1425/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ.103/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1425/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υποκειμενικά, προς θεμελίωση της ποινικά αξιόποινης αυτής πράξεως, απαιτείται δόλος του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ’ αρθρ. 719 ΑΚ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1425 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1425/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ.103/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Γ. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Δρόσο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3266/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Κ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαΐου 2015, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 29 Μαΐου 2015, αίτησή της αναιρέσεως και στους από 4 Σεπτεμβρίου 2015 και 7 Ιανουαρίου 2016 προσθέτους λόγους τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 691/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 περ. α του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως της υπεξαιρέσεως, απαιτείται: (α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι, ολικά ή μερικά, ξένο, υπό την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, (β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, (γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του ή χωρίς να υφίσταται άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 719 του Α. Κ. προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα ο,τιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που αποκτά για την εκτέλεση της εντολής, γι’ αυτό σε περίπτωση μη αποδόσεως αυτών στον εντολέα και παράνομης ιδιοποιήσεως όσων απέκτησε για την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει υπεξαίρεση.
Υποκειμενικά, προς θεμελίωση της ποινικά αξιόποινης αυτής πράξεως, απαιτείται δόλος του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ’ αρθρ. 719 ΑΚ.
Υπό την έννοια αυτή, ο δικηγόρος, ο οποίος, ως εντολοδόχος, εισπράττει κατ’ εντολή και για λογαριασμό του εντολέα του από ασφαλιστική εταιρία χρηματικό ποσό και δεν του το αποδίδει, αλλά το ιδιοποιείται, διαπράττει υπεξαίρεση. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση 3266/2014, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα (δικηγόρο) για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης οχτώ (8) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (ανάγνωση εγγράφων καθώς και των πρακτικών της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στα οποία περιλαμβάνεται και η χωρίς όρκο κατάθεση του παθόντος - πολιτικώς ενάγοντος) και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, δέχθηκε ανέλεγκτα, κατά τα ουσιώδη μέρη, που αφορούν την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα αξιόποινη πράξη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
ότι η κατηγορούμενη ήταν δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος και με την ιδιότητά της αυτή, στις 18-12-2008, στην Αθήνα, ιδιοποιήθηκε παράνομα χρηματικό ποσό που περιήλθε σ’ αυτή, κατά την άσκηση των καθηκόντων της και ειδικότερα, ότι ιδιοποιήθηκε (υπεξαίρεσε) το χρηματικό ποσό των 4.000€, το ποίο αυτή είχε εισπράξει (μέσω του συνεργάτη της - δικηγόρου Θ.
Μ.) από την ανώνυμη ασφαλιστική, με την επωνυμία ..., ως αποζημίωση του πελάτη της και ήδη εγκαλούντος (πολιτικώς ενάγοντος) Α. Κ., για την χειρουργική επέμβαση στην οποία ο τελευταίος είχε υποβληθεί. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του δικαζομένου εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και την υπαγωγή τους στις ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 375 1α’ ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλειπή ή αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα, το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α)εκτίμησε, όχι μόνο την χωρίς όρκο κατάθεση του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος στην πρωτόδικη δίκη, αλλά και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται κατά το είδος τους, χωρίς ν’ απαιτείται αναλυτική παράθεση του περιεχομένου καθενός απ’ αυτά, β)απέρριψε, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, το αίτημα της κατηγορουμένης, για αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, προκειμένου να κληθεί και εξετασθεί στο ακροατήριο ο εγκαλών, εκθέτοντας στο σκεπτικό ότι το αποδεικτικό υλικό ήταν επαρκές για τον σχηματισμό ασφαλούς δικανικής πεποίθησης, ενόψει και του γεγονότος ότι αναγνώσθηκε, όπως προαναφέρθηκε, η χωρίς όρκο κατάθεση του τελευταίου, που περιλαμβάνεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ενώ, τέλος, γ)δεν επήλθε καμμία ακυρότητα της διαδικασίας από την μη ανάγνωση των προανακριτικών καταθέσεων των μαρτύρων της προδικασίας Γ.
Κ. και Α. Κ., εφόσον, αυτοί δεν είχαν περιληφθεί, από του Εισαγγελέα Εφετών, στο σχετικό κατάλογο των μαρτύρων που κλητεύθηκαν για τη δίκη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά, ούτε και η αναιρεσείουσα υπέβαλε αίτημα ανάγνωσης αυτών κατά την ακροαματική διαδικασία. Να σημειωθεί, τέλος, ότι η αναιρεσείουσα, πρωτόδικα ερημοδίκησε, ενώ, κατ’ έφεση πάλι δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο, αλλά, εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος, όχι μόνο δεν ζήτησε την ανάγνωση των προανακριτικών καταθέσεων, όπως προαναφέρθηκε, αλλά, ούτε την εξέταση νέων μαρτύρων κατηγορίας ή υπεράσπισης, ώστε βάσιμα, ενδεχομένως, να θεμελιωθεί αναιρετικά λόγος για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και αφορούσε την υπεράσπισή της (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ σε συνδ. 171 παρ.1 περ.δ’ ΚΠΔ) και ειδικότερα, την επικαλούμενη από μέρους της παραβίαση δικαιώματός της, προβλεπομένου από την ΕΣΔΑ, σε σχέση με την άσκηση του δικαιώματός της να ζητήσει την εξέταση νέων μαρτύρων υπεράσπισης υπό τους αυτούς όρους όπως και οι μάρτυρες κατηγορίας (άρθρο 6 παρ.3 περ.δ’ ΕΣΔΑ).
Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ (171 παρ.1 περ.δ’ ) και Δ’ ΚΠΔ (κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου αυτών), που περιέχονται στο κύριο δικόγραφο της αίτησης, καθώς και οι σχετικοί λόγοι που περιέχονται στα δικόγραφα των από 4-9-2015 και 7-1-2016 προσθέτων λόγων, που ασκήθηκαν παραδεκτά (ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτούς λόγους αναίρεσης), εμπρόθεσμα (4-9-2015 και 7-1-2016, αντίστοιχα) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί της ουσίας της κατηγορίας, καθώς και της απόρριψης του αιτήματος αναβολής της υπόθεσης, όσο, και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμοι.
Ενώ, τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται σε σχετικό λόγο, στο δικόγραφο των από 4-9-2015 προσθέτων λόγων, που αναφέρονται σε αξιολογικές εκτιμήσεις του αποδεικτικού υλικού (δηλαδή, ότι το ποσό που φέρεται να υπεξαίρεσε ανέρχεται σε 2.574€ και όχι 4.000€ που δέχτηκε η απόφαση) πλήττουν, υπό την επίκληση, από μέρους της, του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Η’ ΚΠΔ, την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απαράδεκτος.
ΙΙ. Περαιτέρω, κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ, ορίζεται ότι "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη:
α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση του για τα στοιχεία αυτά και άλλη ειδικότερη απολογία.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά αυτής, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει τις διατάξεις του ΠΚ, που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη και ότι κατά την επιμέτρηση της πιο πάνω ποινής φυλακίσεως των οχτώ (8) μηνών, που επέβαλε σ’ αυτήν, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε και την προσωπικότητα της.
Για την εκτίμηση των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση. Άρα περιέχει η απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση της ποινής που επέβαλε το δικαστήριο.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ του ΚΠΔ, που περιέχεται στο δικόγραφο των από 4-9-2015 προσθέτων λόγων, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση για την επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, λόγω απλής επανάληψης της διατάξεως του νόμου, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε διαδοχικά με την παρ. 2 αρθρ. 1 Ν. 2207/1994, παρ. 3 αρθρ. 2 Ν. 2479/1997 και με το άρθρο 2 Ν. 3904/2010’ Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.
Ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής. Η αναστολή εκτελέσεως της ποινής δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την προηγούμενη καταβολή των δικαστικών εξόδων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή είναι μέχρι και τριών ετών, έχει υποχρέωση να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχομένη αναιρετικά πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Η’ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, αφού επέβαλε στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη την πιο πάνω ποινή των οχτώ (8) μηνών, στη συνέχεια, την μετέτρεψε προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, επειδή έκρινε, κατά λέξη, ότι "δεν συντρέχει λόγος αναστολής της εν θέματι επιβληθείσης ποινής φυλακίσεως".
Η αιτιολογία αυτή δεν είναι η κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 ΠΚ επιβαλλόμενη για την αιτιολόγηση ειδικώς της αρνητικής κρίσης του δικαστηρίου ως προς την αναστολή της μη υπερβαίνουσας τα τρία έτη ποινής φυλάκισης της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, καθόσον, δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη τα πραγματικά εκείνα γεγονότα, τα οποία, επειδή συνέτρεχαν, απέκλειαν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής, ενώ, δεν μνημονεύει, επίσης, τι προκύπτει από το δελτίο ποινικού μητρώου της τελευταίας.
Έτσι, λοιπόν, που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην ελεγχόμενη από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ πλημμέλεια, αλλά και στην προβλεπόμενη από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η’ του ίδιου Κώδικα, πλημμέλεια, αφού προέβη στη μετατροπή της πιο πάνω ποινής φυλάκισης, χωρίς να έχει αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του για μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής αυτής.
Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός αναιρετικός λόγος, που περιέχεται στο δικόγραφο των από 4-9-2015 προσθέτων λόγων. Μετά ταύτα πρέπει ν’ αναιρεθεί μερικά η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα, ως προς τη διάταξή της περί μετατροπής της επιβληθείσας στην κατηγορούμενη ποινής φυλάκισης σε χρηματική και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως είναι εφικτή.
Κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση και οι από 4-9-2015 και 7-1-2016 πρόσθετοι λόγοι πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικά την απόφαση 3266/2014 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα, ως προς τη διάταξη της περί μετατροπής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στην αναιρεσείουσα σε χρηματική.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά την αίτηση και τους από 4-9-2015 και 7-1-2016 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της απόφασης 3266/2014 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Σεπτεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ