 παρ.3 του κ.ν. 2190/1920). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση ήχθη στις αυτές παραδοχές και αναγνώρισε την ακυρότητα των αποφάσεων των ως άνω γ.σ.

της εκκαλούσης για την ίδια αιτία, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, τα δε περί του εναντίου υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως της, είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε τη βασιμότητα των αγωγικών αιτημάτων των αναιρεσιβλήτων, για αναγνώριση της ακυρότητας των επίμαχων τριών αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας για διορισμό νέων μελών του διοικητικού συμβουλίου της, αναβίωσή της μετά την πτωχευτική αποκατάστασή της λόγω παρόδου 10ετίας από την πτώχευση και μεταφορά της έδρας της από τον Πειραιά στο ...: 1) Δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων από τη μεταγενέστερη διοικητική έγκριση (από τον αρμόδιο Νομάρχη) των άκυρων αποφάσεων της γενικής συνέλευσης της αναιρεσείουσας εταιρίας, διότι η διοικητική αυτή πράξη δεν καθιστά αναδρομικώς ανίσχυρη την εξαρχής υπάρχουσα δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων να κρίνουν δεσμευτικά το κύρος των αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων νομικών προσώπων του ιδιωτικού δικαίου (όπως είναι και οι ανώνυμες εταιρίες), ούτε μεταβάλλουν το χαρακτήρα των αποφάσεων αυτών ως δικαιοπραξιών του ιδιωτικού δικαίου, ούτε θεραπεύουν την ακυρότητά τους με την εσφαλμένη διοικητική έγκριση.

Επομένως, ο αντίθετος πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 4 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 2) Δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 37, 40, 18 του Ε.Ν., 1, 2, 4 παρ.1 και 2, 23, 26, 31, 35α, 35β, 35γ του ν.2190/1920, 61 επ., 1209 επ. του Α.Κ., 35-47 του ν.δ. της 17.7-13.8.1923, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα αναφέρεται: α) η κατά παράβαση ουσιώδους και επιτακτικού χαρακτήρα διατάξεως του καταστατικού (άρθρο 19 παρ. δ') της αναιρεσείουσας, μη τήρηση της εικοσαήμερης προθεσμίας δημοσίευσης στο ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) της πρόσκλησης για σύγκληση της πρώτης (10.2.2003) γενικής συνέλευσης προς εκλογή τακτικών μελών του διοικητικού συμβουλίου με συνέπεια τον αποκλεισμό των εκπροσωπουσών το 50% του μετοχικού κεφαλαίου εναγουσών (αναιρεσιβλήτων) και την ακυρότητα της απόφασης αυτής της γενικής συνέλευσης της αναιρεσείουσας και β) η ακυρότητα και των επόμενων δυο γενικών συνελεύσεων της αναιρεσείουσας διότι συνεκλήθησαν από το ακύρως εκλεγέν διοικητικό συμβούλιο και δεν τηρήθηκε η από το καταστατικό και το νόμο προβλεπόμενη εικοσαήμερη προθεσμία δημοσιεύσεως στον τύπο και στο ΦΕΚ της πρόσκλησης, με συνέπεια να μην ενημερωθούν και να μη συμμετάσχουν και σ' αυτές τις γενικές συνελεύσεις οι ενάγουσες, που είχαν από κληρονομιά του πατέρα τους μετοχές που εκπροσωπούσαν το 50% (25% + 25%) του μετοχικού κεφαλαίου της αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολ.Δ, πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω αναφέρεται στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου με σαφήνεια και πληρότητα ότι με το άρθρο 19 παρ. δ' του καταστατικού της αναιρεσείουσας επιβάλλεται εικοσαήμερη προθεσμία δημοσίευσης της πρόσκλησης για σύγκληση γενικής συνέλευσης στο ΦΕΚ, υπολογιζόμενη συναπτώς και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη για τη συμπλήρωσή της οι ημέρες δημοσίευσης της πρόσκλησης και συνεδρίασης, κατά τον γενικώς ισχύοντα για όλες τις δημοσιεύσεις της πρόσκλησης κανόνα του άρθρου 26 παρ. 1 εδ.

β' του ν.2190/1920 και ελλείψει αντίθετης ειδικής ρύθμισης με το ως άνω άρθρο 19 του καταστατικού της αναιρεσείουσας. Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. ένατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο αντιφατικότητα στην αιτιολόγηση της εφαρμογής του άρθρου 19 παρ. δ' του καταστατικού της αναιρεσείουσας, σε συνδυασμό με το άρθρο 26 παρ. 1 εδ. 2 του ν.2190/1920 είναι αβάσιμος κατά το δεύτερο μέρος του και αόριστος κατά το πρώτο μέρος του.

Περαιτέρω, εφόσον κατά τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, κατά την κρίσιμη γενική συνέλευση της αναιρεσείουσας συμμετείχαν μέτοχοι εκπροσωπούντες μόνον το 51% του μετοχικού κεφαλαίου της, χωρίς να έχει προηγηθεί νόμιμη πρόσκληση όλων των μετόχων, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 26 παρ. 3 του ν.2190/1920, όπως έχει προστεθεί η εν λόγω παράγραφος, με το άρθρο 11 παρ. 3 του ν.2339/1995.

Επομένως ορθώς το Εφετείο εφάρμοσε την τελευταία αυτή διάταξη και ο αντίθετος πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

3. Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 559 αρ. 5 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως δημιουργείται επί παραβάσεως της καθ' ύλην αρμοδιότητας του διδαστηρίου που δίκασε την υπόθεση και όχι για αναρμοδιότητα κατά τόπο, για την οποία δεν θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος αναφέρεται σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικών διατάξεων, όπως είναι εκείνες για αναρμοδιότητα κατά τόπο του δικαστηρίου, ούτε επίσης θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως με τις διατάξεις των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στις, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις αναιρετικές πλημμέλειες, κρίνοντας εσφαλμένως ότι συνέτρεχε η ειδική δωσιδικία της συνάφειας του άρθρου 31 παρ.1 ΚΠολΔ, για τη συνεκδίκαση των δύο αγωγών των αναιρεσιβλήτων, ενώ αρμόδιο κατά τόπο για η δεύτερη αγωγή ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, είναι απαράδεκτος.

4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 & 1 και 577 & 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο. 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται: α) ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς και θεμελιωτικοί ή καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος ισχυρισμοί που συγκροτούσαν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως η αντεφέσεως και τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη ενώ δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, β) τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π.43/1990) και γ) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί θα ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών (Α.Π.196/1995, 714/1993,1881/1987).

Δεν συνιστούν, κατά την ανωτέρω έννοια, "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμου ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που του συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 1 1/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟΑ.Α.Π.2/1989).

Για το δε ορισμένο και παραδεκτό του λόγου αναίρεσης με τον οποίον προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται: 1) ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση και 3) το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

Α.Π. 32/1996, 27/1998). Τέλος, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου (άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ.) συντελείται όταν υπάρχει διαγνωστικό λάθος ως προς το οντολογικό περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου και όχι σφάλμα αξιολόγησης του περιεχομένου του (Ολ. Α.Π. 1/1999). Στην κρινόμενη υπόθεση: 1) Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ. 8, 1, 19 και 14 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμμενη απόφαση οι πλημμέλειες:

α) ότι εσφαλμένως απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης των αρχικώς εναγουσών και εννόμου συμφέροντος αυτών προς άσκηση των 2 αγωγών τους ως μετόχων της αναιρεσείουσας από κληρονομική διαδοχή επ' ωφελεία απογραφής, διότι δεν συνέταξαν νομότυπη απογραφή, επιπροσθέτως ότι με αντιφατική αιτιολογία δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι "σε περίπτωση που έγινε ανακριβής από απροσεξία απογραφή από τις ενάγουσες δεν επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα της απογραφής και είναι οι ενάγουσες νόμιμοι κληρονόμοι και επίσης ότι "δεν απήντησε η απόφαση στην ένσταση (της αναιρεσείουσας) ότι η έκθεση απογραφής, μη στηριζόμενη στο νόμο, αποτελεί άκυρη και ανίσχυρη διαδικαστική πράξη, προσβλητέα κατ' άρθρο 159 Κ.Πολ.Δικ.".

Ο ως άνω τρίτος λόγος αναιρέσεως: α) κατά το πρώτο μέρος του, ως προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για την αμφισβήτηση της ιδιότητας των εναγουσών ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων εξ απογραφής του αποβιώσαντος πατέρα τους και τον απέρριψε, β) κατά το δεύτερο μέρος του, ως προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται πώς παραβιάσθηκαν οι ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1902-1903, οι οποίες (σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1919 ΑΚ) για την περίπτωση ανακριβούς απογραφής δεν προβλέπουν απώλεια του κληρονομικού δικαιώματος, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, αλλά απώλεια του ευεργετήματος της απογραφής και ευθύνη του κληρονόμου για τα χρέη της κληρονομιάς και με τη δική του περιουσία, γ) κατά το τρίτο μέρος του, ως αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι προβάλλεται ως αντιφατική αιτιολογία η επάλληλη αιτιολογία για την ιδιότητα των εναγουσών ως εξ απογραφής κληρονόμων, χωρίς μάλιστα να αναφέρεται και ο τρόπος που ασκούσε αυτή ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή πώς θα επηρέαζε το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δ) κατά το τέταρτο και τελευταίο μέρος του, ως προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η κατά το άρθρο 159 ΚΠολΔ παραβίαση διαδικαστικής πράξης, που δημιουργεί δικονομική ακυρότητα από το ότι το αποδεικτικό στοιχείο (έκθεση απογραφής) της ιδιότητας των εναγουσών ως εξ απογραφής κληρονόμων προσβάλλεται ως ανακριβές, 2) Με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αρ.1, 14 και 8 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για ψευδή επίκληση στις ένδικες αγωγές, ότι οι μετοχές των εναγουσών ήταν ονομαστικές, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ανώνυμες και ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης των αγωγών, με το να γίνει δεκτό (από το Εφετείο) ότι παραδεκτώς διευκρίνισαν με τις προτάσεις τους οι ενάγουσες ότι για όλες τις μετοχές της ανώνυμης εταιρίας είχε συσταθεί ενέχυρο σε ποσοστό 51% υπερ της ΕΤΒΑ και σε ποσοστό 49% υπερ της Τράπεζας Κρήτης, το οποίο εξακολουθούσε να υφίσταται.

Επομένως, εφόσον κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως προς το χαρακτήρα των μετοχών των εναγουσών, με την παραδοχή αντίθετων προς τους συγκροτούντες αυτόν τον ισχυρισμό περιστατικών, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται ποιός κανόνας ουσιαστικού δικαίου και με ποιό τρόπο παραβιάσθηκε, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι η με τις έγγραφες προτάσεις των εναγουσών της πρώτης σε πρώτο βαθμό συζητήσεως της αγωγής διευκρίνιση, για το χαρακτήρα των μετοχών τους στην αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία ως μη ονομαστικών, αλλά ενεχυρασμένων (στο σύνολο τους), ορθώς κρίθηκε ότι δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης των αγωγών (άρθρο 224 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δεν αποτελούσε αντικείμενο της επιδικίας το είδος των μετοχών, των οποίων ήταν δικαιούχοι οι ενάγουσες, αλλά το προσποριζόμενο σ' αυτές από τις μετοχές τους δικαίωμα συμμετοχής τους στις γενικές συνελεύσεις της αναιρεσείουσας, το οποίο δεν θα μεταβαλλόταν είτε οι μετοχές ήταν ονομαστικές είτε ήταν ανώνυμες, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, 3) Με τον έβδομο από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι παλαιές μετοχές έχουν αντικατασταθεί, αλλά δέχθηκε ότι "δεν προκύπτει ότι οι παλαιές μετοχές της ανώνυμης εταιρίας έχουν ακυρωθεί".

Επομένως, εφόσον σύμφωνα με το αναιρετήριο το Εφετείο δέχθηκε αντίθετα προς εκείνα τα περιστατικά που συγκροτούν τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, είναι αυτός απαράδεκτος. 4) Με τον όγδοο από το άρθρο 559 αρ. 10 και 20 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 18.9.2007 εγγράφου (επιστολής) της τραπεζικής εταιρίας EUROBANK EGF, στο οποίο αναφέρεται ότι "δεν προκύπτει ποιός ενεχύρασε τις συγκεκριμένες μετοχές σε ασφάλεια του δανείου της εταιρίας", ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη αποφαίνεται ότι "καμμία μεταβίβαση μετοχών δεν αποδεικνύεται ότι έγινε από τον Κ.Σ.

ή από τις κληρονόμους ενάγουσες προς τρίτους". Επομένως εφόσον κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, η αποδιδόμενη στο Εφετείο πλημμέλεια δεν συνίσταται σε εσφαλμένη ανάγνωση του ως άνω αποδεικτικού εγγράφου, αλλά σε εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του που δεν ελέγχεται αναιρετικώς με το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, ο αντίθετος από την τελευταία αυτή διάταξη λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, ενώ και ο σωρευόμενος με τα ως άνω περιστατικά, από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ.

λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος. 5) Με τον δέκατο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που προέβαλε με τον έκτο λόγο της έφεσής της, ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έκανε δεκτό αίτημα αναβολής της δίκης προς συνεκδίκαση των ένδικων αγωγών με τις δύο πρόσθετες παρεμβάσεις της εταιρίας "GCT MANAGEMENT LTD", οι οποίες αναβλήθηκαν για τις 5.3.2008, οπότε απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες και δημιουργήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας.

Επομένως, εφόσον κατά τα αναφερόμενα με το αναιρετήριο, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε, ο ως άνω δέκατος κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, ενώ υπό τα ως άνω περιστατικά είναι αόριστος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το πρώτος μέρος του, αφού δεν προσάπτεται παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

4. Με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 2459/1997 "κατάργηση φορολογικών απαλλαγών και άλλες διατάξεις", που αντικατέστησε το άρθρο 38 του ν. 2238/1994 (Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος) ορίζεται ότι " Στο τέλος του άρθρου 79 του ν.2238/1994 προστίθεται παράγραφος 4, που έχει ως εξής: "4. Η μεταβίβαση εν ζωή η λόγω θανάτου ονομαστικών ή ανώνυμων μετοχών μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο Αθηνών πραγματοποιείται αποκλειστικώς με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικά έγγραφο θεωρημένα από τον προϊστάμενο της οικείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας.

Απόκτηση τέτοιων μετοχών κατά παράβαση της διάταξης του προηγουμένου εδαφίου θεωρείται άκυρη και δεν παράγει κανένα έννομο δικαίωμα υπέρ αυτού που τις αποκτά, όπως το δικαίωμα είσπραξης μερίσματος, συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις, μεταβίβασης των μετοχών αυτών κτλ. Τα παραπάνω εφαρμόζονται ανάλογα και όταν αυτός που μεταβιβάζει τις εν λόγω μετοχές δεν είναι φυσικό πρόσωπο.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου, καθώς και οι περιπτώσεις που η πιο πάνω μεταβίβαση μπορεί να γίνει κι με άλλο τρόπο". Κάθε άλλη διάταξη, γενική ή ειδική, που αντίκειται στις διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου παύει να ισχύει".

Από τη διάταξη αυτή, ενόψει και του νομοθετικού σκοπού καθιέρωσης της για την καλύτερη κατανομή και αποτελεσματικότερη είσπραξη των φόρων, συνάγεται ότι δεν επήλθε νομοθετική μεταβολή γενικώς στον τρόπο σύστασης τροποποίησης ή απόσβεσης των δικαιωμάτων σε μετοχές ανώνυμης εταιρίας μη εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξίων Αθηνών, που να αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων του Α.Κ., για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητών πραγμάτων και ανωνύμων χρεωγράφων με σύμβαση ή κληρονομική διαδοχή (άρθρα 1034 επ., 888 επ., 1710 και 1846 επ.

Α.Κ.), αλλά περιορίζεται η ειδική αυτή ρύθμιση στις συμφωνίες μεταβίβασης των μετοχών της ανωτέρω κατηγορίας ανάμεσα σι επιτηδευματίες ή τρίτους, από τις οποίες πηγάζουν φορολογητέα εισοδήματα και ισχύουν οι περιορισμοί μόνον έναντι της φορολογικής αρχής, για τη σύλληψη της φορολογητέας ύλης και την περιστολή της φοροδιαφυγής, χωρίς η (σχετική) ακυρότητα των ως άνω συμφωνιών από τη μη τήρηση του έγγραφου τύπου να επεκτείνεται μεταξύ των συμβαλλομένων (βλ.

επί αναλόγου θέματος του άρθρου 8 παρ. 16 του ν.1882/1990, Α.Π. 90/2005, 761/2001). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας ότι η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση κατά παράβαση του άρθρου 79 παρ. 4 ν.2238/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν.2459/1997, δεν έκρινε άκυρη την κληρονομική μεταβίβαση των μετοχών στις αρχικώς ενάγουσες από τον θανόντα μέτοχο πατέρα αυτών, εφόσον δεν υπήρχε έγγραφος τύπος για τη μεταβίβαση, αλλά δέχθηκε ότι η μη τήρηση του έγγραφου τύπου δεν επηρέαζε την εγκυρότητα της μεταβίβασης των μετοχών, ασχέτως των τυχόν κυρώσεων που αναφέρονται στις σχέσεις φορολογουμένου με τη φορολογούσα αρχή.

Επομένως με την ως άνω κρίση το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και ακολούθως εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 4 ν.2238/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ.3 ν.2459/1997 και ο αντίθετος πέμπτος κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

5. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα, των οποίων η παρά το νόμο λήψη υπόψη ενώ δεν προσκομίσθηκαν ή μη λήψη υπόψη ενώ προσκομίσθηκαν, είναι τα καθοριζόμενα περιοριστικώς από τα άρθρα 339 και 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, ώστε να θεμελιώνεται ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως οι δικαστικές αποφάσεις που επιλύουν νομικά ζητήματα.

Επομένως, ο πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την επικληθείσα και προσκομισθείσα με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας 9547/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αποφαινόταν ως προς την έννοια των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 99 παρ. 4 ν.2238/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ. 3 ν.2459/1997 σχετικά με την κληρονομική διαδοχή σε μετοχές ανώνυμης εταιρίας, είναι, εφόσον δεν συνιστά η εν λόγω δικαστική απόφαση αποδεικτικό μέσο, απαράδεκτος 6.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 108 αρ. 4, 502 παρ.2, 506, 566 παρ.3, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι νια να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο:

α) η αποδιδόμενη παράβαση, β) τα ο περιεχόμενο της απόφασης( από την οποία έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο και δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, γ) αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου, δ) ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε επίκληση του δεδικασμένου, χωρίς να αρκεί η απλή επίκληση της απόφασης, εφόσον με αυτή δεν γίνεται σοφής απόκρουση ως απαράδεκτης της αίτησης που υποβάλλεται με την αγωγή ή μνεία της αιτίας για την οποία αποκρούεται από τον αναιρεσείοντα το δεδικασμένο, ε) ο τρόπος με τον οποίο παραβιάστηκε το δεδικασμένο και στ) επίκληση ότι προέβαλε ο αναιρεσείων ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας την ένσταση του δεδικασμένου, με ιστορική βάση το περιεχόμενο της απόφασης και αίτημα την απόρριψη της αγωγής.

Με τον έκτο, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η μομφή ότι αντιπαρήλθε σιωπηρά την ένσταση της αναιρεσείουσας περί δεδικασμένου που προέβαλε με τον τρίτο λόγο της έφεσης της, σύμφωνα με τον οποίο αποδεικνυόταν από την 1216/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την τριτανακοπή των αναιρεσιβλήτων κατά της 6191/2002 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς για διορισμό προσωρινού Δ.Σ.

και εξαφάνισε την 967/2004 απόφαση του Μον. Πρωτ. Πειραιώς (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) κατά τα κεφάλαια για ακύρωση της τριτανακοπτόμενης απόφασης με αποτέλεσμα να στερούνται εννόμου συμφέροντος οι αναιρεσίβλητες ως προς αμφότερα τα αιτήματα της τριτανακοπής, ως προς το πρώτο μεν διότι είχε παύσει η εξουσία του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου, ως προς το δεύτερο δε διότι η εταιρία είχε αναβιώσει.

Κατά συνέπεια, εφόσον με το αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι υπήρχε ταυτότητα της διαφοράς στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και εκείνη κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προτείνεται για την ύπαρξη δεδικασμένου (άρθρο 324 ΚΠολΔ), ώστε να προκύπτει δεσμευτικότητα για τα τιθέμενα στην ένδικη υπόθεση κατά την τακτική διαδικασία προς κρίση, ο συναφής από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αόριστος.

7. Κατά το άρθρο 559 αρ.9 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής του άρθρου 146 ΚΠολ.Δ, "αίτηση" θεωρείται εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως η αγωγή, ανταγωγή, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπές, ένδικα μέσα, οι στηριζόμενες σε αυτοτελές δικαίωμα δυνάμενο να ασκηθεί και με αγωγή γνήσιες ενστάσεις και οι υποχρεωτικά δικαζόμενες και μη εξαρτώμενες από τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου - διαδικαστικές αιτήσεις (Α.Π. 1334/2982,1653/1998), όχι δε άλλες ενστάσεις ή αντενστάσεις, ενώ δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.Α.Π.2/1989).

Με τον έκτο κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι άφησε αδίκαστη την αίτηση της αναιρεσίβλητης για ύπαρξη δεδικασμένου. Με το περιεχόμενο αυτό συνεπώς, εφόσον η ένσταση δεδικασμένου δεν συνιστά την υπό την ανωτέρω έννοια αίτηση, ο από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, ακόμη δε και αν εκτιμηθεί ως προβαλλόμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του περί δεδικασμένου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ο οποίος κρίθηκε ως αόριστος.

Περαιτέρω, αόριστος είναι ο αυτός, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, εφόσον δεν προσδιορίζεται ποιοί κανόνες ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκαν με τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά και πώς συντελέσθηκε αυτή η παραβίαση.

8. Κατά μεν το άρθρο 1846 του ΑΚ "ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη του άρθρου 1198", κατά δε το άρθρο 1956 του ίδιου Κώδικα "το δικαστήριο της κληρονομιάς, ύστερα από αίτηση του κληρονόμου παρέχει πιστοποιητικό για το κληρονομικό του δικαίωμα και τη μερίδα που του αναλογεί (κληρονομητήριο)".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι με το θάνατο του προσώπου το περιουσιακό σύνολο αποχωρίζεται από το φορέα του και αποκτάται αμέσως και αυτοδικαίως στον εκ του νόμου ή εκ διαθήκης κληρονόμο, ο οποίος νομιμοποιείται να ασκήσει τα δικαιώματά του ως κληρονόμος και να αποδείξει το κληρονομικό του δικαίωμα έναντι εκείνου που το αμφισβητεί είτε κατά την τακτική διαδικασία με την περί κλήρου ή απλώς αναγνωριστική αγωγή, είτε κατόπιν εκδόσεως, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 819 και 739 επ.

ΚΠολΔ), σχετικού πιστοποιητικού (κληρονομητηρίου), το οποίο δεν αποτελεί προϋπόθεση άσκησης του κληρονομικού δικαιώματος, αλλά καθιστά απλώς ευχερείς για τον κληρονόμος και ασφαλείς για τους καλόπιστους τρίτους τις συναλλαγές για αντικείμενα της κληρονομιάς. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

δεύτερος και τελευταίος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1956-1966 του ΑΚ, με το να δεχθεί ότι χωρίς να εκδοθεί κληρονομητήριο, περιήλθαν ισομερώς στις δύο θυγατέρες του κατά την 23.7.1994 αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη μετόχου της αναιρεσείουσας Κ.Σ.

οι μετοχές αυτού, είναι απαράδεκτος. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθούν η από 22-3-2010 αίτηση αναιρέσεως και οι, με το από 30-12-2010 ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι. Η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των 1ης και 2ου αναιρεσίβλητων, μετά την εκ μέρους τους υποβολή σχετικού αιτήματος, όπως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), ενώ τέτοιο αίτημα δεν υποβάλλεται εκ μέρους της 3ης των αναιρεσίβλητων ( άρθρο 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

Β) Επί της από 2-9-2011 αιτήσεως ( της "GCT MANAGEMENT LTD") και των από 3-4-2012 με ιδιαίτερο αναιρέσεως δικόγραφο προσθέτων λόγων 1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος διαδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή κληροδόχων του, όχι και κατά του ομοδίκου του ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ ΑΠ 24/1991) εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ολ ΑΠ 11/1992).

Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η αναίρεση όμως απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του, που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση (ΑΠ 2161/07, 686/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε την έφεση της πρώτης των αναιρεσίβλητων, κατά της 1720/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με τις οποίες έγιναν κατ' ουσίαν δεκτές οι σε βάρος της ασκηθείσες από τους δεύτερη και τρίτη των αναιρεσίβλητων, αγωγές για την ακύρωση των αναφερομένων αποφάσεων των γ.σ.

της πρώτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρίας. Με την ίδια απόφαση, απορρίφθηκε η ασκηθείσα, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας- εναγομένης, (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), με τις ως άνω αγωγές, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος στην άσκηση αυτής (πρόσθετης παρέμβασης). Επομένως, καθ` όσον ην κρινόμενη αίτηση, και οι με αυτήν πρόσθετοι λόγοι, στρέφονται κατά της πρώτης των αναιρεσίβλητων, υπέρ της οποίας, είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει να απορριφθούν, κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα, ως απαράδεκτοι.

2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν. Σε αντίθεση προς την κύρια, με την πρόσθετη παρέμβαση δεν προβάλλεται καμία ιδιαίτερη και αυτοτελής αξίωση ούτε ζητείται η αναγνώριση δικαιώματος του παρεμβαίνοντος κατά των αρχικών διαδίκων.

Ο προσθέτως παρεμβαίνων προσέρχεται στη δίκη όχι για να ζητήσει δικαστική προστασία έναντι των αρχικών διαδίκων, αλλά για να υποστηρίξει τις αιτήσεις του ενός από τους δύο. Δεν διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της εκκρεμούς δίκης και δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του κυρίου διαδίκου, εκτός αν ανέλαβε τη δίκη κατ' άρθρο 85 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η δίκη που ανοίχθηκε με την πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη, αλλά εξαρτάται από την κυρία δίκη που έχει ανοιχθεί με την αγωγή ή το ένδικο μέσο από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί και η περάτωση αυτής (κυρίας) επιφέρει και την περάτωση της δίκης που ανοίχθηκε με την πρόσθετη παρέμβαση.

Ενόψει αυτών, παρέλκει η έρευνα των λόγων της δεύτερης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων και των με ιδιαίτερο δικόγραφο, από 3-4-2012 προσθέτων λόγων, που ασκήθηκε εκ μέρους της προσθέτως, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρεμβάσας αναιρεσείουσας ("GCT MANAGEMENT LTD"), υπέρ της εκκαλούσης-εναγομένης "... Α.Ε.", της οποίας η υπό στοιχείο Α αναίρεση και οι πρόσθετοι με αυτήν λόγοι απορρίφθηκαν στο σύνολό τους, κατά αμέσως πιο πάνω διαλαμβανόμενα.

Τούτο διότι, ενόψει του παρακολουθητικού χαρακτήρα της πρόσθετης παρέμβασης, όπως σημειώθηκε στην μείζονα σκέψη, δεν είναι δικονομικώς δυνατή η αυτοτελής έρευνα αυτής (πρόσθετης παρέμβασης), δικονομικό αποτέλεσμα που θα επέλθει, αν γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του προσθέτως παρεμβαίνοντος, ενώ απορρίφθηκε η αίτηση του κυρίου διαδίκου (υπέρ του οποίου η πρόσθετη παρέμβαση).

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα: Α) ο πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου, με τον οποίο υποβάλλονται, υπό την επίκληση του αρ. 1 του 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες για την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης, ως ασκηθείσης ως άνευ εννόμου συμφέροντος, είναι και κατ' ουσίαν αβάσιμος. Τούτο διότι, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τις αναφερόμενες, πιο πάνω (στις υπό στοιχείο Α της παρούσης σκέψεις), ανέλεγκτες παραδοχές του, δέχτηκε ότι ουδέποτε οι μετοχές που ανήκαν στους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσίβλητων μεταβιβάστηκαν, στην προσθέτως παρεμβαίνουσα-αναιρεσείουσα ("GCT MANAGEMENT LTD").

Και Β) ο δεύτερος λόγος του κύριου δικογράφου και οι πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους αποδίδονται πλημμέλειες για την απόρριψη της εφέσεως της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, είναι και απαράδεκτοι. Τούτο διότι, αν η πρόσθετη παρέμβαση απορριφθεί, για έλλειψη των προϋποθέσεων για την άσκησή της, ο παρεμβαίνων δικαιούται να ασκήσει αναίρεση, υποβάλλοντας παράπονα, μόνο, για την απόρριψη της παρεμβάσεώς του, εξαιτίας του λόγου αυτού ( Ολ.

ΑΠ 7/1991, ΑΠ 993/2008). Ενόψει αυτών, πρέπει να απορριφθεί και η δεύτερη των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, καθώς και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο, από 3-4-2012 πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους. Η δικαστική δαπάνη των 2ης και 3ου αναιρεσίβλητων, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθεί σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), ενώ τέτοιο αίτημα δεν υποβάλλεται εκ μέρους της 1ης των αναιρεσίβλητων (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ: Α) την από 23-3-2010 αίτηση και τους με ιδιαίτερο, από 30-12-2012, δικόγραφο πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 131/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Επιβάλει, σε βάρος της αναιρεσείουσας, τη δικαστική δαπάνη των 1ης και 2ης των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει, στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Β) την από 2-9-2011 αίτηση και τους με ιδιαίτερο, από 3-4-2012, δικόγραφο πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της ίδιας πιο πάνω απόφασης.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα της αίτησης αυτής, την δικαστική δαπάνη των 2ης και 3ης αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει, στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ