Legislator Case Law & Legislation
1425/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against traffic accident compensation ruling due to insufficient factual reasoning on driver liability.

Case Number 1425/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court admitted the insurance company's appeal against the First Instance Court's decision on traffic accident damages. The court found the lower court's reasoning on driver liability insufficient because it failed to clearly establish the causal link between intoxication and the accident. Consequently, the appeal was allowed, and the case was remitted to the same court for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible and the case must be remitted when the lower court's decision lacks sufficient factual reasoning to establish the causal link between the alleged fault and the damage.

Keywords

AI generated
traffic accident liability causal link reasoning insufficient factual basis remittal for retrial intoxication negligence Code of Civil Procedure insurance compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 section b and d of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1425 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1425/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Α., 2) Δ. Λ. του Η. και 3) Η. Λ. του Δ., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Ρουβά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2ος και 3ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ιωσηφέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2020 αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 18-6-2020 προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 389/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1439/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-11-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των 2ου και 3ου αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 9-11-2022 και με γεν. αριθμ. καταθ. 9459/29-11-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1439/18-3-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1439/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:

Ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Ν. Μ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ήδη αναιρεσείουσας την από 4-2-2022 με αρ. καταθ.12420/675/2020 αγωγή του, με την οποία εξέθετε ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο Η. Λ., οδηγώντας το ασφαλισμένο στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό του, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή.

Ζήτησε, δε, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλλουμε το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 9.109,60 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη και β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να του καταβάλλει το ποσό των 11.250 ευρώ για δαπάνη υποκατάστασης δύναμης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η εναγόμενη με την παραπάνω αγωγή και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε, ακολούθως, την από 18-6-2020 με αρ. καταθ. 36344/2150/2020 παρεμπίπτουσα αγωγή -προσεπίκληση σε παρέμβαση κατά του δεύτερου και τρίτου των αναιρεσίβλητων Δ. Λ. και Η. Λ., αντίστοιχα, με την οποία ιστορούσε ότι, δυνάμει σύμβασης ασφάλισης, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του πρώτου των παρεμπιπτόντως εναγομένων Δ.

Λ., ιδιοκτήτη του φερομένου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου της κύριας αγωγής, είχε ασφαλίσει αυτό για τις προς τρίτους ζημίες κατά τη λειτουργία του, ότι με την εν λόγω σύμβαση είχαν εξαιρεθεί από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ότι ο δεύτερος των παρεμπιπτόντως εναγομένων Η.

Λ., οδηγός του παραπάνω αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, τελούσε κατά το χρόνο αυτό υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Με βάση, δε, αυτό το ιστορικό ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι έκαστος εις ολόκληρον, υποχρεούνται να της καταβάλουν κάθε ποσό που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής Ν.

Μ. με το νόμιμο τόκο, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ.89/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και η παρεμπίπτουσα αγωγή καθ' ολοκληρίαν ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Ακολούθως, ασκήθηκαν εφέσεις από τον ενάγοντα της κύριας αγωγής, την ενάγουσα και τους εναγόμενους της παρεμπίπτουσας αγωγής. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία αφού έγιναν τυπικά δεκτές οι ως άνω εφέσεις α) απορρίφθηκε η έφεση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας κατ'ουσίαν, β) έγιναν δεκτές ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα οι εφέσεις του κυρίως ενάγοντα και των παρεμπιπτόντως εναγομένων και το Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και συνεκδίκασε κύρια αγωγή και παρεμπίπτουσα αγωγή, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 1223/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 12/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια ((ΑΠ 1178/2023,ΑΠ 607/2023,ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 85/2019).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για την ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρο 4 του Ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 250/2023,ΑΠ 223/2023, ΑΠ 736/2021,ΑΠ 68/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6β παρ. 1 περ. β` Ν. 489/1976 "Περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτου αστικής ευθύνης", που προσετέθη με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007 και που σύμφωνα με το άρθρο 18 του τελευταίου αυτού νόμου άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως [ΦΕΚ 100 τ.

A /14.5.2007], εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημιές που προκαλούνται από οδηγό, ο οποίος κατά τον χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όπως εκάστοτε, ισχύει, εφόσον όμως η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Η ρύθμιση για την ως άνω παράβαση περιλαμβάνεται στο άρθρο 42 του ν. 2696/1999 ΚΟΚ, το οποίο ορίζει ότι ο οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν η ανιχνευόμενη ποσότητα στον οργανισμό του υπερβαίνει τα 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, εάν η μέτρηση γίνεται με τη μέθοδο της αιμοληψίας, και τα 0,25 χιλιοστά γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα εάν η μέτρηση γίνεται με τη συσκευή αλκοολομέτρου.

Στη περίπτωση αυτή ο νόμος ορίζει ρητά ότι η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη επέρχεται μόνον εάν η παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την πρόκληση του ατυχήματος (ΑΠ 1326/2023,ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 809/2017, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 158/2015, ΑΠ 1497/2014), χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να οφείλεται το ατύχημα σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου, αρκούσης προς τούτο και της συνυπαιτιότητας αυτού.

Αίρεται έτσι, η αμφισβήτηση, ως προς το σχετικό ζήτημα, που είχε ανακύψει στη νομολογία υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της Κ 4/565/1978 Α.Υ.Ε.. Η συνομολόγηση του όρου αυτού, όμως, δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την υποχρέωσή του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα, τρίτο, παρέχει όμως σε αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να ζητήσει από αυτόν ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας που έχει υποστεί.

Έτσι, ακόμη και όταν συντρέχει κάποια προβλεπόμενη από το νόμο εξαίρεση, από την ασφαλιστική κάλυψη, ο ασφαλιστής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, μη δυνάμενος να αντιτάξει κατ' αυτού ενστάσεις απορρέουσες από την ασφαλιστική σύμβαση, διατηρεί όμως το δικαίωμα, κατ' άρθρον 927 ΑΚ, να στραφεί κατά του ασφαλισμένου αναγωγικά, απαιτώντας ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο.

Παθητικά υποκείμενα του ως άνω δικαιώματος αναγωγής είναι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο αντισυμβαλλόμενος και ο ασφαλισμένος, δεδομένου ότι στο νόμο δεν γίνεται καμία διάκριση. Κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, δηλαδή υπάρχει παράλληλη και εις ολόκληρον ευθύνη ενός εκάστου εκ των προσώπων αυτών, έναντι του ασφαλιστή.Το δικαίωμα της αναγωγής ασκείται είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστή μετά την καταβολή που έκανε αυτός προς τον τρίτο, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, αν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος.

Τόσο στην αυτοτελή όσο και στην παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής, ο ενάγων οφείλει να ισχυρισθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει το ποσοστό της ευθύνης εκάστου εκ των εναγομένων συνυποχρέων, δηλαδή τον βαθμό πταίσματος και της αιτιώδους συμβολής στην πρόκληση της ζημίας, καθορίζοντας και το ποσοστό ευθύνης.

Ακόμη, ενόψει του ότι οι προβλεπόμενες στο ως άνω άρθρο περιπτώσεις εξαιρέσεως της ασφάλισης, κατά την ορθότερη άποψη, συνιστούν κεκαλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, για να συντρέχει λόγος απαλλαγής του ασφαλιστή, πρέπει η παράβαση να οφείλεται σε υπαιτιότητα των ασφαλισμένων προσώπων (ΑΠ 467/2017, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 158/2015, ΑΠ 1068/2013).

Συμπερασματικά, εκ των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι α) απαγορεύεται η οδήγηση οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, β) αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες, οι οποίες προκαλούνται κατά τον χρόνο που ο οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 Ν. 2696/1999, όπως αυτός εκάστοτε ισχύει, γ) σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007, για να τύχει εφαρμογής ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης από την κάλυψη του ατυχήματος λόγω μέθης του υπαίτιου οδηγού, πρέπει η μέθη αυτού να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος και δ) ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται, όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του εν μέθη τελούντος οδηγού ως προς τον οποίο δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την διάπραξη της παραβάσεως του ως άνω ασφαλιστικού βάρους.

Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 143/2023,ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του ιδίου άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Δεν ιδρύεται, δε, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 35/2022,ΑΠ 164/2021,ΑΠ 40/2020).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1300/2022,ΑΠ 35/2022,ΑΠ 3/2021, ΑΠ 1554/2021,ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση το, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθμ.1439/2022 απόφασή του, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα της συνυπαιτιότητας (λόγω αυτοδιακινδύνευσης) του παθόντος-ενάγοντος στην κύρια αγωγή (Ν. Μ.), στην πρόκληση του τραυματισμού του και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του επελθόντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα ζημιογόνου αποτελέσματος και της κατανάλωσης αλκοόλ από τον δεύτερο εναγόμενο (Η.

Λ.) στην παρεμπίπτουσα αγωγή,ο οποίος ήταν, κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα: ".......Στις 22/7/2019 και περί ώρα 05.30 περίπου ο Η. Λ. οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Δ.

Λ., το οποίο κατά τον χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός ο κυρίως ενάγων, ο οποίος φορούσε προστατευτική ζώνη ασφαλείας, κινείτο επί της Λεωφόρου Ποσειδώνος στην Γλυφάδα με κατεύθυνση από την Αθήνα προς την Βούλα Αττικής καταλαμβάνοντας με το μεγαλύτερο μέρος του οχήματος του την μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και κατά τι την αριστερή.

Η Λεωφόρος Ποσειδώνος είναι δρόμος διπλής κατευθύνσεως με τρία ρεύματα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωριζομένων των δύο κατευθύνσεων με κεντρική διαχωριστική νησίδα, έχει πλάτος οδοστρώματος στο ρεύμα προς Βούλα 10,50μ και πλάτος πεζοδρομίου 4μ, είναι ευθεία άνω των 200μ, ενώ το οδόστρωμά της είναι από άσφαλτο.

Η κατάσταση της ως άνω οδού κατά τον προαναφερόμενο χρόνο ήταν ξηρή, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και των πεζών ελάχιστη, η δε ορατότητα δεν περιοριζόταν και επικρατούσε καλοκαιρία. Το όριο ταχύτητας των οχημάτων είναι 60 χλμ/ώρα σύμφωνα με πινακίδα Ρ-32. Ο Η. Λ. οδηγώντας το προαναφερόμενο όχημα χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αλλά και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να πραγματοποιεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, έβαινε με αυξημένη ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 60 χλμ/ώρα, οπότε όταν έφθασε στο ξενοδοχείο ΜΙΡΑΝΤΑ στον οικοδομικό αριθμό 48 της Λεωφόρου Ποσειδώνος, έχασε τον έλεγχο του οχήματος του με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του προς τα αριστερά και έπειτα από διαδοχικές προσκρούσεις στο κράσπεδο της διαχωριστικής νησίδας να ανέβει επάνω στη νησίδα και να προσκρούσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του σε δένδρο, που βρισκόταν στην κεντρική διαχωριστική νησίδα της ως άνω Λεωφόρου με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος.

Μετά το ατύχημα και λόγω της παγίδευσης τόσο του οδηγού όσο και του συνοδηγού επί του ως άνω οχήματος έγινε απεγκλωβισμός αυτών 8° Πυροσβεστικό Σταθμό με τη χρήση διασωστικών εργαλείων από τον Αθηνών. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο τούτο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Η.

Λ., οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία οχήματος, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας του μέσου συνετού οδηγού που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, αλλά και με υπερβολικά ανεπίτρεπτη ταχύτητα, η οποία προκύπτει από την σφοδρότητα της πρόσκρουσης του αυτοκινήτου σε παρακείμενο δένδρο, ήτοι αυτός ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999), που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως προεκτέθηκαν, προκύπτουν από την ορθή συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν, ιδιαίτερα δε από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, όπου απεικονίζονται τα ευρήματα του ατυχήματος, η διαμόρφωση της οδού και η κατάσταση αυτής καθώς και η πορεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου όπως και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες που λήφθηκαν από το Τμήμα Τροχαίας Νοτιοανατολικής Αττικής από τον τόπο του ατυχήματος και απεικονίζουν το σημείο κατάληξης του οχήματος επί της διαχωριστικής νησίδας της Λεωφόρου Ποσειδώνος και την ολοκληρωτική καταστροφή ολόκληρου του εμπρόσθιου τμήματος ως αποτέλεσμα της σφοδρότητας της πρόσκρουσης.

Επίσης, τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την από 9/10/2019 προανακριτική κατάθεσή του αυτόπτη μάρτυρα Σ. Γ., οδηγού ταξί ο οποίος χαρακτηρίζει "ιλιγγιώδη" την ταχύτητα του κινούμενου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ζημιογόνου οχήματος. Ειδικότερα ο ως άνω αυτόπτης μάρτυρας αναφέρει στην προανακριτική του κατάθεση "παρατηρώ ένα όχημα από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς Βούλα να κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα να εκτρέπεται της πορείας του προς τη νησίδα και να προσκρούει σε δένδρο".

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι στην πορεία του ασφαλισμένου στην εναγομένη αυτοκινήτου ενεπλάκη τρίτο όχημα, όπως αυτή αβάσιμα υποστηρίζει καθόσον κάτι τέτοιο δεν δηλώθηκε ούτε διαπιστώθηκε από τα αρμόδια όργανα της Τροχαίας, που συνέταξαν την από 22-7-2019 έκθεση αυτοψίας και δεν επιβεβαιώθηκε από τον ως άνω αυτόπτη μάρτυρα ο οποίος αναφέρει στην ως άνω προανακριτική του κατάθεση ότι "Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε άλλο όχημα στο σημείο, στο ρεύμα προς Βούλα, μόνο το αυτοκίνητο που υπέστη ζημιές".

Επιπλέον στην δήλωση ατυχήματος του οδηγού Η. Λ. προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, που συνετάχθη την επομένη ημέρα του ατυχήματος δεν γίνεται καμία αναφορά σε εμπλοκή τρίτου οχήματος, αλλά μόνο σε απώλεια ελέγχου εκ μέρους του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος Η. Λ. Να σημειωθεί ότι ο τελευταίος είχε προβεί κατά τη νυκτερινή του διασκέδαση σε κατανάλωση αλκοόλ και σύμφωνα με την υπ' αριθ. ...-2019 εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών αίματος με τη μέθοδο της αιμοληψίας, ενόψει του ότι ελήφθη ποσότητα αίματος από αυτόν κατά το ένδικο ατύχημα και εστάλη προς ανίχνευση αλκοόλης στη Δ.Δ.Ε., η περιεκτικότητα του αίματος του Η.

Λ. σε οινόπνευμα ήταν εξήντα τέσσερα εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος (0,64gr/i), ήτοι αυτός παραβίασε το άρθρο 42 του ΚΟΚ, αφού το οινόπνευμα στον οργανισμό του υπερέβαινε το όριο του 0,50 γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/Ι). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και έκρινε ως αποκλειστικά υπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος τον Η.

Λ., οδηγό του υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ως παραβιάζοντα τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του ΚΟΚ, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της εναγομένης περί εμπλοκής τρίτου οχήματος ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις ενώπιον του προσαχθείσες αποδείξεις και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζουν η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι με τους δεύτερο και πρώτο λόγους αντίστοιχα των κρινομένων εφέσεών τους. ......

Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος Η. Λ. διασκέδαζαν πριν το ατύχημα σε νυχτερινό κέντρο για να γιορτάσουν τα γενέθλια του ενάγοντος. Ο Η. Λ. είχε πιει ένα ποτό, χωρίς όμως η ποσότητα του οινοπνεύματος που είχε καταναλώσει να επιφέρει αλλαγή στον τρόπο συμπεριφοράς του.

Περί τούτου σαφής είναι η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος εξετάσθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος ενώπιον του ακροατηρίου του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Α. Μ., ο οποίος κατηγορηματικά περί τούτου καταθέτει ότι ο ενάγων επιβιβάσθηκε στο όχημα που οδηγούσε ο Η. Λ., διότι θεωρούσε ότι δεν είχε καταναλώσει αλκοόλ, καθόσον αυτός δεν συνήθιζε να πίνει κι ότι τον εμπιστευόταν ως οδηγό γι αυτό και άλλες φορές στον παρελθόν είχε δεχτεί να επιβιβασθεί στο ως άνω όχημα που οδηγούσε ο Η.

Λ. Κατά συνέπεια η ένσταση περί ιδίας διακινδύνευσης του ενάγοντος για τον λόγο ότι αυτός συναίνεσε να επιβιβασθεί στο όχημα που οδηγούσε ο Η. Λ., αν και γνώριζε ότι αυτός τελούσε σε κατάσταση πλήρους μέθης, αφού προηγουμένως διασκέδαζαν μαζί, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή η κατ' ολίγον υπέρβαση του ποσοστού της αιθυλικής αλκοόλης (0,64 με όριο τα 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 1 του ΚΟΚ) μπορούσε να έχει επιπτώσεις στην οδηγητική συμπεριφορά του Η.

Λ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση περί ιδίας διακινδύνευσης του ενάγοντος δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα και γι' αυτό, μετά την αντικατάσταση της αιτιολογίας του, κατά τούτο, από την προκρινόμενη ως άνω, ως ορθή, από το Δικαστήριο τούτο (σύμφωνα με το άρθρο 534 του Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της κρινομένης εφέσεώς της.......

Περαιτέρω αναφορικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή που άσκησε η εναγομένη στην κυρία αγωγή ασφαλιστική εταιρία από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος το υπ'αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Δ. Λ., ήταν ασφαλισμένο για την εκ της κυκλοφορίας του έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" βάσει της μεταξύ αυτών καταρτισθείσας σύμβασης ασφαλίσεως για την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθ. ...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το χρονικό διάστημα από 4/6/2019 μέχρι 4/12/2019. Στην ως άνω σύμβαση γίνεται ειδική αναφορά ότι η εν λόγω σύμβαση "διέπεται από τις διατάξεις του ΝΔ 44/70, του Ν. 489/1976, όπως ισχύει, και του ν. 2496/1997. Ως συμβατικός όρος της εν λόγω σύμβασης περιελήφθη αυτούσιο και το περιεχόμενο του άρθρου 25 παρ. 8 της ΑΥΕ Κ4/585/1978 περί εξαίρεσης ορισμένων ασφαλιστικών περιπτώσεων από την ασφαλιστική κάλυψη.

Η παραπάνω σύμβαση ασφάλισης όπως προεκτέθηκε, διέπεται από το ν. 489/1976, όπως αυτός μετά την 14/5/2007 τροποποιήθηκε με το ν. 3557/2007. ......... Η ως άνω εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη έγινε αποδεκτή από τον πρώτο εναγόμενο, αφού χορηγήθηκε σ' αυτόν αντίγραφο του ασφαλιστηρίου, ο τελευταίος δεν εναντιώθηκε και δεν απέκρουσε τον σχετικό όρο, κατέβαλε τα ασφάλιστρα, ο δε δεύτερος εναγόμενος προστηθείς από τον εναγόμενο πατέρα του στην οδήγηση του ως άνω αυτοκινήτου προέβη δε στη δήλωση του ατυχήματος στην εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία.

Όπως προεκτέθηκε, η περιεκτικότητα του αίματος του δεύτερου εναγομένου - οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, προστηθέντος στην οδήγηση του αυτοκινήτου από τον πρώτο εναγόμενο σε οινόπνευμα κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος ήταν 0,64 gr/l αίματος, ήτοι υπερέβαινε το νόμιμο όριο των 0,50 gr/l, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 42 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999).

Η συμπεριφορά αυτού κατά την οδήγηση του ως άνω αυτοκινήτου που υπερέβη το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 60 χλμ/ώρα, αφορά συνήθη τυπική παράβαση του ΚΟΚ και δεν είχε επηρεάσει την οδηγική συμπεριφορά αυτού, ούτε διατάραξε τις αντιδράσεις του και τους οδηγητικούς αυτοματισμούς και τις αντανακλαστικές του ικανότητες η κατανάλωση από αυτόν οινοπνεύματος.

Κατά συνέπεια, η ως άνω ποσότητα οινοπνεύματος που διαγνώστηκε στο αίμα αυτού και το ότι αυτός τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος κατά το ένδικο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με αυτό. Αντιθέτως, σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό τελεί η υπερβολική ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο δεύτερος εναγόμενος κατά την οδήγηση του υπ'αριθ.

κυκλοφορία ... ΙΧΕ αυτοκινήτου προστηθείς περί την οδήγηση από τον πρώτο εναγόμενο πατέρα του και ιδιοκτήτη του ως άνω αυτοκινήτου. Ως εκ τούτου δεν υφίσταται εξαίρεση από την ως άνω ασφαλιστική κάλυψη και η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά των πρώτου και δευτέρου των παρεμπιπτόντως εναγομένων για τις έναντι αυτών αξιώσεις του ενάγοντος της κύριας αγωγής και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ως άνω από 18-6-2020 παρεμπίπτουσα αγωγή.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι η μέθη του δευτέρου παρεμπιπτόντως εναγομένου τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα και τον συνεπεία αυτού σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος της (κύριας) αγωγής και δέχθηκε ως και κατ' ουσία βάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή) της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις που του προσκομίσθηκαν, όπως βάσιμα περί τούτου υποστηρίζουν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσής τους.

Να σημειωθεί ότι μετά την απόρριψη ως ουσιαστικά αβασίμου της παρεμπίπτουσας αγωγής παρέλκει η έρευνα της επικουρικής έφεσης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας καθώς και της ένστασης περιορισμού της ευθύνης του ιδιοκτήτη μέχρι την αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που επαναφέρεται με τον τρίτο λόγο της από 17-5- 2021 εφέσεως των παρεμπιπτόντως εναγομένων ως άνευ αντικειμένου.

Κατόπιν τούτων πρέπει: Α) να απορριφθεί η κρινόμενη από 15-6-2021 έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας στο σύνολό της κατ' ουσίαν, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα ........ Β) να γίνουν δεκτές οι από 27-4- 2021 και 17-5-2021 εφέσεις ως ουσιαστικά βάσιμες και ακολούθως πρέπει, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο και αφού συνεκδικασθεί η από 4-2-2020 κυρία αγωγή καθώς και η 18-6- 2020 παρεμπίπτουσα αγωγή α) να απορριφθεί η τελευταία ως κατ'ουσίαν αβάσιμη .......

β) να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η κυρία αγωγή ....." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν. Η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης της προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλειες επικαλούμενη τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ειδικότερα,ότι το Δικαστήριο με ελλιπείς ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αφενός μεν απέρριψε τον ισχυρισμό περί συντρέχοντος πταίσματος (αυτοδιακινδύνευσης) και αφετέρου έκρινε ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του ένδικου ατυχήματος και της διαγνωσθείσας μέθης του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές τις προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, και να απορρίψει αφενός μεν την ένσταση περί ιδίας διακινδύνευσης του παθόντος-ενάγοντα στην κύρια αγωγή, την οποία η αναιρεσείουσα είχε προβάλλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε επαναφέρει με λόγο έφεσης και αφετέρου τον ισχυρισμό περί ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ένδικου ατυχήματος και της ανευρεθείσας ποσότητας οινοπνεύματος στο αίμα του υπαίτιου οδηγού, που πρόβαλε η αναιρεσείουσα ως ενάγουσα στην παρεμπίπτουσα αγωγή και επανέφερε παραδεκτά με τις προτάσεις ως εφεσίβλητη επί της έφεσης που άσκησαν οι εναγόμενοι στην παρεμπίπτουσα αγωγή,διέλαβε ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς την επίδραση, που είχε η ανωτέρω ποσότητα αλκοόλης, στην οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και στα αντανακλαστικά αυτού.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, σχετικά με την οδηγητική συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου,με βάση τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα : α) ο οδηγός του ΙΧΕ κινείτο με ορατότητα που δεν περιοριζόταν σε συνθήκες καλοκαιρίας, με αυξημένη ταχύτητα και δη ταχύτητα υπερβολικά ανεπίτρεπτη, σε οδό που έχει τρείς λωρίδες κυκλοφορίας, πλάτος οδοστρώματος 10,50 μέτρων, με κατάσταση ξηρή και με αραιή κυκλοφορία οχημάτων και πεζών (κατά την ώρα του ατυχήματος), καταλαμβάνοντας κατά το μεγαλύτερο μέρος του οχήματός του την μεσαία λωρίδα και κατά τι την αριστερή, β) ότι δεν ενεπλάκη τρίτο όχημα στο ένδικο ατύχημα, γ) ότι η περιεκτικότητα του αίματος του οδηγού Η.

Λ. σε οινόπνευμα ήταν 0,64gr/ litr και ότι επομένως αυτός παραβίασε το άρθρο 42 ΚΟΚ, δ) ότι ο υπαίτιος οδηγός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να πραγματοποιεί τους απαιτούμενους χειρισμούς,, οπότε όταν έφθασε στο ξενοδοχείο ΜΙΡΑΝΤΑ στον οικοδομικό αριθμό 48 της Λεωφόρου Ποσειδώνος, έχασε τον έλεγχο του οχήματος του με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του προς τα αριστερά και έπειτα από διαδοχικές προσκρούσεις στο κράσπεδο της διαχωριστικής νησίδας να ανέβει επάνω στη νησίδα και να προσκρούσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του σε δένδρο, που βρισκόταν στην κεντρική διαχωριστική νησίδα της ως άνω Λεωφόρου με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος,ενώ μετά το ατύχημα και λόγω της παγίδευσης τόσο του οδηγού όσο και του συνοδηγού επί του ως άνω οχήματος έγινε απεγκλωβισμός αυτών από τον 8° Πυροσβεστικό Σταθμό με τη χρήση διασωστικών εργαλείων.

Πλην όμως, περαιτέρω, για να καταλήξει στο πόρισμα ότι η ανευρεθείσα στο αίμα του τελευταίου ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης δεν είχε επιπτώσεις στην οδηγική του συμπεριφορά,για την εντεύθεν απόρριψη της ένστασης διακινδύνευσης και του ισχυρισμού περί αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος και της κατανάλωσης αλκοόλ,αρκείται στην παραδοχή ότι η υπαιτιότητα του προαναφερθέντος οδηγού συνίσταται μόνο στην συνήθη τυπική παράβαση του ΚΟΚ, χωρίς να εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα πραγματικά γεγονότα, που αιτιολογούν και μάλιστα σε συνάρτηση με τις λοιπές προαναφερθείσες παραδοχές σχετικά με την κατάσταση της οδού, τον τρόπο οδήγησης,την μη εμπλοκή τρίτου παράγοντα τις εν γένει συνθήκες κατά την ώρα του ατυχήματος το ότι, παρά το γεγονός ότι ο οδηγός ήταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος (0,64%) είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του,ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και επομένως ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα και ο εξ αυτού τραυματισμός του παθόντα-ενάγοντα δεν συνδέεται αιτιωδώς με την οδήγηση υπό την επήρρεια αλκοόλ όπως και ότι επιβιβαζόμενος ο παθών-ενάγων στο όχημα δεν διακινδύνευσε εξ ιδίου.

Με αυτά τα δεδομένα καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής των άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Κατ` ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από το εδάφιο 19 του άρθρου 559Εδκ, είναι βάσιμος. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, ενόψει του ότι η αναιρετική εμβέλεια του αναιρετικού λόγου που έγινε δεκτός. κατά τα ανωτέρω, οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, που επίσης, αποβλέπουν στην παραδοχή της αναίρεσης και πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο περί υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας και αιτιώδους συναφείας και ειδικότερα, παρέλκει η έρευνα του 1ου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1β και 559 παρ. 1 ΚΠολΔ,ανεξάρτητα του ότι προβάλλονται απαράδεκτα, διότι οι σχετικές αιτιάσεις δεν αφορούν την ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, αλλά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. β`, δ` ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι,λόγω της ήττας τους, (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1439/18-3-2022 τελεσίδικη απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ