Legislator Case Law & Legislation
1425/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against bankruptcy court ruling on exempting labor accident claim from creditor distribution. The court found the lower court erred in classifying the exempt claim as distributable property. The case is remanded for further proceedings. The court ruled that the lower court erred in classifying the exempt labor accident claim as distributable property, violating specific bankruptcy statutes. The appeal is allowed, and the case is remanded for further proceedings. The court ruled that the lower court erred in classifying the exempt labor accident claim as distributable property, violating specific bankruptcy statutes. The appeal is allowed, and the case is remanded for further proceedings.

Case Number 1425/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject the claim for distribution of bankruptcy assets. The appellant argued that the lower court incorrectly classified a labor accident compensation claim as distributable property, despite it being legally exempt. The court agreed, finding the lower court violated specific provisions of the Bankruptcy Law regarding the exclusion of such claims from distribution. Consequently, the appeal was granted, and the case was remanded for further adjudication by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 15 of Law 3869/2010; Article 16, paragraph 2 of Law 3588/2007; Article 15, paragraph 1 of Law 551/1915: A claim for compensation due to a labor accident is legally exempt from seizure and must be excluded from the distribution of the debtor's assets to creditors.

Keywords

AI generated
bankruptcy law exempt claims labor accident compensation creditor distribution asset seizure remand for retrial legal exemption

Cited Legislation

AI generated
Article 15 of Law 3869/2010
Article 16, paragraph 2 of Law 3588/2007
Article 15, paragraph 1 of Law 551/1915
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8, paragraph 6, section b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1425 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1425/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: M. M. (Μ. Μ.) του K. (Κ.), κατοίκου ..., ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ' αριθμ. 231/20-10-2020 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Μητρομάρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε. Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: S. M. (Σ. Μ.) του M. (Μ.), κάτοικο Αγίων Αναργύρων Αττικής, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2015 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 1400/2015 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιλίου και συνεκδικάστηκε με την με αριθμ. εκθ. καταθ. 1354/29-12-2015 αίτηση της I. M. (Ι. Μ.), μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 994/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-11-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα έκθεση επίδοσης υπ` αριθμ. 8343/5-2-21 του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών Η. Σ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της υπ'αριθμ. 994/2019 απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την προκείμενη δικάσιμο επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει την συζήτηση, στην αναιρεσίβλητη. Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε, ούτε έλαβε μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Συνεπώς, παρά την απουσία της, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ και 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020).

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 παρ. Α1 του ν. 3995/2011, ορίζεται ότι: "1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4, είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α' 151). 3.

Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη δύναται να γίνει μία μόνο φορά". Εξάλλου ορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2. "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου", και με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 "Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών ορίζεται εκκαθαριστής.

Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των πιστώσεων ή πρόσωπο από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που προβλέπεται στο άρθρο 371 του ΚΠολΔ. Έργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη, η διασφάλισή της σε όλο το νόμιμο ύψος της χάριν των πιστωτών, η πρόσφορη εκποίησή της και η διανομή του προϊόντος της εκποίησης στους πιστωτές.

Οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί συνδίκου εφαρμόζονται αναλόγως και στον εκκαθαριστή. Από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία του οφειλέτη, εξαιρούνται τα πράγματα που ορίζονται ως ακατάσχετα, σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 953 του ΚΠολΔ. Όλη η περιουσία του οφειλέτη που δεν εξαιρείται από την κατάσχεση κατά το άρθρο 953 ΚΠολΔ θα κατάσχεται και θα εκποιείται με σκοπό την ικανοποίηση των δανειστών.

Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΚΠολΔ" και τέλος με τη διάταξη του άρθρου 15 του ίδιου νόμου "Για τη ρύθμιση και απαλλαγή χρεών φυσικών προσώπων εφαρμόζονται, όπου επιβάλλεται, με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων του παρόντος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα".

Προσέτι κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 5 του ν. 4738/2020 (Πτωχευτικού Κώδικα), ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 16 παρ.2 του προϊσχύσαντος Πτωχευτικού Κώδικα (ν.3588/2007) "Δεν ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία τα κατά το κοινό δικονομικό δίκαιο ή άλλες διατάξεις ακατάσχετα ή εξαιρούμενα με ειδικές διατάξεις νόμων περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του οφειλέτη".

Τέλος κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 551/1915 "Περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών" "Αι κατά τον παρόντα νόμον απαιτήσεις ούτε συμψηφίζονται, ούτε κατάσχονται, ούτε εκχωρούνται, πάσα δε κατάσχεσις ή εκχώρισις είναι αυτοδικαίως άκυρος". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι εξαιρούνται από την προς ικανοποίηση των πιστωτών περιουσία του οφειλέτη οι απαιτήσεις που απορρέουν από το ν. 551/1915 προς αποζημίωση εξ εργατικού ατυχήματος, στις οποίες για την ταυτότητα του νομικού λόγου περιλαμβάνονται και εκείνες για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος (ΑΠ 1388/2012, 691/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 189/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών με την από 29-12-2015 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιλίου ισχυρίσθηκε ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών προς τους πιστωτές του και ζήτησε να υπαχθούν τα υφιστάμενα χρέη του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η πρώτη κατοικία του.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 11/2017 οριστική απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, ρύθμισε α) τα χρέη του αιτούντος προς την καθής με μηνιαίες καταβολές και β) εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντος, με υποχρέωση καταβολής μηνιαίων δόσεων για τη διάσωση της, και τέλος διόρισε εκκαθαριστή για να επιμεληθεί της είσπραξης τελεσιδίκως επιδικασθείσης απαίτησης του αιτούντος εξ εργατικού ατυχήματος.

Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 27-3-2017 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (παραπονούμενος εκτός των άλλων, και για την μη εξαίρεση από τη ρύθμιση της εξ εργατικού ατυχήματος απαίτησης του, ως ακατάσχετης), το οποίο δίκασε ως Εφετείο με την ίδια διαδικασία και εξέδωσε την υπ' αριθμ. 994/2019 απόφασή του (αναιρεσιβαλλόμενη), με την οποία έκανε δεκτή την έφεση κατ' ουσίαν, μόνο κατά το κεφάλαιο, που αφορούσε στο μη συνυπολογισμό των μηνιαίων καταβολών, που είχαν γίνει βάσει προσωρινής διαταγής, ενώ απέρριψε ως αβάσιμο τον περί μη εξαίρεσης από τη ρύθμιση της εξ εργατικού ατυχήματος απαίτησης του, δεχόμενο σχετικώς τα ακόλουθα: " Ο αιτών και ήδη εκκαλών ...

έχει γεννηθεί το έτος 1953 και την 1-11-2001 είχε προσληφθεί ως ιδιωτικός υπάλληλος, με την ειδικότητα του βοηθού κρεοπωλείου, από την εταιρία με την επωνυμία "...", ωστόσο στις 28-3-2002, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, τραυματίστηκε σοβαρά και δη υπέστη ακρωτηριασμό της αριστερής παλάμης, με αποτέλεσμα, εξαιτίας του τραυματισμού του αυτού, να αδυνατεί να εργαστεί και να υποβάλει αίτηση περί χορήγησης σε αυτόν σύνταξης αναπηρίας, η οποία και του απονεμήθηκε το έτος 2003, ήδη δε, κατόπιν διαδοχικών μειώσεων, το ύψος της μηνιαίας σύνταξης αυτού ανέρχεται σε 260 ευρώ.

Παράλληλα, ο αιτών είχε ασκήσει και αγωγή αποζημίωσης κατά της ρηθείσας εργοδότιδός του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1505/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, κατόπιν ασκηθεισών αντιθέτων εφέσεων, η υπ' αριθμ. 696/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας αναγνωρίστηκε ότι η προδιαληφθείσα, εργοδότιδα του αιτούντος εταιρία, οφείλει να καταβάλει στον εν λόγω διάδικο το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, πλην, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών έχει εισέτι εισπράξει οιοδήποτε ποσό από την επιδικασθείσα υπέρ του άνω αποζημίωση, για λόγους που άπτονται σε μεταβολή της εταιρικής μορφής της ανωτέρω εργοδότιδος αυτού και υπόχρεης σε αποζημίωση εταιρίας, ενώ έχει ήδη ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τη με αριθμό κατάθεσης 10086/2015 αγωγή κατά των εταιριών, στις οποίες έχουν μεταβιβασθεί τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας αυτής, κατ' άρθρον 479 ΑΚ, της οποίας η συζήτηση έχει προσδιοριστεί μετ' αναβολήν για τη δικάσιμο της 17-10-2019...Η προεκτεθείσα ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, θα συνδυαστεί με αυτή του άρθρου 9 παρ. 1 του ίδιου Νόμου, με διορισμό εκκαθαριστή για τη διαχείριση της περιουσίας του αιτούντος, καθόσον κατά την κρίση και του παρόντος Δικαστηρίου, καθίσταται αναγκαία η παρακολούθηση για την εξασφάλιση των συμφερόντων της πιστώτριας τράπεζας και δη για την επιδίωξη της είσπραξης, με κάθε πρόσφορο μέσο, της απαίτησης του αιτούντος κατά της ανωτέρω πρώην εργοδότιδος αυτού εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως αυτή επιδικάστηκε με την ήδη τελεσίδικη υπ' αριθμ. 696/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ή όπως αυτή επιδικασθεί με οποιαδήποτε άλλη εκδοθησομένη απόφαση, ενόψει του ότι, ως προελέχθη, ο αιτών έχει ήδη ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τη με αριθμό κατάθεσης 10086/2015 αγωγή, που συζητείται, μετ' αναβολήν, κατά τη δικάσιμο της 17-10-2019.

Το τελικό ποσό που θα επιτευχθεί από την επιδίκαση της απαίτησης, θα διανεμηθεί στην ήδη εφεσίβλητη ... ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", βάσει πίνακα διανομής που θα συντάξει ο εκκαθαριστής κατά τους ορισμούς του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010, τον οποίο στη συνέχεια θα συσχετίσει με το φάκελο των εγγράφων του αιτούντος που τηρείται στο Δικαστήριο αυτό.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο σχετικός λόγος..., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν". Δεχόμενο τα ως άνω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου παραβιάζοντας ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 15 ν. 3869, 16 παρ.2 ν.3588/2007 (ήδη 92 παρ. 5 ν. 4738/2020) και 15 παρ. 1 ν. 551/1915, εφόσον θεώρησε ως περιλαμβανόμενη στη προς ικανοποίηση των δανειστών περιουσία την εξ εργατικού ατυχήματος απαίτηση του αιτούντος (ορίζοντας εκκαθαριστή προς επιδίωξη της είσπραξης της), αν και κατά τα προεκτεθέντα ως ακατάσχετη εξαιρείται.

Κατ' ακολουθίαν, κατ'αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού μοναδικού εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε το σχετικό λόγο της από 27/3/2017 και με αρ. κατ. 27/2017 έφεσης του εκκαλούντος αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το μέρος της αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε την υπόθεση (αρθρ.580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος θέμα επιστροφής του παραβόλου δεν τίθεται, αφού η διαδικασία διεξάγεται ατελώς στα πλαίσια νομικής βοηθείας, ενώ δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 994/2019 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το μέρος της αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε την υπόθεση.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ