Legislator Case Law & Legislation
1426/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction ruling due to procedural errors and lack of evidence for new lease.

Case Number 1426/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the tenant and his heirs against the eviction order issued by the Halkida Municipality. The court found that the lower court correctly rejected the tenant's claim of a new lease agreement and ruled that the specific timing of the termination notice was legally irrelevant. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 559, 7(19) of the Code of Civil Procedure; Article 58 of Law 2741/1999: An appeal against an eviction order is dismissed if the lower court properly rejected the tenant's claim of a new lease and if the precise timing of the termination notice does not affect the validity of the lease termination.

Keywords

AI generated
eviction order public lease termination new lease claim termination notice timing public law tenancy appeal dismissal legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 286 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 7(19) of Law 2741/1999
Article 58 of Law 2648/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1426 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1426/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ΧΧ, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 2) Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΑΦΟΙ Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσιγιάννη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Χαλκιδέων, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του που κατοικοεδρεύει στην Χαλκίδα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Σταμάτιο Γρύλλη και Δημήτριο Παπακωνσταντίνου και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσείων ΧΧ απεβίωσε στις 23/6/2008 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ... ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7/4/2004 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, τις από 25/10/2004 προσεπικλήσεις των ήδη αναιρεσειόντων και τις από 14/2/2005 και 25/10/2004 πρόσθετες παρεμβάσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 208/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/3/2008 αίτησή τους και τους από 3/3/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 26/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14/3/2009 αίτησης του ΧΧ κλπ και των από 3/3/2009 προσθέτων επ' αυτής λόγων για αναίρεση της 208/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας).

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η παρούσα αναιρετική δίκη διακόπηκε λόγω θανάτου του πρώτου αναιρεσείοντος ΧΧ στις 23-6-2008, η διακοπή αυτή δε επήλθε από τη γνωστοποίησή της προς τον αναιρεσίβλητο με το από 3-3-2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων που επιδόθηκε την ίδια ημέρα (... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Χαλκίδας ...), στο οποίο περιλαμβάνεται και δήλωση του μοναδικού εκ διαθήκης κληρονόμου αυτού Χ1 ότι επαναλαμβάνει τη δίκη (άρθρα 286 περ. α, 287 και 290 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του π.δ. 34/1995, όπως διαμορφώθηκε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν 2741/1999, η νόμιμη διάρκεια των μισθώσεων, που υπάγονται στο εν λόγω π. δ/μα, είναι δωδεκαετής. Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 παρ. 8 του ν. 2741/1999, η ως άνω ρύθμιση καταλαμβάνει και τις υφιστάμενες μισθώσεις, δηλαδή αυτές που έχουν καταρτιστεί πριν από την ισχύ του νόμου τούτου (28-9-1999) και δεν έχουν συμπληρώσει συνολικό χρόνο δώδεκα ετών, Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του ειρημένου π.

δ/τος, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 παρ. 14 και 15 του ν. 2741/1999 προκύπτει α) ότι, σε περίπτωση που η εμπορική μίσθωση λήξει με τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει να καταβάλει στον μισθωτή, ως αποζημίωση για την άυλη εμπορική αξία του μισθίου, ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της λήξεως μίσθωμα είκοσι τεσσάρων μηνών και β) ότι η αποζημίωση αυτή δεν οφείλεται, πλην άλλων, και όταν, ο μισθωτής αποχωρήσει οικειοθελώς από το μίσθιο, καθώς και όταν μετά τη λήξη της μισθώσεως λόγω συμπληρώσεως δωδεκαετίας, παρέλθει χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, χωρίς η σχετική περί αποδόσεως του μισθίου αγωγή να έχει ασκηθεί εντός εννέα μηνών από τη λήξη της μισθώσεως, έστω και αν η διάρκειά της έχει συμφωνηθεί για διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα ετών.

Στην περίπτωση αυτή η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για μια τετραετία, μετά τη λήξη της οποίας ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την απόδοση του μισθίου, χωρίς να υποχρεούται στην πληρωμή αποζημιώσεως για άυλη εμπορική αξία. Έτσι, αν ο μισθωτής παραμείνει στη χρήση του μισθίου επί χρόνο μείζονα των δέκα έξι ετών (12+4) δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση για άυλη εμπορική αξία.

Νομοθετικός σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι η εξισορρόπηση των συμφερόντων του μισθωτή και του εκμισθωτή, αφού, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του Ν 2741/1999 "σε αυτή την περίπτωση με την επιπλέον παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο θεωρείται ότι καρπώθηκε (ο μισθωτής) την άυλη αυτή εμπορική αξία". Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 1 του π.δ. 34/1995, ως χρόνος παραμονής στη χρήση του μισθίου, με βάση τον οποίο προσδιορίζεται η νόμιμη (δηλαδή η υποχρεωτική) διάρκεια της μισθώσεως, νοείται ο συνολικός χρόνος που συμπληρώνεται, χωρίς διακοπή, στο πρόσωπο του μισθωτή, συνυπολογιζόμενου και του χρόνου των τυχόν δικαιοπαρόχων του, ανεξαρτήτως του είδους της συμβάσεως.

Ως εκ τούτου, συνυπολογίζεται και ο χρόνος της προγενέστερης μισθώσεως, στην περίπτωση που αυτή ανανεώνεται ή στην περίπτωση που καταργείται και συνάπτεται νέα μίσθωση μεταξύ των ίδιων προσώπων. Αν όμως οι συμβαλλόμενοι, στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ), η οποία περιλαμβάνει και την ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της συμβάσεως, ήθελαν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση την κατάργηση της παλαιάς και τη σύναψη νέας μισθώσεως ανεξάρτητης από την παλαιά, τότε στον νόμιμο χρόνο διάρκειας της μισθώσεως δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος της προηγούμενης μίσθωσης.

Και τούτο, διότι η διάταξη του άρθρου 58 παρ. 11 του π.δ. 34/1995 είναι ερμηνευτική των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων και δεν εφαρμόζεται, αν προκύπτει σαφώς ότι, με τις εκατέρωθεν δηλώσεις τους, οι συμβαλλόμενοι ήθελαν την κατάρτιση νέας μισθώσεως ανεξάρτητης από την παλαιά (ΑΠ 1962/2008, 1487/2006, 1349/2006). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία με την απόρριψη της έφεσης και των προσθέτων επ' αυτής λόγων επικύρωσε την πρωτόδικη, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων Δήμος Χαλκιδέων, με βάση τα με αριθμούς ...

και ... μισθωτήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ιωάννου Ζ. Στρουμπούλη και δυνάμει των αναφερομένων σε αυτά πλειοδοτικών δημοπρασιών που εγκρίθηκαν από το δημοτικό του συμβούλιο και επικυρώθηκαν με απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας, εκμίσθωσε και παράδωσε τη χρήση των παρακάτω ακινήτων, της κυριότητας, νομής και κατοχής του, αντίστοιχα, για να χρησιμοποιηθούν ως χώροι σταθμεύσεως αυτοκινήτων (parking), για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών: 1) με το πρώτο (από 12-6-1979) μισθωτήριο στην ΑΑ, δικαιοπάροχο του εναγομένου ΧΧ, ο οποίος, όπως συνομολογείται από αμφότερα τα διάδικα μέρη, υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση από 1-3-1980, ένα ακάλυπτο χώρο, εκτάσεως 1.592,42 τ.μ., που βρίσκεται στην ...

μεταξύ των οδών ..., ... και ..., αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 41.000 δραχμών, και μετά από επανειλημμένες αναπροσαρμογές αυτού, καθορίστηκε τελικώς δυνάμει της 82/1997 απόφασης της Δημαρχιακής Επιτροπής του ενάγοντος στο ποσό των 800.000 δραχμών και ήδη 2.348 ευρώ, και 2) με το δεύτερο (από 7-6-1979) μισθωτήριο στην εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "...

και Αφοι ΟΕ", έναν ακάλυπτο χώρο, εκτάσεως 980 τ.μ., που βρίσκεται στη ..., στην οδό ..., παραπλεύρως της Εθνικής Τράπεζας, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 51.000 δραχμών, το οποίο μετά από επανειλημμένες αναπροσαρμογές αυτού, καθορίστηκε τελικώς δυνάμει της άνω, με αριθμό 82/1997 απόφασης της Δημαρχιακής Επιτροπής του ενάγοντος στο ποσό των 650.000 δραχμών ήδη 1.907,60 ευρώ.

Μετά την πάροδο της συμβατικής διάρκειάς τους παρατάθηκαν αναγκαστικώς ως εμπορικές (άρθρο 1 παρ. 1α π.δ. 34/1995), μέχρι 31-8-1984 (άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 813/1978) και ακολούθως διαδοχικά παρατάθηκαν μέχρι Ι. 31-8-1986 (άρθρο 1 ν. 1417/1984), ΙΙ. 31-12-1987 (άρθρο 4 ν. 1598/1986), ΙΙΙ. 31-8-1989 (άρθρο 16 ν. 1738/87), IV. 31-8-1990 (άρθρο 1 ν. 1861/89, V. 31-8-1991 (άρθρο 6 παρ. 1 ν. 1898/90, VI. 29-2-1992 (άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1962/1991, VII. 30-4-1992 (ΑΥΔ 13992/92) και τέλος VIII. 31-8-1997, εφόσον οι εκκαλούντες είχαν συμπληρώσει δώδεκα έτη στη χρήση του μισθίου ακινήτου, κατά τον χρόνο δημοσίευσης του ν. 2041/1992 (άρθρο 58 παρ. 10 περ γ' π.δ. 34/1995).

Η λήξη της μίσθωσης, αντίστοιχα, για κάθε εκκαλούντα-εναγόμενο, στην περίπτωση αυτή επέρχεται αυτοδικαίως (ΑΚ 608 παρ. 1). Το γεγονός όμως ότι οι εκκαλούντες μισθωτές εξακολούθησαν να παραμένουν στην χρήση των μισθίων ακινήτων, αντίστοιχα, χωρίς εναντίωση του εφεσίβλητου εκμισθωτή, την οποία για πρώτη φορά εκδήλωσε με τις επιδοθείσες στους εκκαλούντες στις 14-4-2004 αγωγές του, αντίστοιχα ήτοι στον πρώτο εκκαλούντα-εναγόμενο ΧΧ της από 7-4-2004 (αριθ καταθ δικ 95/2004) αγωγής και στη δεύτερη εκκαλούσα-εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "...

και Αφοί ΟΕ" της από 7-4-2004 (αριθ καταθ δικ 96/2004) αγωγής, για απόδοση του μισθίου, μετατρέπει την αρχικώς ορισμένης, μέχρι 31-8-1997, διάρκειας μίσθωση, σε αόριστου χρόνου, κατά την έννοια του άρθρου 608 παρ. 2 ΑΚ, για τη λήξη της οποίας απαιτείται καταγγελία, τα αποτελέσματα της οποίας αρχίζουν από την επομένη της περιελεύσεως δι' επιδόσεως αυτής στον μισθωτή και σε περίπτωση που αυτή ασκείται με την αγωγή, όπως οι ένδικες καταγγελίες, από της επομένης της επιδόσεως αυτών στους άνω εναγόμενους ήτοι από 15-4-2004.

Μάλιστα υποστηρίχθηκε ότι στην περίπτωση αυτή δεν οφείλεται η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 60 του π.δ. 34/1995 αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας, με θετική, κατ' αρχάς αξιολόγηση της άποψης αυτής και από τον ... . Με διαφαινόμενη προοπτική παγίωσης της θέσης αυτής της νομολογίας, επακολούθησε ο ν. 2741/1999,με χρόνο έναρξης της ισχύος του από τη δημοσίευσή του (28-9-1999), με το άρθρο 7 παρ. 15 του οποίου και ήδη 61 του π.δ. 34/1995 ορίστηκε ότι η κατά το άρθρο 60 άυλη εμπορική αξία, η οποία παράλληλα αναπροσαρμόστηκε στο ισόποσο (24) μισθωμάτων, δεν οφείλεται, πλην άλλων, και "στις περιπτώσεις που η αγωγή απόδοσης του μισθίου για λήξη της μίσθωσης, που είχε επέλθει είτε σύμφωνα με τις παραγράφους 10 έως 14 του άρθρου 58 του παρόντος, είτε λόγω συμπληρώσεως δωδεκαετίας έχει ασκηθεί μετά παρέλευση εννέα (9) μηνών από τη λήξη της μίσθωσης.

Μετά την άπρακτη πάροδο του εννεαμήνου η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για τέσσερα (4) χρόνια, μετά δε την λήξη της μίσθωσης δεν οφείλονται τα ποσά του προηγουμένου άρθρου". Παρά το γεγονός ότι από το περιεχόμενο της διάταξης αυτής αβίαστα προκύπτει και γίνεται δεκτό ότι ως λήξη νοείται η 31-8-1995, 31-8-1996, και 31-8-1997, αντίστοιχα των περιπτώσεων α-γ του άρθρου 58 παρ. 10 του π.δ.34/1995, ή η συμπλήρωση της δωδεκαετίας, αφετηρία παράλληλα έναρξης του εννεαμήνου, εκτός αν η λήξη της μίσθωσης έχει επέλθει ήδη κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του ν. 2741/1999, αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση της αγωγής απόδοσης του μισθίου, μετά την άπρακτη παρέλευση της οποίας αυτοδικαίως παρατείνεται η μίσθωση κατά τέσσερα (4) έτη, χωρίς επιπροσθέτως στην περίπτωση αυτή να οφείλεται η άυλη εμπορική αξία, υποστηρίζεται (α) ότι μετά την αυτοδίκαιη λήξη της μίσθωσης στις 31-8-1995, 31-8-1996 και 31-8-1997 και την μετατροπή της σε συνέχεια σε αορίστου χρόνου, η εν λόγω 9μηνη προθεσμία αρχίζει από την λήξη της με καταγγελία κατά το άρθρο 609 ΑΚ, με τη διαφοροποίηση ότι τούτο δεν ισχύει για τις μισθώσεις που έληξαν στις 31-8-1995 και στη συνέχεια στις 31-8-1999, πριν δηλαδή από την έναρξη ισχύος του ν. 2741/1999, χωρίς στην περίπτωση αυτή να οφείλεται η άυλη εμπορική αξία και (β) ότι η διάρκεια της μίσθωσης παρατείνεται, στην περίπτωση που δε ζητηθεί η απόδοση του μισθίου εντός εννέα (9) μηνών από την έναρξη ισχύος του ν. 2741/1999 (28-9-1999), για μία ακόμη έκτοτε τετραετία, με εντεύθεν αυτοδίκαιη λήξη της στις 28-9-1999.

Την άποψη δε αυτή φαίνεται να δέχονται και οι εκκαλούντες οι οποίοι με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους, επαναφέροντες όμοιο ισχυρισμό που είχαν προτείνει και πρωτοδίκως, ισχυρίζονται ότι εφόσον ο εφεσίβλητος-ενάγων δεν άσκησε τις κρινόμενες αγωγές αποδόσεως των μισθίων, εντός της άνω προθεσμίας των εννέα (9) μηνών από της ισχύος την 28-9-1999 του παραπάνω ν. 2741/1999, οι ένδικες μισθώσεις παρατάθηκαν αναγκαστικώς επί τέσσερα (4) ακόμη έτη ήτοι μέχρι της 28-9-2004.

Όμως, πρόκειται για contra legem ερμηνεία, η οποία αντιστρατεύεται την νομοθετική βούληση και τον επιδιωκόμενο με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση σκοπό της εξισορροπήσεως των εκτιθέμενων συμφερόντων των συνδεομένων με σύμβαση μίσθωσης, με αντάλλαγμα της αυτοδίκαιης κατά πλάσμα του νόμου επί τετραετία παράτασης της μίσθωσης, κατά την οποία, κατά την εισηγητική έκθεση επί του ν. 2741/1999, θεωρείται ότι ο μισθωτής καρπώθηκε την άυλη εμπορική αξία, την αζήμια για τον εκμισθωτή λήξη της μίσθωσης, Επομένως αφετηρία της τετραετούς παράτασης της διάρκειας της μίσθωσης είναι σε κάθε περίπτωση η 31-8-1995, 31-8-1996 και 31-8-1997 αντίστοιχα των περιπτώσεων α-γ του άρθρου 58 παρ. 10 και 12 του π.δ. 34/1995 ή η συμπλήρωση της δωδεκαετίας.

Σε συνέπεια με τις νομικές και ουσιαστικές αυτές παραδοχές και δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι τον Δεκέμβριο του έτους 1997, καταρτίστηκαν νέες έγκυρες μισθωτικές συμβάσεις δωδεκαετούς διάρκειας μεταξύ των διαδίκων, οι συνδέουσες τα διάδικα μέρη από 12-6-1979 και από 7-6-1979, αντίστοιχα, συμβάσεις μίσθωσης (άρθρο 58 παρ. 11 π.δ. 34/1995) κατά τη διάρκεια των οποίων οι εκκαλούντες-εναγόμενοι συμπλήρωσαν, αντίστοιχα στις 12-6-1991 και 7-6-1991, χρόνο παραμονής τους στους μίσθιους ακάλυπτους δημοτικούς χώρους δώδεκα ετών, έληξε αυτοδικαίως στις 31-8-2001 (ΑΚ 608 παρ. 1), με έκτοτε υποχρέωσή τους σε αζήμια για τον εφεσίβλητο απόδοση τούτων (ΑΚ 599 παρ. 1), μετά την κατά πλάσμα του νόμου τετραετή από 31-8-1997 παράτασή τους, εφόσον οι ένδικες περί τούτου από 7-4-2004 αγωγές του εφεσίβλητου ασκήθηκαν μετά την παρέλευση εννεαμήνου από την έναρξη ισχύος του ν. 2741/1999 στις 28-9-1999".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους πρώτο, τέταρτο πέμπτο και έκτο λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση σχετικά με τις ανωτέρω παραδοχές. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες μισθωτές είχαν συμπληρώσει χρονικό διάστημα πέραν τη δωδεκαετίας στα μίσθια ακίνητα, ότι οι συμβάσεις έληξαν, μετά τη νόμιμη παράτασή τους κατά τέσσερα χρόνια, την 31-8-2001, ότι οι ένδικες αγωγές ασκήθηκαν μετά την παρέλευση εννεαμήνου από την έναρξη ισχύος του ν 2741/1999, και συνεπεία των ανωτέρω οι μισθωτές υποχρεούνται σε απόδοση, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, και προσάπτεται στην απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, η αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι οι επικαλούμενες ανεπάρκειες και αντιφατικότητα αναφέρονται σε άλλο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ο οποίος απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, για τον οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω. Τέλος, ούτε για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (ΑΚ 173, 200) μπορεί να γίνει λόγος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε ρητά ή έμμεσα, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς έννοια της δήλωσης βούλησης ώστε να ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των ανωτέρω άρθρων, προς διακρίβωση του νοήματος της δήλωσης βούλησης.

Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, είναι στο σύνολό του απορριπτέος.

ΙΙΙ. Το Εφετείο επίσης σχετικά με την υποβληθείσα από τους εκκαλούντες ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος δέχεται ότι "με βάση τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη εκτιθέμενα ο ισχυρισμός των εκκαλούντων-εναγομένων που πρότειναν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με τον δεύτερο λόγο της έφεσης ότι τον Δεκέμβριο του έτους 1997 μεταξύ αυτών και του τότε δημάρχου του εφεσίβλητου-ενάγοντος Δήμου Χαλκιδέων, καταρτίστηκαν νέες άτυπες εμπορικές μισθώσεις δωδεκαετούς διάρκειας, είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού κατά τα επικαλούμενα από αυτούς πραγματικά περιστατικά δεν γίνεται επίκληση ότι η εκμίσθωση των ενδίκων δημοτικών ακινήτων έγινε με πλειοδοτική δημοπρασία όπως απαιτούν οι άνω διατάξεις αλλά αντιθέτως οι εναγόμενοι ρητά ισχυρίζονται ότι οι μισθωτικές αυτές συμβάσεις καταρτίστηκαν ατύπως και συνεπώς ακύρως και περαιτέρω κάθε ακυρότητα εκ της ελλείψεως του έγγραφου τύπου δεν έχει θεραπευθεί, όπως, όχι νόμιμα, αυτοί υποστηρίζουν, κατ' ορθήν εκτίμηση του σχετικού ισχυρισμού τους, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, έχει καταργηθεί η άνω διάταξη του άρθρου 41 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός των ίδιων διαδίκων, που πρότειναν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με τον τρίτο λόγο της έφεσης, ότι οι ένδικες καταγγελίες των μισθωτικών συμβάσεων και των κρινομένων αγωγών ασκούνται κατά κατάχρηση δικαιώματος από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα, καθόσον δημιουργήθηκε σε αυτούς η εύλογη πεποίθηση από τη συμπεριφορά των οργάνων αυτού ότι πράγματι είχαν συναφθεί οι άνω νέες άτυποι συμβάσεις, αφού κατά τα άνω εκτιθέμενα στην περίπτωση αυτή δεν καταρτίστηκαν έγκυρες συμβάσεις μισθώσεως, και συνεπώς δεν θεμελιώνεται με τα ανωτέρω επικαλούμενα περιστατικά η επί του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση".

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, διότι η ανωτέρω αιτιολογία ότι "δε θεμελιώνεται καταχρηστική άσκηση δικαιώματος για το λόγο ότι δεν καταρτίσθηκαν έγκυρες συμβάσεις μισθώσεως δεν στηρίζει την απόφαση".

Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν περιέχεται σ' αυτόν το νομικό σφάλμα της απόφασης, δηλαδή σε ποιο σημείο βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ.

ΙV. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).

Εξάλλου, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δεν μπορεί να θεμελιωθεί, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων (πρώτο μέρος αυτού) οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν αποφάνθηκε επί του προσθέτου λόγου της έφεσης που αναφερόταν στο χρόνο που επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει ότι το Εφετείο έχει εξετάσει και απορρίψει και τον αναφερόμενο στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων μοναδικό, ανωτέρω αναφερόμενο, λόγο έφεσης. Ο με αριθμό 3 λόγος της αναίρεσης, επομένως, καθώς και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ο τρίτος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει στην απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η σύμβαση μίσθωσης έληξε με την επίδοση της αγωγής που εμπεριείχε την καταγγελία ή μετά την πάροδο δεκαπέντε ημερών από την επίδοση και στο τέλος του ημερολογιακού μήνα, παρότι δεν υπήρχε αίτημα στην αγωγή με τέτοιο περιεχόμενο, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι για την παραδοχή της αγωγής αρκούσε η διάγνωση ότι η σύμβαση μίσθωσης είχε λυθεί και δεν ασκούσε επιρροή ο ακριβής χρόνος επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας.

Η αποδιδόμενη, εξάλλου, με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστη, διότι δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, απορριπτέου καθισταμένου του λόγου τούτου.

V. Με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 7 παρ. 19 του ν. 2741/1999, σύμφωνα με την οποία με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 17 του άρθρου 41 του ν. 2648/1998, μισθώσεις ακινήτων με εκμισθωτή το δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ΟΤΑ ή την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου, που υπάγονται στο π.δ. 34/1995 και έληξαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58 παράγραφοι 10 και 12 αυτού, ή που λήγουν οποτεδήποτε, μπορούν να παρατείνονται μέχρι δώδεκα (12) χρόνια από τη λήξη τους με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ ή των ΟΤΑ, ή της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου και με απευθείας σύναψη σύμβασης παράτασης της μίσθωσης με τον εγκατεστημένο στο μίσθιο μισθωτή και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης με τον οποίο ισχυρίζονταν ότι είχε γίνει σύναψη νέας σύμβασης μίσθωσης.

Ο λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο σχετικός ισχυρισμός για σύναψη νέων συμβάσεων ατύπως, απορρίφθηκε ως μη νόμιμος επειδή δεν είχαν τηρηθεί οι διατυπώσεις του δημόσιου διαγωνισμού, χωρίς όμως να υπάρχει ουσιαστική παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπήρξε σύναψη νέας σύμβασης, η οποία είναι άκυρη λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-3-2008 αίτηση του ΧΧ κλπ και των προσθέτων επ' αυτής λόγων για αναίρεση της 208/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας).

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ