Supreme Court dismisses appeals against final judgment regarding inheritance and property sales evidence. Appeals rejected due to lack of procedural grounds and insufficient proof of error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed two concurrent appeals filed by the appellants against a final judgment from the Court of Appeal in Crete. The appellants argued that the lower court failed to consider specific sales contracts submitted as evidence to prove the existence of separate sales agreements rather than gift contracts. The court ruled that the lower court had indeed examined all submitted documents and that the appellants' claim of procedural error was unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The appeal alleging that the Court of Appeal failed to consider specific documentary evidence submitted by the parties is inadmissible if the lower court's reasoning demonstrates that such evidence was duly examined and evaluated in reaching its conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1425 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1425/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καραβοκύρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζύγου Π. Φ., το γένος Μ., κατοίκου ..., 2) Λ. Μ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μερόπη Βαγιωνάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Κοινοποίηση: Β. Γ. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καραβοκύρη.
Β. Του αναιρεσείοντος: Β. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καραβοκύρη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζύγου Π. Φ., το γένος Β. Μ., κατοίκου ..., 2) Λ. Μ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μερόπη Βαγιωνάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Κοινοποίηση: Ν. Μ. του Χ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καραβοκύρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2008 αγωγή των υπό στοιχεία Α και Β ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2017 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 16/3/2018 αίτησή του και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων με την από 16/3/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν Α) η από 16-3-2018 αίτηση του Ν. Μ. (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 10/2018) και Β) η από 16-3-2018 αίτηση του Β. Γ. (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 11/2018) για αναίρεση της 56/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα ,με την από 20-11-2008 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, οι αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι ο αποβιώσας στις 12-12-1984 θείος τους Θ. Μ. του Π., με την .../16-10-1984 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Αικατερίνης Τσουρουπάκη - Μπέζα και δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμο του τη σύζυγο του Δ.
Μ. το γένος Κ. Κ., στην οποία άφησε το μοναδικό του περιουσιακό στοιχείο και συγκεκριμένα το περιγραφόμενο (κατ' είδος, θέση, έκταση, όρια και αξία) ακίνητο, όρισε δε συγχρόνως ότι η κληρονομιά του θα περιέλθει στους ίδιους (τους ενάγοντες) μετά το θάνατο της αρχικής του κληρονόμου και υπό τον όρο ότι αυτοί θα την φροντίζουν μέχρι να πεθάνει, ενώ σε περίπτωση που δεν την φροντίσουν, εκείνη θα έχει το δικαίωμα να το διαθέσει ελεύθερα σε όποιον την φροντίζει, εγκαθιστώντας τους με την ανωτέρω διάταξη καθολικούς του καταπιστευματοδόχους.
Ότι την κληρονομιά του παραπάνω διαθέτη η βεβαρημένη με το καταπίστευμα σύζυγος του αποδέχθηκε με την υπ' αριθ. .../5-3-1985 δήλωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Αικατερίνης Τσουρουπάκη - Μπέζα, που μεταγράφηκε νόμιμα, μολονότι δε οι ίδιοι επέδειξαν αμέριστη συμπαράσταση και φροντίδα στη σύζυγο του ως άνω διαθέτη, η τελευταία, αφού πρώτα έθεσε σε κοινή χρήση τμήματα του κληρονομιαίου ακινήτου με την, υπ' αριθ. .../2001 πράξη της συμβολαιογράφου Χανίων Βαρβάρας Μόφορη και στη συνέχεια συνέστησε σε αυτό, με την υπ' αριθ. .../10-5-2001 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, τις λεπτομερώς περιγραφόμενες (κατά θέση, έκταση και όρια) δύο αυτοτελείς κάθετες ιδιοκτησίες, πώλησε την μία από αυτές στον πρώτο των εναγομένων και την άλλη στο δεύτερο από αυτούς, δυνάμει των υπ' αριθ. .../10-7- 2001 και .../10-7-2001, αντίστοιχα, συμβολαίων της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, χωρίς τη συναίνεσή αυτών.
Ότι μετά το θάνατο της αρχικής κληρονόμου, στις 26- 5-2006, το ως άνω καταπίστευμα επήχθη στους ίδιους, που με την υπ' αριθ. .../26-7-2007 συμβολαιογραφική δήλωσή τους ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Διονυσίας Πρίνου - Ανδρουλάκη αποδέχθηκαν την κληρονομιά του ανωτέρω αποβιώσαντος θείου τους. Όα με βάση αυτά η διάθεση του κληρονομιαίου ακινήτου, που έγινε από τη βεβαρημένη με το καταπίστευμα κληρονόμο, είναι άκυρη μετά την επαγωγή της κληρονομιάς στους ίδιους ως καταπιστευματοδόχους.
Ότι οι εναγόμενοι κατακρατούν τη νομή των αντίστοιχων κάθετων ιδιοκτησιών που απέκτησαν με τα πιο πάνω συμβόλαια, φέρονται δε και ως κύριοι αυτών στο Κτηματολογικό Γραφείο Χανίων. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, οι ενάγοντες ζήτησαν α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα των πωλήσεων των επίδικων ιδιοκτησιών, β) να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο, γ) να υποχρεωθεί ο κάθε εναγόμενος να αποδώσει στον καθένα από αυτούς τη συννομή, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, καθεμίας από τις αντίστοιχες κάθετες ιδιοκτησίες που νέμεται, δ) να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών αρχικών κτηματολογικών εγγραφών στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου, Χανίων ώστε στα οικεία για τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ...
κτηματολογικά φύλλα να αναγραφούν οι ίδιοι ως δικαιούχοι του εμπράγματου δικαιώματος της συγκυριότητας, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, με τίτλο κτήσης την υπ' αριθ. .../26-7-2007 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Διονυσίας Πρίνου-Ανδρουλάκη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 171/2014 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, άσκησαν την από 9-2-2015 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης 56/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη.
Οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες συζητήθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πρέπει να συνεκδικαστούν (άρθρα 246,573 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση εξόδων. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, ολ ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ. ΑΠ 10/2011, Ολ. ΑΠ 2/2011). Επίσης, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της συνδρομής εννόμου συμφέροντος και νομιμοποίησης του διαδίκου συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα οι εντεύθεν παραβιάσεις στηρίζουν τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση της (Ολ.
ΑΠ 25/2008, ΑΠ 481/2012). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 201 επ., 1797 και 1925 §1 ΑΚ συνάγεται ότι αν το διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο υπό αναβλητική αίρεση με τη θετική ή την αρνητική της μορφή, με το θάνατο του διαθέτη η κληρονομιά επάγεται κανονικώς σ' αυτόν που κατά την εικαζόμενη θέληση εκείνου, πρέπει να έχει την κληρονομιά μέχρι την πλήρωση της αίρεσης και ο οποίος με την πλήρωση αυτή υποχρεούται να αποκαταστήσει την κληρονομιά στον υπό αίρεση εγκατάστατο.
Δηλαδή η με αναβλητική αίρεση εγκατάσταση ισχύει ως καταπίστευμα με καταπιστευματοδόχο τον υπό αίρεση εγκατάστατο και βεβαρημένο εκείνον στον οποίο κατά τη θέληση του διαθέτη πρέπει να παραμένει η κληρονομιά μέχρι την πλήρωση της αίρεσης. Το μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός, από το οποίο εξαρτάται η πλήρωση της αίρεσης, μπορεί να είναι η συμπεριφορά τρίτου ή τιμώμενου με τη διαθήκη προσώπου ,υπό τη μορφή της ενέργειας ή παράλειψης, ακόμη και αν η επίδειξη ή μη αυτής της συμπεριφοράς εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, εφόσον προκύπτει, ότι ο διαθέτης απέβλεψε στη συμπεριφορά αυτή, έχοντας συγκεκριμένο ενδιαφέρον στην επίδειξή της.
Ηρτημένης της αναβλητικής αίρεσης, η επέλευση των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας αναβάλλεται μέχρι την πλήρωσή της. Σε περίπτωση ματαίωσης της αναβλητικής αίρεσης, η εγκατάσταση θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ και αίρεται κάθε δικαίωμα προσδοκίας από την αίρεση. Από το περιεχόμενο της διαθήκης, ερμηνευομένης σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κρίνεται ο τρόπος και ο χρόνος πλήρωσης ή ματαίωσης της αίρεσης, ζητήματα για τα οποία μπορεί να ασκηθεί, η κατ' άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ.
αναγνωριστική αγωγή (ΑΠ 392/2010, ΑΠ 613/2005). Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1829, 1846 - 1851 και 1857 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση που υφίσταται κληρονομικό δικαίωμα εκ διαθήκης, εκείνος που έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά (μεριδούχος) δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της διαθήκης, κατά το μέρος που με αυτό αποκλείεται, περιορίζεται ή επιβαρύνεται η δική του νόμιμη μοίρα, η οποία (διαθήκη) κατά το μέρος αυτό είναι άκυρη.
Η ακυρότητα της διαθήκης λόγω προσβολής της νόμιμης μοίρας είναι σχετική, τασσόμενη μόνο υπέρ του μεριδούχου και των κληρονόμων του (ΑΠ 409/2017, ΑΠ 1019/2009, ΑΠ 1578/2007).
Με το δεύτερο λόγο των αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι και την από τον αριθμό 14 της ίδιας διάταξης) ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 180, 1825 παρ.2, 1846 και 1871 ΑΚ, δέχθηκε ότι η ακυρότητα της διαθήκης λόγω προσβολής της νόμιμης μοίρας είναι σχετική και απέρριψε τον νομίμως επαναφερθέντα ενώπιον του σχετικό ισχυρισμό τους.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σε σχέση με τον ανωτέρω λόγο το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι επαναφέρουν παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, τον ισχυρισμό ότι η με διαθήκη του κληρονομουμένου εγκατάσταση της συζύγου του και δικαιοπαρόχου τους επί του κληρονομιαίου ακινήτου, με το βάρος του καταπιστεύματος υπέρ των εναγόντων, αποτελούσε περιορισμό αυτής ως μεριδούχου, ο οποίος περιορισμός θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί κατά το μέρος, το οποίο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα της, και η μεριδούχος κατά το ποσοστό αυτό δικαιούνταν να λάβει το στοιχείο της κληρονομιάς που καταλείφθηκε σε αυτήν απαλλαγμένο από το βάρος του καταπιστεύματος, με συνέπεια η μεταβίβαση προς αυτούς ποσοστού 1/4 εξ αδιαιρέτου από τα αντίστοιχα ακίνητα να μην είναι άκυρη.
Ο ισχυρισμός αυτός ,που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 1820 εδ. α, 1825, 1827, 1829, 1923 περί και 1941 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθότι οι εναγόμενοι ως ειδικοί διάδοχοι της μεριδούχου, δε νομιμοποιούνται να προτείνουν την ακυρότητα της διαθήκης του συζύγου της λόγω παράβασης του δικαίου της νόμιμης μοίρας, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα μείζονα πρόταση".
Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1820 εδ. α, 1825, 1827, 1829, 1923 παρ. 1 και 1941 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο τρίτο σκέλος της μείζονος σκέψης, οι εναγόμενοι, ως ειδικοί διάδοχοι της μεριδούχου, δεν νομιμοποιούνταν να προτείνουν την ακυρότητα της διαθήκης του συζύγου της λόγω περιορισμού της νόμιμης μοίρας αυτής με την τεθείσα αναβλητική αίρεση.
Επομένως ο ανωτέρω λόγος των αιτήσεων αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1131/2017).
Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 12-12-1984 απεβίωσε στα Χανιά ο θείος των εναγόντων Θ. Μ. του Π., κάτοικος όσο ζούσε Χανίων. Αυτός κατά το χρόνο του θανάτου του άφησε την υπ' αριθ. .../16-10-1984 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Αικατερίνης Τσουρουπάκη - Μπέζα και δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 34/21-2-1985 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.
Με τη διαθήκη του αυτή ο ανωτέρω θανών εγκατέστησε μοναδική του κληρονόμο τη σύζυγο του Δ. Μ. το γένος Κ. Κ., στην οποία κατέλειπε ένα οικόπεδο που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της πόλης των Χανίων στο Ο.Τ. ... και επί της οδού ... αριθ. ..., εμβαδού 460 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με την οδό ..., νότια με την οδό ..., ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ.
Γ. και ήδη με το με ΚΑΕΚ ... γεωτεμάχιο στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Χανίων και δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Ε. Π. και ήδη με το με ΚΑΕΚ ... γεωτεμάχιο. Εντός του οικοπέδου αυτού υπάρχει κτισμένη μια παλαιά ισόγεια οικία, εμβαδού 146,16 τ.μ. μετά του ισόγειου βοηθητικού χώρου, εμβαδού 7,87 τ.μ., και της στήλης αέρος.
Περαιτέρω ο ανωτέρω διαθέτης, ο οποίος δεν είχε τέκνα φυσικά ή θετά ή τέκνα που έχουν νομιμοποιηθεί ή αναγνωρισθεί ή κατιόντες γενικά από τέκνα που προαπεβίωσαν, με την ως άνω διαθήκη του όρισε κατά λέξη: "...η οποία οικία μετά τον θάνατον της γυναίκας μου θα περιέλθει εις τα ανήψια μου Λ. Β. Μ. ... και Ε. Π. Φ. ...
και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου εις έκαστον υπό τον όρον ότι θα περιποιηθούν τη γυναίκα μου και εφ' όσον δεν την περιποιηθούν να δύναται αυτή να πωλήση τούτο ή να διαθέσει αυτό σε όποιον την περιποιηθεί". Από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της πιο πάνω διαθήκης προκύπτει, με βάση την αληθινή βούληση του κληρονομουμένου και χωρίς να γίνεται προσήλωση στις λέξεις (άρθρο 173 ΑΚ), ότι ο διαθέτης θέλησε να συστήσει καταπίστευμα (άρθρο 1923 ΑΚ) υπέρ των ανιψιών του αναφορικά με το προπεριγραφόμενο ακίνητο, το οποίο θα περιερχόταν σ' αυτούς μετά το θάνατο της κληρονόμου συζύγου του και υπό την αναγραφόμενη στη διαθήκη αίρεση ότι οι ενάγοντες θα περιποιούνταν την χήρα του θανόντος και σε διαφορετική περίπτωση να έχει εκείνη το δικαίωμα να μεταβιβάσει το κληρονομιαίο στοιχείο στο πρόσωπο, το οποίο θα την περιποιείτο στα γεράματά της.
Προφανές είναι ότι με τον όρο αυτό ο διαθέτης ενδιαφερόταν για την εξασφάλιση της περιποίησης της συζύγου του μετά το θάνατο του, παρέχοντας κίνητρο υπέρ εκείνου του προσώπου το οποίο θα περιποιείτο αυτήν. Εξάλλου, από την ως άνω διατύπωση του κειμένου της διαθήκης σαφώς προκύπτει επίσης ότι ο διαθέτης δεν επέτρεψε στην κληρονόμο του την ελεύθερη διαχείριση της κληρονομιαίας περιουσίας, αφού αυτή δεν είχε τη δυνατότητα να διαθέσει το κληρονομιαίο ακίνητο (και ήδη επίδικες κάθετες ιδιοκτησίες) κατά το δοκούν.
Τη διάθεση αυτού ο διαθέτης επέτρεψε, όπως προκύπτει από το κείμενο της διαθήκης, μόνο στην περίπτωση ματαίωσης της αναβλητικής αίρεσης που είχε θέσει με τη διάταξη της τελευταίας του βούλησης και μόνο προς εκείνον, που, κατά την κρίση της συζύγου του, θα φρόντιζε αυτήν και θα την περιποιείτο. Επομένως δεν έχουμε να κάνουμε εν προκειμένω με περίπτωση καταπιστεύματος του περιλιμπανομένου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.
Την κληρονομιά του προαναφερόμενου κληρονομούμενου η βεβαρημένη με το καταπίστευμα σύζυγος του αποδέχθηκε, στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. .../5-3-1985 δήλωσή της ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων με αύξοντα αριθμό μεταγραφής ....
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στις 26-5-2006 απεβίωσε στις Μάνδρες Μεσσηνίας και η (αρχική) κληρονόμος του ανωτέρω διαθέτη. Μετά το θάνατο αυτής οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την κληρονομιά του θανόντος θείου τους δυνάμει της υπ' αριθ. .../26-7-2007 δήλωσής τους ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Διονυσίας Πρίνου - Ανδρουλάκη.
Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται, η βεβαρημένη με το καταπίστευμα κληρονόμος, πριν από το θάνατο της, με την υπ' αριθ. .../2001 πράξη της συμβολαιογράφου Χανίων Βαρβάρας Μόφορη έθεσε σε κοινή χρήση τμήματα του ως άνω κληρονομιαίου ακινήτου (ρυμοτομούμενο), συνολικής επιφάνειας αυτών 22,53 τ.μ. και στη συνέχεια με την υπ' αριθ. .../10-5-2001 πράξη σύστασης οριζόντιας κατ' έκταση (κάθετης) ιδιοκτησίας της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στον τόμο ...
και με αύξοντα αριθμό ..., υπέβαλε το ανωτέρω περιγραφέν ακίνητο στο νομικό καθεστώς της κάθετης ιδιοκτησίας και συνέστησε σε αυτό δύο αυτοτελείς διηρεμένες ιδιοκτησίες και συγκεκριμένα: α) την από στοιχεία Ε1 κάθετη ιδιοκτησία, η οποία καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα του όλου ακινήτου από άποψη αποκλειστικής νομής, κατοχής, χρήσης, εκμετάλλευσης και προς οικοδόμηση και περιέχει τμήμα της προαναφερόμενης οικίας επιφάνειας 96,79 τ.μ.
με βοηθητικό χώρο 7,85 τ.μ., έχει δε επιφάνεια 221,63 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας στο μείζον οικόπεδο 500‰ ο και έχει καταχωρισθεί στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Χανίων με ΚΑΕΚ ... και β) την υπό στοιχεία Ε2 κάθετη ιδιοκτησία, η οποία καταλαμβάνει το ανατολικό τμήμα του όλου ακινήτου από άποψη αποκλειστικής νομής, κατοχής, χρήσης, εκμετάλλευσης και προς οικοδόμηση και περιέχει τμήμα της προαναφερόμενης οικίας επιφάνειας 49,37 τ.μ., έχει δε επιφάνεια 216,24 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας στο μείζον οικόπεδο 500‰ και έχει καταχωρισθεί στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Χανίων με ΚΑΕΚ ....
Ακολούθως η βεβαρημένη με το ως άνω καταπίστευμα δυνάμει του υπ' αρ. .../10-7-2001 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Χανίων Βαρβάρας Μόφορη, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων πώλησε στον πρώτο εναγόμενο την υπό στοιχεία ΕΙ κάθετη ιδιοκτησία, έναντι τιμήματος, σύμφωνα με το συμβόλαιο, 21.828.249 δρχ και δυνάμει του υπ' αρ. .../10-7-2001 συμβολαίου πώλησης της ίδιας συμβολαιογράφου πώλησε στο δεύτερο εναγόμενο την υπό στοιχεία Ε2 κάθετη ιδιοκτησία, έναντι τιμήματος, σύμφωνα με το συμβόλαιο 17.408.852 δρχ.
Στα ως άνω συμβόλαια αναφέρεται ότι η βεβαρημένη με το καταπίστευμα (πωλήτρια) προέβη στις πωλήσεις αυτές "ενόψει του γεγονότος ότι τα τιμηθέντα με αυτήν (διαθήκη) ανίψια του θανόντος συζύγου της Λ. Μ. και Ε. Φ., ουδόλως της συμπαραστάθηκαν μέχρι σήμερα ούτε την περιποιήθηκαν...". Την περιεχομένη στα ως άνω συμβόλαια μαρτυρία της την ανακάλεσε η ίδια η βεβαρημένη με το καταπίστευμα κληρονόμος με τις με αρ. ...- 2003, ...13-11-2003 και .../24-3-2004 δηλώσεις της ενώπιον των συμβολαιογράφων Χανίων Ιωάννας Ανδρεαδάκη και Καλαμάτας Ιωάννη Μαλαπάνη.
Συγκεκριμένα με την πρώτη από αυτές δήλωσε ότι η πώληση προς τον πρώτο εναγόμενο ήταν εικονική και κάλυπτε σύμβαση δωρεάς, υπό τον όρο ότι ο δωρεοδόχος Β. Γ. θα την περιθάλπει, φροντίζει, συμπαρίσταται και περιποιείται εφ' όρου ζωής, ότι ο δωρεοδόχος αθέτησε τον όρο αυτό και για το λόγο αυτό ανακαλεί τη δωρεά, που καλύπτεται κάτω από την άκυρη ως εικονική σύμβαση πωλήσεως.
Με την δεύτερη των ως άνω δηλώσεων δήλωσε ότι έχει εγκατασταθεί στην οικία της ανιψιάς της Ε. Φ. στη Μάνδρα Μεσσηνίας από τον Νοέμβριο του έτους 2003, η οποία την φροντίζει. Στις ως άνω πωλήσεις προς τους εναγομένους η βεβαρημένη με το καταπίστευμα κληρονόμος προέβη, επειδή οι εναγόμενοι της υποσχέθηκαν ότι θα την φροντίζουν και θα της συμπαραστέκονται και όχι επειδή είχε ανάγκη χρημάτων, εξάλλου δεν έλαβε χρήματα από τις πωλήσεις αυτές, αφού κάλυπταν συμβάσεις δωρεάς.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από το έτος 1984 μέχρι το Νοέμβριο του 2003 η βεβαρημένη με το καταπίστευμα κληρονόμος του Θ. Μ., η οποία είχε γεννηθεί το έτος 1916, παρά το προχωρημένο της ηλικίας της δεν είχε ιδιαίτερα προβλήματα υγείας, δεν είχε ανάγκη ιδιαίτερων περιποιήσεων και μπορούσε να αυτοεξυπηρετείται, όπως δε και η ίδια ανέφερε στην ως άνω υπ' αρ. ...-11-2003 δήλωση της τους τελευταίους τρεις-τέσσερις μήνες έχει αδυναμία να αυτοεξυπηρετείται.
Συγκεκριμένα μέχρι το έτος 1996 δεν αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα υγείας, επιμελείτο μόνη της των υποθέσεών της, ήταν σε θέση να φροντίζει τον εαυτό της, χωρίς να έχει ανάγκη ειδικών περιποιήσεων κα ειδικής φροντίδας, περπατούσε και μετέβαινε στην πόλη, ενώ μετά το έτος 1996 και μέχρι το 2003 λόγω του προχωρημένου της ηλικίας της είχε ανάγκη της συνήθους φροντίδας, που απαιτείται για τα άτομα της ηλικίας της, την οποία της παρείχαν άνευ ανταλλάγματος ο Ν.
Σ. και η σύζυγος του Α. Σ., οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε ένα μικρό σπιτάκι εντός του οικοπέδου της οικίας της, χωρίς να της καταβάλουν ενοίκιο, και την βοηθούσαν στις διάφορες δουλειές της, την συνόδευαν στους γιατρούς, στις τράπεζες και της καθάριζαν το σπίτι, μπορούσε όμως να περπατάει και να φροντίζει τον εαυτό της μένοντας μόνη της στην οικία της.
Η αδυναμία της να αυτοεξυπηρετείται και να έχει ανάγκη ιδιαίτερων περιποιήσεων και φροντίδων προέκυψε στα μέσα του έτους 2003, οπότε αυτή εγκαταστάθηκε στην οικία της πρώτης εναγομένης στη ..., η οποία την φρόντιζε μέχρι το θάνατο της. Εξάλλου η βεβαρημένη με το καταπίστευμα κληρονόμος μετά το θάνατο του συζύγου της λάμβανε τη σύνταξή του, ύψους το έτος 2001 180.000 δρχ, και ακόμα εισέπραττε ένα ενοίκιο ύψους 200 ευρώ από τη μίσθωση μιας άλλης οικία της, κείμενης στη ..., με τα χρήματα δε αυτά κάλυπτε τις βιοτικές της ανάγκες αλλά και αποταμίευε μέρος αυτών.
Επομένως ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετείται, είχε αυξημένες ιατροφαρμακευτικές ανάγκες και για το λόγο αυτό είχε ανάγκη μόνιμης οικιακής βοηθού και συμπαράστασης οικονομικής και προκειμένου να ανταπεξέλθει στις βιοτικές της ανάγκες προέβη στις προαναφερθείσες πωλήσεις είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω οι ενάγοντες από το έτος 1984 μέχρι το έτος 2003, παρότι ζούσαν με τις οικογένειές τους στην Καλαμάτα και την Αθήνα αντίστοιχα είχαν τακτική επαφή και επικοινωνία με τη βεβαρημένη κληρονόμο. Η ίδια άλλωστε από το έτος 1985 μέχρι το έτος 1996 μετέβαινε κάθε καλοκαίρι στην Καλαμάτα και διέμενε για ένα μήνα περίπου στην οικία της πρώτης ενάγουσας, ενώ το έτος 1987 μαζί με το δεύτερο ενάγοντα μετέφερε τα οστά του συζύγου της στην Καλαμάτα σε οικογενειακό τάφο που η ίδια έφτιαξε εκεί.
Παράλληλα οι ενάγοντες όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα η πρώτη, επισκεπτόταν τη βεβαρημένη κληρονόμο τουλάχιστον 2-3 φορές το χρόνο διαμένοντας μαζί της 20 τουλάχιστον ημέρες κάθε φορά. Σε αυτές τις επισκέψεις της η πρώτη ενάγουσα συντρόφευε τη θεία της, καθάριζε την οικία της, μαγείρευε και την περιποιόταν.
Ενώ κάθε φορά που παρέστη πραγματική ανάγκη η πρώτη ενάγουσα μετέβαινε στα Χανιά, εγκαταλείποντας τις οικογενειακές της υποχρεώσεις στην Καλαμάτα προκειμένου να συμπαρασταθεί στη σύζυγο του θείου της, η οποία εξάλλου ενόσω μπορούσε να αυτοεξυπηρετείται δεν επιθυμούσε να εγκαταλείψει την οικία της στα Χανιά και να μεταβεί στην Καλαμάτα για να διαμένει στην οικία της πρώτης ενάγουσας.
Έτσι όταν το έτος 1993 η επίδικη οικία στα Χανιά έχρηζε επισκευών στη στέγη της ζήτησε από τους ενάγοντες να την επισκευάσουν, όπως και έγινε καιόταν το ίδιο έτος έσπασε το χέρι της η πρώτη ενάγουσα ήλθε στα Χανιά από τη Καλαμάτα και έμεινε μαζί της επί 1 και 1/2 μήνα παρέχοντας σε αυτήν όλες τις απαιτούμενες περιποιήσεις.
Ομοίως και το έτος 1998 περίπου, που υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση στο μάτι στο Ναυτικό Νοσοκομείο Χανίων, η πρώτη ενάγουσα ήλθε και πάλι στα Χανιά και έμεινε μαζί της επί 20 συνεχείς ημέρες παρέχοντας σ' αυτήν τις απαραίτητες περιποιήσεις. Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων, αλλά και επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Κ.
Γ., ο οποίος σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου επιβεβαίωσε την παρουσία των εναγόντων στην οικία της βεβαρημένης κληρονόμου, ότι η ίδια η βεβαρημένη κληρονόμος κυκλοφορούσε μέχρι το έτος 2003 που έφυγε στην Καλαμάτα, την είχε δει πολλές φορές να έρχεται με ταξί από την πόλη και ότι ήταν σε θέση να αυτοεξυπηρετείται.
Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε επιπλέον ότι η θεία των εναγόντων το έτος 2000 του πρότεινε να αγοράσει την οικία της διότι είχε ανάγκη χρημάτων, το γεγονός όμως αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτή δεν είχε οικονομικές υποχρεώσεις και χρέη προς τρίτους και με τα προαναφερθέντα μηνιαία εισοδήματά της κάλυπτε όλες τις ανάγκες διαβίωσης της.
Εξάλλου από τις επίδικες αγοραπωλησίες, που δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησης αλλά έγιναν κατόπιν υποβολής και υποσχέσεων των εναγομένων ότι θα τη φροντίζουν στα γηρατειά της, δεν εισέπραξε χρήματα. Σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1984, που απεβίωσε ο Θ. Μ., μέχρι το έτος 2001, που συνήφθησαν οι επίδικες πωλήσεις, το οποίο χρονικό διάστημα είναι το κρίσιμο για να κριθεί αν ματαιώθηκε ή αν πληρώθηκε η ως άνω αίρεση που είχε τεθεί με τη διαθήκη του και συνακόλουθα να κριθεί η εγκυρότητα της διάθεσης από την βεβαρημένη κληρονόμο, η τελευταία δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, πλην βεβαίως της κόπωσης της ηλικίας της, η οποία δεν ήταν τόσο μεγάλη ώστε να αποκλείει τη δυνατότητα αυτοεξυπηρέτησης της και δεν είχε ανάγκη ιδιαίτερων περιποιήσεων, ενώ μετά το 1996 που είχε ανάγκη οικιακής βοηθού, τέτοια χρέη εκτελούσε η οικογένεια Σ.
με αντάλλαγμα την οικία που τους παρείχε για τη διαμονή της. Επομένως μέχρι το έτος 2003 που καταβλήθηκε ολοσχερώς σωματικά λόγω των γηρατειών της και παρέμεινε έκτοτε μέχρι το θάνατο της κατάκοιτη, δεν είχε παραστεί ανάγκη ιδιαίτερων περιποιήσεων και φροντίδας της και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι μέχρι το έτος 2003 την άφησαν μόνη και αβοήθητη και για το λόγο αυτό ματαιώθηκε η αναβλητική αίρεση που είχε τεθεί με την ως άνω διαθήκη, οπότε η εγκατάσταση των καταπιστευματοδόχων εναγόντων δεν έγινε ποτέ και ήρθη κάθε δικαίωμα προσδοκίας τους από την αίρεση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα οι ενάγοντες καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα (1984-2001) συμπαραστάθηκαν και περιποιήθηκαν στο μέτρο που ήταν αναγκαίο, τη βεβαρημένη με το καταπίστευμα θεία τους με τον προαναφερθέντα τρόπο, ο οποίος ήταν σύμφωνος με τον τεθέντα όρο της διαθήκης.
Συνεπώς εφόσον τήρησαν τον όρο που τέθηκε στην διαθήκη από τον διαθέτη Θ. Μ., σχετικά με την παροχή εκ μέρους των φροντίδων και περιποιήσεων στη χήρα του θανόντος διαθέτη τόσο, κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης των παραπάνω συμβάσεων πώλησης (2001) όσο και μέχρι το έτος 2006 που πέθανε, πληρώθηκε η πιο πάνω αναβλητική εξουσιαστική αίρεση που είχε θέσει ο διαθέτης και το επίδικο ακίνητο μετά το θάνατο της βεβαρημένης με καταπίστευμα κληρονόμου περιήλθε στους ενάγοντες, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά δυνάμει της υπ' αρ. .../26-7-2007 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Χανίων Διονυσίας Πρίνου.
Αντίθετα, εφόσον κατά το έτος 2001 που η βεβαρημένη με το καταπίστευμα κληρονόμος μεταβίβασε με τα ανωτέρω συμβόλαια πώλησης τα επίδικα ακίνητα στους εναγομένους δεν είχε ματαιωθεί η πιο πάνω αναβλητική εξουσιαστική αίρεση, αυτή δεν είχε την εξουσία διάθεσης του κληρονομιαίου ακινήτου (στο οποίο στη συνέχεια συστάθηκαν οι επίδικες κάθετες ιδιοκτησίες) και η μεταβίβαση αυτού αντίκειται στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 1937 § 2 ΑΚ.
Τούτο σημαίνει ότι οι μεταβιβάσεις των παραπάνω κάθετων ιδιοκτησιών που έγιναν προς τους εναγομένους είναι άκυρες, κατ' άρθρο 175 ΑΚ, και συνεπώς οι τελευταίοι δεν απέκτησαν δυνάμει των αντίστοιχων συμβάσεων την κυριότητα αυτών και συνακόλουθα οι σχετικές κτηματολογικές εγγραφές στα οικεία για τα ακίνητα αυτά κτηματολογικά φύλλα στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Χανίων με αναγραφόμενους δικαιούχους της με στοιχεία Ε1 κάθετης ιδιοκτησίας τον πρώτο εναγόμενο και της με στοιχεία Ε2 κάθετης ιδιοκτησίας τον δεύτερο εναγόμενο είναι ανακριβείς και προσβάλλουν το δικαίωμα της κυριότητας των εναγόντων και πρέπει αυτές να διορθωθούν".
Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση των εναγόντων, ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη. Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ακόλουθα ζητήματα για τα οποία παραπονούνται οι αναιρεσείοντες, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεχθέν ότι οι επίδικες αγοραπωλησίες δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησης της Δ.
χήρας Θ. Μ., αλλά έγιναν κατόπιν υποσχέσεων των εναγόμενων ότι θα τη φροντίζουν, ότι η ανωτέρω κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων το έτος 2001 δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, παρά μόνο της κόπωση της ηλικίας της (85 ετών) και αυτοεξυπηρετείτο, με τη βοήθεια του ζεύγους Σ., αλλά και των εναγόμενων όταν στις αναφερόμενες περιπτώσεις παρέστη ανάγκη.
Οι αιτιολογίες αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφαση ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 201 και 1925 ΑΚ και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάση, περαιτέρω δε περιλαμβάνει πλήρη ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, χωρίς να περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες.
Επομένως, ο πρώτος λόγος των αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι οι αιτιολογίες είναι ανεπαρκείς και ασαφείς για τα αμέσως ανωτέρω ζητήματα είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήφη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο των αιτήσεων αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια (και όχι και η από τον αριθμό 19 της ίδιας διάταξης, που αναφέρεται μόνο στην εισαγωγική περιγραφή του λόγου αναίρεσης, χωρίς οποιαδήποτε άλλη θεμελίωση), ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η Δ.
Μ. δεν έλαβε χρήματα από τις πωλήσεις των ακινήτων αφού κάλυπταν συμβάσεις δωρεάς, δεν έλαβε υπόψη τα ενώπιον του προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από τους ίδιους (αναιρεσείοντες) έγγραφα και συγκεκριμένα τα .../2001 και .../2001 συμβόλαια πώλησης της συμβολαιογράφου Χανίων Βαρβάρας Μόφορη, από τα οποία προκύπτει ότι καταβλήθηκε α) από τον πρώτο από αυτούς το ποσό των 10.408.852 δρχ., πριν την κατάρτιση της πώλησης εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου και το υπόλοιπο των 7.000.000 δρχ.
πιστώθηκε και β) από το δεύτερο από αυτούς ολόκληρο το τίμημα των 21.828.248 δρχ. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων "και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη ενώ άλλα εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο γίνεται και αναφορά των προσκομισθέντων ανωτέρω δύο συμβολαιογραφικών εγγράφων, περαιτέρω δε αιτιολογείται γιατί κρίνεται ότι οι καταρτισθείσες με αυτά συμβάσεις πώλησης καλύπτουν συμβάσεις δωρεάς, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα επίδικα έγγραφα στα οποία αναφέρονται οι αναιρεσείοντες, για την συναγωγή του ανωτέρω πορίσματός του.
Επομένως, ο αντίθετος από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ), λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν χωριστές προτάσεις για κάθε αίτηση αναίρεσης και παραστάθηκαν με τον ίδιο δικηγόρο σύμφωνα με το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 180§1 183, 189, 191 παρ. 2 δε συνδυασμό και με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ, ΑΠ 456/2014), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει Α) Την από1 6.3.2018 αίτηση του Ν. Μ. (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 10/2018) και Β) την από 16.3.2018 αίτηση του Β. Γ. (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 11/2018) για αναίρεση της 56/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Απορρίπτει την από 16.3.2018 αίτηση του Ν. Μ..
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Απορρίπτει την από 16.3.2018 αίτηση του Β. Γ..
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Και κατανέμει αυτά κατά το ήμισυ για κάθε αναίρεση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ