1426/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-1985 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν: η 25/1986 πράξη και οι αποφάσεις 6/1999 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 360/2001 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Μαϊου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 26 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1426/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): στη θέση....... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Τρικκαίων, έναντι τιμημάτων τα οποία αθροίζονται στο ποσό των 689.000 δρχ., ενώ με το επίσης νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο που αναφέρεται στην αγωγή και καταρτίστηκε το 1981 πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στην δεύτερη εναγομένη και ένα αγροτεμάχιο 449,92 τ.μ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1426 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1426/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Πολύζου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων : 1) Ψ1 , 2) Ψ2 , 3) Ψ3 και 4) Ψ4 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καμπά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-1985 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν: η 25/1986 πράξη και οι αποφάσεις 6/1999 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 360/2001 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Μαϊου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 26 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επειδή το άρθρο 138 ΑΚ ορίζει ότι δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της. Με τη διάταξη αυτή γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, που επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας και σε σχετική, που επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω απ' αυτή, η οποία είναι έγκυρη αν συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη, αν δηλαδή την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.
Τέτοια δικαιοπραξία αποτελεί και η υπό την εικονική σύμβαση πωλήσεως ακινήτου καλυπτόμενη σύμβαση δωρεάς (άρθ. 496 ΑΚ), την οποία ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη και τηρήθηκε ο απαιτούμενος γι' αυτήν συμβολαιογραφικός τύπος, εφόσον η κυριότητα του πράγματος μετεβιβάσθηκε με τη μεταγραφή του συμβολαίου στον δωρεοδόχο και κατά το φαινόμενο αγοραστή, εάν δεν ακολούθησε ανάκληση της δωρεάς από τον δωρητή ή τον κληρονόμο του (άρθ. 505 - 507 ΑΚ).
Στην προκείμενη υπόθεση, στην από 8.4.1985 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθενται, κατ' ορθή εκτίμησή της, δέχθηκε δε και το Εφετείο, τα εξής: Ο Χ1 , που πέθανε στις 22.2.1985 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσείοντα], θετό τέκνο του, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα, εξ αδιαιρέτου, στις εναγόμενες [ήδη αναιρεσίβλητες] με τα αναφερόμενα στην αγωγή δέκα νομίμως μεταγραφέντα συμβόλαια που καταρτίστηκαν κατά τα έτη 1981 έως 1983, έναν αγρό 26.000 τ.μ.
στη θέση....... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Τρικκαίων, έναντι τιμημάτων τα οποία αθροίζονται στο ποσό των 689.000 δρχ., ενώ με το επίσης νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο που αναφέρεται στην αγωγή και καταρτίστηκε το 1981 πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στην δεύτερη εναγομένη και ένα αγροτεμάχιο 449,92 τ.μ.
στη θέση ....... του ίδιου Δήμου Τρικκαίων, έναντι τιμήματος 100.000 δρχ. Οι συμβάσεις αυτές είναι εικονικές [και άκυρες ως πωλήσεις], γιατί οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων για κατάρτιση πωλήσεων δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά και καλύπτουν δωρεές, καθόσον "οι συμβαλλόμενοι πίσω από τις συμβάσεις πωλήσεων θέλησαν να κρύψουν συμβάσεις δωρεών, για να μην μπορέσει [ο ενάγων] να τις προσβάλλει μετά το θάνατο του πατέρα του".
Περαιτέρω εκτίθεται στην αγωγή ότι "την εικονικότητα των συμβολαίων γνώριζαν και οι εναγόμενες κατά την κατάρτισή τους αφού πρόθεση όλων των συμβαλλομένων ήταν όχι να συνάψουν πώληση, αλλά δωρεά, για να εμφανιστεί ο πατέρας του ενάγοντος μετά το θάνατό του χωρίς ουσιαστικά περιουσιακά στοιχεία και έτσι να μην μπορέσει αυτός να κληρονομήσει την πραγματική του περιουσία, αλλά ένα ασήμαντο μέρος της, το γεγονός δε ότι οι εναγόμενες ήταν συγγενείς της συζύγου του πατέρα του ενάγοντος ενισχύει αυτόν τον ισχυρισμό του".
Ζήτησε δε ο αναιρεσείων α] "να αναγνωριστούν ότι είναι άκυρα σαν εικονικά" τα προαναφερόμενα συμβόλαια και β] να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες να του τα αποδώσουν. Με βάση αυτά το Εφετείο δέχθηκε σε σχέση με το λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη από το Πρωτοδικείο του αιτήματος περί αποδόσεως των ανωτέρω ακινήτων, ότι ενόψει του προεκτεθέντος περιεχομένου της αγωγής το αίτημα της ήταν η αναγνώριση της σχετικής εικονικότητας, δηλαδή ότι οι πωλήσεις των άνω ακινήτων ήταν εικονικές και ότι όλες κάλυπταν αντιστοίχως ηθελημένες πράγματι και επομένως έγκυρες δωρεές, όπως είχε δεχθεί και το πρωτοδικείο, και ότι συνακόλουθα, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το αίτημα για απόδοση των ακινήτων αυτών δεν ήταν νόμιμο.
Συγκεκριμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι η σαφής επίκληση με την αγωγή των πραγματικών περιστατικών της σχετικής εικονικότητας των δικαιοπραξιών, της ακυρότητας δηλαδή των εμφανών συμβάσεων πωλήσεως και της ύπαρξης αληθούς βούλησης των συμβαλλομένων για σύναψη έγκυρων δωρεών, συνιστά ταυτοχρόνως και [σιωπηρή] αναγνώριση από τον ενάγοντα ότι επήλθαν τα μεταβιβαστικά της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων αποτελέσματα, στα οποία αναφέρονται οι εικονικές πωλήσεις, με τις καλυπτόμενες κάτω από αυτές έγκυρες δωρεές, οι οποίες δεν ανατρέπονται από μόνη την επικαλούμενη ιδιότητα του ενάγοντος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου [και νομίμου μεριδούχου] παρά μόνο υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 1835 - 1838 ΑΚ, δηλαδή ανεπάρκειας της κληρονομιάς για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, την συνδρομή των οποίων δεν επικαλείται με την αγωγή του, ούτε υποβάλλει αίτημα ανατροπής των δωρεών αυτών.
Ειδικότερα, συνεχίζει το Εφετείο, με την ως άνω ιστορική βάση η αγωγή συνεπάγεται ακυρότητα μεν των περιλαμβανόμενων στα συμβόλαια συμβάσεων πωλήσεως λόγω εικονικότητας, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 138 παρ.1 ΑΚ, εγκυρότητα δε κατά μετατροπή, κατά τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου των καλυπτόμενων από τις εικονικές πωλήσεις δωρεών, τις οποίες ήθελαν τα μέρη και συνέτρεχαν οι απαιτούμενοι για τη σύστασή τους όροι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 496, 498 παρ. 1, 1033, 369 και 182 ΑΚ.
Εξάλλου, το αγωγικό αίτημα ακυρότητας των εικονικών συμβάσεων πωλήσεως δεν αφορά και τις καλυπτόμενες κάτω από αυτές και κατά μετατροπή ισχύουσες έγκυρες συμβάσεις δωρεάς, εφόσον ως προς αυτές δεν εκτίθενται άλλα περιστατικά ακυρότητας ή ανατροπής τους, ούτε θα μπορούσε να έχει νόμιμο έρεισμα ένα τέτοιο αίτημα με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, οι δε παραδοχές της αγωγής για την ύπαρξη έγκυρου τίτλου μεταβίβασης της κυριότητας νομής και κατοχής των επιδίκων ακινήτων στις εναγόμενες, καθιστά μη νόμιμο το αίτημα απόδοσης των ακινήτων αυτών στον ενάγοντα.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ότι δηλαδή κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς η κυριότητα των ακινήτων εξακολουθούσε να παραμένει στους δωρεοδόχους, και απορρίπτοντας το περί αποδόσεως των ακινήτων αυτών αίτημά της λόγω μη αναφοράς σ' αυτή των στοιχείων που ήταν αναγκαία για το ορισμένο του αιτήματος αυτού, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 1 και 180 του ΑΚ, αφού ο αναιρεσείων είχε σαφώς επικαλεστεί με την αγωγή του σχετική εικονικότητα, χωρίς όμως συνάμα να προσβάλει τις υποκρυπτόμενες δωρεές.
Επομένως είναι αβάσιμος ο αντίθετος κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως.
ΙΙ. Επειδή, αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες που στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται αποτελεσματικά η μία από τις επάλληλες αυτές αιτιολογίες ο λόγος αναίρεσης που αφορά άλλη αιτιολογία απορρίπτεται ως αλυσιτελής.
Στην υπόθεση που εξετάζεται, το Εφετείο δέχθηκε, όπως προεκτέθηκε, ότι εφόσον κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς τα πωλητήρια συμβόλαια ήταν εικονικά και υπέκρυπταν δωρεές, το αίτημα της αγωγής για απόδοση των ακινήτων δεν ήταν νόμιμο λόγω μη αναφοράς σ' αυτή των στοιχείων που ήταν αναγκαία για το ορισμένου του αιτήματος αυτού.
Δέχθηκε δε επικουρικώς το Εφετείο, ότι το αίτημα περί αποδόσεως ήταν σε κάθε περίπτωση απορριπτέο, διότι μολονότι ο επικουρικός ισχυρισμός των εναγομένων [μετά τη γενική άρνηση της αγωγής] που πρόβαλαν με τις προτάσεις τους στην πρώτη συζήτηση στο Πρωτοδικείο, περί σχετικής εικονικότητας των επίμαχων πωλήσεων αφού στην πραγματικότητα καλύπτονταν δωρεές που ήθελαν τα μέρη κατά τη σύναψή τους, δεν συνιστά ένσταση ενόψει της ιστορικής και νομικής βάσης της αγωγής, και υπό την αντίθετη εκδοχή [ότι δηλαδή αίτημα της αγωγής ήταν η απόλυτη εικονικότητα και συνεπώς ο άνω ισχυρισμός των εναγομένων αποτελούσε ένσταση], τα περιστατικά αυτού του ισχυρισμού ήταν πλήρως αποδεδειγμένα, κατά το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, από ρητή ομολογία του ενάγοντος.
Ενόψει όμως του ότι η κύρια αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την απόρριψη του αιτήματος αποδόσεως, η οποία σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν δεν πλήσσεται αποτελεσματικά, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 αιτίαση, ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό της κρίσης του για την αβασιμότητα του αιτήματος αποδόσεως των ακινήτων, εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε ομολογήσει με την αγωγή του την ένσταση των εναγομένων ότι υπό τις εικονικές πωλήσεις καλύπτονταν δωρεές, ενώ τέτοια ομολογία δεν υπήρχε, είναι προεχόντως αλυσιτελής.
ΙΙΙ.- Επειδή ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει στο διατακτικό της αντιφατικές διατάξεις, ο δε εκ του αρ. 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή αντιφάσεις στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος του από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αντιφατικές διατάξεις, ενώ ο ίδιος λόγος κατά το μέρος με το οποίο, με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται, όπως εκτιμάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του αιτήματος αποδόσεως των ακινήτων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο απέρριψε το εν λόγω αίτημα ως μη νόμιμο και όχι ως ουσιαστικά αβάσιμο.
ΙV.- Επειδή οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ` αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό, ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως.
Η εικονικότητα όμως δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης (εκούσια διάσταση μεταξύ της δήλωσης και της βούλησης). Επομένως η απόφαση που διερευνά αν η δήλωση ήταν εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της δήλωσης.
Εν προκειμένω το Εφετείο, δέχθηκε ότι οι ένδεκα συμβάσεις πωλήσεως με τα αναφερόμενα στην απόφαση πωλητήρια συμβόλαια ήταν εικονικές, ότι σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς που συνομολογούσαν οι εναγόμενοι οι συμβάσεις αυτές υπέκρυπταν δωρεές, και ότι ενόψει αυτών και της έλλειψης περιστατικών για την κατά τον νόμο θεμελίωση του αιτήματος αποδόσεως των εν λόγω ακινήτων, ορθά κατ' αποτέλεσμα το πρωτοδικείο είχε απορρίψει το σχετικό αίτημα της αγωγής. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το Εφετείο, δεν δέχτηκε κενά ή αμφιβολίες, έστω και έμμεσα στις περιεχόμενες στα προαναφερόμενα συμβόλαια δηλώσεις, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις αυτές, οι οποίες δεν είχαν έδαφος εφαρμογής. Αλλ' ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις άνω διατάξεις το Εφετείο, αφού από κανένα σημείο της αποφάσεως δεν προκύπτει ασάφεια ως προς την ανυπαρξία κενού καθόσον αφορά τις περιεχόμενες στα ίδια συμβόλαια δηλώσεις.
Συνεπώς, οι δεύτερος από τον αριθ. 1 και τρίτος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 λόγοι της αιτήσεως με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει αντιστοίχως, ότι το Εφετείο παραβίασε τους άνω ερμηνευτικούς κανόνες διότι α] κατά την ερμηνεία των άνω συμβάσεων δεν έλαβε υπόψη την αληθή βούληση του Χ1 , που δεν ήταν ούτε οι πωλήσεις, ούτε οι δωρεές των ακινήτων, και β] παρέλειψε να προσφύγει στους ως άνω κανόνες "μολονότι διαπιστώθηκε η ανάγκη ερμηνείας των συμβάσεων πωλήσεων", πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, κατά το οικείο μέρος τους, διότι στηρίζονται σε ανακριβή προϋπόθεση. V.- Επειδή η κριθείσα αγωγή του αναιρεσείοντος δεν διαλαμβάνει βάση εκ του άρθρου 178 ΑΚ. Επομένως, η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το άρθρο τούτο και στερείται σχετικώς νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμη αφού οι κανόνες του άρθρου τούτου ορθώς δεν εφαρμόσθηκαν. Κατ' ακολουθία, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι αντίθετοι κατά το οικείο μέρος τους, δεύτερος εκ του αριθ.1 και τρίτος εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.5.2004 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 360/2001 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στις αναιρεσίβλητες τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ