Supreme Court quashes labor contract decision due to procedural flaws and gaps in reasoning regarding contract continuity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the Court of Appeals' decision on labor contract continuity due to procedural irregularities and insufficient reasoning. The appellants were absent from the hearing, yet the court proceeded, while the lower court failed to justify gaps exceeding three months between successive fixed-term contracts. Consequently, the Supreme Court ordered a retrial by a different panel and awarded costs to the government.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must proceed with hearings despite party absence if legally summoned, and a judgment lacking reasoned justification for gaps between successive fixed-term contracts is voidable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1425 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1425/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Εμμανουήλ Μουστάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Κ. του Δ., 2. Γ. Δ. του Ε. και 3. Σ. Α. του Θ., κατοίκων ... εκ των οποίων οι 1ος και 3ος δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο 2ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ηλέκτρα Χατζηπαναγιώτου και κατέθεσε προτάσεις προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ’ αριθμ.418/24-11-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:232/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 293/2006 μη οριστική και 107/2012 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-7-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 25-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του 2ου των αναιρεσιβλήτων, ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που κλητεύθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για των δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης επιδόθηκε στους 1ο’ και 3ο’ των αναιρεσιβλήτων, νόμιμα μετά από παραγγελία του πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (παρέδρου Ν.Σ.Κ) που παραστάθηκε στη δίκη αυτή (βλ. εκθέσεις επίδοσης .../Δ/2-3-2015 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κοζάνης Γ. Γ. που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον). Οι τελευταίοι όμως, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών.
ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν oι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ1 εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ ΑΠ 18/2006). Κατά το αρθρ. 21 § 1 του Ν. 2190/1994 οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του αρθρ. 14 § 1 του ίδιου νόμου, όλοι δηλαδή οι φορείς του δημόσιου τομέα επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων.
Κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβεί τους 8 μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο 12 μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατά της ισχύουσες διατάξεις κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβεί τους 4 μήνες για το ίδιο άτομο, παράταση δε ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αόριστου χρόνου είναι άκυρη.
Περαιτέρω, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και τις διαφάνειας στις προσλήψεις στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο της Ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο ως άνω άρθρο προστέθηκε και παρ. 8 με την οποία στα εδάφια αχ και γ" ορίζεται ότι "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δίκαιου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά για την κάλυψη, είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3.
εδ. α" αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β’ αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή τη μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Έτσι με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα.
Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του Ν.2190/1994, και οι οποίες ήδη κατέστησαν συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται ενόψει της σαφούς διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το, άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου, χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους υπόλοιπους φορείς, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις, αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Επίσης στις συμβάσεις αυτές υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 8 του Ν. 2112/1920 (ΑΠ 6/2014, 244/2015) για την οποία πάντως, σε κάθε περίπτωση, προσαπαιτείται οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις να διακρίνονται από χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή, να μη μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μιάς και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 696/2013, 79/2013, 1032/2012).
Περαιτέρω η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε, να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004 από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σης 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π.Δ. ορίζονται τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται Κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης... 4.
Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ.
η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή έστω κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως, ίσης με το ποσά το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, με το άρθρο 11 αυτού περιελήφθησαν ως μεταβατικές διατάξεις - ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία. Έτσι, με το άρθρο 11 του εν λόγω Π.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: 1 Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση", 2. "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στον οποίο αναφέρει τα στοιχεία αυτά τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.
Αρμόδιο όργανο να κρίνει ατιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο .του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κειμένη νομοθεσία ...", 3. "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" και 5 του ίδιου άρθρου του ως άνω Π.Δ. "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Συνεπώς εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει αφενός μεν των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της κατά τα προεκτεθέντα προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/ 70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ" επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής και μέχρι την 19-7-04 εναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 αλλά και μετά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού (Ολ ΑΠ 20/2007).
Αλλά και στις περιπτώσεις που συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 11 παρ. 1 του ΠΑ 164/2004, η μετατροπή ισχύει, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος του ΠΑ 16472004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όπως από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 και 5 αυτού προκύπτει.1 Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ ΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α’ 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.
Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ. και πριν mv έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.
και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΑΠ Ολ 7/2011, ΑΠ 244/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα ουσιώδη περιστατικά: "Με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ΠΔ 95/1991 συστάθηκε το "...", ως ειδική αποκεντρωτική υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας, με έδρα την Κοινότητα ...
του Νομού Κοζάνης και αντικείμενο την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας γενικώς, την έρευνα και την εκπαίδευση των κτηνοτρόφων σε θέματα ανάπτυξης και βελτίωσης της κτηνοτροφίας, καθώς και την επιμόρφωση των φοιτητών. Δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 2503/1997 ενσωματώθηκε τούτο ως οργανική μονάδα στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας και δυνάμει της υπ’ αριθμ. 462/1-9-1997 απόφασης του Γ.Γ.
της εν λόγω Περιφέρειας υπήχθη σε επίπεδο γραφείου στη Δ/νση Γεωργικής Ανάπτυξης της Γενικής Διεύθυνσης της Περιφέρειας. Με το άρθρο 2 του ως άνω π.δ. 95/1991 προσδιορίζονται ως αρμοδιότητες της εν λόγω υπηρεσίας οι ακόλουθες: α) Η πραγματοποίηση εφαρμοσμένης έρευνας και εκπαίδευσης των κτηνοτρόφων πάνω σε θέματα αναπαραγωγής, γενετικής βελτίωσης, διατροφής και γενικό εκτροφής αιγοπροβάτων, καθώς και διαχείρισης και βελτίωσης βοσκοτόπων, β) Οι δραστηριότητες που έχουν σχέση με την τυροκόμιση του γάλακτος.
γ) Η εφαρμογή εκπαιδευτικών προγραμμάτων για την προβατοτροφία και την αιγοτροφία που απευθύνονται σε κτηνοτρόφους της χώρας, μαθητές επαγγελματικών γεωργικών σχολών και λυκείων, τεχνίτες της γαλακτοκομικής Σχολής Ιωαννίνων και σπουδαστές Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, δ) Η εκπαίδευση, πρακτική άσκηση και διατριβή σπουδαστών Τ.Ε.Ι.
και Γεωτεχνικών Σχολών, φοιτητών των Γεωπονικών Σχολών των Πανεπιστημίων της χώρας, καθώς και η εκπόνηση σπουδαστικών και διδακτορικών διατριβών, ε) Η πραγματοποίηση ερευνητικών εργασιών σχετικών με τους σκοπούς του Κέντρου, η συνεργασία με ιδρύματα, ανώτατες και ανώτερες σχολές του εσωτερικού και του εξωτερικού, καθώς και η οργάνωση σεμιναρίων επιμόρφωσης και κάθε φύσης επιστημονικών ημερίδων.
Ακολούθως, με το άρθρο 24 παρ. 10 του ν. 2538/1997 συνεστήθησαν για τις ανάγκες του Κέντρου δύο (2) θέσεις μόνιμου προσωπικού και δώδεκα (12) θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταξύ των οποίων οκτώ (8) θέσεις βοηθητικού προσωπικού (σταβλιτών). Με αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος ενάγοντες προσέφεραν την εργασία τους στο παραπάνω Κέντρο, ως βοηθητικό προσωπικό, για περισσότερο από τρία χρόνια ο καθένας.
Συγκεκριμένα: Α) Ο δεύτερος ενάγων (Ι. Κ.) εργάσθηκε σε τούτο, ως σταβλίτης, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με πλήρες ωράριο και τις εκάστοτε καθοριζόμενες νόμιμες αποδοχές, κατά έτη 2000 έως 2004, ως εξής: α) Από 1-7-2000 έως 28-2-2001, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 171/1-7-2000 απόφαση πρόσληψης της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατ’ επιταγή της υπ’ αριθμ. .../26-5-2000 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, και πραγματοποίησε 200 ημερομίσθια, β) Από 9-1-2002 έως 9-9-2002, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 167/1-8-2001 απόφαση πρόσληψης της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατ’ επιταγή της υπ’ αριθμ. .../13-6-2001 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας και πραγματοποίησε 200 ημερομίσθια, γ) Από 15-1-2003 έως 15-9-2003, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 026/15-1-2003 απόφαση πρόσληψης της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατ’ επιταγή της υπ’ αριθμ. .../25-7-2002 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, και πραγματοποίησε 200 ημερομίσθια και δ) από 1-2-2004 έως 30-9-2004 σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. .../1-2-2004 απόφαση πρόσληψης της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατ’ επιταγή της υπ’ αριθμ. .../14-7-2003 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, και πραγματοποίησε 200 ημερομίσθια.
Β) Ο τρίτος ενάγων (Γ. Δ.) εργάσθηκε σε τούτο, ως σταβλίτης, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με πλήρες ωράριο και τις εκάστοτε καθοριζόμενες νόμιμες αποδοχές, κατά έτη 1999 έως 2004, ως εξής: α) Από 10-6-1999 έως 10-2-2000, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 117/10-6-1999 απόφαση πρόσληψης της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατ’ επιταγή της υπ’ αριθμ. 357584/7-5-1999 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας και πραγματοποίησε 200 ημερομίσθια, β) Από 1-7-2000 έως 28-2-2001, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 175/1-7-2000 απόφαση πρόσληψης της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατ’ επιταγή της υπ’ αριθμ. .../26-5-2000 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, πραγματοποίησε δε 200 ημερομίσθια, γ) Από 9-1-2002 έως 9-9-2002, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 166/1-8-2001 απόφαση πρόσληψης της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατ’ επιταγή της υπ’ αριθμ. .../13-6-2001 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, πραγματοποίησε 200 ημερομίσθια, δ) Από 15-1-2003 έως 15-9-2003,σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 028/15-1-2003 απόφαση πρόσληψης της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατ’ επιταγή της υπ’ αριθμ. .../25-7-2002 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, πραγματοποίησε 200 ημερομίσθια.
Και ε) από 1-2-2004 έως 30-9-2004, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 016/1-2-2004 απόφαση πρόσληψης της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατ’ επιταγή της υπ’ αριθμ. .../14-7-2003 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, πραγματοποίησε 200 ημερομίσθια. Και Γ) Ο τέταρτος ενάγων (Σ. Α.) εργάσθηκε οε τούτο, ως σταβλίτης, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με πλήρες ωράριο και τις εκάστοτε καθοριζόμενες νόμιμες αποδοχές, κατά έτη 1999 έως 2004, ως εξής:
α) Από 10-6-1999 έως 10-2-2000, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 119/10-6-1999 απόφαση πρόσληψης της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατ’ επιταγή της υπ’ αριθμ. 357584/7-5-1999 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, πραγματοποίησε 200 ημερομίσθια, β) Από 1-7-2000 έως 28-2-2001, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 178/1-7-2000 απόφαση πρόσληψης της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατ’ επιταγή της υπ’ αριθμ. .../26-5-2000 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, πραγματοποίησε 200 ημερομίσθια, γ) Από 9-1-2002 έως 9-9-2002, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 165/1-8-2001 απόφαση πρόσληψης της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατ’ επιταγή της υπ’ αριθμ. .../13-6-2001 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, πραγματοποίησε 200 ημερομίσθια, δ) Από 15-1-2003 έως 15-9-2003, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 027/15-1-2003 απόφαση πρόσληψης της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατ’ επιταγή της υπ’ αριθμ. .../25-7-2002 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, πραγματοποίησε 200 ημερομίσθια.
Και ε) από 1-2-2004 έως 30-9-2004, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 018/1-2-2004 απόφαση πρόσληψης της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατ’ επιταγή της υπ’ αριθμ. .../14-7-2003 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, πραγματοποίησε 200 ημερομίσθια. Από τις 30-9-2004 το εναγόμενο αρνήθηκε να ανανεώσει τις συμβάσεις των προαναφερομένων και από τότε έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι για τους σκοπούς του ως άνω Πρότυπου Κτηνοτροφικού Κέντρου ετρέφοντο και διατηρούντο σε τούτο, καθόλη τη διάρκεια του έτους, τετρακόσια (400) πρόβατα, για τις ανάγκες και τη φροντίδα των οποίων προσέφεραν τις υπηρεσίες τους το βοηθητικό προσωπικό του κέντρου (οι σταυλίτες). Ειδικότερα, οι τελευταίοι φρόντιζαν για τον σταυλισμό και την εκτροφή των ζώων.
Επίσης, συγκέντρωναν το γάλα και το μαλλί τούτων, τα οποία μαζί με το κρέας, διέθεταν στην αγορά για τους σκοπούς του Κέντρου. Οι ανάγκες αυτές διαρκούσαν καθόλο το έτος και καλύπτοντα αποκλειστικώς από αυτούς (σταυλίτες), μεταξύ των οποίων ήσαν και οι προαναφερόμενοι ενάγοντες. Για την επίτευξη των παραπάνω οι σταυλίτες ήσαν χωρισμένοι σε δυο ομάδες, και έτσι, στον έληγαν οι συμβάσεις κάποιων από αυτούς, συνέχιζαν οι υπόλοιποι και το Κέντρο συνέχιζε τη λειτουργία του κανονικώς χωρίς προβλήματα.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι εξυπηρετούμενες, δια των ανωτέρω υπηρεσιών των εναγόντων, ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου, οι οποίες διαρκούσαν καθόλο το έτος, ήσαν συνήθεις, τρέχουσες, τακτικές, προβλέψιμες και υπάρχουσες, μόνιμης, διαρκούς και πάγιας προοπτικής. Δεν ήσαν δε "έκτακτες ή πρόσκαιρες", κατά την έννοια του νόμου, ώστε να δικαιολογούν την πρόσληψη των εναγόντων με αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, καθότι ούτε μία φορά συνέτρεξαν τέτοιες συνθήκες, ώστε να δικαιολογηθεί πρόσληψη τους.
Η δε μισθοδοσία όλων Βάρυνε τις πιστώσεις του κρατικού προϋπολογισμού και δη αυτές της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας. Εξάλλου, η εκάστοτε διακοπή μεταξύ των συμβάσεων αυτών εξαρτάτο από το τυχαίο γεγονός της λήξης κάθε σύμβασης και όχι από το έκτακτο των αναγκών της υπηρεσίας, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε εξυπηρετούντο, κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, από άλλους σταυλίτες, οι οποίοι και προσλαμβάνοντα για το σκοπό αυτό, καθόσον δεν επρόκειτο για υπηρεσία εποχιακής λειτουργίας.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι προαναφερόμενοι ενάγοντες με τη συνεχή προσφορά της εργασίας τους στο εναγόμενο, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, στον ως άνω τομέα της εργασίας τους και όχι έκτακτες, πρόσκαιρες ή εποχιακές, και ότι οι αλλεπάλληλες εργασιακές συμβάσεις τους, που καταρτίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος (α) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, (β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, και ισχύουν από 18-4-2001 και (γ) των όρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004, ήσαν ενεργείς κατά την έναρξη της ισχύος τούτων και καταλαμβάνονταν από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ.-1 και 3 του Συντάγματος) ως αορίστου χρόνου, αντί ορισμένου, όπως χαρακτηρίστηκαν κατά την κατάρτιση της καθεμίας από αυτές και ότι οι συμβάσεις αυτές ήσαν άκυρες ως προς το χρονικό αυτό περιορισμό της διάρκειας τους καθόσον συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, οι δε ως άνω διαδοχικές συμβάσεις καταρτίστηκαν ως ορισμένου χρόνου με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920, αφού δεν ήσαν δικαιολογημένες από το είδος και το σκοπό της εργασίας που προσέφεραν οι ενάγοντες, ούτε από τις λειτουργικές ανάγκες της ως άνω υπηρεσίας του εναγομένου.
Επομένως, η με την άρνηση ανανέωσης τους καταγγελία των συμβάσεων τούτων εκ μέρους του εναγομένου, χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, ήτοι με έγγραφη κοινοποίηση και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είναι άκυρη...". Με τις παραδοχές δε αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες:
α) συνδέονται με το αναιρεσείον - εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και β) ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη, ενώ, τέλος γ) υποχρέωσε το τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, με την απειλή χρηματικής ποινής, ύψους 50 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης του. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 τη ρήτρα 5 της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 103 παρ.7,8 του Συντάγματος και 11 και 5 παρ. 1του ΠΔ 164/2004, τις οποίες εφάρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Τούτο δε, διότι δέχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, υφίσταντο διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνιστούσαν μία ενιαία σύμβαση, παρότι, σ’ αυτές μεσολαβούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα, από της λήξεως της μιας και μέχρι της έναρξης ισχύος της επομένης (μεγαλύτερα των τριών μηνών) ενώ, περαιτέρω, διέλαβε και ελλειπείς αιτιολογίες, στερώντας την απόφαση από νόμιμη βάση και καθιστώντας με τον τρόπο αυτό ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, καθόσον, δεν δικαιολογείται για ποιο λόγο στις διαδοχικές συμβάσεις, των αναιρεσιβλήτων μεσολαβούν μεγάλα χρονικά διαστήματα, μεγαλύτερα των τριών μηνών και ειδικότερα από 4 έως 10 μήνες.
Πιο συγκεκριμένα, για τον 1ο’ αναιρεσίβλητο, από τη λήξη της α’ σύμβασης μέχρι την κατάρτιση της β’ σύμβασης, μεσολάβησε διάστημα πλέον των 10 μηνών, μεταξύ της β’ και της γ’ σύμβασης, διάστημα πλέον των 4 μηνών και μεταξύ της γ’ και της δ’ σύμβασης, διάστημα πλέον των 41/2 μηνών και για τους 2ο’ και 3ο’ αναιρεσίβλητους, από τη λήξη της α’ σύμβασης, μέχρι την κατάρτιση της β’ σύμβασης, μεσολάβησε διάστημα πλέον των 41/2 μηνών, μεταξύ της β’ και γ’ σύμβασης, διάστημα πλέον των 10 μηνών, μεταξύ της γ’ και δ’ σύμβασης, διάστημα πλέον των 4 μηνών και μεταξύ της δ’ και ε’ σύμβασης, διάστημα πλέον των 41/2 μηνών.
Περαιτέρω, δεν αιτιολογείται στην απόφαση ότι, κατά τα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα των διαδοχικών συμβάσεων ή κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, οι αναιρεσίβλητοι συνέχιζαν να παρέχουν την εργασία τους, έστω και με άκυρη σύμβαση εργασίας. Ενώ, τέλος, καθ’ ο μέρος οι επίμαχες συμβάσεις έγιναν μετά την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7-8 του Συντάγματος (17-4-2001), απαγορεύεται από το νόμο να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ή να επέλθει μονιμοποίηση των εναγόντων, ακόμη και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Συνεπώς, όλοι οι αναιρετικοί λόγοι με τους οποίους προσάπτονται στην απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη, μετά την αντικατάσταση της, με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013), καθόσον, η υπόθεση χρειάζεται, κατά τούτο, περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία θα καθοριστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ σε συνδ. 22 παρ.1 Ν. 3693/57 που διατηρήθηκε σε ισχύ με άρθρο 52 αρ. 18 Εις. Ν. ΚΠολΔ και 5 παρ. 12 Ν. 1738/87 και 2 της 134423/1992 ΚΥΑ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 107/2012 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ